Legislator Case Law & Legislation
1583/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on violation of substantive law regarding hotel management refusal.

Case Number 1583/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding the management of a hotel property. The appellant argued that the hotel company's refusal to lease the property violated substantive law, while the lower court found the decision lawful based on the company's majority vote and the unsuitability of potential tenants. The court held that the lower court correctly applied the Civil Code provisions and did not violate common sense principles, as the factual findings were clear and legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1, Art. 176, Art. 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on violation of substantive law is admissible only if the court of first instance failed to apply a rule that should have been applied, applied it when it should not have, or gave it a meaning different from the true one, and the violation is evident from the facts accepted by the court of first instance.

Keywords

AI generated
violation of substantive law appeal admissibility common sense principles court of first instance legal reasoning standard

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 785 et seq. of the Civil Code
Art. 281 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1583 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1583/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Χ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Αναγνωστόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου Εταιρείας που εδρεύει στη Μονροβία της Λιβερίας με την επωνυμία "PERFECT ΑΕ", η οποία τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται από τον Γ. Κ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29 Απριλίου 1997 και 21 Νοεμβρίου 1997 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7673/1999 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5756/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 16 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).

Περαιτέρω, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, οι οποίες αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών.

Ειδικότερα αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος του δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτόν (ΑΠ 2075/2007, ΑΠ1506/2007, ΑΠ 1445/2007, ΑΠ 1188/2007).

Εξάλλου, κατά τα άρθραν785 έως 789 ΑΚ, επί κοινωνίας δικαιώματος, κάθε κοινωνός έχει ανάλογη μερίδα στους καρπούς του κοινού αντικειμένου, η διοίκηση του κοινού ανήκει σε όλους μαζί τους κοινωνούς, με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών μπορεί να καθορισθεί ο τρόπος της τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης που αρμόζει στο κοινό ακίνητο.

Η πλειοψηφία υπολογίζεται με βάση το μέγεθος των μερίδων. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέλος, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/2008, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι στις 17-2-1993, κατά τον αναγκαστικό πληστηριασμό ακινήτου της οφειλέτριας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τουριστικαί και Ξενοδοχειακαί Επιχειρήσεις Α.", με επίσπευση του Ι.

Μ., αναδείχθηκε τελευταίος υπερθεματιστής ο Α. Μ. στο ακίνητο (πολυόροφη οικοδομή), το οποίο εχρησιμοποιείτο ως ξενοδοχείο Γ' κατηγορίας με τον τίτλο "Α." και βρίσκεται επί της οδού ... στην Αθήνα, ιδιοκτησίας της ανωτέρω οφειλέτριας, αντί του ποσού των 150.750.000 δραχμών. Ο Α. Μ. αμέσως μετά την γενόμενη στο όνομά του πλειοδοσία και κατακύρωση, δήλωσε ότι πλειοδότησε επ' ονόματι και για λογαριασμό του Β.

Χ. (ενάγοντος), κατά ποσοστό 25% και της εταιρείας με την επωνυμία "PERFECT S.A " (εναγομένης), κατά ποσοστό 75%. (βλ. και την ... πράξη αποδοχής πλειοδοσίας της Συμβ/φου Αθηνών Μελπομένης Μουχτούρη Στασινοπούλου).Κατά τον χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού νόμιμος εκπρόσωπος και μόνος διευθυντής της εναγομένης εταιρείας, που εδρεύει στη Μονροβία της Λιβερίας, ήταν ο Ι.

Μ., ο οποίος και αποδέχθηκε για λογαριασμό αυτής την πλειοδοσία και κατακύρωση του πλειστηριασθέντος ξενοδοχείου που έγινε επ' ονόματί της, κατά ποσοστό 75%, υπογράφοντας την ανωτέρω ... συμβολαιογραφική πράξη, κατέβαλε το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος κατά ποσοστό 75% και υπέβαλε τις σχετικές δηλώσεις του φόρου μεταβιβάσεως ακινήτου.

Στις 12-4-1993 ο Ι. Μ. υπέβαλε την παραίτηση του από τη θέση του μόνου διευθυντή της εναγομένης εταιρείας και πώλησε τις μετοχές του στον Γ. Κ., ο οποίος κατέστη πλέον μόνος μέτοχος, μόνος διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης (βλ. τα από 12-4-1993 έγγραφα). Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ο προαναφερόμενος Α.

