1583/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.117/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1583/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά την παρ.3 του άρθρου 14 ΚΠΔ "ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση απόφασης, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση η αναίρεση αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις". Η νομολογία των ποινικών μας δικαστηρίων περιόρισε την εφαρμογή της επίμαχης πρόβλεψης σε αυστηρά πλαίσια χρησιμοποιώντας σημείο αναφοράς το γράμμα του νόμου (Λ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1583 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1583/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.117/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πανταζή, για αναίρεση της υπ’ αριθ.26/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Το Πενταμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. .../29-7-2015 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 18/2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Πριν την έναρξη της συζητήσεως της προκειμένης υποθέσεως εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας Παναγιώτης Πανταζής και δήλωσε στο δικαστήριο ότι η αναιρεσείουσα είναι συνταξιούχος, από το 2014, δεν έχει πληρωθεί μέχρι σήμερα τη σύνταξή της δεν έχει χρήματα και δεν μπορεί να καλύψει προς το παρόν τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας και ζήτησε, για το λόγο αυτό αναβολή της δίκης. Το αίτημα όμως, αυτό είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, διότι τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά, δεν συνιστούν ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση που να δικαιολογούν την αναβολή της δίκης κατ’ άρθρο 515 παρ.1 ΚΠοινΔ.
Η υπό κρίση, από 28-7-2015 αίτηση της κατηγορουμένης, Π. Κ. του Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 26/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, με την οποία καταδικάσθηκε αυτή (αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη) σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών για απάτη από την οποία το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ μετατραπείσα σε χρηματική ποινή από πέντε (5) ευρώ ημερησίως ασκήθηκε νομότυπα εμπρόθεσμα και παραδεκτά, περιέχουσα ως λόγους αναιρέσεως, α)την απόλυτη ακυρότητα, β)την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και γ)την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (αρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Α’ Δ’ και Ε’ ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α’ Κ.Π.Δ., ως λόγος για την αναίρεση της αποφάσεως μπορεί να προβληθεί και η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που συνέβη στο ακροατήριο. Τέτοια ακυρότητα επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 εδ.α’ του ίδιου Κώδικα όταν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του Οργανισμού δικαστηρίων και του νόμου περί μεικτών ορκωτών δικαστηρίων.
Εξάλλου, κατά την παρ.3 του άρθρου 14 ΚΠΔ "ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση απόφασης, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση η αναίρεση αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις". Η νομολογία των ποινικών μας δικαστηρίων περιόρισε την εφαρμογή της επίμαχης πρόβλεψης σε αυστηρά πλαίσια χρησιμοποιώντας σημείο αναφοράς το γράμμα του νόμου (Λ.
Μαργαρίτης σε Υπέρ. 1992, σελ 548). Έτσι, από το συνδυασμό των προηγούμενων διατάξεων με αυτήν του άρθρου 341 του ΚΠΔ σαφώς προκύπτει ότι η αίτηση ακυρώσεως διαδικασίας εκδικάζεται από το δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την υπό ακύρωση απόφαση και ότι στη σύνθεση του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου θα εισαχθεί η υπόθεση προς νέα εκδίκαση, μετά την παραδοχή της αιτήσεως ακυρώσεως, δεν αποκλείεται η συμμετοχή του ή των δικαστών που εξέδωσαν την προηγουμένη απόφαση.
Επομένως, η αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι το Πενταμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου που δίκασε την κατηγορία και δημοσίευσε την ήδη προσβαλλομένη, με αρ.26/2015 απόφαση του, συγκροτήθηκε με την συμμετοχή των ίδιων δικαστών που εξέδωσαν, ερήμην της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, την με αρ. 51/2014 καταδικαστική κατ’ αυτής απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, η οποία στη συνέχεια ακυρώθηκε, κατ’ άρθρον 341 Κ.Π.Δ, με την με αρ. 7/2015 απόφαση του, μετά την οποία, σε νέα συζήτηση εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, δεν θεμελιώνει τον λόγο αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 510 παρ.1 ΚΠΔ) και ο σχετικός πρώτος λόγος του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, αδιάφορα αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή.
Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη.
