1583/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 10-2-2009 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 30-3-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4023/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5005/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-6-2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 11-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 5005/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated1583/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως η κρίση για το αν τα πραγματικά περιστατικά που κυριαρχικά διαπίστωσε το δικαστήριο της ουσίας επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος που επήλθε υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Δεν αποκλείεται κατ' αρχήν, η ύπαρξη υπαιτιότητας, από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε συνυπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.
Full text
Απόφαση 1583 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1583/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Π. του Β. χήρας Κ. Χ., 2 Γ. Χ. του Κ., 3 Π. Χ. του Κ., 4 Π. Χ. του Κ. και 5 Π. χήρας Γ. Χ., το γένος Σ. Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Σκουλαρίκα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, αφού ανακάλεσε την δήλωση του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 10-2-2009 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 30-3-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4023/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5005/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-6-2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 11-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 5005/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 καί 914 ΑΚ συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση σε σύγκρουση αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του οδηγού που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του οδηγού αυτού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.
Τέτοιος σύνδεσμος πρόσφορος για την επέλευση του αποτελέσματος υπάρχει όταν η σχετική πράξη ή παράλειψη του ζημιώσαντος ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει τη ζημία. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Όμως η κρίση για το αν τα πραγματικά περιστατικά που κυριαρχικά διαπίστωσε το δικαστήριο της ουσίας επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος που επήλθε υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Δεν αποκλείεται κατ' αρχήν, η ύπαρξη υπαιτιότητας, από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε συνυπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.
Περαιτέρω, ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός πταίσματος των υπαίτιων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται οπό μόνο το γεγονός ότι ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ, αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων αυτού από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος.
Αποτελεί απλά στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του αποτελέσματος που επήλθε. Πλην όμως, ο βαθμός πταίσματος εκάστου υπαιτίου οδηγού συνιστά κρίση περί τα πραγματικά περιστατικά και δεν υπόκεινται αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, ο από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνο τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.
Ο λόγος άρα δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, σχετικά με το κρίσιμο, για την έκβαση της αναίρεσης, ζήτημα των συνθηκών επέλευσης του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των εμπλεκομένων σ' αυτό προσώπων, δηλαδή του θανασίμως τραυματισθέντα, συγγενή των εναγόντων-νυν αναιρεσειόντων και του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, του ασφαλισμένου στην εναγομένη-νυν αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία:
Στις 23-6-2007 περί την 13, 30 ώρα, ο Κ. Χ. οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο ελκυστήρα (τράκτορα), που ανήκε στην ιδιοκτησία της εταιρίας με την επωνυμία "Ρ D. & Sohn-internationale spedition" και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "SIGNAL IDUNA", η οποία εκπροσωπείται στην Ελλάδα από την εταιρία με την επωνυμία "AFES HELLAS", εκινείτο επί της εθνικής οδού Θεσσαλονίκης-Σερρών, με κατεύθυνση από Σέρρες προς Θεσσαλονίκη.
Η ανωτέρω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, φέρει διπλή διαχωριστική γραμμή, έχει πλάτος οδοστρώματος 7,60 μ. είναι ευθεία με ελαφρά ανωφέρεια στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Θεσσαλονίκη χωρίς κλίση, η ορατότητα δεν περιορίζονταν ως προς την πορεία των οχημάτων, υπήρχε φωτισμός ημέρας, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας για τα οχήματα καθορίζονταν στα 60 χλμ/ώρα από πινακίδα σήμανσης Ρ-32 που βρίσκονταν 300 περίπου μέτρα πριν από το σημείο του ατυχήματος, το οποίο πενήντα (50) περίπου μέτρα πριν από το σημείο του ατυχήματος διακόπτεται με πινακίδα σήμανσης (Ρ-37).
Κατά τον αυτό χρόνο ο Α. Γ. οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο νομής και κατοχής του Α. Φ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη διάδικο ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ", εκινείτο επί της ιδίας οδού προπορευόμενου του προαναφερθέντος οχήματος, έχοντας την ίδια κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη με πρόθεση στο ύψος του 47,5 χιλιομέτρου να εισέλθει με αριστερή στροφή, παραβιάζοντας τη διπλή διαχωριστική γραμμή και τη σχετική προς τούτο πινακίδα Ρ-27, σε παρακείμενο πρατήριο υγρών καυσίμων, προκειμένου να αποθέσει μπάζα σε χώρο απόρριψης χωμάτων.
