Supreme Court dismisses appeal on grounds of improper evidence assessment under Article 561 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding land division after a new urban plan. The appellant argued that the lower court improperly evaluated specific documentary evidence and witness testimony, but the Court found no grounds for re-examination. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561 and 576 of the Code of Civil Procedure: The appellate court must not re-evaluate evidence unless the lower court's assessment is clearly erroneous or arbitrary, as the discretion to weigh evidence is protected by the principle of finality.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1583 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1583/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. χήρας Σ. Η., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαριάνα Φιλιππίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. συζύγου Α. Μ., το γένος Π. Η., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ" που εδρεύει στην Καλαμάτα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Παπασπυρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις, 3) Φ. χήρας Δ. Η., η οποία η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 4) Α. Η. του Δ., κατοίκου ... ως εκ διαθήκης μοναδικής κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Β. Η., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Παπασπυρόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις, 6) Φ. συζύγου Δ. Μ., το γένος Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Ακολούθως, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 3 αναιρεσίβλητη Φ. χήρα Δ. Η. απεβίωσε την 1/2/2019 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../1/2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Καλλιθέας Αττικής, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής Α. Η. του Δ., κάτοικος ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/3/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4103/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6015/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/3/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 206/2017). Εάν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεν αποδεικνύεται ότι ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή δεν μετέχει κανονικά στη συζήτηση κλήθηκε από τον εμφανισθέντα αντίδικό του νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί, κατά τη συζήτηση της αίτησης, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1377/2019, ΑΠ 1143/2014).
Κατά δε το εδάφιο β' της παρ.3 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, αλλά χωρίζεται η υπόθεση και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, κηρύσσεται δε απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 412/2018, ΑΠ 99/2017).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 556,558, 62 ΚΠολΔ και 34,35 ΑΚ συνάγεται, ότι η αναίρεση η οποία απευθύνεται κατά προσώπου, το οποίο έχει αποβιώσει κατά την άσκηση αυτής και ως εκ τούτου στερουμένου της ικανότητος να είναι διάδικος, αποβαίνει απορριπτέα, ως άκυρος, για έλλειψη απαραιτήτου διαδικαστικής προϋποθέσεως, η ακυρότητα δε αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, κατ` άρθρ. 73 ΚΠολΔ (ΑΠ 405/1986, ΑΠ 1062/1974).
Επομένως, αν ο καθ` ου πρόκειται να ασκηθεί αναίρεση διάδικος έχει ήδη αποβιώσει, το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να απευθύνεται κατά των κληρονόμων του. Απευθυνόμενο δε κατά του αποβιώσαντος είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων προ της ασκήσεως της αναιρέσεως είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Σε περίπτωση, όμως, κατά την οποία δεν είχε λάβει γνώση του θανάτου του διαδίκου και συνεπώς δεν είναι άκυρο το δικόγραφο της αναίρεσης, αν και απευθύνεται κατά διαδίκου αποβιώσαντος, νομίμως χωρεί η συζήτηση αυτής με τον κληρονόμο του αναιρεσίβλητου, ο οποίος καλείται προς τούτο ή εμφανίζεται κατά την συζήτηση, υπό την ιδιότητα αυτή, στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσίβλητου και προβάλλει υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 338/1981, ΑΠ 863/1980).
Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 26.03.2019 αίτηση για αναίρεση της 6015/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης νόμιμη δικάσιμο αυτής, οι πρώτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Εφόσον όμως δεν προκύπτει ότι η συζήτηση της υποθέσεως επισπεύσθηκε με επιμέλειά τους, ούτε προσκομίζεται αποδεικτικό επιδόσεως προς αυτούς της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τις διαδίκους αυτές. Εξάλλου, εφόσον μεταξύ των εν λόγω πρώτης και έκτης των αναιρεσιβλήτων και των λοιπών ομοδίκων τους αναιρεσιβλήτων συντρέχει απλή και όχι αναγκαία ομοδικία, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους και να συζητηθεί η αναίρεση κατά το μέρος που τους αφορά.
Περαιτέρω, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ίδια δικάσιμο, μετά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο από την σειρά του οικείου πινακίου και πριν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως αυτής, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των δεύτερης, τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων Θεμιστοκλής Παπασπυρόπουλος, με δήλωσή του, η οποία καταχωρήθηκε και στα πρακτικά, γνωστοποίησε, το πρώτον, ότι η τρίτη των αναιρεσιβλήτων, Φ.
χήρα Δ. Η., απεβίωσε την 01.02.2019, στην ..., όπως προκύπτει και από την προσαγόμενη μετ' επικλήσεως υπ' αριθμ..../1/2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου του Δήμου Καλλιθέας Αττικής, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, χωρίς ωστόσο να προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα είχε λάβει γνώση του θανάτου αυτής, και ότι, συνεπώς, ως προς την εν λόγω αποβιώσασα διάδικο, την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής και θυγατέρα της, Α.
Η. του Δ., τέταρτη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες στην αρχή νομικές σκέψεις, η διαδικασία θα χωρήσει νομίμως και ως προς την εν λόγω αναιρεσίβλητη, με την προαναφερόμενη ιδιότητά της. Με την κρινόμενη δε ως άνω από 26.03.2019 και με ειδικό αριθ. κατάθ. 298/08.04.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 6015/04.12.2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία.
Η ένδικη αυτή αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552,553,556,558, 564 παρ.1 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ δήλωση βούλησης από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευόμενου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευόμενου. Επίσης, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 455 ΑΚ, ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση), κατά τη διάταξη, όμως, του άρθρου 460 ΑΚ ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και στους τρίτους πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 26 του Ν.2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων), που είναι η αντίστοιχη του άρθρου 27 του προϊσχύσαντος ν.δ. 797/1971 (Αναγκαστικές Απαλλοτριώσεις), προκύπτει ότι η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης για όλες τις απαλλοτριώσεις, ανεξάρτητα από το χρόνο κήρυξής τους, γίνεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριούμενο ακίνητο, κατά την καθιερούμενη από την ως άνω διάταξη ειδική διαδικασία.
