Legislator Case Law & Legislation
1583/2017 AI generated

1583/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1583/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1583/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου διάβασε την από 24-2-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της 1ης των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
traffic violation infringement committed negligently overtaking maneuver extreme speeding offence hit-and-run motorcycle road accident
AI generated
1546/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
522/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/3/2003 αγωγή του πρώτου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 28/3/2003 παρεμπίπτουσα αγωγή του δευτέρου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων , που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/6/2008 αίτησή του.
1245/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Α.Του αναιρεσείοντος: Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Χατζηδιάκο.
530/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
158/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 126/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2119/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Ιουλίου 2005 αίτησή τους και τους από 31 Ιουλίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1583 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1583/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη …, διατηρεί στην Αθήνα τη Γενική Διεύθυνση Αθηνών και Νοτίου Ελλάδος και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι α) ανακαλεί την από 24-2-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) διορθώνει το αναιρετήριο ως προς την αρίθμηση των αναιρεσιβλήτων, που εκ παραδρομής αναγράφηκε εσφαλμένα (παραλείπεται ο αριθμός 2), 2) Κ. Μ. του Π. και 3) Μ. Χ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ρ. (R.) χας Α. Τ. Μ. (A. J. B.), το γένος Μ. Ε. Ο. (M. E. U.), κατοίκου ..., ενεργούσας για τον εαυτό της ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της α) Α. Κ. (A. K.) του Α. Τ. Μ. (A. J. B.) και β) Σ. Α. του Α. Τ. Μ., ως ασκούσης τη γονική μέριμνα και επιμέλεια αυτών, 2) Μ. Μ. (B. B.) συζ. Μ. Γ. Μ. (M. Y. B.), το γένος Μ. Σ. (M. S.), 3) Α. Σ. Μ. (A. S. B.) του Μ. Γ. (M. Y.) και 4) Σ. Χ. Μ. (S. H. B.) του Μ. Γ. (M. Y.), κατοίκων ..., εκ των οποίων η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Καλαμπαλίκη και οι 2η, 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Καλαμπαλίκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Μ. Γ. Μ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 21-1-2011 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσειόντων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/2012, 4198/2012 μη οριστικές και 926/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3154/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-12-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η 1η των αναιρεσειόντων και οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου διάβασε την από 24-2-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της 1ης των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β’ , γ’ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (3-3-2017) δεν εμφανίσθηκαν οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι δικάσιμος για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικώς η 18-11-2016, κατά την οποία όμως η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, με σχετική επισημείωση στο πινάκιο. Περαιτέρω από τα ίδια έγγραφα προκύπτει ότι τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την παραπάνω αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες, μεταξύ των οποίων και οι απολειπόμενοι, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ι.

Κ., με παραγγελία του οποίου κλητεύθηκαν οι αναιρεσίβλητοι για να παραστούν στην τελευταία αυτή δικάσιμο, όπως προκύπτει από την ...24-8-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Β. Κ.. Έτσι η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, ισχύει ως κλήτευση γι’ αυτούς.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους, ως εάν ήταν και αυτοί παρόντες. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την, καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δε θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 13-10-2009 και περί ώρα 13:30 ο πρώτος των εναγομένων Κ. Μ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητο (νταλίκα αποτελούμενη από τον τράκτορα και το με αριθμό κυκλοφορίας ...

συρόμενο-επικαθήμενο πλάτους 2,50 μέτρων και συνολικού μήκους 17 μέτρων), ιδιοκτησίας του τρίτου των εναγομένων Μ. Χ. που ήταν ασφαλισμένο για τις ζημιές σε τρίτους από τη λειτουργία του στην πέμπτη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...." και κινούμενος με ταχύτητα 40-50 χιλ./ώρα στην πλάτους 3,50 μέτρων αριστερή (εσωτερική) λωρίδα κυκλοφορίας του από Αθήνα προς Πειραιά ρεύματος πορείας της οδού Πειραιώς, έφθασε στη συμβολή της οδού αυτής με την οδό πάροδος Κηφισού, αμέσως μετά την αερογέφυρα της ..., κάτω από την οποία διέρχεται η οδός Πειραιώς, στην περιοχή ....

Η ως άνω λωρίδα κυκλοφορίας χωρίζεται από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με διακεκομμένη γραμμή, το ανωτέρω δε φορτηγό αυτοκίνητο εκινείτο εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας και σε απόσταση 0,50 μ. από την ως άνω γραμμή. Η δεξιά λωρίδα του αυτού ρεύματος πορείας (προς Πειραιά), έχει στο παραπάνω τμήμα της (μετά την αερογέφυρα της ...) πλάτος 4,50 μέτρων.

