Supreme Court dismisses appeal against tax court ruling due to inadmissible arguments on evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against a Third Instance Court decision regarding tax debt settlement. The State argued that a specific administrative request lacked evidentiary weight, but the Court found the appeal inadmissible because it challenged the lower court's free evaluation of evidence. The Court ruled that such factual assessments fall under the exclusive domain of the trial court and are not subject to appellate review under Article 561 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 340, 561, 559(12) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews only legal errors, not the free evaluation of evidence or the weighing of contradictory proof by the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1582 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1582/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, όπως αυτή εκπροσωπείται από τον Διοικητή της, η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός ..., και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Χολαργού Αττικής (Α.Φ.Μ. Α.Α.Δ.Ε. ...), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Θησέα Κουρή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ. - Κ., του Β., κατοίκου ..., 2) Α. - Ε. Κ., του Α., κατοίκου ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3219/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5384/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-12-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους, δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Περαιτέρω, το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου, το οποίο προσετέθη με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014, ορίζει ότι: "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει α) στους αντιδίκους του ή στον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις" (ΑΠ 538/2023, ΑΠ 571/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, τη συζήτηση της οποίας επισπεύδει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (21-05-2025) και κλήση προς κάθε μια των αναιρεσιβλήτων να παραστούν κατά την ανωτέρω συζήτηση επιδόθηκε νομίμως, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις και εμπροθέσμως στην αντίκλητό τους δικηγόρο Παρασκευή Πέξα- Καλφέλη, η οποία και τις εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης, όπως προκύπτει από την επιτρεπτώς επισκοπούμενη προσβαλλόμενη απόφαση και από τις με επίκληση προσαγόμενες από το αναιρεσείον αριθ. ....2024 και ....2024 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών της δικαστικής περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Η. Τ. και Ι. Τ. αντίστοιχα. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο, οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση, πλην όμως, ως νομίμως κλητευθείσες, πρέπει κατ' άρθρ. 568 παρ.4, 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών (ΑΠ 528/2021, ΑΠ 242/2015).
2.- Με την αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος, η υπ' αρ. 5384/2021 αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, επιλαμβανόμενο εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αρ. 3219/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, περί ακύρωσης λόγω πλάνης πλασματικής αποδοχής κληρονομίας, απέρριψε την έφεση ως ουσία αβάσιμη. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
3.- Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (αρθρ.577 παρ.1, 2 ΚΠολΔ) δεν μπορεί, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 32/1996), ούτε ειδικότερα, από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ120/2017), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 20/2005).
Επιπλέον δεν αρκεί, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις πλήρεις ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ. (ΑΠ 528/2017). Επιπλέον και επειδή ο Άρειος Πάγος, δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που δεν το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα (ΑΠ766/2017,ΑΠ 1340/2015).
Εξάλλου οι από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι δεν ιδρύονται, όταν οι ελλείψεις της προσβαλλόμενης απόφασης, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς και πλήρως και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια διότι κατά τον τρόπο αυτό πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα (ΑΠ 24/2021, ΑΠ 528/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αφενός μεν η πλημμέλεια από τον αρ.1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 1849 ΑΚ, αφετέρου δε από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της άγνοιας, εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων- εναγουσών, της ύπαρξης προθεσμίας προς αποποίηση της κληρονομίας του αποβιώσαντος κληρονομούμενου συζύγου και αδελφού τους και των συνεπειών εκ της παρέλευσής της για τις ίδιες.
Οι λόγοι αυτοί είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, εξαιτίας της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, όπως, κατά τα προεκτιθέμενα, απαιτείται, όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, για τα ζητήματα αυτά, χωρίς να αρκεί η απλή αναφορά σε αποσπασματικές και μεμονωμένες παραδοχές κατά την κρίση του αναιρεσείοντος, ούτε η παράθεση της έννοιας που το αναιρεσείον αποδίδει στη διάταξη που, κατά την άποψή του, έπρεπε να εφαρμοστεί, διότι κατ' αυτό τον τρόπο, καθίσταται μη συγκεκριμένο το αντικείμενο του αιτούμενου αναιρετικού ελέγχου, ο οποίος ως εκ τούτου καθίσταται ανέφικτος, διότι, με την μη παράθεση πλήρων των παραδοχών της απόφασης, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν η απόφαση αυτή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες που οδηγούν σε τυχόν εσφαλμένο διατακτικό κατά το νομικό και πραγματικό μέρος των εφαρμοστέων ουσιαστικών κανόνων.
Επιπλέον οι ίδιοι λόγοι, είναι απαράδεκτοι, διότι αναφέρονται σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς υποστήριξη των αντίθετων προς το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, απόψεων αυτού, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και, υπό την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται η από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 341/2024, ΑΠ 1553/2023, ΑΠ 1117/2023).
4.- Τέλος ο αναιρετικός λόγος της διατάξεως του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (340 ΚΠολΔ) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθ. 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρ. 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά το νόμο και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 200/2018, ΑΠ 87/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, δεν προσέδωσε στην με αρ.πρωτ. 29595/23.6.2015 αίτηση (δημόσιο κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, έγγραφο), του οφειλέτη Χ. Κ., την οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη-ενάγουσα κατέθεσε, στην Δ.Ο.Υ. Χολαργού για ρύθμιση των οφειλών του πρώτου προς αυτή, την αποδεικτική δύναμη που, κατά την εκτίμηση του αναιρεσείοντος έχει, (κρίνοντάς την ως απλή διαχειριστική πράξη της κληρονομίας) και κατέληξε έτσι σε εσφαλμένο αποτέλεσμα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση, αναγόμενη στη στάθμιση και αξιολόγηση του ανωτέρω αποδεικτικού στοιχείου (που αποτελεί απλή αίτηση προς δημόσια υπηρεσία) και στην ελεύθερη εκτίμηση αυτού από το δικαστήριο της ουσίας, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), δεν θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης. Κατόπιν αυτών και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί , χωρίς διάταξη περί δικαστικής δαπάνης ελλείψει σχετικού αιτήματος των απολειπομένων αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19.12.2023 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ` αριθ. 5384/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