Όταν ο τελευταίος οδηγός πλησίασε στο 47,5 χιλιόμετρο της οδού εκινείτο πλησίον της διαχωριστικής γραμμής, έχοντας αναμμένο τον αριστερό δείκτη πορείας, προκειμένου να πραγματοποιήσει αριστερή στροφή. Ο οδηγός που ακολουθούσε, μολονότι από απόσταση 300 μέτρων αντιλήφθηκε την κίνηση του προπορευόμενου οχήματος και επειδή πίστεψε ότι το προπορευόμενο όχημα θα είχε ήδη απομακρυνθεί από το ρεύμα πορείας του (προς Θεσσαλονίκη), δεν μείωσε την ήδη αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα με την οποία εκινείτο και όταν πλησίασε το ακινητοποιημένο όχημα προσπάθησε να το προσπεράσει από δεξιά, με αποτέλεσμα να προσκρούσει με σφοδρότητα η εμπρόσθια αριστερή γωνία του.
οχήματος του στην πίσω δεξιά γωνία του προπορευόμενου και από τη σύγκρουση να τραυματισθεί θανάσιμα ο τελευταίος οδηγός, το δε όχημα που οδηγούσε, εντελώς ακυβέρνητο, κινήθηκε από τα δεξιά της οδού προς τα αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα και ακινητοποιήθηκε σε αδιαμόρφωτο χώρο (αλάνα) με χώματα. Με τα δεδομένα αυτά η σύγκρουση των δύο οχημάτων και ο θανάσιμος τραυματισμός του ως άνω οδηγού οφείλονταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού ο οποίος παραβίασε σειρά διατάξεων του ΚΟΚ (12 παρ. 119 παρ. 1, 2 και 20 του ΚΟΚ) οι παραβάσεις δε αυτές τελούσαν σε πρόδηλη αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Συγκεκριμένα ο ανωτέρω οδηγός από αμέλεια του, δεν οδηγούσε με την επιμέλεια που θα επεδείκνυε κατά τις περιστάσεις κάθε μέσος συνετός οδηγός, δηλαδή χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του αφού δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του ως άνω οχήματος που οδηγούσε, δεδομένου ότι οδηγούσε με υπερβαίνουσα το καθοριζόμενο στο σημείο ανώτατο όριο ταχύτητας των 60 χλμ/ώρα, ήτοι έβαινε με ταχύτητα 90 χλμ/ώρα και δεν ανέκοψε ούτε μείωσε αυτήν, όταν από απόσταση αντιλήφθηκε την πρόθεση του προπορευόμενου οχήματος να κινηθεί προς τα αριστερά και έτσι δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση με το προπορευόμενο όχημα ούτε τουλάχιστον να μειώσει τις συνέπειες αυτού (σε αντίθετη περίπτωση πιθανόν μεν να είχε λάβει χώρα η σύγκρουση και να είχε τραυματιστεί αλλά όχι θανάσιμα).
Το γεγονός ότι το προπορευόμενο όχημα θα ενεργούσε αριστερή στροφή παραβιάζοντας τη διπλή διαχωριστική γραμμή και την ευρισκόμενη στο σημείο σχετική πινακίδα, δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα καθόσον το γεγονός αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει ατύχημα με τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα και όχι με το όχημα του θανόντος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, όφειλε να έχει τον έλεγχο του οχήματος του έτσι ώστε όταν αντιλήφθηκε από απόσταση 300 μέτρων την πρόθεση του οδηγού του προπορευόμενου οχήματος να στρίψει αριστερά, να μειώσει την ταχύτητα του ή και να διακόψει την πορεία του οχήματος, ώστε να αποφύγει την σύγκρουση.
Εξάλλου, το γεγονός ότι το προπορευόμενο όχημα εστερείτο βιβλίου δρομολογίων, είχε υπέρβαρο φορτίο, χρησιμοποιείτο για σκοπό διαφορετικό από αυτόν για τον οποίο χορηγήθηκε η άδεια κυκλοφορίας του (δηλαδή για οικοδομικά υλικά, περιφράξεις-κιγκλιδώματα), η καρότσα του έφερε διαφορετικές διαστάσεις από τις αναγραφόμενες στην άδεια κυκλοφορίας και η άδεια κυκλοφορίας του δεν είχε ανανεωθεί, ο δε οδηγός του ανωτέρω οχήματος εργαζόταν συνεχόμενα από 6.30 έως 13.30 χωρίς διάλλειμα, δεν αποδείχθηκε ότι συνδέονταν αιτιωδώς με το ατύχημα.