Η οδός Πειραιώς είναι διπλής κατεύθυνσης και διαχωρίζεται κατά μήκος με διαχωριστική νησίδα, η οποία διακόπτεται στη συμβολή της με την πάροδο Κηφισού, το δε προς Πειραιά ρεύμα της έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Ως προς τις συνθήκες που επικρατούσαν, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και το οδόστρωμα ήταν υγρό λόγω της βροχόπτωσης που είχε προηγηθεί, ενώ υπήρχε φως ημέρας.

Την ίδια στιγμή στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, παράλληλα προς το ως άνω φορτηγό-νταλίκα και στο ύψος σύνδεσης του επικαθήμενου με τον τράκτορα αυτού, εκινείτο με ταχύτητα 40-50 χιλ./ώρα το πλάτους 1.8 μ. και μήκους 4 μέτρων με αριθμό κυκλοφορίας ... IX.Φ. αυτοκίνητο (κλειστό φορτηγό), ιδιοκτησίας της τετάρτης των εναγομένων (...), που οδηγούσε ο δεύτερος τούτων Ι.

Φ. και ήταν ασφαλισμένο για τις ζημιές σε τρίτους από τη λειτουργία του στην έκτη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "....", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε και στη θέση της υπεισήλθε το ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Το εν λόγω κλειστό φορτηγό κατά την ανωτέρω κίνησή του βρισκόταν σε απόσταση 1.50 μέτρων περίπου από το δεξιά, σε σχέση με την πορεία του, πεζοδρόμιο της οδού Πειραιώς και σε απόσταση ενός μέτρου περίπου από τη διαχωριστική των δύο λωρίδων κυκλοφορίας διακεκομμένη γραμμή του ρεύματος πορείας που ακολουθούσε.

Την ίδια ημερομηνία και ώρα ο πακιστανός υπήκοος Α. Τ. Μ., σύζυγος της πρώτης των εναγόντων, πατέρας των ανήλικων τέκνων τους Α. Χ. και Σ. Α.. για λογαριασμό των οποίων ενεργεί η μητέρα τους (α’ ενάγουσα), γιος του δεύτερου και της τρίτης των εναγόντων και αδελφός του τέταρτου και της πέμπτης αυτών, έχοντας εφοδιαστεί μ£ την απαιτούμενη άδεια οδήγησης και φορώντας το προβλεπόμενο κράνος ασφαλείας, οδηγούσε τη με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλη μοτοσικλέτα του, κυβισμού 100 cc, και εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του προς Πειραιά ρεύματος πορείας της οδού Πειραιώς, πίσω από το κινούμενο στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας ως άνω κλειστό φορτηγό αυτοκίνητο. Εκτελώντας εντολή του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας κατασκευής και εμπορίας υποδημάτων με την επωνυμία "...

Ε.Π.Ε.", στην οποία εργαζόταν, μετέφερε πάτους υποδημάτων μέσα σε σακούλες, που είχε κρεμάσει στο τιμόνι της μοτοσικλέτας. Αμέσως μετά τη διέλευση του τμήματος της οδού Πειραιώς, που βρίσκεται κάτω από την αερογέφυρα της ..., έχοντας αναπτύξει ταχύτητα περί τα 50 χιλ/ώρα επιχείρησε να προσπεράσει το προπορευόμενο κλειστό φορτηγό, κατά την κίνηση δε αυτή κατέλαβε το άκρο αριστερό τμήμα της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, πλησίον της διαχωριστικής των δύο λωρίδων διακεκομμένης γραμμής.

Τη στιγμή που, πραγματοποιώντας την προσπέραση, βρισκόταν ανάμεσα από τα δύο φορτηγά αυτοκίνητα και έχοντας απόσταση μισού μέτρου από καθένα από αυτά, ο οδηγός του κινούμενου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας φορτηγού-νταλίκας πραγματοποίησε αιφνιδιαστικά, ανεξέλεγκτα και απροειδοποίητα ελιγμό προς τα δεξιά και ο τράκτορας εισήλθε κατά ένα μέρος στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, ενώ κατά την κίνηση αυτή το επικαθήμενο-συρόμενο τμήμα του φορτηγού, πάτησε με τους πίσω δεξιούς τροχούς τη διαχωριστική γραμμή.

Αποτέλεσμα του αιφνίδιου αυτού ελιγμού ήταν να παρεμβληθεί το εν λόγω φορτηγό και ιδίως ο τράκτορας αυτού, από ελάχιστη απόσταση στην πορεία της μοτοσικλέτας. Ο οδηγός αυτής δεν πρόλαβε να αντιδράσει και η μοτοσικλέτα επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα της στον οπίσθιο δεξιό τροχό του τράκτορα και στο οπίσθιο δεξιό φτερό αυτού.