Υπάρχουν όμως περιπτώσεις στις οποίες δημιουργούνται αμφιβολίες για το πρόσωπο του δικαιούχου, οι οποίες δεν μπορούν να επιλυθούν με την καθιερωμένη ειδική και ταχεία διαδικασία, αλλά μόνο με την τακτική διαδικασία. Τέτοιες περιπτώσεις κατά τις οποίες το Μονομελές Πρωτοδικείο απέχει να δικάσει και η αναγνώριση των δικαιούχων γίνεται κατά την τακτική διαδικασία καθορίζονται από το νόμο κατά τρόπο σαφή (άρθρο 26 παρ.11 του Ν.2882/2001) και είναι: "α) εάν η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού πιθανολογείται ότι ανήκει στο δημόσιο, β) εάν η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού διεκδικείται από περισσότερους και είναι δυσχερής η διακρίβωση του δικαιούχου, γ) εάν το αίτημα του αξιούντος την αναγνώριση δεν είναι σύμφωνο με τον κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα και δεν έχει υποβάλει σχετικό αίτημα, προ τριμήνου, από την συζήτηση στην αρμόδια Υπηρεσία για την διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το άρθρο 16 του ιδίου νόμου και δ) εάν δεν αποδεικνύεται το δικαίωμα του αξιούντος να αναγνωρισθεί ως δικαιούχος της αποζημίωσης".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Ο λόγος δε αυτός αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται επί παραβιάσεως κανόνων δικονομικού δικαίου, ενώ με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείψει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που ορίζουν η πρώτη ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και η δεύτερη ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών, και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1228/2019,ΑΠ 1350/2018,ΑΠ 2197/2007).Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης στην κανονιστική της μόνο διάσταση, ως φορέα ενός νομικώς κρισίμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων φαινομένων, αποτελεί μόνον αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1215/2010, ΑΠ 2219/2014).Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 1350/2018,ΑΠ 1210/2008).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Επομένως η έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να αναφέρεται σε παραδοχές της αποφάσεως επί εκείνων των ζητημάτων που ασκούν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με το λόγο αναίρεσης ως αντιφατικά, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή την απόρριψή του κατά παραδοχή ενστάσεως και επομένως χωρίς να είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010, ΑΠ 1008/2007).
Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Άλλωστε, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ δεν ελέγχονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης για παραβιάσεις κανόνων του δικονομικού δικαίου, όπως ακριβώς και για το λόγο του αριθμού 1 (ΑΠ1908/2008, ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 1446/2007, ΑΠ 1140/2005).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).Τέλος, για να είναι ορισμένος, και, άρα, παραδεκτός ο ανωτέρω από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών ( ΑΠ 68/2021, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 766/2017), καθώς, επίσης, και να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, με πληρότητα, χωρίς να αρκούν οι περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος "αποσπασματικές" και όχι "πλήρεις" παραδοχές (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 68/2021, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 739/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, διότι δεν απέρριψε τον προβληθέντα ισχυρισμό των τότε εναγομένων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων περί υπέρβασης των ορίων της πληρεξουσιότητας που είχε χορηγηθεί στον Σ.
Η. από τις δικαιοπάροχες της τότε ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, ως νέο ισχυρισμό προβληθέντα ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Ο λόγος, όμως, αυτός σύμφωνα και με την προεκτεθείσα οικεία νομική σκέψη, τυγχάνει απαράδεκτος, γιατί οι εν λόγω φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις έχουν κριθεί ότι είναι, αμφότερες, δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1897/2009, ΑΠ 267/2009).
Εξάλλου, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την με αριθμό …/1982 πράξη προσκύρωσης, τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής, η οποία εκδόθηκε δυνάμει των από 19-2-1960, 31-1-1970 και 23-12-1972 διαταγμάτων ρυμοτομίας..., η οποία κυρώθηκε διορθούμενη με την με αριθμό ...
απόφαση της Διευθύντριας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Διαμερίσματος Ανατολικής Αττικής, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ...... κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση λόγω ρυμοτομίας των ιδιοκτησιών που βρίσκονται στο ... στα ΟΤ ... επί των οδών .... Η απαλλοτριωθείσα έκταση εμφαίνεται στο κτηματολογικό διάγραμμα που συνοδεύει την ως άνω πράξη …/1982 με τα στοιχεία 1-43-9-18-19-37-44-1.
Όπως προκύπτει από το άθροισμα των επί μέρους επιφανειών που αποζημιώνονται... το συνολικό εμβαδόν της απαλλοτριωθείσας έκτασης ανέρχεται σε 4.633,90 τ.μ. Η έκταση για την οποία αποζημιώνονται οι κληρονόμοι Α. ανέρχεται σε 4.236,20 τ.μ. Η όλη έκταση απαλλοτριώθηκε για τη δημιουργία κοινόχρηστου χώρου και υπόχρεοι προς αποζημίωση είναι οι αναφερόμενοι στην ως άνω πράξη αναλογισμού, μεταξύ των οποίων ο Δήμος Χαλανδρίου κατά το μεγαλύτερο μέρος.
Η απαλλοτριούμενη έκταση αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερου αγρού (αμπέλου) με συνολική επιφάνεια κατά τον τίτλο κτήσης 5.163 τ.μ. και βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου ... και κατά τους τίτλους κτήσης στην θέση "Α..." της κτηματικής περιφέρειας Αμαρουσίου, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ....
Το εν λόγω ακίνητο ανήκε στον απώτερο δικαιοπάροχο των διαδίκων Κωνσταντίνο Α., που το είχε αποκτήσει με αγορά, δυνάμει του με αριθμό 1051/5-6-1934 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Διονυσίου Οικονόμου, νομίμως μεταγεγραμμένου ... Ο ως άνω Κωνσταντίνος Α.ς, απεβίωσε άγαμος και άτεκνος στις 12-5-1950 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου από ατ πέντε αμφιθαλή αδέλφια του, α) Ν.
Α. του Β. ) Α. Α. του Β. ) Φ. χα Κ. Κ. θυγατέρα Β. Α., δ) Α. συζ. Π. Η. θυγατέρα Β. Α. και ε) Α. συζ. Π. Μ. θυγατέρα Β. Α.. Δυνάμει της με αριθμό .../1967 πράξης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Παντελή Ζωγραφάκη, η οποία έχει μεταγραφεί... η Φ. Κ. αποδέχθηκε την καταλειφθείσα σ' αυτήν κληρονομία επί του προαναφερομένου ακινήτου, κατά το ποσοστό της (1/5 εξ αδιαιρέτου).
