Legislator Case Law & Legislation
1584/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim regarding parking space disputes in multi-unit buildings.

Case Number 1584/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a dispute over parking spaces in a multi-unit building. The appellants argued that the lower court failed to consider facts proving abuse of right, but the court found the appellants had immediately protested the changes after learning the regulations. The court ruled that the appellate court's reasoning was consistent and that the lower court did not need to address the unmentioned facts, leading to the rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94(2) of the Constitution and 1(a) of the Code of Civil Procedure; Private disputes between owners of floors or apartments in a multi-unit building fall under civil jurisdiction, and appeals are dismissed when the appellate court's reasoning is consistent and the lower court did not err in excluding facts not raised in the appeal.

Keywords

AI generated
abuse of right multi-unit building parking spaces civil jurisdiction appeal dismissal procedural error consistency of reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 94(2) of the Constitution
Article 1(a) of the Code of Civil Procedure
Article 522 of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1584 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1584/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1. ...., 2. ...., 3. ...., 4. ...., 5. ...., 6. ....., 7. ..., 8. ...., 9. ....., 10. ...., 11. ..., 12. ....και 13. ..... Ο 11ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος και εκπροσώπησε όλους τους λοιπούς αναιρεσείοντες δια πληρεξουσίων εγγράφων.

Των καθών η κλήση αναιρεσιβλήτων: 1. .....και 2. ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστράτιο Δοξάκη.

Κοινοποιουμένης της αίτησης αναίρεσης προς: 1. ...και 2. ..., νομίμους κληρονόμους του αρχικού διαδίκου ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μπούκαλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Νοεμβρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19.445/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2.532/2002 μη οριστική και 2.703/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 13 Οκτωβρίου 2003 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1280/2004 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 17 Φεβρουαρίου 2005 κλήση των αναιρεσειόντων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανάγνωσε την από 20 Σεπτεμβρίου 2004 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ανάργυρου Πλατή, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο 11ος αναιρεσείων για τον εαυτό του και ως πληρεξούσιος των λοιπών αναιρεσειόντων και αυτών προς τους οποίους έγινε η κοινοποίηση της αίτησης, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από το σύνολο των διατάξεων του ν. 3741/1929 σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ προκύπτει ότι οι διαφορές που ανακύπτουν μεταξύ των ιδιοκτητών ορόφων ή διαμερισμάτων πολυώροφης οικοδομής κατά τη λειτουργία της εγκύρως συσταθείσας σχέσεως της οροφοκτησίας είναι ιδιωτικές, ως αφορώσες στη δικαστική διάγνωση εννόμων σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, γι΄ αυτό και, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 περ.

α΄ ΚΠολΔ, υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, εκδικαζόμενες σε πρώτο βαθμό από το μονομελές πρωτοδικείο και σε δεύτερο βαθμό από το εφετείο κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 17 περ. 2 και 647 παρ. 2 ΚΠολΔ). Εξάλλου, επί ασκήσεως αγωγής από περισσότερους δικαιούχους κατ΄ άλλων δικαιούχων οριζόντιων ιδιοκτησιών πολυώροφης οικοδομής με αίτημα την αποκατάσταση του αυθαιρέτως μεταβληθέντος προορισμού κοινόχρηστου χώρου της οικοδομής, δεν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των διαδίκων (εναγόντων ή/και εναγομένων), καθόσον δεν συντρέχει καμία από τις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ τέσσερις περιπτώσεις αναγκαστικής ομοδικίας.

