1584/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-10-1991 αγωγή της αρχικής ενάγουσας ..... , που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5397/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1121/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 23-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1584/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 457 παρ.2 και 3 ΚΠολΔ, εκείνος κατά του οποίου προσάγεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται ως αναγνωρισμένο με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του με την επιφύλαξη της προσβολής τους ως πλαστού.
Full text
Απόφαση 1584 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1584/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σδούκο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ..... και 2. ..... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Πέππα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-10-1991 αγωγή της αρχικής ενάγουσας ..... , που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5397/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1121/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 23-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. I. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 559 αρ.11 περ.α΄ του ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από την τελευταία ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως για την από το δικαστήριο της ουσίας λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, πρέπει ο αναιρεσείων όχι μόνο να προσδιορίσει στο αίτημα αναιρέσεως το αποδεικτικό μέσο που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και τον ισχυρισμό προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη, αλλά επί πλέον να ισχυριστεί ότι επικαλέστηκε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τρόπο νόμιμο τα περιστατικά που υποχρέωναν κατά νόμο το δικαστήριο να μη λάβει υπόψη του το αποδεικτικό αυτό μέσο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 457 παρ.2 και 3 ΚΠολΔ, εκείνος κατά του οποίου προσάγεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται ως αναγνωρισμένο με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του με την επιφύλαξη της προσβολής τους ως πλαστού.
Επομένως εάν από τον αντίδικο εκείνου που προσκόμισε ιδιωτικό έγγραφο αμφισβητηθεί η γνησιότητά του, ο δικαστής δεν επιτρέπεται να το εκτιμήσει μόνο ή με άλλες αποδείξεις προς μόρφωση της πεποιθήσεώς του περί του κατ' ουσίαν βασίμου της αγωγής ή προβληθεισών κατ' αυτής ενστάσεων, εάν προηγουμένως δεν κρίνει και απορρίψει ως αβάσιμο τον περί μη γνησιότητας του εγγράφου ισχυρισμό, ο οποίος συνιστά νόμιμη δικονομική ένσταση, ήτοι πράγμα ου έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, η μη λήψη υπόψη του οποίου επάγεται την αναίρεσης της αποφάσεως κατά το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ.
Η άρνηση όμως της γνησιότητας του ιδιωτικού εγγράφου πρέπει να είναι ρητή, σαφής και ειδική και να γίνει κατ' αυτή τη συζήτηση κατά την οποία προσκομίζεται το έγγραφο.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγο αναίρεσης προσάπτεται, κατ' εκτίμησή του, στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.11 περ.α΄ (και όχι από τον αναγραφόμενο αρ.12) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η οποία συνίσταται στο ότι έλαβε υπόψη, προκειμένου να καταλήξει στην ουσιαστική παραδοχή της ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής του αναιρεσίβλητου, και τα αναφερόμενα σ' αυτήν δέκα επτά συμφωνητικά μισθώσεως του επίδικου ακινήτου, χωρίς αυτά να είναι θεωρημένα από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., ενώ με τον ίδιο, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγο αναίρεσης αποδίδεται, κατ' εκτίμησή του, στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.8 περ.β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ισχυρισμό περί μη γνησιότητας των προαναφερομένων συμφωνητικών μισθώσεως, υπό την έννοια ότι οι υπάρχουσες σ' αυτά υπογραφές του αναιρεσείοντος και της μητέρας του ως μισθωτών του επίδικου ακινήτου δεν ήταν των ιδίων.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, κατά μεν το πρώτο μέρος αυτού ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν διαλαμβάνει ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, τα περιστατικά της μη θεωρήσεως από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. των ως άνω συμφωνητικών, που υποχρέωναν κατά νόμο το δικαστήριο να μη λάβει υπόψη του τα εν λόγω έγγραφα, σε συνδυασμό με το ότι δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά δε το δεύτερο μέρος αυτού ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, δεν περιέχεται σ' αυτές ο ως άνω επικαλούμενος ισχυρισμός αμφισβήτησης της γνησιότητας των υπογραφών των προαναφερομένων προσώπων.
ΙΙ. Επειδή, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση α) δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα, τόσον με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όσον και με την έφεση ενώπιον του Εφετείου, ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί κτήσεως υπ' αυτού της κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, β) δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων ....
και ..... , που περιέχονται στις εισηγητικές εκθέσεις του εντεταλμένου δικαστή Ειρηνοδίκη Σπετσών, και γ) δεν εκτίμησε ορθώς την αμετάκλητη απόφαση 14/1992 του Ειρηνοδικείου Σπετσών και την 345/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ούτε και ερεύνησε από πού σχημάτισε την κρίση της για την ουσιαστική παραδοχή της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου, είναι απορριπτέος, κατά μεν την υπό στοιχ.α΄ αιτίαση (από τον αριθ.8 περ.β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως του αναιρεσείοντος ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, δεν προτάθηκε ο ως άνω επικαλούμενος ισχυρισμός, κατά δε την υπό στοιχ.β΄ αιτίαση (από τον αριθμό 11 περ.γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αναμφισβήτητα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και τις ως άνω επικαλούμενες μαρτυρικές καταθέσεις, τις οποίες ρητώς μνημονεύει, ενώ κατά την υπό στοιχ.
γ΄ αιτίαση, ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Εφετείου πραγματικών γεγονότων (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Επειδή, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 1045 ΑΚ, που συνίσταται στο ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η μητέρα του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι δεν άσκησε νομή επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου.
Όμως τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις προσαχθείσες και επικληθείσες αποδείξεις αποδεικνύουν ότι από το έτος 1958 τουλάχιστον αυτή συνέχισε συγκεκριμένες και εξειδικευμένες υλικές διακατοχικές πράξεις επί του επιδίκου. Έσφαλε συνεπώς το Εφετείο όταν έκρινε ότι δεν άσκησε πράξεις νομής με διάνοια κυρίου η μητέρα του εναγομένου και εσφαλμένα δεν υπήγαγε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις του άρθρου 1045 ΑΚ", είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της παραβίασης της ως άνω διατάξεως πλήττει (ο λόγος) αποκλειστικά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) καθ' εαυτή δεν υπόκειται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
IV. Επειδή ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος προς επανάληψη της συζήτησης για να εμφανισθούν αυτοπροσώπως στο ακροατήριο οι διάδικοι, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι ο ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον επί παραβάσεων κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικών τοιούτων, όπως είναι η περί επαναλήψεως της συζητήσεως διάταξη του άρθρου 254 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-5-2006 αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 1121/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