Δυνάμει της με αριθμό .../1967 πράξης αποδοχής του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαραλάμπους Κουλουριάνου, η οποία έχει νόμιμα μεταγραφεί... η Α. θυγ. Β. Α. σύζυγος Π. Η., αποδέχθηκε κατά το ποσοστό της (1/5 εξ αδιαιρέτου) την ίδια κληρονομία. Η εν λόγω Α. θυγ. Β. Α. απεβίωσε στις 15-3-1982 και κατέλειπε δυνάμει της από 11-5-1976 με αριθμό ...
δημόσιας διαθήκης, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Καλαμάτας Οδυσσέας Ξενογιάννης και δημοσιεύθηκε στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας... ως κληρονόμους της στο ιδανικό της μερίδιο (1/5 εξ αδιαιρέτου), επί του προαναφερομένου ακινήτου από την κληρονομία του αδελφού της Κ. Α., τα τέκνα της Σ. Η., Δ. Η. (ήδη αποβιώσαντα και κληρονομηθέντα από τη σύζυγό του Φ.
χα Δ. Η. και από τη θυγατέρα του Α. Η.-ήδη τέταρτη των αναιρεσιβλήτων), Β. Η. (ήδη αποβιώσαντα και κληρονομηθέντα από τη σύζυγό του Z.... (Ζ.) H.... (Χ.) του H.... (Χ.) -ήδη πέμπτη των αναιρεσιβλήτων- και Ε. θυγατέρα Π. Η. (μοναχή και ήδη αποβιώσασα και κληρονομηθείσα από την Ιερά Μονή "...-ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων-. Η προαναφερόμενη Φ.
χα Κ. Κ., θυγατέρα Β. Α. απεβίωσε στις 10-7-1988 και κατέλειπε δυνάμει της από 4-9-1985 με αριθμό ... δημόσιας διαθήκης, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Καλαμάτας Γεώργιος Μουζάκης και που δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Καλαμάτας... ως κληρονόμους της στο ιδανικό της μερίδιο (1/5 εξ αδιαιρέτου) επί του προαναφερομένου ακινήτου από την κληρονομία του αδελφού της Κ.
Α., τα ανήψια της Χ. συζ. Α. Μ., το γένος Π. Η., Σ. Η., Δ. Η. (ήδη αποβιώσαντα και κληρονομηθέντα ως άνω), Ε. Η. (μοναχή, ήδη αποβιώσασα και κληρονομηθείσα ως άνω) και Α. χα Ι. Κ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι με το με αριθμό .../4.3.1982 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ρήγα Κωνσταντίνου Κωστόπουλου, το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί...
οι προαναφερόμενες Α. χήρα Π. Η.... και Φ. χήρα Κ. Κ.... μεταβίβασαν κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή, στην ενάγουσα Δ. συζ. Σ. Η. (ήδη χήρα αυτού-και ήδη αναιρεσείουσα-), ποσοστό 2/5 εξ αδιαιρέτου (1/5 κάθε μία από αυτές), μιας οικοπεδικής λωρίδας εμβαδού 124,40 τ.μ. κειμένης στη θέση "Α..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., από το μερίδιό τους στο προαναφερόμενο μείζον ακίνητο, ευρισκόμενη στο ΟΤ 567 και επί των οδών ..., η οποία εμφαίνεται στο συνοδεύον την πράξη αναλογισμού κτηματολογικό διάγραμμα με τα στοιχεία 30-33-32-31-30 και αποζημιώνεται από τους Ι.Τ.
και Β.Ψ.. Η έκταση αυτή αναγράφεται στην εν λόγω πράξη και το κτηματολογικό διάγραμμα με εμβαδόν 116,20 τ.μ., ως προς το οποίο όμως διορθώθηκε, μετά από ασκηθείσα ένσταση του Σ. Η., συζύγου της ενάγουσας που έγινε δεκτή, σε 120,20 τ.μ. Τις ως άνω πωλήτριες αντιπροσώπευσε κατά τη σύνταξη του προαναφερομένου συμβολαίου ο Σ.
Η. του Π., όσον αφορά την Α. χήρα Π. Η. δυνάμει του με αριθμό .../4-2-1967 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Αθανασίου Κυριαζή και όσον αφορά την Φ. χήρα Κ. Κ. το γένος Α., δυνάμει του με αριθμό .../12-6-1981 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Οδυσσέως Ξενογιάννη και μεταβίβασε ως αντιπρόσωπος των πωλητριών το περιγραφόμενο ακίνητο στη σύζυγό του Δ.
το γένος Κ. Σ. (νυν ενάγουσα). Στο τέταρτο φύλλο του ως άνω συμβολαίου αναγράφεται επί λέξει: "Ωσαύτως, αι άνω πωλήτριαι ως ώδε παρίστανται και εκπροσωπούνται, πάντα τα δικαιώματά των έναντι παντός φυσικού ή νομικού προσώπου ή του Δημοσίου προς αποζημίωσιν δια τα ρυμοτομηθέντα, απαλλοτριωθέντα και προσκυρωτέα τμήματα εκ του άνω μείζονος ακινήτου των πωλητριών, τα προσκείμενα εις το πωλούμενον ποσοστόν δύο πέμπτων (2/5) εξ αδιαιρέτου της οικοπεδικής λωρίδος, προς βορράν, ανατολάς και νότον ταύτης, εκ των διανοιγεισών οδών ...
συμμεταβιβάζουν και συνεκχωρούν δια του παρόντος προς την άνω αγοράστρια εις ήν θα ανήκουν εφεξής...". Από την διατύπωση του ως άνω κειμένου, δεν προκύπτουν με σαφήνεια ποια είναι η έκταση και τα όρια των ρυμοτομηθέντων, απαλλοτριωθέντων και προσκυρωτέων τμημάτων εκ του μείζονος απαλλοτριουμένου ακινήτου, τα προσκείμενα στην μεταβιβαζόμενη οικοπεδική λωρίδα των 124,40 τ.μ., των οποίων ο δικαίωμα αποζημίωσης φέρεται να συνεκχωρούν οι πωλήτριες στην αγοράστρια ενάγουσα και αν αυτά τα τμήματα αποτελούν τα συνολικά μερίδια των πωλητριών επί του όλου ακινήτου, έτσι ώστε η αποζημίωση αυτών να συμπίπτει με την αποζημίωση της οποίας η ενάγουσα ζητεί να αναγνωρισθεί δικαιούχος, δεδομένου ότι επί του μείζονος αυτού ακινήτου, οι δικαιοπάροχες της ενάγουσας δεν ήταν οι μόνες συνιδιοκτήτριες, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε.