Ως βλάβη νοείται και η χειροτέρευση της περιουσίας, έστω και αν υπάρχει ενεργός αξίωση κατά του δράστη ή τρίτου προς αποκατάσταση της βλάβης. Το έγκλημα της απάτης συντελείται, εφόσον συντρέχουν και τα λοιπά στοιχεία αυτού, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με αθέμιτη πράξη ή παρασιώπηση αληθινών, εφόσον αυτή υπήρξε η παραγωγός αιτία της παραπλανήσεως αυτού που εξαπατήθηκε.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ.,3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) ....β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ και ήδη 120.000 ευρώ (το ποσό των 120.000 ορίστηκε με την παρ. 1 του άρθρου 25 του ν.4055/2012).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.
Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ.1 ΠΚ "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α)σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της.
Ως γεγονότα θεωρούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης.
Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε, δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται, αρκεί να μπορεί από τον νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης.
Πρέπει δηλαδή, ανάμεσα στη βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επιδιώκει ο δράστης, να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποία (υλική αντιστοιχία) προκύπτει και ο χαρακτήρας του εγκλήματος της απάτης, ως εγκλήματος περιουσιακής μεταθέσεως. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ 4 v.. 2721/1999 και τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά αναπροσαρμόστηκαν με το άρθρο 25 ν 4055/2012 , "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών:
α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ". Χρόνος δε τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίον ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος κατά τον οποίον επήλθε το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης του παθόντος (βλ.
σχετ. ΑΠ 1749/2009, 1453/2009, ΑΠ 1095/2009, ΑΠ 33/2011 ΑΠ 109/2011, ΝΟΜΟΣ Ηλεκτρ.Εκδ.Νομ/γίας).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου με την προσβαλλόμενη 26/2015 απόφασή του όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού και διατακτικού που παραδεκτά συμπληρώνουν την αιτιολογία της αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα ως προς το είδος τους αποδεικτικά μέσα δέχθηκε κατ’ την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η κατηγορομένη από του έτους 1998 έως το Μάρτιο του έτους 2001, οπότε και καταγγέλθηκε η εργασιακή της σχέση , ήταν επόπτρια του υποκαταστήματος της ασφαλιστικής εταιρίας ... στη…. Οι δε εγκαλούσες συναλλάσσονταν επί σειρά ετών με την προαναφερόμενη εταιρία πραγματοποιώντας επενδύσεις κεφαλαίων και συμμετέχοντας σε επενδυτικά της προγράμματα.
Στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2000, καθώς και τον Ιούνιο του έτους 2001 η κατηγορουμένη , ενώ είχε ήδη καταγγελθεί η εργασιακή της σχέση με την παραπάνω εταιρία, παρέστησε ψευδώς στις εγκαλούσες , Μ. Σ. και Δ. Σ., ότι τάχα εξακολουθούσε να διευθύνει το γραφείο της εταιρίας στη …, καθώς και ότι αυτό υποστηριζόταν από τον μεγάλο χρηματοοικονομικό όμιλο της "...", ότι η ίδια είχε προσωπικές σχέσεις και επαφές με τον ιδιοκτήτη του ομίλου Ψ., ότι η επένδυση που τους πρότεινε ήταν ασφαλής και ότι δήθεν είχε μεγάλη ακίνητη περιουσία στη Θεσσαλονίκη και στην Χαλκιδική, προκειμένου να τις πείσει για τη φερεγγυότητα της.
Με αυτόν τον τρόπο, τις έπεισε να επενδύσουν κεφάλαια διά μέσου της ιδίας, ως ασφαλίστριας και διευθύνουσας το υποκατάστημα της ….
Συγκεκριμένα τις έπεισε να καταβάλουν στην ίδια προσωπικά το χρηματικό ποσό των 37.500.000 δρχ (110.051 ευρώ) και 18.800 ευρώ αντίστοιχα, εγχειρίζοντας τους ταυτόχρονα ως ασφάλεια προσωπικές της μεταχρονολογημένες επιταγές, οι οποίες ενσωμάτωναν το ως άνω κεφάλαιο, καθώς και την απόδοση του και συγκεκριμένα τους ενεχείρισε την με αριθμ. ...