Μ., πριν την κατακύρωση του πλειστηριασθέντος ξενοδοχείου, είχε συμφωνήσει με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρείας Γ. Κ. ότι αυτός (ενάγων) θα περιορισθεί μεν στο 25% του πλειστηριασθέντος ακινήτου και η εναγομένη εταιρεία στο 75%, με τη ρητή προϋπόθεση η διοίκηση του κοινού να ασκείται ισότιμα απ' αυτούς, κατά ποσοστό 50% ο καθένας.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, διότι αποδείχθηκε ότι πριν την κατακύρωση και μέχρι τις 12-4-1993 νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης ήταν ο Ι. Μ. και όχι ο Γ. Κ.. Ακόμη και αν υπήρξε τέτοια συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος και του Γ. Κ., αυτή δεν δέσμευε την εναγομένη εταιρεία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων επιθυμούσε την εκμίσθωση του κοινού ξενοδοχείο σε τρίτους, ενώ η εναγομένη επιθυμούσε την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου από κοινού με τον ενάγοντα.

Η εναγομένη δεν συναινούσε στην εκμίσθωση του ξενοδοχείου σε τρίτους, διότι υπήρχε νομική εκκρεμότητα που εμπόδιζε αυτήν (εκμίσθωση). Συγκεκριμένα η οφειλέτρια εταιρεία και αρχική κυρία του ακινήτου είχε ασκήσει ανακοπή κατά του κύρους του αναγκαστικού πλειστηριασμού, η οποία απορρίφθηκε με την 7670/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής ασκηθείσης εφέσεως με την 8981/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Ο ενάγων, με την από 7-12-1995 αίτηση του, ζήτησε να ανατεθεί στον ίδιον η διοίκηση του κοινού ξενοδοχείου για να προβεί στην εκμετάλλευσή του, με την εκμίσθωσή του σε τρίτους ενόψει της αρνήσεως της εναγομένης. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 3230/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Επίσης αποδείχθηκε ότι ο ξενοδοχειακός εξοπλισμός, ο οποίος δεν ήταν αντικείμενο της αναγκαστικής εκτελέσεως και ανήκε στην οφειλέτρια (καθής η εκτέλεση) εταιρεία, είχε τεθεί υπό μεσεγγύηση και παρέμενε εντός του ξενοδοχείου, καθιστώντας δυσχερή την εκμίσθωσή του. Εξάλλου, οι υποψήφιοι μισθωτές δεν ήταν φερέγγυοι, μερικοί δε από αυτούς κηρύχθηκαν σε κατάσταση πτωχεύσεως, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ενδιαφέρθηκε για τη μίσθωση του εν λόγω ακινήτου, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως αρχείο του ποινικού τμήματος του Εφετείου Αθηνών, όταν πληροφορήθηκε την ύπαρξη της ανωτέρω δικαστικής εκκρεμότητας υπαναχώρησε.

Επομένως, η απόφαση της εναγομένης περί μη εκμισθώσεως του ξενοδοχείου σε τρίτους και περί εκμεταλλεύσεως αυτού από τους συγκυρίους ως ξενοδοχείου ήταν νόμιμη και συμφέρουσα, δεδομένης και της υπάρξεως πλειοψηφίας για τη λήψη της εν λόγω αποφάσεως, καθόσον η εναγομένη ήταν συγκυρία κατά ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου.

Εξάλλου με το ... συμβόλαιο της Συμβ/φου Αθηνών Σοφίας Γεωργιάδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι διάδικοι πώλησαν το κοινό ακίνητο αντί του τιμήματος των 990.000.000 δραχμών, ενώ η αντικειμενική του αξία εκτιμήθηκε από την αρμόδια ΔΟΥ στο ποσό των 276.178.319 δραχμών. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο ενάγων δεν ζημιώθηκε παράνομα και υπαίτια από την άρνηση της εναγομένης να συναινέσει στην εκμίσθωση του ξενοδοχείου και δεδομένου ότι αν ήταν μισθωμένο αυτό κατά το χρόνο της πωλήσεως θα μειωνόταν σημαντικά η εμπορική του αξία.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 785 επόμ. και 281 ΑΚ, δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφήρμοσε ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό της, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφήρμοσε και έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμo των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως αυτά εκτίθενται παραπάνω.

Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-12-2009 αίτηση του Ι. Β. Χ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 5756/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.-

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2011.-

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 7 Νοεμβρίου 2011.-

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