Πέραν, όμως αυτών, σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε το δικαίωμα της ενάγουσας-εκκαλούσας για καταβολή αποζημιώσεως ως δικαιούχου των 2/5 εξ αδιαιρέτου της εναπομείνασας εδαφικής έκτασης μετά την ρυμοτομία από το αρχικό οικόπεδο επιφάνειας 4.344,40 τ.μ., που βρίσκεται στο ΟΤ ... ..., μεταξύ των οδών ..., για τον ακόλουθο λόγο:
Όπως προεκτέθηκε κατά τη σύνταξη του ως άνω συμβολαίου οι πωλήτριες αντιπροσωπεύτηκαν από τον Σ. Η. στον οποίο είχαν παράσχει πληρεξουσιότητα να ενεργήσει τις πράξεις που ρητά αναφέρονται στα προαναφερόμενα πληρεξούσια συμβόλαια. Σύμφωνα με το περιεχόμενο των εν λόγω πληρεξουσίων συμβολαίων, παρασχέθηκαν σ' αυτόν από τις πληρεξουσιοδότριες ειδικές εντολές και πληρεξουσιότητα, όπως αντ' αυτών και για λογαριασμό και επ' ονόματί τους να ενεργεί συγκεκριμένες δικαιοπραξίες και ειδικότερα:
α) όσον αφορά την Φ. Κ.: "να πωλεί ακίνητα αυτής ή ιδανικά μερίδια επί ακινήτων κείμενων στο νομό Αττικής..., να εισπράττει το τίμημα ή να πιστώνει τούτο..., να υπόσχεται τα ακίνητα ελεύθερα βαρών και περιορισμών..., να υπογράφει τα πωλητήρια συμβόλαια και να συμβιβάζεται για κάθε φορολογική υπόθεση, να υποβάλλει στο συμβολαιογράφο υπεύθυνες δηλώσεις του Ν.Δ 105/1969..., να προβαίνει εις συμφωνία μεθ' οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου εν περιπτώσει προσκυρώσεως ή απαλλοτριώσεως οιωνδήποτε ακινήτων ή τμημάτων ακινήτων αυτής και ανηκόντων εις την εντολέα καθ' οιαδήποτε ιδανικά μερίδια, κειμένων εν τη περιφερεία του νομού Αττικής υφ' οιουσδήποτε όρους και συμφωνίας και καθ' οιουδήποτε τιμήματος κατά την απόλυτον αυτού κρίσιν, να εισπράττει ή να πιστώνει το τίμημα υφ' οιουσδήποτε όρους και συμφωνίας και επί οιαδήποτε ασφαλεία ή μη τοιαύτη εξοφλών τούτο εν καιρώ, να αποδέχεται ή αποποιείται πράξεις αναλογισμού (αποζημιώσεως) και να προβαίνει εις πάσαν νόμιμον διαδικασίαν, ήτις ήθελε απαιτηθεί προς καθορισμόν της δικαιουμένης αποζημιώσεως αυτής ενώπιον οιασδήποτε αρμόδιας αρχής ως και ενώπιον παντός αρμοδίου Δικαστηρίου παντός βαθμού και δικαιοδοσίας, ενεργών προς υποστήριξιν των δικαίων της πάσας τας κυρίας και εν παρόδω διαδικαστικάς πράξεις τας αναγραφομένας εις το άρθρον 97 του ΚΠολΔ, ως και πάσαν εξώδικον τοιαύτην, να δέχεται και εκτελεί τας υπέρ αυτής αποφάσεις και προσβάλει τας εναντίας δι όλων των ενδίκων, τακτικών και εκτάκτων μέσων, παραιτείται ενδίκων μέσων της όλης ή μέρους δίκης, να διορίζει δε και πληρεξουσίους Δικηγόρους της με τας αυτάς ή ελάσσονας εντολάς και ανακαλεί τοιούτους.
Δια πάσας τας ανωτέρω εντολάς να υπογράφη ούτος οιονδήποτε ιδιωτικόν ή δημόσιον έγγραφον, απαιτούμενον προς περαίωσιν αυτών. Δηλοί η εντολεύς ότι τας πράξεις ταύτας του πληρεξουσίου της αναγνωρίζει από τούδε ως νομίμους εγκύρους, ισχυράς και απροσβλήτους και ως υπ' αυτής της ιδίας γενομένας" και β) όσον αφορά την Α.
Η.: "να αποδέχεται κληρονομίας μετά ή άνευ του ευεργετήματος της απογραφής, να πωλεί κτήματά της ή ιδανικά μερίδια αυτών κείμενα στην περιφέρεια του νομού Αττικής..., να εισπράττει ή πιστώνει τα τιμήματα..., να υπόσχεται τα πωλούμενα ελεύθερα παντός εν γένει βάρους..., να παραιτείται της προσβολής των σχετικών συμβολαίων δια οιονδήποτε λόγον και αιτίαν, να αγοράζει δια λογαριασμόν της οιονδήποτε ακίνητον ή ιδανικόν μερίδιον ακινήτου..., να υπογράφει τα σχετικά συμβόλαια αγοράς ή πωλήσεως και τας απαραιτήτους φορολογικάς δηλώσεις ως και οιονδήποτε άλλο έγγραφον απαραίτητον δια την ενέργειαν των άνω εντολών και εν γένει να ενεργεί πάσαν πράξιν απαραίτητον δια την εκτέλεσιν και περαίωσιν των άνω εντολών.
Αναγνωρίζει δε από τούδε τας πράξεις ταύτας του πληρεξουσίου της ως εγκύρους, ισχυράς και νομίμους και ως ιδίας αυτής πράξεις". Από το προεκτεθέν περιεχόμενο των πληρεξουσίων συμβολαίων, κατά το επίμαχο κείμενό τους, σαφώς προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος των άνω πωλητριών Σ. Η. είχε ειδική εντολή να πωλεί ακίνητα ή ιδανικά μερίδια των εντολίδων του πληρεξουσιοδοτριών, δεν είχε όμως ειδική εντολή για εκχώρηση δικαιωμάτων αυτών και ειδικότερα εκχώρησης του δικαιώματος αυτών για την αποζημίωση του επιδίκου απαλλοτριουμένου ακινήτου, μαζί με την πώληση του ιδανικού τους μεριδίου επί της μεταβιβασθείσας οικοπεδικής λωρίδας των 124,40 τ.μ.