επιταγή της τράπεζας Εργασίας, ποσού 47.818.211 δρχ. (140.332, 24 ευρώ), φερομένης εκδόσεως 24.12.2001 και την με αριθμ.... επιταγή της ιδίας Τράπεζας, ποσού 21.078,21 ευρώ, φερομένης εκδόσεως 30.5.2002 αντίστοιχα. Οι επιταγές όμως αυτές δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνιση τους λόγω έλλειψης αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό της.
Η αλήθεια ωστόσο, την οποία η κατηγορουμένη εγνώριζε, ήταν ότι, κατά τον χρόνο των προπεριγραφόμενων συναλλαγών ουδεμία σχέση συνέδεε την κατηγορουμένη με την εταιρία ..., αφού η τελευταία είχε ήδη καταγγείλει την σύμβαση με την κατηγορουμένη, λόγω διαχειριστικών παρατυπιών εκ μέρους της, (βλ. από 26-3-2001 εξώδικη καταγγελία - επιστολή), η δε κατηγορουμένη, δεν διέθετε μεγάλη ακίνητη περιουσία, ούτε και φερεγγυότητα, αφού το μοναδικό της περιουσιακό στοιχείο συνίστατο στο 1/2 μιας οικίας, το οποίο ήταν κατασχεμένο από το Δημόσιο.
Τα παραπάνω γεγονότα, τα οποία διαμόρφωσαν τα δικαιοπαραγωγικά αίτια της βούλησης των εγκαλουσών, εάν οι τελευταίες τα γνώριζαν, δεν θα προέβαιναν στην καταβολή των ανωτέρω ποσών στην κατηγορουμένη, Με τον τρόπο αυτόν κατηγορουμένη αποκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 129. 598 ευρώ, δηλαδή όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και βλάπτοντας ταυτόχρονα την περιουσία των εγκαλουσών, με το αντίστοιχο ποσό.
Ο ισχυρισμός που προέβαλε πρωτοδίκως, ότι δηλαδή ενεργούσε για λογαριασμό και ως αντιπρόσωπος του Κ.Κ., ο οποίος ήταν ο πραγματικά συναλλασσόμενος στην επίδικες συναλλαγές, καθώς και ότι εξέδωσε τις επιταγές για τη δική του εξυπηρέτηση και για λογαριασμό του, ενώ οι εγκαλούσες κατά τις συναλλαγές τους απέβλεπαν στο πρόσωπο του Κ.Κ.
και όχι στο δικό της, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, δεδομένου μάλιστα ότι έρχεται σε προφανή αντίθεση με το γεγονός ότι, όπως η ίδια ομολόγησε, προέβη στις επίδικες συναλλαγές επισκεπτόμενη η ίδια "σε κοινωνική επίσκεψη" τις εγκαλούσες στην κατοικία τους, γεγονός που κατά τους κανόνες της κοινής πείρας καταδεικνύει προσπάθεια πειθούς και σε κάθε περίπτωση, δεν θα συνέβαινε εάν ενεργούσε για λογαριασμό του Κ.
Κ., με τον οποίο οι εγκαλούσες συναλλάσσονταν απ’ ευθείας επί σειρά ετών και τον οποίο γνώριζαν πολύ καλά. Σημειώνεται ότι για τις προαναφερόμενες ακάλυπτες επιταγές εκδόθηκε ύστερα από αίτησης των εγκαλουσών η …/2002 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, η εκτέλεση της οποίας κατέστη ατελέσφορη, διότι η κατηγορουμένη δεν διέθετε περιουσιακά στοιχεία.
Κατά της διαταγής δε πληρωμής η κατηγορουμένη δεν άσκησε ανακοπή, ούτε άλλο ένδικο μέσο, προκειμένου να προβάλει τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της, κίνηση στην οποία προφανώς θα προέβαινε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, και μάλιστα για ένα τόσο μεγάλο ποσό, το οποίο είχε επιδικασθεί εις βάρος της, εάν ήταν βάσιμος ο εν λόγω ισχυρισμός της.
Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, ενόψει των ψευδών ισχυρισμών της κατηγορουμένης, η οποία, όπως αποδείχθηκε, είχε ήδη ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση της απέναντι στις εγκαλούσες, {εφόσον κανένα στοιχείο της προσωπικής της περιουσιακής και επαγγελματικής της κατάστασης δεν συνηγορούσε στο ότι θα πληρώνονταν οι επιταγές τις οποίες εξέδωσε, και μάλιστα τέτοιου ποσού}, οι οποίοι (ισχυρισμοί) κατέτειναν στην πραγματοποίηση από την πλευρά των εγκαλουσών των επίδικων συναλλαγών, και ενόψει επίσης των απατηλών διαβεβαιώσεων της, οι οποίες εδόθησαν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν πειστικά την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως της υποχρέωσης της απέναντι στις εγκαλούσες, με βάση την εμφανιζόμενη κατά τα προαναφερθέντα ψευδή κατάσταση πραγμάτων, αλλά και με βάση την πρόθεση της να περιποιήσει στον εαυτό της περιουσιακό όφελος με την ιδιοποίηση των ανωτέρω ποσών με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των εγκαλουσών, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειές της συγκροτείται, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος που της αποδίδεται.
Επομένωνς, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της διωκόμενης απάτης, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 120.000 ευρώ. Τέλος αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη έζησε μέχρι τον χρόνο τέλεσης του αδικήματος έντιμη ατομική, οικογενειακή και εν γένει κοινωνική ζωή και συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο σχετικά διάστημα μετά την τέλεση αυτού και συνεπώς πρέπει να της αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α και Ε’ ΠΚ να απορριφθεί δε ως αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός της για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης των μη ταπεινών αιτίων, αφού δεν αποδείχθηκαν περιστατικά που να τον θεμελιώνουν.
Ακολούθως το δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη του ότι: Στη ..., στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2000, τον Ιούνιο του έτους 2001, στις 30-5-2002 με δύο ή περισσότερες πράξεις πραγμάτωσε δύο ή περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα: Α)με περισσότερες από μία πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος με σκοπό να αποκομίσει η ίδια ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παράσταση αληθινών γεγονότων και ειδικότερα:
στη ... στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2000, τον Ιούνιο του έτους 2001 παρέστησε ψευδώς στις μηνύτριες Μ. Σ. και Δ. Σ., ότι στο γραφείο, που διηύθυνε υποστηριζόταν από τον μεγάλο χρηματοοικονομικό όμιλο της "...", ότι είχε προσωπικές σχέσεις και επαφές με τον ιδιοκτήτη του ομίλου Ψ., ότι η επένδυση που τους πρότεινε ήταν σίγουρη και ότι είχε μεγάλη ακίνητη περιουσία στη Θεσσαλονίκη και στην Χαλκιδική και με αυτόν τον τρόπο τις έπεισε να της καταβάλλουν το χρηματικό ποσό των 37.500.000 δρχ.
ή 110.051 ευρώ και 18.800 ευρώ αντίστοιχα εγχειρίζοντας τους ταυτόχρονα την υπ’ αριθμ. ... επιταγή της τράπεζας Εργασίας, ποσού 47.818.211 δρχ. ή 140.332, 24 ευρώ, φερομένης εκδόσεως 24.12.2001 και την υπ’ αριθμ.... επιταγή της ιδίας Τράπεζας, ποσού 21.078,21 ευρώ, φερομένης εκδόσεως 30.5.2002 αντίστοιχα, πλην όμως αυτές δεν πληρώθηκαν επί τη εμφανίσει τους λόγω έλλειψης αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων, ενώ η ...
είχε καταγγείλει την σύμβαση με την κατηγορουμένη, λόγω διαχειριστικών παρατυπιών, δεν διέθετε μεγάλη περιουσία, αφού το μοναδικό της περιουσιακό στοιχείο συνίστατο στο 1/2 μιας οικίας, το οποίο ήταν κατασχεμένο από το Δημόσιο, γεγονότα, που αν γνώριζαν οι μηνύτριες δεν θα κατέβαλλαν το ανωτέρω ποσό, αποκομίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 129. 598 ευρώ, το οποίο ξεπερνάει το ποσό των 120.000 ευρώ και βλάπτοντας ταυτόχρονα την περιουσία των μηνυτριών, με το αντίστοιχο ποσό.
ΔΕΧΕΤΑΙ ότι η κατηγορουμένη μέχρι τον χρόνο, που διέπραξε το αδίκημα, έζησε έντιμη οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. ΔΕΧΕΤΑΙ ότι η κατηγορουμένη συμπεριφέρθηκε καλά, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, μετά την πράξη της . Ακολούθως, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη για τέλεση απάτης κατεξακολούθηση, από την οποία το παράνομο περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120000) ευρω και της επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών.
