Legislator Case Law & Legislation
1582/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance companies while overturning lower court ruling regarding third insurer.

Case Number 1582/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against two insurance companies but overturned the lower court's decision regarding a third insurer. The appellant withdrew the appeal against the first company due to a name change, leading to the dismissal of that specific part of the case. The court found the third insurer liable for costs while rejecting the appeal against the remaining defendants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 106, 176, 179, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be filed against the specific defendant; failure to do so results in the dismissal of that portion of the case.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal dismissal insurance litigation costs allocation party withdrawal corporate name change judicial costs

Cited Legislation

AI generated
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 179 section b of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 179, 183, 189, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1582 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1582/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Λ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ζέρβα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "INTERNATIONAL LIFE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "I.N.G. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΝΝ HELLAS" (πρώην "ΝΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ") όπως μετονομάστηκε η Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "I.N.G.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ" (πρώην "NATIONALE NEDERLANDEN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ"), που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΝΝ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΚΗ" όπως μετονομάστηκε η Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΝΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΣΙΤΕΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" (πρώην "I.N.G.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΣΙΤΕΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", πρώην "I.N.G. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΗΣ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "3K INVESTMENT PARTNERS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "3K INVESTMENT PARTNERS" (πρώην "3K INVESTMENT PARTNERS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ"), όπως μετονομάστηκε η Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "I.N.G.

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κωτσή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο δήλωσε ότι ο αναιρεσείων παραιτείται από το δικόγραφο της από 3/4/2018 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 53/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/9/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 6/11/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2016 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/4/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1 εδ. α, 296, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ένδικου μέσου της αναιρέσεως, το οποίο έχει ασκηθεί, μπορεί να γίνει, ή με δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, πριν αρχίσει η προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και την κλήτευσή του στην ορισθείσα συζήτηση, αφού αυτός και αν ακόμη είχε κληθεί και παρασταθεί, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί στην παραίτηση αυτή (ΑΠ 624/2022, ΑΠ 47/2020). Για την παραίτηση αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου (ΑΠ 1819/2022, ΑΠ 1588/2022, ΑΠ 1307/2021, ΑΠ 1554/2018). Η παραίτηση που γίνεται με τους προαναφερόμενους τρόπους έχει ως συνέπεια, ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης (ΑΠ 310/2023, ΑΠ 741/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με δήλωση της πληρεξουσίας του Δικηγόρου, Αικατερίνης Ζέρβα, στο ακροατήριο που καταχωρίστηκε στα πρακτικά παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία. Με βάση τ' ανωτέρω λεχθέντα, η γενόμενη με τον προαναφερόμενο τρόπο παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως ως προς την παραπάνω διάδικο είναι έγκυρη (άρθρο 297 ΚΠολΔ) και επέφερε τα αποτελέσματά της, οπότε η αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 53/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και η δίκη πρέπει ως προς την τελευταία να κηρυχθεί καταργημένη.

Διάταξη περί επιβολής δικαστικής δαπάνης σε βάρος του αναιρεσείοντος που παραιτήθηκε και υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν θα περιληφθεί στην παρούσα, αφού η τελευταία δεν παραστάθηκε και δεν υπέβαλε σχετικό προς τούτο αίτημα. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αρ. 53/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία: i) έγινε δεκτή ως προς τις πρώτη (για την οποία, ως άνω, καταργήθηκε η παρούσα δίκη), δεύτερη και τέταρτη αναιρεσίβλητες εταιρείες η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά της υπ' αρ. 131/2012 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που είχε απορρίψει την αγωγή του, ως ουσιαστικά αβάσιμη και εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω αγωγή ως προς τις παραπάνω εναγόμενες εταιρείες και υποχρεώθηκαν αυτές, να καταβάλουν καθεμία σε ολόκληρο στον αναιρεσείοντα το ποσό των 107.779,85 ευρώ ως αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας, καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πλέον των νομίμων τόκων και ii) απορρίφθηκε ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη εταιρεία η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά της ίδιας παραπάνω πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί και ως προς αυτή την εταιρεία η αγωγή του, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της υποχρεώσεως προς αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) προσώπου, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευομένου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε από αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια.

Τέτοια συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη, κατά το χρόνο και υπό τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει και επέφερε πράγματι τη ζημία.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ`ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.

Κατάχρηση δε της υπηρεσίας του προστηθέντος υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που του ανατέθηκαν ή επ`ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ` υπέρβαση των καθηκόντων του που διέπουν τη μεταξύ αυτού και του προστήσαντος σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 1532/2022, ΑΠ 221/2022, ΑΠ 780/2019).

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτημα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (ΟλΑΠ 25/2003).

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΑΠ 941/2009).Ο λόγος αυτός όμως δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο επιδικάσει λιγότερα από όσα ζητούνται ή δεχθεί μέρος του αιτήματος (ΑΠ 1625/2010).

