Supreme Court allows appeal against appellate court's dismissal of property ownership claim due to improper evidence exclusion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Thessaloniki Regional Court's decision rejecting the appellants' property ownership claim. The appellants argued that the appellate court erred by excluding responsible declarations and third-party certifications as evidence, which were created for civil proceedings but used in a public law context. The court found this exclusion constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure, as the evidence was not inherently inadmissible but improperly handled. Consequently, the appellate decision was annulled, and the case was remanded for retrial with a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 331, 559 of the Code of Civil Procedure; The exclusion of evidence that was not inadmissible but improperly excluded by the court constitutes a procedural error warranting the annulment of the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1583 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1583/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:
1) Ε. Α. του Δ. και της Ε.,
2) Ι. Α. του Δ. και της Ε.,
κατοίκων Κατερίνης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Γεωργόπουλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου:
Χ. Τ. του Ε. και της Σ., κατοίκου Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φούσα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16.03.2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 12.09.2013 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2739/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 01.04.2019 αίτηση και τους από 30.06.2021 προσθέτους λόγους αυτών.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη από 01.04.2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 30.06.2021 πρόσθετους λόγους αυτής, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 2739/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την έφεση των εναγόντων- εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 85/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία είχε γίνει δεκτή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσίβλητου και είχε απορριφθεί η επίσης αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσειόντων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ).
Παραδεκτοί εξάλλου, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στους αναιρεσίβλητους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ . Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Όπως προκύπτει από τα άρθρα 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση υφίσταται μεταξύ των αυτών προσώπων υπό την αυτή ιδιότητα και μόνο για το κριθέν δικαίωμα και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται δε αυτό και στα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήματα που αποτελούν αναγκαίως προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφασίσει γι' αυτά. Δεν αφορά συνεπώς η τελεσιδικία και δικαιώματα ή έννομες σχέσεις που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζομένου δικαιώματος αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους και εξετάστηκαν από το δικαστήριο ως χρήσιμα για την υποβοήθηση της κρίσεώς του επί του δικαιώματος για το οποίο διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας. Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση που δέχθηκε αγωγή περί αποβολής από τη νομή, αφορά το δικαίωμα νομής του ενάγοντος κατά το χρόνο της αποβολής όχι δε και το δικαίωμα κυριότητας του τελευταίου επί του ακινήτου ή την άγουσα σε τέτοια κτήση νομή χρησικτησίας, η τυχόν δε εξέταση από το δικαστήριο και των ζητημάτων αυτών που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζομένου δικαιώματος προς υποβοήθηση της κρίσεώς του περί της εριζομένης νομής επί του επιδίκου κατά το χρόνο της αποβολής, δεν προσδίδει στις αιτιολογίες της απόφασης ισχύ δεδικασμένου (ΑΠ 136/2015 ΑΠ 450/1998).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την «παράβαση νόμου», δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 796/2020, ΑΠ 108/2019).
[III] Με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο το οποίο πηγάζει από την υπ’ αριθμ. 152/2011 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία κρίθηκε το δικαίωμα νομής των αναιρεσειόντων επί του επιδίκου ακινήτου και αναγνωρίστηκαν συννομείς αυτού με χρόνο έναρξης άσκησης της νομής το έτος 1988. Ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση που δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσειόντων περί προστασίας της νομής επί του επιδίκου, αφορά το δικαίωμα νομής τους κατά τον κρίσιμο χρόνο όχι δε και το δικαίωμα κυριότητάς τους επί του ακινήτου ή την άγουσα σε τέτοια κτήση νομή χρησικτησίας, η εξέταση δε από το δικαστήριο και του ζητήματος έναρξης της νομής τους δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του δικαζομένου δικαιώματος και δεν προσδίδει στις αιτιολογίες της απόφασης ισχύ δεδικασμένου.
[IV] Στην πολιτική δίκη αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, και τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια. Τα τελευταία είναι συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία άλλων γεγονότων. Έτσι, αν ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει κάποιο έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 438, 439 και 443 ΚΠολΔ, προς απόδειξη πραγματικού γεγονότος από την αλήθεια του οποίου ο δικαστής, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατόπιν συλλογισμού, μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την αλήθεια ή αναλήθεια πραγματικών γεγονότων, τα οποία αποτελούν άμεσα στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, το δικαστήριο οφείλει να το λάβει υπόψη και να το αξιολογήσει μαζί με τα άλλα τυχόν προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, άλλως καθιστά την απόφασή του αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ (ΑΠ 627/2018, ΑΠ 1307/2016).