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της απάτης από την οποία το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, της οποίας κηρύχθηκε ένοχη και καταδικάστηκε η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτό συνήγαγε τα σχετικά περιστατικά και τις νομικές σκέψεις με βάση τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 και 386 παρ.1 και 3β ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας: α) δεν αναφέρονται αντιφατικώς, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο χρόνο καταγγελίας της συμβάσεως που συνέδεε την κατηγορουμένη με την εταιρία ..., με την οποία, συγκεκριμένη, εμφανιζόμενη από την ίδια ως ενέχουσα ασάφεια, επιχειρεί, περαιτέρω, να προσδώσει βασιμότητα σε επικαλούμενη από αυτήν αντίφαση των παραδοχών της απόφασης ως προς τις ίδιες τις ψευδείς παραστάσεις στις οποίες θεμελιώνεται η αντικειμενική υπόσταση της απάτης.
Ο χρόνος αυτός τοποθετείται με σαφήνεια στον μήνα Μάρτιο του έτους 2001, β) όχι μόνο στο διατακτικό αλλά και στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρεται ότι η πράξη της απάτης δεν τελέστηκε άπαξ αλλά με περισσότερες, δύο(2) διακεκριμένες αλλήλων μερικότερες πράξεις, με χρόνο τελέσεως, η πρώτη τις αρχές Ιανουαρίου 2000 κα η δεύτερη τον Ιούνιο 2001, με αυτοτελή από κάθε ζημία πράξη, .ανερχόμενη, από την πρώτη στο ποσό των 110.051 ευρώ και από την δεύτερη στο ποσό των 18.800 ευρώ, ως αποτέλεσμα, η κάθε πράξη, πλάνης των εξαπαταθέντων, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά της κατηγορουμένης.
Ρητώς δε στο διατακτικό της αποφάσεως διακρίνεται ενότητα δόλου στις μερικότερες αυτές πράξεις και χαρακτηρίζεται ότι αυτές συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος της απάτης από την οποία το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό 120.000 ευρώ. Η παρατιθέμενη στην αρχή του διατακτικού ημερομηνία 30-5-2002, από τις ακολουθούσες διατυπώσεις του ιδίου διατακτικού και τις παρατιθέμενες στο σκεπτικό παραδοχές, είναι πρόδηλο ότι αναφέρεται στην μεταχρονολογημένη με αυτή φερομένη ημερομηνία ακάλυπτη επιταγή της Τράπεζας Εργασίας, με αρ ..., ποσού 21.078, 21 ευρώ, που μεταβιβάστηκε για δήθεν εξασφάλιση μιας των παθουσών και όχι ως συγκροτούσα αυτοτελή πράξη, πέραν των δύο μερικότερων αναφερομένων πράξεων απάτης.
Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που με επίκληση τους ανωτέρω λόγους συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας είναι, ως εκ τούτου, απορριπτέες ως απαράδεκτες, Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ.1Δ και Ε ΚΠΔ επικαλούμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως βάσιμοι.
Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.
Όταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρηση της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ.
Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την παρ. 2 στοιχ. β του άρθρου αυτού, δηλαδή το ότι "ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης".
Στην ελαφρυντική αυτή περίσταση, αναφέρονται, είτε, οι τελευταίες τρεις υποπεριπτώσεις, στη ψυχολογική σχέση του δράστη της αξιόποινης πράξης με τρίτο πρόσωπο, είτε σε κακοβουλία(ταπεινά αίτια), είτε στην άσχημη οικονομική κατάσταση του υπαιτίου (μεγάλη ένδεια). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος, που εκπροσωπούσε την αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και την επί της ενοχής πρόταση του εισαγγελέα, αφού έλαβε το λόγο ζήτησε την αναγνώριση, εκτός της ελαφρυντικής περίστασης από το εδ α του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, η οποία και αναγνωρίστηκε και έτερης από τις ενδεικτικά απαριθμούμενες περιστάσεως από το άρθρο 84 ΠΚ, αυτής της παρ.2 εδ.