Το δικαίωμα αποζημίωσης των πωλητριών για την πωληθείσα έκταση, μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα, άνευ εκχωρήσεως, καθόσον από το περιεχόμενο του επίμαχου συμβολαίου δεν προκύπτει ρητή επιφύλαξή τους για την παρακράτηση αυτού.
Συνεπώς κατά τη σύνταξη του ως άνω μεταβιβαστικού συμβολαίου, ο Σ. Η. ενήργησε, όσον αφορά την σύμβαση εκχώρησης, καθ' υπέρβαση των ορίων της παρασχεθείσας προς αυτόν πληρεξουσιότητας, την ενέργειά του δε αυτή, δεν προέκυψε ότι οι αντιπροσωπευόμενες ενέκριναν εκ των υστέρων, με συνέπεια η σύμβαση εκχώρησης που συνομολόγησε ως αντιπρόσωπος των πωλητριών, να είναι άκυρη και να μην τις δεσμεύει, αποκρούεται δε γιατί η υπέρβαση αυτή ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίς πληρεξουσιότητα...
Εν προκειμένω οι εναγόμενοι ως κληρονόμοι των ως άνω πωλητριών, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες δημόσιες διαθήκες, επί του ποσοστού τους στο απαλλοτριούμενο ακίνητο, πλην της μεταβιβασθείσας έκτασης, βάσιμα αποκρούουν την σύμβαση εκχώρησης ως άκυρη, ως γενόμενη καθ' υπέρβαση πληρεξουσιότητας. Τέτοια δε εντολή εκχώρησης της επίδικης αποζημίωσης δεν διαλαμβάνεται στο περιεχόμενο των ως άνω πληρεξουσίων που δεν είναι γενικό, όπως αβάσιμα διατείνεται η ενάγουσα, αλλά περιλαμβάνει ειδικές εντολές για ενέργεια συγκεκριμένων πράξεων.
Άλλωστε, η βούληση των πωλητριών να παραμείνουν δικαιούχοι της αποζημίωσης επί του ποσοστού τους στο μείζον ακίνητο, μετά την ως άνω μεταβίβαση του τμήματος των 124,40 τ.μ. στην ενάγουσα, προκύπτει και από το γεγονός ότι η μεν Φ. Κ. με την μεταγενέστερη με αριθμό .../4-9-1985 προεκτεθείσα διαθήκη της, η δε Α. Η. με την προγενέστερη με αριθμό .../11-5-1976 προεκτεθείσα δημόσια διαθήκη της, της οποίας το περιεχόμενο δεν μεταβλήθηκε, ούτε αμφισβητήθηκε από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες, κατέλιπαν το ποσοστό τους επί του όλου απαλλοτριουμένου ακινήτου τους στους προαναφερόμενους κληρονόμους τους, μεταξύ των οποίων και ο πληρεξούσιος Σ.
Η., ο οποίος επί του κληρονομιαίου ποσοστού του 5,34/100, έχει εγγραφεί ως κύριος στο κτηματολόγιο Χαλανδρίου, όπως προκύπτει από το από 6-3-2015 προσκομιζόμενο κτηματολογικό φύλλο. Ακόμη, επειδή λόγω της απαλλοτρίωσης του κληρονομιαίου ακινήτου, στους κληρονόμους επάγεται μόνο η αξίωση της αποζημίωσης, εάν οι διαθέτιδες δεν ήταν δικαιούχοι αυτής, δεν υφίστατο αιτία προς σύνταξη των δημοσίων διαθηκών, με τις οποίες ρύθμισε καθεμία την κληρονομική της διαδοχή επί του εν λόγω ακινήτου.
Ο δε πληρεξούσιος Σ. Η. μετά την σύνταξη του ως άνω συμβολαίου στη σύζυγό του-ενάγουσα, άσκησε ενστάσεις κατά της με αριθμό …/1982 πράξη αναλογισμού, για λογαριασμό των κληρονόμων Α..Ειδικότερα, ως προεκτέθηκε, ζήτησε τη διόρθωση του λανθασμένα αναγραφέντος εμβαδού της μεταβιβασθείσας οικοπεδικής έκτασης και δήλωσε ότι η μητέρα του Α.
Η. έχει το δικαίωμα αποζημίωσης για το 1/5 ιδανικό μερίδιο του απαλλοτριούμενου ακινήτου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την με αριθμό 794/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα απαλλοτριώσεων) καθορίσθηκε ως προσωρινή τιμή μονάδας της αποζημίωσης των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά με την ως άνω υπ' αριθμ.
…/1982 πράξη προσκυρώσεως και αναλογισμού αποζημίωσης στο ποσό των 1.100 ευρώ/τ.μ. εδάφους. Ακολούθως, η νυν ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 22-5-2006 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της Χ. Χ. συζύγου Ι. Σ., το γένος Π. Μ., η οποία στρεφόταν κατά του Δήμου Χαλανδρίου, αιτούμενη να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημίωσης για τα 2/5 εξ αδιαιρέτου της εναπομείνασας μετά τη ρυμοτομία εδαφικής έκτασης από το αρχικό οικόπεδο επιφάνειας 4.344,40 τ.μ.
και συγκεκριμένα για τμήμα εμβαδού 2.446,70 τ.μ., για το οποίο υπόχρεος προς αποζημίωση είναι ο δήμος Χαλανδρίου. Επίσης, και οι εναγόμενοι Χ. συζ. Α. Μ.,Ιερά Μονή Κωνσταντίνου και Ελένης Καλογραιών Καλαμάτας (και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων), Β. Η. (δικαιοπάροχος της ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης) και ο Δ. Η. (δικαιοπάροχος της ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης), άσκησαν ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου ανταίτηση, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της ίδιας αποζημίωσης.
Επί της αμφισβητούμενης αυτής αξίωσης το ως άνω Δικαστήριο, με τη με αριθμό 1063/2007 απόφασή του, απείχε να εκδώσει απόφαση, παραπέμποντας αυτήν στην παρούσα τακτική διαδικασία. Από όλα τα παραπάνω, αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα είναι δικαιούχος των 2/5 της αποζημίωσης επί της απαλλοτριωθείσας έκτασης των 124,20 τ.μ., που βρίσκεται στο Ο.Τ. 567 ..., όπως αυτή περιγράφεται στη με αριθμό …/1982 πράξη αναλογισμού αποζημίωσης, όπως διορθώθηκε και στο κτηματολογικό διάγραμμα που τη συνοδεύει και όχι της αποζημίωσης των 2/5 του ακινήτου που βρίσκεται στο ΟΤ ... ..., αφού δεν είναι εκδοχέας της αξίωσης αυτής, όπως αβάσιμα αυτή ισχυρίζεται στην αγωγή.