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 και 339 του ΚΠολΔ., προκύπτει ότι η υπεύθυνη δήλωση ή βεβαίωση τρίτου, (μαρτυρία τρίτου), η οποία δεν δόθηκε κατά τον από το νόμο οριζόμενο τρόπο, εφόσον έγινε, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στην ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη, αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Από τα παραπάνω παρέπεται ότι δήλωση ή βεβαίωση τρίτου, η οποία δεν έγινε με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο και στη δίκη κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά, μπορεί να εκτιμηθεί ως έγγραφο προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. (Ολ.ΑΠ 8/1987, ΑΠ 567/2018, ΑΠ 1076/2010, ΑΠ 410/2009, ΑΠ 109/2004).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (ΑΠ 1257/2019, ΑΠ 809/2019).
Οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης (κατά το δεύτερο σκέλος του), αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά τον σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία οι αναιρεσείοντες νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ήτοι:
(α) την από 27.08.2009 βεβαίωση του διαχειριστή της εταιρείας γεωργικών εργαλείων-αντλιών βαθέων φρεατίων και υποβρυχίων αντλιών Θεσσαλονίκης, με την επωνυμία «Β. και Σία ΟΕ»,
(β) την από 31.08.2009 υπεύθυνη δήλωση του Α. Α.,
(γ) την από 31.08.2009 υπεύθυνη δήλωση του επιχειρηματία αλουμινοσιδηροκατασκευών Κατερίνης Δ. Τ.,
(δ) την από 31.08.2009 υπεύθυνη δήλωση του οικοδόμου Κ. Γ. - Ι.,
ε) την από 31.08.2009 βεβαίωση του επιχειρηματία γεωτρήσεων-αντλιών Κατερίνης Κ. Ι. και
(στ) την από 09.09.2009 βεβαίωση της εταιρίας Θεσσαλονίκης εμπορίας φρούτων με την επωνυμία «Π. ΑΠ.-Χ. ΒΑΣ. ΟΕ" και τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι στην απόδειξη της κυριότητάς τους επί του επιδίκου κτηθείσες με έκτακτη χρησικτησία.
Από την παραδεκτή δε επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, μεταξύ των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν με επίκληση από τους αναιρεσείοντες ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ήταν και οι προαναφερθείσες υπεύθυνες δηλώσεις και βεβαιώσεις τρίτων, για τις οποίες το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν λαμβάνονται υπόψη, διότι «αποτελούν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, επειδή πρόκειται για μαρτυρίες τρίτων, που δεν λήφθηκαν με νόμιμο τρόπο και έγιναν με σκοπό να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο σε πολιτική δίκη μεταξύ άλλων, χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις και κατά καταστρατήγηση των διατάξεων των άρθρων 396 επ.
ΚΠολΔ». Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο και εφόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές του, οι ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις και βεβαιώσεις, οι οποίες, θα πρέπει να σημειωθεί, είχαν συνταχθεί το έτος 2009, ήτοι προγενέστερα από την άσκηση των ένδικων αγωγών που έγινε τα έτη 2012 και 2015, δόθηκαν με σκοπό να χρησιμοποιηθούν σε πολιτική δίκη μεταξύ άλλων και όχι επίτηδες στην ένδικη δίκη, δηλαδή στη δίκη κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη (παρούσα) διαφορά και ως εκ τούτου ως άκυρα απλώς αποδεικτικά μέσα (μαρτυρίες), όχι δε και ανυπόστατα, δεν ήταν ανεπίτρεπτο να χρησιμοποιηθούν στη δίκη ενώπιον του Εφετείου για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Πλην όμως, με την παντελή εξαίρεση τούτων (υπεύθυνων δηλώσεων και βεβαιώσεων) ακόμη και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως σαφώς συνάγεται από τις, ως άνω, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ., κατά τον βάσιμο περί τούτου ως άνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός.
[V] Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, οι οποίοι καταλαμβάνονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αναίρεσης που έγινε δεκτός και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατέθεσαν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 2739/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