Και υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή των εναγόντων-νυν αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών στη μείζονα νομική σκέψη διατάξεων, σχετικά με το ζήτημα της (έλλειψης) υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη-νυν αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία ζημιογόνου αυτοκινήτου και κατά συνέπεια ο μοναδικός, από το άρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ειδικότερα, η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο θανάσιμα τραυματισθείς οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγού αυτοκινήτου ελκυστήρα (τράκτορα) αντιλήφθηκε από απόσταση 300 μέτρων την πρόθεση του οδηγού του προπορευομένου με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, Α. Γ., να εισέλθει στο ύψος του 47,5 χιλ.
της οδού με αριστερή στροφή σε παρακείμενο πρατήριο υγρών καυσίμων προκειμένου να αποθέσει το φορτίου σε χώρο απόρριψης χωμάτων, αποκλείει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της κατά παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ προθέσεως του τελευταίου να πραγματοποιήσει ανεπίτρεπτη αριστερή στροφή και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάσιμου τραυματισμού του οδηγού του ελκυστήρα.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου, της Αρεοπαγίτου Βασιλικής Θάνου-Χριστοφίλου, υπό την ως άνω κρίση του, το δικάσαν Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς το ζήτημα της ύπαρξης ή μη υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, του ασφαλισμένου στην εναγομένη-νυν αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ότι το κύριο αίτιο που προκάλεσε την επίπτωση του οδηγουμένου από τον θανασίμως τραυματισθέντα οδηγό αυτοκινήτου επί του έχοντος ακινητοποιηθείς έμπροσθεν αυτού αυτοκινήτου, ήταν ότι αυτός (θανών) οδηγούσε με υπερβαίνουσα το καθοριζόμενο στο σημείο ανώτατο όριο ταχύτητας των 60 χλμ/ώρα, ήτο έβαινε με ταχύτητα 90 χιλ/ώρα", εν τούτοις, σε άλλο σημείο των παραδοχών της απόφασης δέχεται ότι σε απόσταση 50 μ.
περίπου πριν από το ατύχημα διακόπτεται το όριο ταχύτητας των 60 χιλ., μ ε πινακίδα σήμανσης Ρ-37. Επίσης, αναφέρεται μεν ότι ο οδηγός που ακολουθούσε (θανών), αντιληφθείς από απόσταση 300 μέτρων ότι το έμπροσθεν αυτού κινούμενο όχημα εκινείτο πλησίον της διαχωριστικής, με αναμμένο τον αριστερό δείκτη πορείας, προκειμένου να πραγματοποιήσει αριστερή στροφή, δεν μείωσε την αυξημένη ταχύτητα του, επειδή πίστεψε ότι το προπορευόμενο όχημα θα είχε ήδη απομακρυνθεί από το ρεύμα πορείας του και έτσι όταν πλησίασε το ακινητοποιημένο όχημα, προσέκρουσε με σφοδρότητα επ' αυτού, χωρίς όμως να διευκρινίζεται για ποιο λόγο ήταν ακινητοποιημένο το ζημιογόνο φορτηγό και σε ποια ακριβώς θέση του οδοστρώματος.
Δηλαδή δεν διευκρινίζεται εάν το ζημιογόνο όχημα παρέμενε ακινητοποιημένο, διότι υπήρχαν αντιθέτως κινούμενα οχήματα, τα οποία ο οδηγός του ανέμενε να διέλθουν, για να μπορέσει να διασχίσει το αντίθετο ρεύμα ή εάν καθυστέρησε από λόγους ανεπιτηδειότητας περί την οδήγηση ή κόπωσης, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οδηγούσε χωρίς διάλλειμα επί 7 ώρες -6.30 έως 13.30, ή από άλλους λόγους, δηλαδή δυσκινησία, λόγω μεταφοράς υπέρβαρου φορτίου, με οικοδομικά υλικά, γεγονός το οποίο σύμφωνα, επίσης, με τις παραδοχές της απόφασης, αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε.
Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρο 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αριθμό κατάθεσης 425/2013 αίτηση των Ε. Π., κλπ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5005/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου (3494868 σειρά Η της ΔΟΥ Δ' Ψυχικού διπλότυπο) στο Δημόσιο ταμείο. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