Περαιτέρω συνέπεια της ως άνω σφοδρής πρόσκρουσης ήταν να εκτιναχθεί η μοτοσικλέτα διαγώνια προς τα εμπρός και δεξιά και αφού ανατράπηκε με την αριστερή της πλευρά προσέκρουσε πλαγιασμένη στο κέντρο της δεξιάς πλευράς και στο κάτω μέρος αυτής (μαρσπιέ) του κινούμενου στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως άνω κλειστού φορτηγού.

Μετά την πρόσκρουση αυτή η μοτοσικλέτα σύρθηκε με την αριστερή πλευρά στο οδόστρωμα διαγώνια προς τα εμπρός και αριστερά, αφήνοντας χαραγές μήκους πέντε (5) μέτρων, όπως αποτυπώνονται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Πειραιά, και κατέληξε κάτω από το ρυμουλκούμενο τμήμα του φορτηγού-νταλίκας, με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα και ο οδηγός της να καταπλακωθούν από τους πίσω δεξιούς τροχούς του.

Ο οδηγός υπέστη βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατός του, όπως διαγνώσθηκε στο Νοσοκομείο Νικαίας "Άγιος Παντελεήμων", όπου διακομίσθηκε με ασθενοφόρο αμέσως μετά το ατύχημα. Η καταπλάκωση της μοτοσικλέτας και του οδηγού της έγινε επί της γραμμής που διαχωρίζει τις δύο ως άνω λωρίδες κυκλοφορίας όπως προκύπτει από τα αίματα του θανατωθέντος οδηγού και τα θραύσματα των εξαρτημάτων της μοτοσικλέτας που βρέθηκαν στο σημείο και διαχέονται ισομερώς και στις δύο πλευρές της διαχωριστικής γραμμής.

Το ότι η μοτοσικλέτα προσέκρουσε αρχικά με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα της στον οπίσθιο δεξιό τροχό του τράκτορα και στο οπίσθιο δεξιό φτερό αυτού και ότι αυτή ήταν όρθια και σε πορεία κατά τη στιγμή της πρόσκρουσης προκύπτει από το γεγονός ότι υπάρχουν ίχνη τριβής του εμπρόσθιου αριστερού τμήματος της μοτοσικλέτας στο ελαστικό του πίσω δεξιού τροχού και ότι το δεξιό φτερό έχει στρεβλωθεί στο ύψος του τιμονιού της μοτοσικλέτας, το αριστερό τμήμα του οποίου έσπασε λόγω της πρόσκρουσης στο ως άνω φτερό.

Μετά την πρόσκρουση αυτή η μοτοσικλέτα εκτινάχθηκε προς τα εμπρός και δεξιά και ανατράπηκε με την αριστερή της πλευρά, έτσι δε, όπως ήταν πεσμένη, προσέκρουσε στο κάτω τμήμα της αριστερής πλευράς του κλειστού φορτηγού, όπως φανερώνουν τα ίχνη από την πρόσκρουση σε αυτό, τα οποία βρίσκονται χαμηλά στο κάτω μέρος του μαρσπιέ.

Αυτό προκύπτει και από τις χαραγές που άφησε στο οδόστρωμα η πεσμένη μοτοσικλέτα μετά την πρόσκρουσή της στο κλειστό φορτηγό και το σύρσιμό της προς τα εμπρός και αριστερά. Ακόμη οι χαραγές αυτές φανερώνουν τη θέση στην οποία βρισκόταν το εν λόγω κλειστό φορτηγό, εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, κατά το χρόνο του ατυχήματος.

Περαιτέρω το γεγονός ότι ο οδηγός του φορτηγού-νταλίκας πραγματοποίησε ελιγμό προς τα δεξιά, τη στιγμή που ο οδηγός της μοτοσικλέτας πραγματοποιούσε την προσπέραση, και ότι το εμπρόσθιο τμήμα του τράκτορα εισήλθε κατά ένα μικρό μέρος στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, προκύπτει από το γεγονός ότι οι πίσω αριστεροί τροχοί του επικαθήμενου του φορτηγού πατούσαν τη διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή, επί της οποίας έγινε η καταπλάκωση της μοτοσικλέτας και του οδηγού της από αυτούς. (Ακολουθεί αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων)......

