Supreme Court dismisses State's appeal, upholding lower court's property ownership ruling against private parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's property ownership ruling. The State argued for specific evidence re-evaluation, but the Court found the First Instance Court properly assessed all evidence without needing individual scrutiny. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the State was ordered to pay the private parties' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court's comprehensive evaluation of evidence does not constitute grounds for appeal, and appeals challenging the substantive assessment of evidence are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1583 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1583/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου- Εισηγήτρια, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Γ. Κ., 2) Ν. Κ./νου Φ., συζ. Ι. Κ., κατοίκων ... (περιοχή Αγίου Δημητρίου Ξηρόκαμπου), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Μανιαδάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 187/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 211/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-9-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την από 08-09-2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, αρ. 211/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 13-10-2016 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της αρ. 187/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 17-11-2010 αγωγή διεκδικητική κυριότητας του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2.- Με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 147/2014, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της δια του Νόμου ΔΣΙΓ' της 14/14 Νοεμβρίου κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη, νήσοι του Αιγαίου) "εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους. Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Ο με το νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Νόμου "περί γαιών" μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ' αυτώ δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια και συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη μετά τις 11.5.1915 που η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα.
Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, το 1897 η Κρήτη που κατεχόταν από τις Δυνάμεις, αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του Σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στο νησί, κάτω από την υψηλή Επιτροπεία του πρίγκηπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898). Κατά τη διάρκεια της αυτονομίας της Κρήτης και συγκεκριμένα στις 23 Ιουλίου 1904 τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα (11.5.1915) και μέχρι την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αρ. 3 του ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 1 του ν.δ. της 7/10 Μαΐου 1946, στις 22 Φεβρουαρίου 1946, γιατί στις 23 Φεβρουαρίου 1946 άρχισε ισχύς του Αστικού Κώδικα. Οι διατάξεις των άρθρων 206, 237 στοιχ. ε, 295, 296, 299 και 302 του εν λόγω Κώδικα καθιερώνουν ως τρόπο κτήσης της κυριότητας σε ακίνητο και την έκτακτη χρησικτησία. Αυτή κατά το άρθρο 295 συνίσταται στην επί είκοσι συνεχή έτη νομή του ακινήτου, ενώ ως νομή πράγματος κατά το άρθρο 206 του ίδιου κώδικα οριζόταν η "με διάνοια κυρίου αυτοπροσώπως ή δι' άλλου ασκούμενη φυσική και αποκλειστική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή)".
Εξάλλου όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, ο οποίος ίσχυσε στην Κρήτη μέχρι την εισαγωγή του Κρητικού Αστικού Κώδικα (1904), ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωρίζεται ως τρόπος κτήσης κυριότητας τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όσο και για τις δημόσιες γαίες (αμρί - ρεζί).
Επομένως ο χρόνος που διέδραμε στη διάρκεια ισχύος της Οθωμανικής νομοθεσίας δεν υπολογίζεται για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία. Ο Κρητικός όμως Κώδικας θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση, για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του.
Η πρώτη διάταξη ορίζει ότι ο χρόνος που ορίζεται από τον παρόντα νόμο για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από το νόμο για τη χρησικτησία και ότι εάν κατά την έναρξη ισχύος αυτού είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για τη συμπλήρωση του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, η οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου.
Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 299 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι για την έκτακτη χρησικτησία ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου αυτής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Περαιτέρω από τα άρθρα 198, 199 και 202 του εν λόγω κώδικα προκύπτει ότι τα κτήματα της επικράτειας διακρίνονται σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα και σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση και για τα οποία ρητά ορίζεται με το άρθρο 302 του ίδιου κώδικα ότι υπόκεινται στους ορισμούς περί χρησικτησίας.
Δημόσια κτήματα είναι μόνο εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 199 και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ενώ κατά το επόμενο άρθρο 200 όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και επομένως υπάγονται στο νομικό καθεστώς περί αυτών. Το τελευταίο άρθρο (302), καταργήθηκε σιωπηρά από το άρθρο 21 του Ν.