Συνεπώς η κρινόμενη αγωγή, με την οποία αυτή ζητεί να αναγνωρισθεί δικαιούχος των 2/5 της αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου ακινήτου, που βρίσκεται στο ΟΤ ..., πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 4103/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή της, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ως δικαιούχος αποζημίωσης επί του απαλλοτριουμένου επιδίκου ακινήτου, υπό την ιδιότητα της εκδοχέως της απαίτησης αυτής, κράτησε την υπόθεση, προχώρησε στην εκ νέου έρευνα της άνω αγωγής και δέχθηκε μεν αυτήν ως νομικά βάσιμη, αλλά την απέρριψε κατ' ουσίαν.
Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο, θεμελιώνοντας το αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, στο ότι η αναιρεσείουσα ήταν δικαιούχος των 2/5 της αποζημίωσης, μόνον επί της απαλλοτριωθείσας έκτασης των 124,20 τ.μ., που βρίσκεται στο Ο.Τ. 567 ... (και μη αξιούμενης με την ένδικη αγωγή της), και όχι δικαιούχος της ένδικης απαίτησής της για αποζημίωση των 2/5 του ακινήτου που βρίσκεται στο ΟΤ ... ..., της οποίας ουδέποτε υπήρξε εκδοχέας, αφού τέτοια εντολή εκχώρησης επί του συγκεκριμένου (επιδίκου) απαλλοτριουμένου ακινήτου, όπως δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν διαλαμβάνεται στο περιεχόμενο των επικαλούμενων από την ίδια (αναιρεσείουσα) πληρεξουσίων των δικαιοπαρόχων της, χωρίς να δεχθεί περαιτέρω ότι συνέτρεχαν και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την αποδοχή της ένστασης παραγραφής, που είχε προβάλει στα δικαστήρια της ουσίας η αναιρεσείουσα, του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να αμφισβητήσουν τη δέσμευση των δικαιοπαρόχων της αναιρεσείουσας από τα επίμαχα .../1981 και .../1967 πληρεξούσια, τα οποία, όπως προεκτέθηκε, ουδόλως αναφέρονται στο επίδικο απαλλοτριούμενο ακίνητο, ορθά το Εφετείο δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ, η οποία, στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν εφαρμοστέα.
Συνακόλουθα, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ, είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αναιρεσείουσα δεν αναγνωρίστηκε δικαιούχος της ένδικης απαίτησής της για αποζημίωση των 2/5 του ακινήτου που βρίσκεται στο ΟΤ ... ..., με βάση τα ως άνω επίδικα .../1981 και .../1967 συμβολαιογραφικά πληρεξούσια, τα οποία, όμως, όπως δέχθηκε το Εφετείο και προεκτέθηκε, δεν αναφέρονταν στο ως άνω απαλλοτριωθέν ακίνητο, αλλά στο ακίνητο, που βρίσκεται στο ΟΤ 567 ..., του οποίου και δεν αμφισβητήθηκε ότι υπήρξε εκδοχέας απαίτησης αποζημίωσης εξ απαλλοτριώσεως, και δεν ήγειρε περί αυτού σχετική αξίωση με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσείουσα.
Περαιτέρω η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω τρίτου λόγου αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υποστηρίζοντας ότι παντελώς εσφαλμένα και χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες, δέχθηκε ότι ο Σ.
Η., πληρεξούσιος των δικαιοπαρόχων της αναιρεσείουσας με αμφότερα τα επίδικα ως άνω με αριθμ. .../1981 και .../1967 συμβολαιογραφικά πληρεξούσια, ενήργησε κατά παράβαση των ορίων πληρεξουσιότητας ως δήθεν μη έχων δικαίωμα εκχωρήσεως του δικαιώματος αποζημίωσης προς αυτήν, ενώ ρητά αναφερόταν στο περιεχόμενό τους ότι αυτός (Σ.
Η.) μπορούσε να προβεί "εις συμφωνία μεθ' οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου εν περιπτώσει προσκυρώσεως ή απαλλοτριώσεως οιωνδήποτε ακινήτων ή τμημάτων ακινήτων... ανηκόντων εις την εντολέα καθ' οιαδήποτε ιδανικά μερίδια, κειμένων εν τη περιφερεία του νομού Αττικής...". Δεν εκτίθεται, όμως στο αναιρετήριο, για το ορισμένο του ως άνω λόγου αναίρεσης, ότι το Δικαστήριο της ουσίας, αν και διαπίστωσε κενά, ασαφή ή αμφίβολα σημεία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλόμενων μερών, δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές ως άνω διατάξεις, τις οποίες παραβίασε ή ότι καίτοι μη διαπιστώσαν κενό ή αμφιβολία, παρά ταύτα προσέφυγε στις ερμηνευτικές αυτές διατάξεις.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το προαναφερθέν δεύτερο σκέλος του, είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος. Σε κάθε δε περίπτωση, προβάλλεται αλυσιτελώς και κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς και στην παραδοχή του Εφετείου ότι η αναιρεσείουσα ήταν δικαιούχος των 2/5 της αποζημίωσης, μόνον επί της απαλλοτριωθείσας έκτασης των 124,20 τ.μ., που βρίσκεται στο Ο.Τ. 567 ..., που δεν υπήρξε, ωστόσο, αντικείμενο της ένδικης αγωγής της, και όχι δικαιούχος της ένδικης απαίτησής της για αποζημίωση των 2/5 του ακινήτου που βρίσκεται στο ΟΤ ... ..., το οποίο δεν περιλαμβανόταν στο με αριθμό .../1982 πωλητήριο συμβόλαιο των άμεσων δικαιοπαρόχων της, το οποίο ουδέποτε της μεταβιβάστηκε από τις πωλήτριες και συνεπώς ουδέποτε υπήρξε αυτή εκδοχέας της αξιούμενης απαίτησής της για αποζημίωση εκ της απαλλοτριώσεώς του.
Επίσης με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό των αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την απόρριψη την ένδικης αξίωσης της αναιρεσείουσας και των προβληθέντων από αυτήν ισχυρισμών της.
Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα ήτοι αν η αναιρεσείουσα ήταν πράγματι ή όχι εκδοχέας απαίτησης αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου, η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.
Συνεπώς και κατά το αντίστοιχο σκέλος του, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο ανωτέρω τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης για αντιφατική, άλλως ανεπαρκή αιτιολογία, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με το αντίστοιχο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται και στο ότι το Εφετείο, παραλείπει και δεν αιτιολογεί:
α) "για ποιο λόγο μια διαθήκη κατά έξι χρόνια προγενέστερη μιας συμβολαιογραφικής πράξεως όπως αυτής της Α. Η., δεσμεύει ή ακυρώνει τη μεταγενέστερη βούληση της διαθέτιδος να διαθέσει με διαφορετικό τρόπο ακίνητο που συμπεριλαμβάνεται στη διαθήκη και ήδη βρίσκεται υπό καθεστώς απαλλοτρίωσης, πολλώ μάλλον όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η αλλαγή της βούλησης του διαθέτη, αποτελεί συχνότατο φαινόμενο", β) "για ποιό λόγο η διαθήκη της Φ.
Κ., η οποία συντάχθηκε τρία χρόνια μετά τη μεταγραφή της επίμαχης συμβολαιογραφικής πράξης και τέσσερα χρόνια μετά το πληρεξούσιο που η ίδια είχε κάνει στον Σ. Η. και ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η διαδικασία της απαλλοτρίωσης αναφέρεται σε διάθεση ακινήτου και όχι εκχώρηση δικαιώματος αποζημίωσης, αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την ερμηνεία της βούλησης της διαθέτιδος κατά τον χρόνο σύνταξης του επίδικου πληρεξουσίου ή/και του επίδικου συμβολαίου" και γ) "πως συνδέεται η εγγραφή ως κυρίου στο κτηματολογικό γραφείο Χαλανδρίου του Σ.
Η.υ σε ποσοστό 5,34%, δηλαδή μία πράξη που συνδέεται με δικαίωμα κυριότητας επί του υπό απαλλοτρίωση ακινήτου, με το ενοχικό δικαίωμα (της αναιρεσείουσας) που... έχει εκχωρηθεί με το επίμαχο συμβόλαιο". Ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω σκέλος του, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, και κατά συνέπεια, απαράδεκτος, διότι αφενός δεν αναφέρονται σ' αυτόν οι κανόνες δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, αφετέρου δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, παρά μόνον επιλεκτικά και αποσπασματικά.
Κατά τα λοιπά δε, οι ανωτέρω λόγοι, καθό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 1120/2007), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λ.π., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).
Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421- 425/2009). Επίσης, για να είναι ορισμένος αυτός ο λόγος αναίρεσης, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται, στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή, τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και να φέρεται ποία επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (ΑΠ 493/2002, ΑΠ 1591/2008).
Τέλος, δεν ιδρύει το λόγο η παράλειψη απάντησης σε ισχυρισμό απαράδεκτο ή βραδέως υποβληθέντα με την "προσθήκη" των προτάσεων, μετά τη συζήτηση (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 2062/2007), ή σε ισχυρισμό που προτάθηκε αόριστα, ή μη νόμιμο και συνεπώς μη ουσιώδη, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2004, ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 291/2010, ΑΠ 976/2008).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τα αντίστοιχα σκέλη των πέμπτου και έκτου λόγων της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από την ήδη αναιρεσείουσα ως εκκαλούσα, ήτοι:
α) τους ισχυρισμούς που περιέχονταν στις από 6-5-2015 προτάσεις του αντιδίκου της (και μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) Σ. Η.υ ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τις οποίες προσκόμισε μετ' επικλήσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, και στις οποίες ανέφερε επί λέξει τα εξής: "Επίσης θέλω να διευκρινίσω ότι, όλα αυτά τα χρόνια τόσο προ του έτους 1982 αλλά και στη συνέχεια για λογαριασμό της συζύγου μου Δ.ς, συμμετείχα ενεργά σε όλη τη διαδικασία της απαλλοτρίωσης, προβαίνοντας σε ενστάσεις, επί των οποίων μάλιστα δικαιώθηκα και προβαίνοντας με μηχανικούς και δικηγόρους σε διάφορες διαδικαστικές πράξεις για τις οποίες μαζί με τη σύζυγό μου έχουμε δαπανήσει σημαντικά χρηματικά ποσά, δυσανάλογα μάλιστα υψηλά για τις οικονομικές μας δυνατότητες.
Η δραστηριοποίησή μου αυτή ήταν και ο λόγος που αποδέχθηκα της κληρονομία της μητέρας μου Αγγελικής και ειδικότερα, αφενός διότι κατά τη διαδικασία των απαλλοτριώσεων αναζητούνται και αναγνωρίζονται οι δικαιούχοι εμπραγμάτων και όχι ενοχικών δικαιωμάτων και αφετέρου διότι η διαδικασία υποβολής ενστάσεων χωρεί σε δικαιούχους εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί του απαλλοτριούμενου ακινήτου", από τους οποίους ισχυρισμούς του συναγόταν, δήθεν, συνομολόγηση της πραγματικής και νομικής βάσης της αγωγής της, β) το περιεχόμενο της κατατεθείσας ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου αντίκρουσής της επί των ισχυρισμών των αντιδίκων της και ήδη αναιρεσίβλητων, που αμφισβητούσαν τη νομική και ιστορική αιτία της αγωγής της και γ) τον ισχυρισμό της, τον οποίο προέβαλε στα δικαστήρια της ουσίας ότι οι ισχυρισμοί των αντιδίκων της έπρεπε, σε κάθε περίπτωση, να απορριφθούν ως προβαλλόμενοι καταχρηστικά.
Οι λόγοι, όμως, αυτοί αναίρεσης, κατά τα προαναφερθέντα σκέλη τους, με βάση τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις είναι απαράδεκτοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, καθόσον οι επικαλούμενοι ως άνω ισχυρισμοί, υπό στοιχ. α' και β', δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα της ήδη αναιρεσείουσας ενάγουσας, προς επίρρωση των σχετικών αγωγικών ισχυρισμών της, που δεν έχουν "αυτοτέλεια".