Αντίθετα, ο ως άνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη στη διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 704/2011, ΑΠ 777/2010). Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 115 παρ. 1 και 2, 223, 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας με την απόφασή του δεν μπορεί να χωρήσει στην επιδίκαση, χωρίς να υπάρχει σχετικό αίτημα, τοιαύτη δε έλλειψη αιτήματος υπάρχει και όταν έγινε μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, αφού η παραίτηση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ. 1 εδ.

α του ΚΠολΔ, έχει ως συνέπεια η αγωγή να θεωρείται πως δεν ασκήθηκε, ενώ αίρονται αναδρομικώς οι συνέπειες της ασκήσεώς της. Το ίδιο ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 299 ΚΠολΔ και στην περίπτωση παραιτήσεως από ένδικο μέσο. Έτσι, η διάγνωση από το δικαστήριο αιτήματος, ως προς το οποίο είχε γίνει παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ή ενδίκου μέσου, ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 886/2017, ΑΠ 368/3016, ΑΠ 941/2009).

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι, ενώ με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, πριν την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της εφέσεως ως προς την τρίτη εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, το Εφετείο δεν κατήργησε τη δίκη ως προς αυτή την εφεσίβλητη, αλλά προχώρησε στην εκδίκαση της εφέσεως κατ' ουσίαν και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, καταδικάζοντας αυτόν (αναιρεσείοντα) στα δικαστικά έξοδα ποσού 700 ευρώ.

Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των ταυτάριθμων με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικών συνεδριάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, προκύπτει ότι ο τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου, πριν την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της εφέσεως ως προς την τρίτη εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "NN Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Μεσιτείας Ασφαλίσεων" και τον διακριτικό τίτλο "ΝΝ. Μεσιτική". Παρά ταύτα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν κατήργησε τη δίκη ως προς την άνω διάδικο, αλλά προχώρησε και γι' αυτήν στην εκδίκαση της εφέσεως κατ' ουσίαν και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, καταδικάζοντας τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα ποσού 700 ευρώ. Το Εφετείο με το να προβεί στην κατ' ουσίαν έρευνα της εφέσεως και ως προς την τρίτη εφεσίβλητη, ως προς την οποία είχε γίνει νομότυπα παραίτηση από το δικόγραφο της εφέσεως, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατόποιν τούτου, πρέπει κατά παραδοχή του ως άνω λόγου της αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση επίσης την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής να του καταβληθούν ως αποζημίωση τα ποσά των 5.000.000 και 2.000.000 δραχμών, αντίστοιχα, τα οποία υπεξαίρεσε ο προστηθείς των αναιρεσιβλήτων εταιρειών, Κ.

Μ. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "INTERNATIONAL LIFE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", η οποία υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος στη δικονομική θέση της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ING Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών", η δεύτερη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΝΝ Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλιστική Ζωής και το διακριτικό τίτλο "ΝΝ HELLAS", όπως μετονομάσθηκε η τρίτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία "I.N.G.Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής" (βλ.

τη με αριθμ. πρωτ. ...-2015 ανακοίνωση καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ. του τροποποιηθέντος καταστατικού), η τρίτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΝΝ Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Μεσιτείας Ασφαλίσεων και το διακριτικό τίτλο "ΝΝ Μεσιτική", όπως μετονομάσθηκε η τέταρτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "I.N.G.

Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Μεσιτείας Ασφαλίσεων", πρώην "I.N.G. Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλιστικής Πρακτόρευσης (βλ. τη με αριθμ. πρωτ. 13765/31-3-2015 ανακοίνωση καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ. του τροποποιηθέντος καταστατικού) και η τέταρτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "3Κ Investment Partners Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων και το διακριτικό τίτλο "3Κ Investment Partners", όπως μετονομάσθηκε η πέμπτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "I.N.G.

Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων" (βλ. τη με αριθμ. πρωτ. ...-2015 καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. του τροποποιηθέντος καταστατικού), ανήκουν στον επιχειρηματικό όμιλο εταιρειών με την επωνυμία "ING". Από τις ανωτέρω εφεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες, οι τρεις πρώτες έχουν ως κύριο αντικείμενο τη διενέργεια ασφαλίσεων ζημιών και ζωής, ενώ η τέταρτη ανώνυμη εταιρεία έχει ως κύριο αντικείμενο τη διάθεση στην αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, χωρίς όμως να αποκλείεται και η ανάληψη εκ μέρους των τριών πρώτων ανώνυμων εταιρειών τραπεζοασφαλιστικής δραστηριότητας (Bankassurance).