Δ/τος της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον μέχρι την έναρξη ισχύος του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της χρησικτησίας. Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του Ν.ΔΞΗ/1912 και των σε εφαρμογή αυτού εκδοθέντων Δ/των, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν στην Κρήτη από 11.5.1915 (που ενώθηκε με την Ελλάδα).
Ενόψει συνεπώς της με τις ως άνω διατάξεις του ισχύοντος από 23.7.1905, ως προελέχθη, Κρητικού Αστικού Κώδικα και τις λοιπές αναφερόμενες διατάξεις καθιερούμενης ρύθμισης και μολονότι στο προϊσχύσαν αυτού και στη νήσο Κρήτη Οθωμανικό δίκαιο, ήταν κατά τα προαναφερθέντα άγνωστος ο θεσμός της χρησικτησίας επί δημοσίου (ανήκοντος στην περιουσία του Κράτους) κτήματος, ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, που έπρεπε να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-5-1915, με συνυπολογισμό μέχρι δεκαπέντε ετών χρόνου νομής, πριν από την έναρξη ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα.
Εξάλλου κατά το Οθωμανικό δίκαιο και ειδικότερα το άρθρο 3 του νόμου "περί Γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (ήτοι 1856) μεταξύ των δημοσίων γαιών περιλαμβάνονται τα δάση και οι χειμερινές και θερινές βοσκές (τόποι που παράγουν χόρτο για βόσκηση ζώων), ρητώς δε οριζόταν ότι αυτές ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο και ότι η παραχώρησή τους σε ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο εγγράφου τίτλου, που ονομάζεται "ταπί" το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου και αποτελούσε τίτλο αναγνωστικό έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και στο οποίο αναγραφόταν η χρήση της έκτασης, σύμφωνα με τον προορισμό της. Από τους ορισμούς αυτούς συνάγεται ότι στην Κρήτη, η οποία κατά τη θέσπιση του ν.δ. της 17-11/1.2.1836 "περί ιδιωτικών δασών" δεν αποτελούσε μέρος της Ελληνικής Επικράτειας, οι γαίες που υπό την ισχύ του Κρητικού Αστικού Κώδικα, είχαν τον χαρακτήρα του δάσους αποτελούσαν κτήματα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους και όχι στην αναπαλλοτρίωτη, με συνέπεια να μπορούν να περιέλθουν στην κυριότητα των ιδιωτικών με χρησικτησία (ΑΠ 1343/2015) ενώ κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά δικαιώματα για την απόκτησή τους (ΑΠ 569/2023, ΑΠ 1220/2022, ΑΠ 591/2021, ΑΠ 503/2021, ΑΠ 282/2021, ΑΠ 1343/2015, ΑΠ 555/2016).
2.α.- Εξάλλου άσκηση νομής, η οποία απαιτείται για την κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς επάνω σ' αυτό πράξεις, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, ενώ όταν πρόκειται, ειδικότερα, για δασική έκταση πράξεις νομής αποτελούν η βοσκή, η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους, η οριοθέτηση, η επίβλεψη, καταμέτρηση τούτου, η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων (ΑΠ 503/2021, ΑΠ 1706/2018, ΑΠ 984/2017).
2.β- Περαιτέρω επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής πρέπει, κατ' άρθρα 1094 ΑΚ και 338 ΚΠολΔ, ο ενάγων να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του επί του ακινήτου και ότι ο εναγόμενος το νέμεται ή το κατέχει παρανόμως. Αν όμως απορριφθεί η αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη επειδή δεν απεδείχθη η κυριότητα του ενάγοντος, καθίσταται περιττή η έρευνα της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου, αφού η απόρριψη της αγωγής που επιδίωξε ο τελευταίος με την ένστασή του, έγινε, γιατί ο ενάγων δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά που την θεμελιώνουν. Τούτο διότι, στην περίπτωση που η αγωγή απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν ενδιαφέρει η ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου, η οποία είναι χρήσιμη και ερευνάται μόνο όταν ο ενάγων αποδείξει την κυριότητα στην οποία θεμελιώνει την αγωγή του, όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας οδηγηθεί στην αποδοχή της αγωγής ως ουσιαστικά βάσιμης, προς κατάλυση του δικαιώματος του ενάγοντος που αναγνωρίστηκε (ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 401/2019, ΑΠ 1383/2014).