Ο δε υπό στοιχ. γ' ισχυρισμός της περί καταχρηστικότητας, εφόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), δεν περιελαμβάνετο ως σχετικός λόγος έφεσης στο εφετήριο, και το πρώτον προβλήθηκε με την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης, μετά τη συζήτηση της έφεσης, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 527 ΚΠολΔ, δεν προτάθηκε παραδεκτώς, και ως εκ τούτου το Εφετείο, παραλείποντας να απαντήσει στον απαράδεκτο αυτό ισχυρισμό, δεν υπέπεσε στην ανωτέρω εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως αβάσιμα, κατά το αντίστοιχο σκέλος του έκτου λόγου της αναίρεσης, αιτιάται η αναιρεσείουσα.
Κατά δε τα λοιπά και καθό μέρος με τους παραπάνω λόγους, υπό την επίκληση των ανωτέρω παραβιάσεων, πλήττεται η ουσιαστική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), οι λόγοι αυτοί, και εκ του λόγου τούτου, τυγχάνουν απαράδεκτοι. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ.
γ` του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008).
Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 18/2021, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 688/2016, ΑΠ 2261/2014) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 204/2017, 1185/2010, ΑΠ 1855/2006).Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον από τον αριθμό 11 γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τέταρτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη της:
α) την υπ' αριθμ. .../4-3-1982 συμβολαιογραφική πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ρήγα Κωνσταντίνου Κωστόπουλου,β) την υπ' αριθμ. ... περίληψη μεταγραφής του κτηματολογικού πίνακα, γ) το από 7-4-1982 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα Α. Μ. και δ) την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας Τ. Α., ήτοι αποδεικτικά μέσα τα οποία, αν είχε λάβει υπόψη του το Εφετείο, θα κατέληγε σε αντίθετο πόρισμα, επειδή από αυτά προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού της ισχυρισμού ότι ήταν δικαιούχος των 2/5 της ένδικης αξίωσής της για αποζημίωσή της επί απαλλοτριωθείσας έκτασης 124,20 τ.μ., που βρίσκεται στο Ο.Τ. ... ..., και όχι σε ακίνητο, που βρίσκεται στο αντίστοιχο ΟΤ 567 του ίδιου Δήμου.
Ο λόγος, όμως, αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου ρητά στο προοίμιο του σκεπτικού (αρχή 5ου φύλλου) μνημονεύονται κατά το είδος τους όλα τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι παρασταθέντες διάδικοι, από τα οποία άλλα λήφθηκαν υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ληφθείσης υπόψη, επίσης, και της προσκομισθείσας από την ήδη αναιρεσείουσα-ενάγουσα με αριθμό 3529/2015 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρός της απόδειξης Τ.
Α., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Καλλιόπης Παπαϊωάννου, σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες παραδοχές της απόφασης, ότι με το προαναφερόμενο συμβόλαιο .../4-3-1982 μεταβιβάσθηκαν στην αναιρεσείουσα από την Α. χήρα Π. Η. το γένος Β. και Ά. Α.. και από την Φ. χα Κ. Κ. το γένος Β. και Ά. Α.. τα 2/5 εξ αδιαιρέτου ιδανικά μερίδια μιας οικοπεδικής λωρίδας έκτασης 124,40 τ.μ, κείμενης στη θέση "Α..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., από το μερίδιό τους στο απαλλοτριωθέν ακίνητο, που βρίσκεται στο ΟΤ 567 και επί των οδών ..., η οποία εμφαίνεται στο συνοδεύον την πράξη αναλογισμού κτηματολογικό διάγραμμα με τα στοιχεία 30-33-32-31-30 και αποζημιώνεται από τους Ι.Τ.
και Β.Ψ., αναγράφεται, όμως, στην εν λόγω πράξη και το κτηματολογικό διάγραμμα με εμβαδόν 116,20 τ.μ., ως προς το οποίο, διορθώθηκε, τελικά, μετά από ασκηθείσα ένσταση του Σ. Η., αποβιώσαντος ήδη συζύγου της αναιρεσείουσας, που έγινε δεκτή, σε 120,20 τ.μ., και επί της οποίας (έκτασης), και μόνον, της εκχωρήθηκαν όλα τα δικαιώματα των δικαιοπαρόχων της πωλητριών, έναντι κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, και όχι εφ' όλης της εναπομείνασασας εδαφικής έκτασης μετά τη ρυμοτομία από το αρχικό οικόπεδο, επιφάνειας 4.344,40 τ.μ., που βρίσκεται στο ΟΤ ... ..., μεταξύ των οδών ..., προκύπτει αναμφίβολα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, και τα ως άνω έγγραφα και ένορκη βεβαίωση του εξετασθέντος μάρτυρός της απόδειξης, για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και την απόρριψη των περί του αντιθέτου αγωγικών ισχυρισμών της ένδικης αγωγής της, χωρίς να είναι αναγκαίο να κάνει ειδική μνεία ή να προβαίνει σε χωριστή αξιολόγηση του κάθε αποδεικτικού μέσου και καθενός εγγράφου.
Η άποψη της αναιρεσείουσας ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων ως άνω αποδεικτικών εγγράφων και της επικαλούμενης ένορκης βεβαίωσης θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα (σημειουμένου ότι ο πρώτος λόγος αναίρεσης αφορά αποκλειστικά την έκτη των αναιρεσιβλήτων, μη κλητευθείσα στην παρούσα δίκη διάδικο, ως προς την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση, και ως εκ τούτου δεν ερευνάται αυτός από το παρόν Δικαστήριο), πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ.106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 26.03.2019 και με ειδ.αριθ. κατάθεσης 298/2019 αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6015/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τις πρώτη (1η ) και έκτη (6η ) των αναιρεσιβλήτων.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ βιαίως διακοπείσα τη δίκη ως προς την τρίτη (3η) των αναιρεσιβλήτων Φ. χήρα Δ. Η..
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ το χωρισμό της υπόθεσης, ως προς τους δεύτερο, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, Ν.Π.Δ.Δ. Ιερά Μονή Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης Καλογραιών Καλαμάτας, Α. θυγατέρα Δ. Η. και Z... (Ζ.) H. (Χ.) χήρα Β. Η. του Παναγιώτη, αντίστοιχα, δι' εαυτούς ατομικά έκαστος, και ως προς την τέταρτη αναιρεσίβλητη, Α. θυγατέρα Δ. Η., και υπό την ιδιότητά της ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιώσασας Φ. χήρας Δ. Η..
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26.03.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6015/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους ανωτέρω δεύτερο, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για το σύνολο των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου κωλυομένου η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