΄Ετσι, ο θάνατος ενός των ομοδίκων δεν επιφέρει, με τη γνωστοποίησή του, τη διακοπή της δίκης έναντι των λοιπών διαδίκων, ως προς τους οποίους η διαδικασία συνεχίζεται ακωλύτως, δίχως να απαιτείται προηγούμενη επανάληψη της δίκης ούτε κλήτευση σ΄ αυτή των κληρονόμων του θανόντος ομοδίκου, εκτός αν η κλήτευσή τους διαταχθεί από το δικαστήριο (άρθρα 75 και 288 ΚΠολΔ).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο, δικάζοντας επί της ασκηθείσας κατά των αναιρεσιβλήτων από 10-10-2001 εφέσεως των αναιρεσειόντων και του ...κατά της 19445/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, κατά μερική αποδοχή της από 8-11-2000 αγωγής των πρώτων κατά των τελευταίων (όλων δικαιούχων οριζόντιων ιδιοκτησιών της αναφερόμενης στην εν λόγω απόφαση πολυώροφης οικοδομής), καταδικάσθηκαν οι εναγόμενοι να αποκαταστήσουν την αυθαιρέτως μεταβληθείσα από αυτούς χρήση των έξι (6) κοινόχρηστων θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων, έκρινε ότι, μετά την εκ μέρους του μέχρι τότε πληρεξούσιου δικηγόρου γενόμενη στο ακροατήριο γνωστοποίηση του θανάτου του ενάτου των εκκαλούντων ...., επήλθε ως προς αυτόν η διακοπή της δίκης, ακολούθως δε απέρριψε την έφεση ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Σύμφωνα έτσι με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση του συλλογισμού τούτου, το εφετείο ορθώς έκρινε ότι ο θάνατος του ....επέφερε μόνο ως προς αυτόν τη διακοπή της δίκης και δεν όφειλε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους εξαιτίας της μη κλητεύσεως σ΄ αυτή των κληρονόμων του θανόντος, ενώ εξάλλου δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφού πρόκειται για διαφορά του ιδιωτικού δικαίου, η εκδίκαση της οποίας ανήκει στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων αυτών και όχι των διοικητικών δικαστηρίων ή αρχών.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και πέμπτος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι προβλεπόμενες, αντιστοίχως, από τους αριθμούς 14 και 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1, 3, 4 παρ. 1, 5 περ. α΄, 13 του ν. 3741/1929, 1 παρ. παρ. 1-5 του ν. 1211/1981, όπως κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 310 του π.δ. της 14/27-7-1999, 785, 787, 1002 και 1117 Α.Κ. προκύπτει ότι, στην περίπτωση που έχει συσταθεί εγκύρως οριζόντια ιδιοκτησία επί πολυώφορης οικοδομής, ο προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων στο ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, γίνεται είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, είτε με τον κανονισμό της πολυκατοικίας, είτε με ιδιαίτερη συμφωνία όλων των ιδιοκτητών, η αντίστοιχη δε δικαιοπρακτική ρύθμιση, εφόσον περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβληθεί σε μεταγραφή, δεσμεύει τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των συμβληθέντων και αντιτάσσει κατά των τρίτων.

Η αντίθεση της ως άνω δικαιοπρακτικής ρυθμίσεως προς τις εκάστοτε ισχύουσες αναγκαστικου δικαίου διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας, συνεπαγόμενη ενδεχομένως διοικητικές και ποινικές κυρώσεις, δεν καθιστά άκυρη τη σχετική δικαιοπραξία, παρά μόνο αν με τις εν λόγω διατάξεις απαγγέλλεται ρητώς ή εμμέσως, πλην σαφώς, η ακυρότητα για την παράβασή τους.

Η δικαιοπρακτική αυτή ρύθμιση δεν μπορεί να τροποποιηθεί ή καταργηθεί παρά μόνο με τη συναίνεση όλων των οροφοκτητών και εφόσον η σχετική συμφωνία τους περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβληθεί σε μεταγραφή. Και ναι μεν ο κανονισμός μπορεί να προβλέπει τη δυνατότητα τροποποιήσεώς του με απόφαση της πλειοψηφίας της γενικής συνελεύσεως των οροφοκτητών, πλην όμως η τροποποίηση δεν επιτρέπεται να οδηγεί σε προβολή των δικαιωμάτων των κοινωνών, τα οποία απορρέουν από τον νόμο, τη συστατική πράξη ή τον κανονισμό.