Σύμφωνα, όμως, με όσα έχουν αναφερθεί το ατύχημα και τα τραγικά αποτελέσματά του οφείλονται κατά κύριο λόγο σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του παραπάνω οδηγού (Κ. Μ.) η οποία συνίσταται στο ότι ο οδηγός αυτός, αν και οδηγούσε φορτηγό-νταλίκα και έπρεπε να κινείται στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας που ακολουθούσε (άρθρο 16 παρ. 2 ΚΟΚ) δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε (άρθρο 12 παρ. 1 ΚΟΚ και 330 ΑΚ) και μπορούσε να καταβάλλει και επιπλέον, ενώ πραγματοποίησε ελιγμό προς τα δεξιά και το εμπρόσθιο τμήμα του φορτηγού (τράκτορας) εισήλθε κατά ένα μέρος στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως, όπως επίσης ήταν υποχρεωμένος (άρθρο 21 παρ. 1 και 2 ΚΟΚ) αν μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο ή χωρίς παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού και ειδικότερα του οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλης μοτοσικλέτας που εκινείτο στο άκρο αριστερό τμήμα της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας και βρισκόταν σε διαδικασία προσπεράσματος. Αν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή και ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, θα αντιλαμβανόταν την ως άνω μοτοσικλέτα και θα παρείχε σε αυτή την οφειλόμενη προτεραιότητα.

Αντίθετα εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας απότομα και απροειδοποίητα, τη στιγμή που το ως άνω όχημα πραγματοποιούσε προσπέραση, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνιδιαστικά και από ελάχιστη απόσταση στην πορεία του. Με υπαιτιότητα (αμέλεια), ωστόσο, βαρύνεται και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 40% και ο οδηγός της μοτοσικλέτας Α.

Τ. Μ.. Η αμέλεια του οδηγού τούτου συνίσταται στο ότι δεν κατέβαλε, κατά την οδήγηση της μοτοσικλέτας του την επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, σύμφωνα με τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, την κοινή πείρα και λογική. Ειδικότερα επιχείρησε να προσπεράσει τα δύο προπορευόμενα φορτηγά αυτοκίνητα, περνώντας ανάμεσά τους, χωρίς να προειδοποιήσει έγκαιρα γι’ αυτό και χωρίς να ελέγξει αν μπορεί να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας (άρθρο 17 παρ. 1 και 2 ΚΟΚ).

Μάλιστα επιχείρησε την προσπέραση χωρίς να υπάρχει αρκετός χώρος ανάμεσα στα δύο οχήματα που προσπερνούσε, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 5 του ΚΟΚ, που ορίζει ότι ο οδηγός, κατά το προσπέρασμα, υποχρεούται να αφήνει στο όχημα που προσπερνά αρκετό χώρο παραπλεύρως. Η οδήγηση δε αυτή γινόταν πιο δυσχερής και επικίνδυνη από το γεγονός ότι στο τιμόνι της μοτοσικλέτας είχε κρεμάσει και μετέφερε δύο σακούλες με πάτους υποδημάτων, και από το γεγονός ότι το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό από τη βροχή που είχε πέσει.

Ενόψει τούτων η ένσταση συνυπαιτιότητας (άρθρο 300 ΑΚ), που οι πρώτος, τρίτος και πέμπτη των εναγομένων προέβαλαν πρωτοδίκως και επανέφεραν νόμιμα με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος, ως κατά ένα μέρος ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζήτησαν αποζημίωση για τη θετική ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από το θάνατο του προαναφερόμενου οδηγού του δικύκλου μοτοποδηλάτου, στην οικογένεια του οποίου ανήκουν, που συνέβη από αμέλεια του δεύτερου των αναιρεσειόντων κατά την οδήγηση αυτοκινήτου, κυριότητας του τρίτου τούτων και ασφαλισμένο για ζημιές τρίτων στην πρώτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία.

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε απορρίψει ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας του προαναφερόμενου οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, στην οποία υπαιτιότητα και τον αιτιώδη σύνδεσμο αυτής με το επελθόν αποτέλεσμα στηρίζεται η αγωγική αξίωση, ανεξάρτητα από την αμέλεια του θύματος, έτσι ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε για να δικαιολογηθεί η εφαρμογή τους.

Ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνονται ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες επέλευσης του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, και τη συναρτώμενη με αυτές υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου οδηγού, και πιο συγκεκριμένα ως προς τη θέση του δικύκλου μοτοποδηλάτου στο οδόστρωμα πριν από το ατύχημα, καθ’ όσον δέχεται ότι το δίκυκλο μοτοποδήλατο του θανόντος συγγενούς των αναιρεσιβλήτων κατά το χρόνο που προσπερνούσε το προπορευόμενο τούτου κλειστό φορτηγό, εκινείτο στο άκρο αριστερό τμήμα της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Πειραιώς με κατεύθυνση προς Πειραιά πλησίον της διαχωριστικής γραμμής των δύο λωρίδων του ίδιου ρεύματος και ότι απείχε 0,50 μ.