3.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (Ολ.ΑΠ 4/2018, Ολ.ΑΠ 6/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1608/2022). Οι παραπάνω, από τις διατάξεις των αριθμ. 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 70/2024, ΑΠ 893/2020, ΑΠ 462/2019).
4.- Όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η Ε. Χ. απέκτησε ένα ενιαίο ακίνητο, που κείται στην περιφέρεια Χουμεριάκου Νεαπόλεως Λασιθίου Κρήτης και στη θέση Άγιος Κωνσταντίνος, από κληρονομία του πατέρα της, ο οποίος το είχε στην κατοχή του από το έτος 1880, ασκώντας πράξεις νομής, φυτεύοντας και καλλιεργώντας δέντρα σ' αυτό.
Μετά από εξώδικη διανομή με τους συγκληρονόμους της το έτος 1930 περιήλθε στην ίδια τμήμα ευρύτερου ακινήτου, στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο και σ' αυτό συνέχισε να ασκεί όμοιες με αυτές του προκατόχου της πράξεις νομής. Η προαναφερόμενη (Ε. Χ.) στη συνέχεια το παραχώρησε στην κόρη της Μ. Κ., δυνάμει του μεταγραφέντος με αριθμό ...-1977 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Δ.
Κ. Η τελευταία συνέχισε έκτοτε να ασκεί και αυτή όμοιες πράξεις νομής και τελικώς το μεταβίβασε στην δεύτερη εναγομένη, δυνάμει του μεταγραφέντος με αριθμό ...-2001 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Μ. Π. Με το συμβόλαιο αυτό η δεύτερη εναγομένη απέκτησε ακίνητο, καλλιεργημένο και μη, που περιγράφεται στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο ως αγροτεμάχιο εκτάσεως 2.000 τ.μ.
με 22 ελαιόδεντρα με συνεχόμενο ακαλλιέργητο τμήμα (αγριάδα) εκτάσεως 15.000 τ.μ.. Το επίδικο αποτελεί τμήμα του ευρύτερου ακινήτου, εκτάσεως 522,70 τ.μ., που συνορεύει βόρεια με γεωργικές καλλιέργειες και νότια, ανατολικά και δυτικά με δασική έκταση, όπως αποτυπώνεται στο από 7-6-2005 τοπογραφικό διάγραμμα του δασολόγου στη Διεύθυνση Δασών Λασιθίου Γ.
Π. Ο αδελφός της δικαιοπαρόχου της δεύτερης εναγομένης και μάρτυρας από την πλευρά της (Ε. Κ.) καλλιεργούσε το επίδικο ακίνητο μαζί με την προαναφερόμενη μητέρα τους (Ε. Χ.) από το έτος 1950 και συνέλεγαν τον καρπό από τις ελιές, αμυγδαλιές και χαρουπιές. Η δικαιοπάροχος της δεύτερης εναγομένης μετά την κτήση του επιδίκου εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και πράγματι εγκαταλείφθηκε η καλλιέργειά του, γι' αυτό αναπτύχθηκε μέσα σ' αυτό θαμνώδης βλάστηση, την συγκομιδή ωστόσο του ελαιοκάρπου ανέθεσε σε αγρότη της περιοχής (Τ.
από τα Λακώνια), που της απέδιδε μέρος του. Μετά την κτήση του επιδίκου από την δεύτερη εναγομένη συνέλεγε αυτή πλέον τον ελαιόκαρπο, έκοψε τα ξερά δένδρα και γενικά φρόντισε το επίδικο ακίνητο και μίσθωσε τη χορτονομή ολόκληρης της αγριάδας σε κτηνοτρόφο της περιοχής (Γ. Ζ.). Επιβεβαίωση της άσκησης των παραπάνω πράξεων νομής αποτελούν η τοποθέτηση νοτίως του επιδίκου περίφραξης, η κατασκευή γεώτρησης και αγροικίας αλλά και οι πεζούλες με ξερολιθιά, εξάλλου την αγροτική μορφή του καταδεικνύει η ύπαρξη παρακειμένων ιδιοκτησιών με συστηματικές καλλιέργειες.
Σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας που διενεργήθηκε το έτος 2005 από τον δασολόγο Γ. Π., παρατηρήθηκε η ύπαρξη βλάστησης από πρίνο σε ποσοστό 30%, μέτρια έως μεγάλη κλίση του, το ημιβραχώδες έως βραχώδες του εδάφους και η γεωργική εκμετάλλευση των παρακείμενων εκτάσεων, ενώ στις αεροφωτογραφίες των ετών 1968 και 1989 η έκταση εμφανίζεται ακαλλιέργητη.
Σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας, που διενεργήθηκε το έτος 2010 από την δασολόγο Ε. Μ., η έκταση εντοπίστηκε στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945, 1968, 1989 καλυπτόμενη από δασική βλάστηση σε ποσοστό 35-40% και αποτελεί τμήμα ευρύτερης δασικής έκτασης αποτελούμενης κυρίως από δενδρώδεις πρίνους με ιδιαίτερη οικολογική σημασία για την περιοχή.
Σύμφωνα με την τεχνική έκθεση, που διενεργήθηκε το έτος 2015 από τον αγρονόμο τοπογράφο μηχανικό Ι. Γ., κατά τα έτη λήψης των αεροφωτογραφιών 1945 και 1960 η έκταση καλύπτεται από ελάχιστη δενδρώδη βλάστηση σε γραμμική διάταξη και η προβολή της κόμης των δένδρων στο έδαφος είναι κάτω από 10% . Από την συνεκτίμηση όλων των στοιχείων αποδεικνύεται ότι παρά την ύπαρξη αραιής άγριας βλάστησης ουδέποτε το επίδικο ακίνητο στο παρελθόν απέκτησε την ιδιότητα του δάσους, ούτε προσιδιάζει στη φύση και τον προορισμό της δασικής έκτασης η γεωργική καλλιέργεια .
Βέβαια κατά τα αναφερόμενα στην με αριθμό ...-2007 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης έγινε αποψίλωση της δασικής βλάστησης το έτος 2005 από τους εναγόμενους, γι' αυτό το επίδικο ακίνητο κηρύχθηκε αναδασωτέο. Ωστόσο δεν έχει προσβληθεί η απόφαση ώστε να επανακριθεί ο χαρακτήρας του ακινήτου από τα όργανα της διοίκησης και τα αρμόδια δικαστήρια, εξάλλου δεν προκύπτει ότι το επίδικο είναι καταγεγραμμένο ως δημόσιο κτήμα.
Άλλωστε, ο πρώτος εναγόμενος, κατά του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για αυθαίρετη κατάληψη δημοσίου κτήματος δηλαδή του επιδίκου, κρίθηκε αθώος με την με αριθμό 377/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγίου Νικολάου. Κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη και κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές, το επίδικο ακίνητο, που κατά τον επίμαχο χρόνο ήταν πεδινό και εύφορο περιήλθε στην κυριότητα του απώτατου δικαιοπαρόχου της δεύτερης εναγομένης κατά τις διατάξεις του Κρητικού Αστικού Κώδικα και μετά την πάροδο πενταετίας από την ισχύ του, ήτοι από 23-7-1909, καθόσον κατά τις εφαρμοσθείσες διαχρονικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1356 και 1357 του εν λόγω κώδικα, ο αποδειχθείς χρόνος νομής πριν την ισχύ του Κώδικα (άρθρα 295 και 206) που συνεχίστηκε και μετά την ισχύ του, προσπόρισε σ' αυτόν κυριότητα κατά τον προαναφερθέντα χρόνο (23-7-1909).