Ο πρώτος εναγόμενος (μη διάδικος στην κατ' έφεση δίκη) ήταν ενταγμένος στο δίκτυο ασφαλιστικών συμβούλων, που οι ανωτέρω ανώνυμες εταιρείες είχαν αναπτύξει για την προώθηση της επιχειρηματικής τους δράσης. Ειδικότερα, δυνάμει των από 1-4-1990 δύο συμβάσεων παραγωγού ασφαλίσεων, που συνήφθησαν μεταξύ του πρώτου εναγόμενου και της δεύτερης εναγόμενης - πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας αφενός και του πρώτου εναγόμενου και της τρίτης εναγόμενης - δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας μεσιτείας ασφαλίσεων αλλά και την από 26-1-2005 σύμβαση συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων, που καταρτίσθηκε μεταξύ του πρώτου εναγόμενου και της τέταρτης εναγόμενης - τρίτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων (εφεξής όλων των ανωτέρω εταιρειών αναφερόμενων στα πλαίσια της κατ' έφεση δίκης μόνο ως εφεσίβλητων εταιρειών όπως η κάθε μία μετονομάσθηκε κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα) αυτός ενεργούσε ως ασφαλιστικός σύμβουλος στη διαμεσολάβηση έναντι προμήθειας σε τρίτα πρόσωπα για την προπαρασκευή ασφαλιστικών συμβάσεων για λογαριασμό τους.

Πέραν όμως του ανώτερου αντικειμένου δραστηριότητάς του και ενόψει του ότι η τέταρτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων είχε συνάψει με την τρίτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία ασφαλιστικής πρακτόρευσης έγγραφη σύμβαση διαμεσολάβησης της τελευταίας ως αντιπροσώπου της σύμφωνα με τη διάταξη άρθρου 20 παρ. 4 του Ν. 1969/1991, ώστε παράλληλα με την κύρια ασφαλιστική δραστηριότητά της και μέσω του ανά την επικράτεια δικτύου ασφαλιστικών συμβούλων και συνεργατών, που αυτή διέθετε, να προωθεί στο κοινό ως αντιπρόσωπός της μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, ο πρώτος εναγόμενος ως ασφαλιστικός σύμβουλος, ήδη ενταγμένος στο δίκτυο ασφαλιστικών συμβούλων των ανωτέρω ασφαλιστικών εταιρειών, ανέλαβε δυνάμει του από 16-9-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού, που συνήψε με την ανωτέρω δεύτερη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, το έργο της διαμεσολάβησης για την πώληση σε τρίτους υποψήφιους επενδυτές στην περιοχή των Τρικάλων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, που διαχειρίζονταν η τέταρτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία.

Ο ανωτέρω εναγόμενος δεν περιορίσθηκε μόνο στην εκτέλεση έργου ασφαλιστικού συμβούλου αλλά από το Φεβρουάριο του 2005 κατείχε τη θέση του προϊσταμένου του ευρισκόμενου στην πόλη των Τρικάλων, επί της οδού ..., υποκαταστήματος, που όλες οι ανωτέρω εφεσίβλητες εταιρείες χρησιμοποιούσαν ως έδρα για την άσκηση των πάσης φύσεως επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων και το οποίο λειτουργούσε υπό το σήμα της "ING".

Εξάλλου, ο πρώτος εναγόμενος με το από 29-9-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ING BANK N.V.", ενεργούσας διά των εκπροσώπων του νομίμως εγκατεστημένου στην Ελλάδα υποκαταστήματός της, είχε αναλάβει με την ιδιότητα του ανεξάρτητου οικονομικού συμβούλου και αντί προμήθειας την προώθηση των προϊόντων της εν λόγω τράπεζας σε υποψήφιους πελάτες και συγκεκριμένα την παρουσίαση των τραπεζικών προϊόντων και την ενημέρωση πελατών με βάση τις οδηγίες και το έντυπο υλικό αυτής, χωρίς όμως δικαίωμα να συνάπτει απευθείας οποιεσδήποτε πράξεις ή συμβάσεις για λογαριασμό της εν λόγω τράπεζας, η οποία και αποφάσιζε για τη σύναψη ή όχι αυτών.

Η συνεργασία της ανωτέρω τραπεζικής εταιρείας με τον πρώτο εναγόμενο διήρκεσε μέχρι την 2-4-2003, όταν και κατήγγειλε την από 29-9-1995 συνεργασία της με αυτόν, όπως προκύπτει με το από 2-4-2003 έγγραφο του εκκαθαριστή της "ING BANK N.V." υπογεγραμμένο από τον πρώτο εναγόμενο, λόγω του ότι το υποκατάστημα αυτής στην Ελλάδα έπαυσε τις εργασίες του, τέθηκε σε εκκαθάριση την 28-5-2002 (ΦΕΚ τ.