από το κινούμενο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της ίδιας κατεύθυνσης, όχημα που οδηγούσε ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, τράκτορας με επικαθήμενο (νταλίκα), παράλληλα δέχεται ότι το τελευταίο αυτό όχημα απείχε κατά τον ίδιο χρόνο από τη διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή 0,50 μ. και συνεπώς κατά λογική ακολουθία τούτων το δίκυκλο μοτοποδήλατο έπρεπε κατά τον ίδιο χρόνο να κινείται επί της διαχωριστικής γραμμής και όχι εντός της δεξιάς λωρίδας, στην οποία κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε χώρα η σύγκρουση των οχημάτων.

Περαιτέρω ενώ δέχεται ότι η δίκυκλη μοτοσικλέτα προσέκρουσε κατ’ αρχήν στον οπίσθιο δεξιό τροχό του τράκτορα και ακολούθως εκτινάχθηκε διαγώνια προς τα εμπρός και δεξιά και αφού ανατράπηκε με την αριστερή της πλευρά, προσέκρουσε πλαγιασμένη στο κέντρο της δεξιάς πλευράς και στο κάτω μέρος αυτής του κινούμενου στη δεξιά λωρίδα κλειστού φορτηγού, ακολούθως δέχεται ότι προσέκρουσε στο κάτω τμήμα της αριστερής πλευράς του κλειστού φορτηγού.

Επίσης ενώ δέχεται ότι κατά το χρόνο που η δίκυκλη μοτοσικλέτα προσπερνούσε εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας το προπορευόμενο αυτής φορτηγό, ο οδηγός της νταλίκας κινήθηκε αιφνίδια και ανεξέλεγκτα δεξιά σε σχέση με την πορεία του και ότι ο τράκτορας εισήλθε κατά ένα μέρος στη δεξιά λωρίδα και το επικαθήμενο-συρόμενο τμήμα του οχήματός του "πάτησε" με τους πίσω δεξιούς τροχούς τη διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας, ακολούθως δέχεται ότι το εμπρόσθιο τμήμα του τράκτορα εισήλθε κατά ένα μικρό μέρος στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ότι οι πίσω αριστεροί τροχοί του επικαθήμενου πατούσαν τη διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή, γεγονός που σε κάθε περίπτωση συναρτάται με την έκταση της επιφάνειας που κατέλαβε το ίδιο όχημα εντός της δεξιάς λωρίδας, η οποία δεν προσδιορίζεται.

Εξάλλου δε διευκρινίζεται πως, ενώ κατά τον προ του ατυχήματος χρόνο στην δεξιά λωρίδα εκινείτο το κλειστό φορτηγό παράλληλα με την νταλίκα σε απόσταση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης σχεδόν 1,5 μέτρου, δηλαδή μεταξύ των δύο ομορρόπως κινουμένων φορτηγών, περίπου στο ίδιο ύψος, υπήρχε απόσταση σχεδόν 1,5 μ., δε συγκρούσθηκαν τα δυο αυτά οχήματα ή και άλλα ενόψει της παραδοχής ότι κατά τον ίδιο χρόνο υπήρχε πυκνή κυκλοφορία, με την αιφνίδια είσοδο του τράκτορα στη δεξιά λωρίδα, αφού κατά τις ίδιες παραδοχές οι πίσω δεξιοί ή αριστεροί τροχοί του επικαθήμενου πατούσαν τη διαχωριστική γραμμή και συνεπώς θα κάλυπτε το όχημα αυτό επιφάνεια της δεξιάς λωρίδας πολύ μεγαλύτερη από 1,5 μ.

που χώριζε τα δύο οχήματα σε συνδυασμό και με την παράλειψη αναφοράς πραγματοποίησης ελιγμού του οδηγού του κλειστού φορτηγού προς αποφυγή της σύγκρουσης. Επίσης δε διευκρινίζεται ποια ήταν η τελική θέση μετά τη σύγκρουση των οχημάτων που ενεπλάκησαν σ’ αυτήν.

Συνεπώς είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής λόγω αντιφατικών, ασαφών και ελλιπών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους διαδίκους της αναιρετικής δίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 εδ. ε’ του Ν. 4055/2012, στους καταθέσαντες και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της πρώτης των αναιρεσειόντων που παραστάθηκε (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3154/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της πρώτης των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκε, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Σεπτεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