Επομένως για τον, πριν της ισχύος του Κρητικού ΑΚ, χρόνο, εφαρμόζονται οι περί χρησικτησίας του κώδικα αυτού διατάξεις, για τα δεκτικά χρησικτησίας ακίνητα, όπως ήταν το επίδικο, το οποίο και αν ακόμα ήταν, όπως υποστηρίζει το Ελληνικό Δημόσιο, στο σύνολό του δάσος ή δασική έκταση, περιλαμβανόταν στα κατά το άρθρο 200 του Κρητικού ΑΚ ανήκοντα στην περιουσία του Κράτους κτήματα που ήταν απαλλοτριωτά και, κατά το άρθρο 302 του ίδιου κώδικα, υπαγόμενα στους ορισμούς περί χρησικτησίας.
Επομένως, δεν συνέτρεξε περίπτωση εφαρμογής των επικαλουμένων διατάξεων του Οθωμανικού Νόμου και των οικείων οδηγιών περί εξελέγξεως τίτλων δασών, ενώ η επικαλούμενη διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στις ανήκουσες στο Οθωμανικό Δημόσιο ιδιοκτησίες δεν αναιρεί τα υπό την ισχύ του Κρητικού ΑΚ αποκτηθέντα από τους δικαιοπαρόχους της δεύτερης εναγομένης δικαιώματα, τα οποία έχουν αποκτηθεί σε χρόνο προγενέστερο της 11-5-1915, ως ειδικής του απώτερου και απώτατου νομέα από το 1880 και κυρίου από το 1909 του επιδίκου.
Αντίθετα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη εδαφική έκταση αποτελούσε ιδιοκτησία του Τουρκικού Δημοσίου ή τούρκων ιδιωτών ούτε ότι το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε οποιαδήποτε πράξη νομής και κατοχής επί της επίδικης εδαφικής έκτασης από της απελευθέρωσης του Ελληνικού Έθνους, μέχρι το έτος 2005, ούτε εγκατάλειψη του ακινήτου από τους ιδιοκτήτες του δεν αποδείχθηκε, επομένως ο προβαλλόμενος για τη θεμελίωση της κύριας και επικουρικών βάσεων της αγωγής του Ελληνικού Δημοσίου ισχυρισμοί, που επαναφέρεται με σχετικούς λόγους έφεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το ενάγον δεν απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με τους εκτιθέμενους στην αγωγή τρόπους και κατ' ακολουθία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που σχημάτισε την ίδια κρίση με όμοια, κατά κύριο λόγο, αιτιολογία και απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την αγωγή δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και προσηκόντως εκτίμησε τις αποδείξεις....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 187/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου την οποία με την απόφασή του, επικύρωσε. Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο ότι η επίδικη εδαφική έκταση, ουδέποτε στο παρελθόν υπήρξε δάσος ή δασική έκταση αλλά ότι ήταν γεωργικά καλλιεργήσιμη, καθόσον δεν αποτέλεσε ποτέ ιδιοκτησία του Τουρκικού Δημοσίου ή Τούρκων ιδιωτών, ούτε υπήρξε αδέσποτο ακίνητο, ούτε το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ποτέ οποιαδήποτε πράξη νομής επ' αυτού από την απελευθέρωση του Ελληνικού 'Εθνους μέχρι και το 2005 και ότι, με επάλληλη σκέψη, κι αν ακόμη ήταν δάσος ή δασική έκταση όπως το αναιρεσείον υποστηρίζει, περιλαμβανόμενο στην απαλλοτριωτή, κατ' άρθρ. 200 ΚρητΑΚ, περιουσία του Δημοσίου, έχουν εφαρμογή οι περί χρησικτησίας διατάξεις του ΚρητΑΚ (302 αυτού) υπερ των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά την κύρια και τις επικουρικές βάσεις της, ως αναπόδεικτη, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3, 6 και 103 του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών και του άρθρου 239 του Κρητικού Αστικού Κώδικα, διότι υπό τα ως άνω γενόμενα ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν ήταν εφαρμοστέες.