β, που είχε προφορικά αναπτύξει και καταθέσει γραπτά, ως εξής: "Ότι δεν ωθήθηκε στην τέλεση της πράξης από ταπεινά αίτια και ότι έπεσε θύμα των Γ. Κ., ο οποίος εκμεταλλευόμενος τη συναισθηματική τους σχέση ζήτησε να τον εξυπηρετήση η δια της εκδόσεως των συγκεκριμένων επιταγών προς ευκολία του και ότι την εξαπάτησε ότι θα προέβαινε στην πληρωμή τους" (οράτε σελ. 3 και 4 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
Έτσι όμως όπως προτάθηκε ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της τελευταίας αυτής ελαφρυντικής περίστασης ήταν μη νόμιμος, δεδομένου ότι τα επικαλούμενα περιστατικά, στα οποία στηρίζεται, συνιστούν στην πραγματικότητα άρνηση της κατηγορίας, για την οποία όμως το Δικαστήριο, με την περί της ένοχης κρίση του, δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν (σχετ.ΑΠ 1249/15, 122/15).
Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό, τον οποίο, παρά ταύτα, απέρριψε με την αιτιολογία ότι δεν απεδείχθησαν τα περιστατικά που να θεμελιώνουν τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, συναφής λόγος αναιρέσεως, ότι η απόφαση στερείται της κατά νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά την απόρριψη στον υποβληθέντα ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 100 παρ.1 του ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 67 παρ. 3 του ν. 3994/2011, "αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη από τρία έτη και μέχρι πέντε έτη και συντρέχει στο πρόσωπο του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ.1, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί επιβολής ποινής φυλακίσεως μεγαλύτερης των τριών και μέχρι πέντε ετών, το δικαστήριο, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ.1 του ΠΚ (μη καταδίκη σε στερητική της ελευθερίας ποινή υπερβαίνουσα το έτος), είναι υποχρεωμένο, και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος, να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής υπό όρους και μόνο αν δεν δεχθεί την αναστολή αυτή, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψη της ειδικά και εμπεριστατωμένα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, διαφορετικά ιδρύεται, από την έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη καταδικάσθηκε, όπως αναφέρθηκε, σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική. Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά την έκδοση της αποφάσεως επί της ποινής, ο συνήγορος της ζήτησε την αναστολή εκτελέσεως της ως άνω ποινής φυλακίσεως κατ’ άρθρο 100 παρ. 1 του ΠΚ.
Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με την αιτιολογία, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, ότι: " λόγω της φύση της τελεσθείσας πράξης και του οργανωμένου και συστηματικού τρόπου τέλεσης αυτής, αλλά και για την αποτροπή τέλεσης από την κατηγορουμένη άλλων αξιόποινων πράξεων απαιτείται η εκτέλεση, της ποινής, που της επιβλήθηκε".
Με τις παραδοχές αυτές, το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε, ως προς την απόρριψη του αιτήματος της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης περί αναστολής της ποινής που της επιβλήθηκε, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία, αφού μνημονεύει ειδικώς στοιχεία (περιστάσεις τελέσεως πράξεως και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τελέσεως), με βάση τα οποία έκρινε ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει αυτήν από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων, (σχετ ΑΠ 295/15).
Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 82 παρ. 1 ΠΚ, όπως η παράγραφος 1 αντικαταστάθηκε ως άνω με την υποπαράγραφο ΙΓ.1. εδαφ.1 άρθρου πρώτου Ν.4093/12-11-2012 "Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που δεν υπερβαίνει το ένα έτος μετατρέπεται σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από ένα έτος και δεν υπερβαίνει τα δύο μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν ο δράστης είναι υπότροπος και το δικαστήριο με απόφαση του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων.
Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το δικαστήριο με απόφαση του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων". Εξάλλου με το άρθρο Ι του Ν. 3904/2010 (ΦΕΚ Α’ 218/23-12-2010) αντικαταστάθηκε το άρθρο 82 του Π Κ και στο εδάφιο α’ της παραγράφου 3 ορίσθηκε ότι "κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό από τρία (3) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ", με την παράγραφο 2 δε του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι "το ποσό της μετατροπής καθορίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, αφού ληφθεί υπόψη η προσωπική και οικονομική κατάσταση του δράστη, για τον προσδιορισμό της οποίας λαμβάνονται υπόψη τα καθαρά έσοδα που έχει από την εργασία του κατά μέσο όρο κάθε ημέρα, άλλα εισοδήματα και η περιουσία του, καθώς και οι οικογενειακές του υποχρεώσεις.