Έτσι, ο καθορισθείς ως άνω αρχικός προορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών μπορεί να μεταβληθεί από τη γενική συνέλευση μόνο εφόσον η σχετική απόφασή της α) ληφθεί ομοφώνως από όλους τους οροφοκτήτες, β) περιληφθεί σε συμβολαιογραφικό έγγραφο και γ) μεταγραφεί. Σε αντίθετη περίπτωση, η συμφωνία έχει ενοχικό χαρακτήρα και ισχύει μόνο μεταξύ των συμβληθέντων, χωρίς να δεσμεύει τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους τους.

Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει περαιτέρω ότι κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, για την οποία έχει συσταθεί εγκύρως οριζόντια ιδιοκτησία, δικαιούται, λόγω της αναγκαίας συγκυριότητάς του επί των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής, να κάνει απόλυτη χρήση τούτων, αρκεί να μη βλάπτει τα αντίστοιχα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών και να μη μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό των μερών αυτών.

Βλαπτική για τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών είναι η χρήση που εμποδίζει ή δυσχεραίνει υπερμέτρως αυτούς στη σύγχρηση των κοινών μερών, ενώ μεταβολή του συνήθους προορισμού προκαλείται όταν η συγκεκριμένη χρήση αλλοιώνει τον προορισμό των κοινών μερών, που ορίζεται με δικαιοπρακτική ρύθμιση (δηλ.

τη συστατική πράξη, τον κανονισμό ή ιδιαίτερη συμφωνία) ή, σε περίπτωση ελλείψεώς της, προκύπτει από τη φύση των πραγμάτων και τον σκοπό που αυτά υπηρετούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας στη λειτουργία της οροφοκτησίας, καθώς και από τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Οποιοσδήποτε ιδιοκτήτης, εφόσον βλάπτεται από μια τέτοια χρήση, έχει το δικαίωμα να ζητήσει με αγωγή την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Εν προκειμένω, το εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής : Επί ενός οικοπέδου, που ευρίσκεται στη συμβολή των οδών ....και ανήκε κατά συγκυριότητα στη ....και τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων, έχει ανεγερθεί από την εργολήπτρια εταιρία « ....Ο.Ε.», με βάση το 111119/19-10-1989 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιλένας Βαβυλοπούλου, μια πολυώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και οκτώ ορόφους και υπαχθείσα στο καθεστώς της οροφοκτησίας με βάση τη νομίμως μεταγραφείσα 804/23-5-1990 πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Τσιδεμίδου.

Ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου υπεγράφη μεταξύ των άνω τριών συγκυρίων (οικοπεδούχων) η 619/1990 συμβολαιογραφική πράξη, με την οποία αυτοί δήλωσαν ότι δημιουργούν έξι (6) θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων στον έχοντα πρόσοψη επί της οδού ....ισόγειο ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, όπως οι εν λόγω θέσεις εμφαίνονται στο συνταχθέν από τον αρχιτέκτονα – μηχανικό ....σχεδιάγραμμα κατόψεως του ισογείου.

Με την 998/17-7-1990, νομίμως μεταγραφείσα, πράξη της ανωτέρω συμβολαιογράφου καταρτίσθηκε ο κανονισμός της πολυκατοικίας, στην πράξη δε αυτή προσαρτήθηκε, ως αναπόσπαστο τμήμα της, το προαναφερόμενο σχεδιάγραμμα, στο οποίο εμφαίνονται οι επίμαχες έξι (6) θέσεις σταθμεύσεως. Κατά το έτος 1992, σε χρόνο μη εξακριβωθέντα, η εκ των οικοπεδούχων ....., ενώ ήταν ακόμη δικαιούχος οριζόντιων ιδιοκτησιών, προέβη, με δικές της δαπάνες και κατόπιν συμφωνίας της με την κατασκευάστρια εταιρία, στη διαμόρφωση των επίδικων θέσεων σταθμεύσεως σε προκήπιο, στο οποίο αργότερα οι αναιρεσείοντες, που είναι δικαιούχοι επί μέρους οριζόντιων ιδιοκτησιών, κατασκεύασαν επί της οδού ....περίφραξη μήκους 17,20 μέτρων και τοποθέτησαν σ΄ αυτή σιδερένια κιγκλιδώματα.