Επιπλέον δεν παραβίασε τις ίδιες ανωτέρω διατάξεις ούτε και εκ πλαγίου, καθόσον δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση αυτής επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ , της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κυριότητας του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου και του δασικού χαρακτήρα αυτού, που αποτελεί το αντικείμενο της περί διατάραξης της (συν)νομής αγωγής, καθώς και ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ της ευθείας παραβίασης των ιδίων παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι.
Έτι περαιτέρω οι αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και αφορούν την κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου πλημμελή περιγραφή στην προσβαλλόμενη απόφαση των πράξεων νομής των εναγομένων και των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων τους επί του επιδίκου, για την συμπλήρωση της εικοσαετούς νομής τους επ' αυτού κατά τις περί χρησικτησίας διατάξεις του ΚρητΑΚ , είναι αβάσιμες διότι οι πράξεις αυτές περιγράφονται λεπτομερώς και με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επιπλέον, οι συγκεκριμένες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την εξέταση των ισχυρισμών των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, περιλαμβανομένων των πράξεων νομής τους επ' αυτού, αφορούν σε πλεοναστικές αιτιολογίες, οι οποίες, κατά τα αναφερόμενα στην παραπάνω οικεία νομική σκέψη (2.β), δεν στηρίζουν το διατακτικό, αφού, όπως εκτέθηκε, η απορριπτική κρίση του Εφετείου επί της αγωγής, στηρίχθηκε στην μη απόδειξη της ιστορικής βάσης (κύριας και επικουρικών) της αγωγής, και αποτελούν επιχειρήματα του δικαστηρίου, κατά την πορεία του δικανικού του συλλογισμού, προς ενίσχυση της δικαιοδοτικής του κρίσης περί του ότι το αναιρεσείον - ενάγον Δημόσιο, ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με οποιονδήποτε τρόπο.
Οι λοιπές αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας, και είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους, στις ανωτέρω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
5.- Λόγος αναίρεσης ιδρύεται από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει (περ.α') ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν (περ. β') ή δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (περ.
γ'). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη, αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν (αρ.11β' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ), θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας.
β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης και στην περίπτωση που οι αποδείξεις αυτές συνίσταται σε έγγραφα πρέπει να εξειδικεύονται σαφώς τα έγγραφα αυτά (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 1746/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 11β του ΚΠολΔ (κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο), ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και δέχθηκε ότι η Ε.
Χ. απώτατη δικαιοπάροχος των εναγομένων- αναιρεσιβλήτων, απέκτησε το επίδικο ακίνητο από κληρονομιά από τον πατέρα της ο οποίος το είχε στην κατοχή του από το έτος 1880, ασκώντας σε αυτό πράξεις νομής, φυτεύοντας και καλλιεργώντας δέντρα και ότι μετά από εξώδικη διανομή μεταξύ των συγκληρονόμων το έτος 1930 περιήλθε στην ίδια τμήμα ευρύτερου ακινήτου στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο και ότι σε αυτό συνέχισε τις πράξεις νομής του πατέρα της, καίτοι για τα περιστατικά αυτά οι εναγόμενοι κανένα έγγραφο αποδεικτικό μέσο δεν επικαλέστηκαν ούτε προσκόμισαν.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι το αναιρεσείον δεν αναφέρει ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη του το Εφετείο. Επιπλέον ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος διότι υπό το πρόσχημα της επίκλησης της άνω πλημμέλειας, πλήττεται στην πραγματικότητα, απαραδέκτως, η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο (ΑΠ. 1001/2022).
Με το δεύτερο μέρος του ίδιου αναιρετικού λόγου, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη, στο ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από αυτό έγγραφα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα σε όλους του βαθμούς ουσιαστικής κρίσης της υπόθεσης, και έτσι δέχθηκε ως αληθινά πραγματικά περιστατικά που έρχονται σε αντίθεση με το περιεχόμενό τους.