Άλλες υποχρεώσεις του μπορούν επίσης να συνυπολογισθούν από το δικαστήριο". Ακολούθως με το άρθρο πρώτο άρθρο παρ. ΙΓ.1 περίπτ. 2 του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α’ 222/12-11-2012) αντικαταστάθηκε και η παράγραφος 3 του άρθρου 82 του ΠΚ και κάθε μέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό από πέντε (5) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ. Για τις πράξεις που τελέσθηκαν μετά την 23-12-2010, ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν. 3904 /2010, το ποσό μετατροπής είναι από 3-100 ευρώ για τη φυλάκιση με βάση τον προαναφερθέντα νόμο.
Για τις πράξεις που τελέσθηκαν μετά την 29-6-2008, το ποσό μετατροπής είναι από 10-60 ευρώ, για τη φυλάκιση με βάση την υπ’ αριθ. 50492/2008 κοινή Υπουργική Απόφαση Υπ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης, ενώ, για αυτές που τελέσθηκαν από 29-11-2006 μέχρι 29-6-2008, το ποσό μετατροπής ανερχόταν για κάθε ημέρα φυλάκισης από 5-59 ευρώ, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 58554/2006 Υπουργική Απόφαση που είχε δημοσιευθεί στο ΦΕΚ Β 776/28-10-2006 με ισχύ ένα μήνα μετά τη δημοσίευση της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Για τις πράξεις που είχαν τελεσθεί προηγούμενα, το ποσό μετατροπής για κάθε ημέρα φυλάκισης ανερχόταν από 4,40-59 ευρώ σύμφωνα με την Υπουργική Απόφαση 134423 α /8-12-1992 Υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β 11/20-1-1993). Κατά το χρόνο τελέσεως της κρινόμενης πράξεως (αρχές Ιανουαρίου 2000, Ιούνιος 2001) η μετατροπή της κάθε ημέρας φυλάκισης είχε καθορισθεί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, από 4,40 έως 59 ευρώ.
Οι διατάξεις περί μετατροπής της ποινής φυλάκισης σε χρηματική τόσο ως προς το όριο μετατροπής, όσο και ως προς το ποσό μετατροπής, είναι ουσιαστικού δικαίου, και συνεπώς εφαρμόζεται πάντοτε το ηπιότερο περί μετατροπής δίκαιο. Από τα εκτιθέμενα ανωτέρω, ευμενέστερη διάταξη είναι η καθορίζουσα ως ποσό μετατροπής της φυλάκισης διάταξη του Ν. 3904/2010, με την οποία αντικαταστάθηκε το άρθρο 82 ΠΚ και συνεπώς αυτή θα έπρεπε να τύχει εφαρμογής κατά την εκδίκαση της κρινόμενης υπόθεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επιτρεπτώς επισκοπούμενα για τον έλεγχο των αναιρετικών λόγων πρακτικά της δίκης (σελ.39 πρακτικών), προκύπτει ότι μετά την απαγγελία της αποφάσεως για την επιβολή ποινής φυλακίσεως στην κατηγορούμενη, το δικαστήριο με την απόφαση του μετέτρεψε τη στερητική της ελευθερίας ποινή της φυλάκισης προς πέντε (5) ευρώ την ημέρα, το οποίο, ποσό καταβολής,δεν κωλυόταν το Δικαστήριο και υπό το κράτος ισχύος του Ν.4093/2012 να ορίσει αφού αυτό βρίσκεται μέσα στα ανωτέρω πλαίσια του ποσού της μετατροπής (3-100 ευρώ), διαλαμβάνοντας στην σχετική απόφαση του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί του ζητήματος αυτού σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 82 Π.Κ.
με αναφορά στην αιτιολογία ότι για τον καθορισμό του συγκεκριμένου ποσού της μετατροπής λήφθηκε υπόψη και η οικονομική κατάσταση της κατηγορουμένης.
Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-7-2015 αίτηση της κατηγορουμένης Π. Κ. του Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ.26/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