Με τις ενέργειες αυτές, οι αναιρεσίβλητοι, που έγιναν από το έτος 1994 συγκύριοι δύο διαμερισμάτων της οικοδομής, καθώς και άλλοι συνιδιοκτήτες, που δεν ήταν διάδικοι στη δίκη εκείνη, στερήθηκαν τη χρήση των έξι (6) θέσεων σταθμεύσεως, οι οποίες είχαν προορισθεί να υπάρχουν στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου.

Οι ανωτέρω διαμορφώσεις και κατασκευές συνεχίζει το εφετείο, αντίκεινται στον νόμο και τον κανονισμό, στη διατήρηση δε αυτών οι αναιρεσίβλητοι και οι λοιποί (μη διάδικοι) συνιδιοκτήτες δεν συνήνεσαν, αλλά αντιθέτως, στερούμενοι θέσεων σταθμεύσεως στον υπόγειο χώρο της οικοδομής, επιθυμούν την αποκατάσταση του μεταβληθέντος προορισμού των επίδικων θέσεων σταθμεύσεως, προκειμένου να τις χρησιμοποιούν για τη στάθμευση των αυτοκινήτων τους.

Ακολούθως το εφετείο, κρίνοντας ως αβάσιμη την ένσταση των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, απέρριψε την έφεση αυτών κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία έγινε δεκτή η από 8-11-2000 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες να επαναφέρουν στην προηγούμενη κατάσταση τις διαμορφωθείσες σε προκήπιο έξι (6) θέσεις σταθμεύσεως.

Οι εκτεθείσες διαπιστώσεις του εφετείου, ανταποκρινόμενες πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων ου ουσιαστικού δικαίου, αρκούσαν για τη στήριξη του διατακτικού της αποφάσεώς του, ανεξαρτήτως του αν ο κανονισμός περιείχε ή όχι ρητό ή ερμηνευτικώς συναγόμενο όρο, που απαγόρευε τη μεταβολή του προορισμού των επίδικων θέσεων σταθμεύσεως με σύμβαση των συνιδιοκτητών ή με απόφαση της γενικής συνελεύσεως.