Και ειδικότερα ότι καίτοι το Εφετείο διαλαμβάνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του όλα γενικώς τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του και τα παρακάτω έγγραφα, καθόσον σε κανένα σημείο της απόφασής του δεν μνημονεύεται κανένα από τα έγγραφα αυτά, ήτοι: 1) το αρ.πρωτ. ....2007 Πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής της Δ/νσης δασών Λασιθίου Χανίων Κρήτης, 2) την αρ. 4/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νεαπόλεως, 3) την αρ. 468/2009 απόφαση του ΜονΠρωτΛασιθίου Κρήτης, 4) τα πορίσματα της αρ.
Δ.Υ./2010 έκθεσης αυτοψίας και φωτοερμηνείας της δασολόγου της Δ/νσης δασών Λασιθίου Ε. Μ., 5) την από 01.06.2005 έκθεση αυτοψίας, και 6) φωτογραφίες της επίδικης έκτασης και με τον τρόπο αυτό κατέληξε σε εσφαλμένη κρίση, ενώ αν αξιολογούσε δεόντως τα παραπάνω έγγραφα και τους ισχυρισμούς του, θα κατέληγε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα.
Ο λόγος αυτός ως αιτίαση από τον αρ. 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος διότι από την παραδεκτή (άρθρ. 556 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, σχημάτισε την ουσιαστική του κρίση περί τα πράγματα, όπως αυτολεξεί βεβαιώνεται σε αυτή "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, ενός από κάθε πλευρά διαδίκων, που εξετάστηκαν με όρκο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, από τις ένορκες βεβαιώσεις των Γ.
Μ. του Ι. και Ε. Μ. του Ι., που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι εναγόμενοι και δόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον της συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Β. Φ. μετά από προηγούμενη κλήτευση του ενάγοντος ....., από τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων οι μη αμφισβητούμενης γνησιότητας φωτογραφίες και αεροφωτογραφίες, καθώς και η με αριθμό ....2008 ένορκη βεβαίωση του Μ.
Φ. του Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Νεαπόλεως Ν. Ξ., που δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων και νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι για να ληφθούν ως δικαστικά τεκμήρια..". Πέραν της ανωτέρω βεβαίωσης, από τις αιτιολογίες και τις παραδοχές της εν λόγω απόφασης, καθίσταται αναμφιβόλως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, με τις κατατεθείσες, στην έκκλητη δίκη, προτάσεις τους.
Ειδικότερα, το Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, μνημονεύει ειδικά και αξιολογεί εκτενώς το περιεχόμενο των προαναφερόμενων εγγράφων που προσκομίστηκαν ενώπιον του, με συγκεκριμένες αναφορές σε αυτά και σε άλλα έγγραφα, με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να ήταν αναγκαίο να αξιολογήσει ειδικώς όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα.
Συγκεκριμένα, το Εφετείο, μεταξύ άλλων, στην απόφασή του κάνει ειδική μνεία (5ο φύλλο αυτής) στην από 01.06.2005 έκθεση αυτοψίας, στην έκθεση αυτοψίας και φωτοερμηνείας της Ε. Μ. του έτους 2010, στις φωτογραφίες - αεροφωτογραφίες και στην ερμηνεία τους, τα οποία αξιολογεί ρητώς στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του (5ο φύλλο της προσβαλλομένης), ενώ ουδεμία υφίσταται αμφιβολία για τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων από αυτό, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία και αξιολόγηση καθενός από αυτά.
Επομένως ο τρίτος αναιρετικός λόγος, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του από τους αριθμούς 11β και 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως σαφώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει από τις αιτιολογίες της, το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα επί των ανωτέρω επίδικων ζητημάτων και δη επί του ουσιώδους ζητήματος της κυριότητας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου επί του επιδίκου, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει αναλυτικά στην απόφασή του, τα οποία έλαβε υπόψη και αξιολόγησε αναλόγως.
Έτι περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω λόγος, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, κατά το μέρος που πλήττει την απόφαση του Εφετείου, για κακή εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν πλήττεται ανεπίτρεπτα, η μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν στο παρόν δικαστήριο και κατέθεσαν προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους, πλην όμως θα επιβληθούν μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08.09.2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 211/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