Και τούτο, γιατί η τυχόν ανυπαρξία τέτοιου όρου θα επέτρεπε τη μεταβολή αυτή μόνο με συμφωνία όλων των οροφοκτητών, συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, οι προϋποθέσεις δε αυτές και πάντως οι δύο τελευταίες, κατά τις παραδοχές του εφετείου, δεν συντρέχουν εν προκειμένω. Ως εκ τούτου, οι παραδοχές του εφετείου, ότι με όρο του άρθρου 9 του κανονισμού απαγορεύθηκε η μεταβολή των κοινόχρηστων χώρων με σύμβαση των οροφοκτητών και ότι από τις διατάξεις του κανονισμού συνάγεται ερμηνευτικώς η απαγόρευση της μεταβολής του προορισμού των επίδικων θέσεων σταθμεύσεως με απόφαση της γενικής συνελεύσεως, έχουν διατυπωθεί πλεοναστικώς, αφού δεν ήταν αναγκαίες κατά νόμο για την κατάστρωση του υπαγωγικού συλλογισμού και τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ψέγεται το εφετείο ότι, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 5, 13 του ν. 3741/1929, 1 του . 1221/1981 και 361 Α.Κ., θεώρησε ως αντίθετη προς τις πολεοδομικές διατάξεις και εντεύθεν ως ανίσχυρη την περιεχόμενη στον κανονισμό συμφωνία των οροφοκτητών για τη διαμόρφωση των επίμαχων θέσεων σταθμεύσεως σε κήπο, στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως, αφού τέτοια παραδοχή δεν περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1, 19 και 20 ΚΠολΔ απορρέοντες τέταρτος και έκτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στο εφετείο, αντιστοίχως, οι αιτιάσεις : α) ότι με προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. δέχθηκε, ως ερμηνευτικώς προκύπτουσα από τους όρους 9 και 11 του κανονισμού, την απαγόρευση μεταβολής του προορισμού των επίδικων θέσεων σταθμεύσεως με απόφαση της γενικής συνελεύσεως, χωρίς ωστόσο να διαπιστώνει την ύπαρξη συναφώς κενού ή ασάφειας στους άνω όρους και χωρίς να εξειδικεύει το κενό ή την ασάφεια και β) ότι, κατά παραμόρφωση του περιεχομένου των άρθρων 5 και 9 του κανονισμού, δέχθηκε την ύπαρξη στα άρθρα αυτά όρου απαγορεύοντος τη μεταβολή των κοινόχρηστων χώρων με σύμβαση των οροφοκτητών, είναι αλυσιτελείς, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι παραδοχές αυτές δεν ασκούσαν επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν ήταν δηλαδή αναγκαίες για τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

ΙΙΙ. Οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύονται ο μεν πρώτος και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν παραδεκτώς για τη θεμελίωση της ενστάσεως του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, ο δε δεύτερος και όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω, το εφετείο έκρινε ότι η περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος ένσταση, προς θεμελίωση της οποίας οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι οι τροποποιήσεις στο χώρο των επίδικων θέσεων σταθμεύσεως έγιναν με την έγκριση του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και ότι οι τελευταίοι επί μακρό χρονικό διάστημα δεν διαμαρτυρήθηκαν σχετικώς με συνέπεια να δημιουργηθεί στους πρώτους η εντύπωση περί σιωπηρής προς τούτο συναινέσεως εκείνων (αναιρεσιβλήτων), είναι απορριπτέα, διότι οι αναιρεσίβλητοι, όταν -μετά την αγορά της ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας τους (κατάτ ο έτος 1994)- έλαβαν γνώση των όρων του κανονισμού, διαμαρτυρήθηκαν αμέσως προς τους αναιρεσίοντες.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της από 10-10-2001 εφέσεως των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι τα, επιπλέον των ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο προς θεμελίωση της άνω ενστάσεως, δεν αναφέρονται στο εφετήριο ως θεμελιωτικά αντίστοιχου λόγου εφέσεως. Και ως εκ τούτου το εφετείο δεν όφειλε να τα λάβει υπόψη του (άρθρο 522 ΚΠολΔ).

Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που επιχειρείται η στήριξή του στο άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η παραδοχή του εφετείου, ότι, με βάση τα γενόμενα δεκτά από αυτό περιστατικά, είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να ζητήσουν την κατεδάφιση των κατασκευών που έχουν γίνει από τους αναιρεσείοντες στους εξώστες των διαμερισμάτων τους, δεν αντιφάσκει προς την παραδοχή του, ότι η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος περί αποκαταστάσεως των επίδικων θέσεων σταθμεύσεως δεν είναι καταχρηστική.

Και τούτο, γιατί το αντικείμενο και τα περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε το εφετείο στη δεύτερη (αποφατική) κρίση, είναι διαφορετικά από εκείνα της πρώτης (καταφατικής) κρίσεως. Επομένως, ο ίδιος, κατά τη σχετική αιτίαση, λόγος, με τον οποίο καταλογίζεται στο εφετείο η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Κατ΄ ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει την από 13-10-2003 αίτηση των .....κλπ περί αναιρέσεως της 2703/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

-

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Σεπτεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