ΑΕ και ΕΠΕ 4891/14-6-2002) και διεγράφη από τα μητρώα ανωνύμων εταιρειών την 15-6-2006 (ΦΕΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ 4994/19-6-2006). Στα πλαίσια της παροχής εκ μέρους του πρώτου εναγόμενου επενδυτικών υπηρεσιών, ο ενάγων - εκκαλών ήρθε σε επαφή μαζί του και εξεδήλωσε την επιθυμία επένδυσης των χρημάτων του. Κατόπιν σχετικής πρότασης του πρώτου εναγόμενου, αυτός (ενάγων) προχώρησε στην αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων που διαχειρίζονταν η τέταρτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία και ειδικότερα, κατόπιν της με αριθμ. ...-1999 αίτησής του προς την τέταρτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία εξεδόθησαν την 5-10-1999 στο όνομα του ενάγοντος ως μεριδιούχου με συνδικαιούχο τη σύζυγό του Ζ.

Λ. ο με αριθμ. ...-1999 τίτλος συμμετοχής σε αμοιβαίο κεφάλαιο με αριθμό μεριδίων 3.128,2100, αξίας κτήσης 30.000.000 δραχμών και ο με αριθμ. ...-1999 τίτλος συμμετοχής σε αμοιβαίο κεφάλαιο με αριθμό μεριδίων 13.507,2160, αξίας κτήσης 20.000.000 δραχμών, για τους οποίους η τέταρτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία απέστειλε στον ενάγοντα τις με αριθμ. ...-1999 και ...-1999 αντίστοιχες βεβαιώσεις έκδοσης υπέρ αυτού των ως άνω τίτλων αγοράς μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων ενώ σε αμφότερους τους ανωτέρω τίτλους κτήσης ως θεματοφύλακας ορίζονταν η ING BANK.

Για την αγορά των περιλαμβανόμενων στους ανωτέρω τίτλους μεριδίων, ο ενάγων κατέβαλε τα ποσά που αντιστοιχούσαν στην αξία κτήσης τους, ήτοι το ποσό των 20.000.000 δραχμών και 30.000.000 δραχμών στους αντίστοιχους λογαριασμούς των ανωτέρω αμοιβαίων κεφαλαίων, όπως βεβαιώνεται από την κίνηση του λογαριασμού αυτού (ενάγοντος) της περιόδου ..., που εξέδωσε η τέταρτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, όπου αναφέρεται η ημερομηνία συναλλαγής [5-10-1999], ο αριθμός των κτηθέντων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων (3.128,2100 και 13.507,2160) και η αποτίμηση της αξίας της επένδυσης, μετά την αφαίρεση της προμήθειας ποσού 1.301,12 ευρώ και 867,32 ευρώ, αντίστοιχα, η οποία (επένδυση) την 31-12-1990 ανέρχονταν στο ποσό των 83.485,04 ευρώ και 56.955,88 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά στο ποσό των 140.440,92 ευρώ.

Ο χαρακτήρας της εν λόγω επένδυσης ως συμμετοχή σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων και συνακόλουθα η επισφάλεια που τον συνόδευε ήταν γνωστή στον ενάγοντα, καθόσον οι εκδοθείσες στο όνομα του βεβαιώσεις έκδοσης τίτλου κάνουν σαφώς μνεία για αμοιβαίο κεφάλαιο με την ρητή ένδειξη "ότι τα αμοιβαία κεφάλαια δεν έχουν εγγυημένη απόδοση και οι προηγούμενες αποδόσεις δεν διασφαλίζουν τις μελλοντικές".

Το τελευταίο κατέστη άμεσα αντιληπτό στον ενάγοντα από την τακτική ενημέρωση που είχε ως προς την αξία της επένδυσης του, καθόσον από το ενημερωτικό έγγραφο που του απέστειλε η τέταρτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία και το οποίο αφορούσε την περίοδο ..., ήτοι την περίοδο που ακολούθησε αμέσως μετά την έναρξη συμμετοχής του ενάγοντος στο σχετικό επενδυτικό πρόγραμμα, προέκυπτε ότι η συνολική αποτίμηση της θέσης του μειώθηκε αισθητά στο συνολικό ποσό των 123.846,43 ευρώ (από 140.440,92 ευρώ) με επιμέρους αξία μεριδίων 72.201,59 ευρώ και 51.644,84 ευρώ, βαίνοντας συνεχώς μειούμενη την αμέσως επόμενη περίοδο από 1/4/2000 έως 30/6/2000 κατά τη λήξη της οποίας η αξία της εν λόγω επένδυσής του ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 109.313,87 ευρώ, με επιμέρους αξία μεριδίων 61.733,35 ευρώ και 47.580,52 ευρώ.

Η επισφαλής επένδυση του ενάγοντος προκύπτει επιπλέον και από το γεγονός ότι τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, που αυτός αγόρασε, είχαν επενδυθεί σε μετοχές εταιρειών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών και επομένως η επένδυση κάθε άλλο εγγυημένη μπορούσε να θεωρηθεί. Επομένως, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο πρώτος εναγόμενος με παραπλανητικές διαβεβαιώσεις του είχε δημιουργήσει την εδραιωμένη πεποίθηση, ότι επρόκειτο για μία επένδυση εγγυημένης απόδοσης αποταμιευτικού χαρακτήρα με τοκοδοσία στη λήξη της 12% επί του καταβληθέντος κεφαλαίου, δεν είναι βάσιμος.

Το ανωτέρω γεγονός, ήτοι αυτό της μείωσης της αξίας του χαρτοφυλακίου του, απετέλεσε για τον ενάγοντα και την αιτία αλλαγής της επένδυσής του, κατόπιν προτάσεως του πρώτου εναγόμενου και ειδικότερα της απόφασής του να επενδύσει την αξία των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, που αυτός κατείχε, σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία θα του απέδιδαν σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του πρώτου εναγόμενου μετά από ένα έτος το επενδυθέν κεφάλαιο αυξημένο κατά ποσοστό 10%.

Στη συνέχεια των ανωτέρω, ο ενάγων υπέβαλε την 25-7-2000 στην τέταρτη εφεσίβλητη τις με αριθμ. 159157 και 0174685 αιτήσεις εξαγοράς και μεταφοράς μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, που αφορούσαν 12.642,6510 και 3.022,1570 αριθμούς μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων των με αριθμ. ... και ... τίτλων αντίστοιχα, αξίας 15.000.000 δραχμών και 20.000.000.

δραχμών αντίστοιχα. Κατόπιν τούτων, εξεδόθησαν στο όνομα του ενάγοντος οι με αριθμ. ...-2000 και ...-2000 δίγραμμες επιταγές, πληρωτέες στην έκτη εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και ήδη κατόπιν συγχωνεύσεως διά απορροφήσεως (με αριθμ. ...-2013 εγκριτική απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνισμού και με αριθμ. ...-2013 και ...-2013 ανακοινώσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας) πέμπτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA BANK", οι οποίες και εξοφλήθησαν, όπως προκύπτει από τη σχετική επί του σώματος εκάστης εξ αυτών σημείωση με ημερομηνία 31-7-2000.

Μετά την ανωτέρω μερική εξαγορά, ο ενάγων εξακολουθούσε να διατηρεί στο χαρτοφυλάκιο του υπόλοιπο μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και ειδικότερα 864,5650 από το με αριθμ. ... τίτλο και 106,0530 από το με αριθμ. ... τίτλο, τα οποία και εξαγόρασε κατόπιν υποβολής των από 29-9-2000 με αριθμ. ... και ... αιτήσεων ολικής εξαγοράς και μεταφοράς μεριδίων που αφορούσαν τους με αριθμ. ...

και ... τίτλους μεριδίων. Ακολούθως, εξεδόθησαν στο όνομα του ενάγοντος οι με αριθμ. ...-2000 και ...-2000 δίγραμμες επιταγές ποσού 698.016 δραχμών και 1.027.968 δραχμών, πληρωτέες στην ανωτέρω τράπεζα, oι οποίες και εξοφλήθησαν την 6-10-2000, όπως προκύπτει από την επί των σωμάτων τούτων σχετική επισημείωση της πληρώτριας τράπεζας.

Μετά και την ολική εξαγορά, εστάλη στον ενάγοντα το από 30-9-2000 ενημερωτικό σημείωμα, στο οποίο εμφανίζονταν ότι το σύνολο των μεριδίων την 30-9-2000 ήταν πλέον μηδενικό, ενώ αποτυπώνονταν σε αυτό και οι ημερομηνίες μερικής και ολικής εξαγοράς, ο αριθμός των μεριδίων που αυτές αφορούσαν, η αξία των εξαγορών, που αποτυπώθηκε και στις εκδοθείσες επιταγές, αλλά και η προμήθεια για την περίοδο κίνησης του λογαριασμού από 1-7-2000 έως 30-9-2000.

Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι μέχρι του ανωτέρω χρονικού σημείου, ο ενάγων τελεί σε πλήρη γνώση όλων των κινήσεων και συναλλαγών που έχουν γίνει σε σχέση με την αρχική του επένδυση, την πορεία αυτής και των χρημάτων που επένδυσε, αλλά και της επιδίωξής του για επανεπένδυση των χρημάτων, που προέκυψαν από την εξαγορά των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι τα ποσά που ενσωμάτωναν οι ανωτέρω τέσσερις επιταγές εξαγορών μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, αν και εξοφλήθηκαν από την πληρώτρια τράπεζα, δεν τοποθετήθηκαν από τον πρώτο εναγόμενο στην αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά αποτέλεσαν αντικείμενο υπεξαίρεσης από τον τελευταίο, ο οποίος και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, προξενώντας στον ενάγοντα ισόποση ζημία.

Μάλιστα, το προϊόν των δύο πρώτων επιταγών μερικής εξαγοράς, ποσού 15.000.000 δραχμών και 20.000.000 δραχμών αντίστοιχα, κατατέθηκε λίγο μετά την εξόφλησή τους, την 31-7-2000 στο με αριθμ. ... ατομικό λογαριασμό, που ο πρώτος εναγόμενος τηρούσε στην έκτη εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και ήδη πέμπτη εφεσίβλητη ανώνυμης τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA BANK".

Ο πρώτος εναγόμενος προκειμένου να δημιουργήσει στον ενάγοντα την πεποίθηση, ότι η σχεδιασθείσα επένδυση σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου είχε υλοποιηθεί χορήγησε σε αυτόν ως απόδειξη αγοράς των ομολόγων, έντυπα ροζ χρώματος, που έφεραν το σήμα της τράπεζας "ING BANK", τα οποία όμως ήταν απλά αντίγραφα εγγράφων εντολών του ενάγοντος για την αγορά αϋλων τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, όπου στη σχετική ένδειξη σημειώνονταν ότι πρόκειται για ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, με ετήσια διάρκεια, με αριθμό χαρτοφυλακίου 7469630 και ονομαστική αξία 184.005 ευρώ.

Η χορήγηση του ανωτέρω εντύπου εν είδη βεβαίωσης αγοράς ομολόγων ακολούθησε και για τα επόμενα έτη από το 2002 μέχρι το 2004, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για απλή εντολή αγοράς άυλων αξιών χωρίς πραγματική κτήση, καθόσον η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ING BANK", το όνομα της οποίας έφεραν τα σχετικά έντυπα στην προμετωπίδα τους, είχε παύσει τις εργασίες της σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και είχε τεθεί σε εκκαθάριση από την 28-5-2002.

Δυνάμει δε της με αριθμ. 79/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, ο πρώτος εναγόμενος καταδικάσθηκε μεταξύ των άλλων και αναφορικά με τον ενάγοντα ως παθόντα (αλλά και για άλλους παθόντες) για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο κατ' εξακολούθηση ποσού που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ αλλά και για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια κατ' εξακολούθηση, της μεν πρώτης συνιστάμενης σύμφωνα με το διατακτικό της ανωτέρω απόφασης στην ιδιοποίηση του προϊόντος της εξαγοράς των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων ποσού 152.604,55 ευρώ, της δε δεύτερης συνιστάμενης στην κατ' απομίμηση θέση της υπογραφής του ενάγοντος τόσο στις αιτήσεις εξαγοράς όσο και στις επιταγές που ενσωμάτωναν το προϊόν αυτής (εξαγοράς], τις οποίες και εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα και του επιβλήθηκε συνολική ποινή δεκατεσσάρων (14) ετών, χωρίς η έφεση να έχει αναστέλλουσα δύναμη.

Απολογηθείς δε ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου, ο πρώτος εναγόμενος αποδέχθηκε τις πράξεις του και επιχείρησε να αιτιολογήσει τις παράνομες ενέργειες του με παραπομπή στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της εταιρείας (προφανώς εννοώντας την τέταρτη εφεσίβλητη εταιρεία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων), η οποία τη συγκεκριμένη περίοδο εμφάνιζε έλλειμμα και αδυναμία να καλύψει επενδυτικά προγράμματα που έληγαν και ειδικότερα κατέθεσε "..τους είχα πει ότι θα επένδυα σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά δεν μπορούσα να το κάνω...Εξαπάτησα τους επενδυτές, αποδέχθηκα το γεγονός αυτό για να εξυπηρετήσω την εταιρεία".

Σύμφωνα με τις παραδοχές της ανωτέρω ποινική απόφασης, ο πρώτος εναγόμενος έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του ενάγοντος σε όλες τις προμνησθείσες αιτήσεις μερικής και ολικής εξαγοράς, όπως και στη θέση του οπισθογράφου επί των επιταγών, που ενσωμάτωναν το προϊόν της εξαγοράς. Οι ανωτέρω παραδοχές, που συνιστούν και παραδοχές της παρούσας απόφασης, στηρίζονται στα πορίσματα της από ...-2013 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Ειδικής Δικαστικής Γραφολόγου, Ε.

Τ., η οποία διορίσθηκε δυνάμει της με αριθμ. 458/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Λάρισας, στα πλαίσια της ποινικής διερεύνησης της προκείμενης υπόθεσης, στην εξέλιξη της οποίας εξεδόθη η ανωτέρω με αριθμ. 79/2014 καταδικαστική απόφαση. Η ανωτέρω έκθεση κατέληξε στο πόρισμα ότι ο πρώτος εναγόμενος έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του ενάγοντος στις αιτήσεις εξαγοράς αλλά και στις επιταγές μετά από εξέταση συγκριτικού υλικού, στο οποίο περιλαμβάνονταν τόσο οι υπογραφές του πρώτου εναγόμενου όσο και οι υπογραφές του ενάγοντος.

Αντίθετα, το πόρισμα της με ημερομηνία Δεκέμβριος 2011 Έκθεσης Γραφολογικής Πραγματογνωμοσύνης της Ειδικής Δικαστικής Γραφολόγου Μ.-Μ. Κ., σύμφωνα με το οποίο οι υπογραφές στις τέσσερις επιταγές είναι γνήσιες υπογραφές του ενάγοντος, εντασσόμενες μέσα στον ευρύ υπογραφικό κύκλο αυτού, στηρίχθηκε σε συγκριτικό υλικό αποτελούμενο μόνο από έγγραφα που έφεραν την αναμφισβήτητα γνήσια υπογραφή του τελευταίου και όχι και του εναγόμενου.

Πέραν όμως των ανωτέρω και ειδικά όσο αναφορά τις υπογραφές που είχαν τεθεί στις αιτήσεις εξαγοράς και στις επιταγές, ενόψει της σχέσης εμπιστοσύνης που είχε δημιουργηθεί μεταξύ του ενάγοντος - εκκαλούντος και του πρώτου εναγόμενου και της διάθεσης του πρώτου για κερδοφόρα τοποθέτηση των χρημάτων του σε μία περίοδο επενδυτικής έξαρσης στην Ελλάδα, όπου η μία μορφή επένδυσης αντικαθιστούσε μία άλλη λιγότερο κερδοφόρα άμεσα και χωρίς καθυστέρηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρχε γνώση και έγκριση των ενεργειών του πρώτου εναγόμενου από τον ενάγοντα σε σχέση αρχικά με την αλλαγή της επένδυσης από αμοιβαία κεφάλαια (τα οποία ήδη κατέγραφαν απώλειες) σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου και στη συνέχεια με τις αιτήσεις εξαγοράς και είσπραξης των επιταγών του.

Ενδεικτικό αυτού του κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των ανωτέρω αποτελεί και το γεγονός ότι αν και οι επιταγές εξοφλήθηκαν 27-7-2000 oι δύο πρώτες και 3-10-2000 οι δύο τελευταίες, ο ενάγων αντιλήφθηκε την απώλεια των χρημάτων του μόλις το 2005. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η είσπραξη των εν λόγω επιταγών, τις οποίες σύμφωνα με το πόρισμα της από ...-2013 έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης είχε υπογράψει, όπως και τις αντίστοιχες αιτήσεις εξαγοράς ο πρώτος εναγόμενος, έγινε με τη φυσική παρουσία του ενάγοντος.

Η κοινή παρουσία του ενάγοντος με τον εναγόμενο στην Εμπορική Τράπεζα, τουλάχιστον σε μία περίπτωση κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση της συζύγου του, μάρτυρος αποδείξεως στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (βλ. 16° φύλλο των ταυτάριθμων της εκκαλούμενης απόφασης πρακτικών του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), γεγονός από το οποίο το Δικαστήριο αυτό συνάγει την ύπαρξη μεταξύ των ανωτέρω μίας πρακτικής άμεσης και γρήγορης συναλλαγής, ενδεικτικής του κλίματος εμπιστοσύνης που είχε εμπνεύσει ο δεύτερος στον πρώτο.

Επιπλέον, η φυσική παρουσία του ενάγοντος την ημέρα εξόφλησης των επιταγών εξηγεί και το γεγονός ότι τα χρήματα των δύο μεγάλων επιταγών (15.000.000 και 20.000.000 δραχμών) κατατέθηκαν αμέσως στον ατομικό λογαριασμό του πρώτου εναγόμενου και δεν έγινε άμεση ανάληψη από τον τελευταίο, όπως και το γεγονός ότι στο παραστατικό κατάθεσης του ανωτέρω ποσού αναγράφεται ο αριθμός ταυτότητας του εντολέως (ενάγοντος).

Εξάλλου, όπως έγινε δεκτό και με το με αριθμ. 169/20087 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Τρικάλων, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος των υπαλλήλων της έκτης εναγόμενης και ήδη πέμπτης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, για να πληρωθούν οι εν λόγω δίγραμμες επιταγές χρειάσθηκε να θεωρηθούν και από τον υποδιευθυντή αυτής και τον τμηματάρχη και συνακόλουθα δεν συνάδει με την κοινή λογική ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι υπάλληλοι αυτής να συνέργησαν από κοινού στην πλαστογραφία και στην συνέχεια στην υπεξαίρεση των χρημάτων των επιταγών από τον πρώτο εναγόμενο......

Περαιτέρω, αναφορικά με τις λοιπές εναγόμενες και ήδη εφεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες αποδείχθηκε, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ ώστε αυτές να ευθύνονται για την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου, εξαιρουμένης της τρίτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΝ Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Μεσιτείας Ασφαλίσεων" (όπως μετονομάσθηκε η "ING Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Μεσιτείας Ασφαλίσεων", πρώην "ING Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Πρακτόρευσης Γενικών Ασφαλειών"), καθόσον η εν λόγω εταιρεία, συσταθείσα την 30-12-2004 δεν υφίστατο κατά το χρόνο τέλεσης των άδικων πράξεων της απάτης και υπεξαίρεσης από τον πρώτο εναγόμενο και επομένως δεν συνδεόταν κατά το χρόνο εκείνο με τον πρώτο εναγόμενο με συμβατική σχέση, η οποία (συμβατική σχέση) άρχισε αργότερα, ήτοι την 26-1-2005, όταν αυτή συνήψε μαζί του σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου γενικών ασφαλίσεων (συντονιστή) και συνακόλουθα η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα σε σχέση με την ανωτέρω εταιρεία ως ουσία αβάσιμη.

Κατά συνέπεια, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε της αγωγή ως προς την ανωτέρω εταιρεία, αν και με διαφορετική αιτιολογία, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και επομένως ο σχετικός λόγος της ένδικης έφεσης τυγχάνει απορριπτέος, όπως και η έφεση ως προς την ανωτέρω εταιρεία, στα δικαστικά έξοδα της οποίας για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας πρέπει να καταδικασθεί ο εκκαλών, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε, ότι για τη ζημία που υπέστη ο ενάγων από την κατά τα ανωτέρω περιγραφείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου ευθύνονται οι λοιπές ανώνυμες εφεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες (πρώτη, δεύτερη και τέταρτη), καθεμία εις ολόκληρο, ως προστήσασες αυτόν, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 922 ΑΚ.

Τούτο διότι, μεταξύ του πρώτου εναγόμενου και της πρώτης και δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ING Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών" και "ΝΝ Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής και το διακριτικό τίτλο "ΝΝ HELLAS", όπως μετονομάσθηκε η "I.N.G. Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής" υπήρχε σχέση πρόστησης.

Παράλληλα, ο πρώτος εναγόμενος ήταν υποπροστηθείς της τέταρτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "3Κ Investment Partners Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων και το διακριτικό τίτλο "3Κ Investment Partners", όπως μετονομάσθηκε η "I.N.G. Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων", με την οποία συνδεόταν διαμέσου της ως άνω ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΝ Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής" και το διακριτικό τίτλο "ΝΝ HELLAS", προστηθείσας με τη σειρά της στην τέταρτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, τον οποίον είχε προστήσει στην υπηρεσία της με τη βούληση της τελευταίας εταιρείας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, χρησιμοποιώντας αυτόν ως μέλος του εμπορικού δικτύου της για την προώθηση της διάθεσης των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων αυτής, της οποίας η ίδια ήταν αντιπρόσωπος, δυνάμει σχετικής μεταξύ τους σύμβασης (.....) με την επισήμανση ότι αν ο προστήσας παρέχει την εξουσία στον προστηθέντα του, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στη διεκπεραίωση της υπόθεσής του, αυτός (αρχικώς προστήσας) ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες των υποπροστηθέντων αυτού, χωρίς μάλιστα να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίνει οδηγίες και εντολές απευθείας σε αυτούς (.......).

Η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια ενέργεια του πρώτου εναγόμενου έλαβε χώρα επ' ευκαιρία και εξ' αφορμής της εκτέλεσης της υπηρεσίας, που του είχε ανατεθεί από τις ανωτέρω προστήσασες αυτόν ανώνυμες εταιρείες, ήτοι ως ασφαλιστικού - οικονομικού συμβούλου και αρμοδίου για την προώθηση της διάθεσης των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της "ING Α.Ε.Δ.Α.Κ." αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που του είχαν δοθεί και καθ' υπέρβαση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων του καθόσον μεταξύ των ζημιογόνων ενεργειών αυτού και των υπηρεσιών που του είχαν ανατεθεί υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία που τέλεσε δεν ήταν δυνατό να λάβει χώρα χωρίς τη σχέση πρόστησης, η οποία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για τη τέλεσή της και κατέστη δυνατή η διάπραξή της, εξαιτίας ακριβώς της θέσης, των μέσων και των ευκαιριών που του παρείχαν οι προστήσασες εταιρείες, τα οποία όμως χρησιμοποίησε για άλλο σκοπό από εκείνον για τον οποίο του είχαν διατεθεί.

Βέβαια, η διάθεση ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο από χρηματιστηριακές εταιρείες και από τράπεζες (Ν.Δ. 3745/1957, άρθρ. 62 του ν. 1642/1986, άρθρ. 31 και 32 του ν. 1914/1990 και άρθρ. 5 επ. του ν. 2198/1994), πλην όμως οι τελευταίες μπορούν να χρησιμοποιούν για το σκοπό αυτό και το δίκτυο των πρακτόρων τους, φυσικών ή νομικών προσώπων, δεδομένου ότι στη σύγχρονη κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, οι δραστηριότητες των ασφαλιστικών εταιρειών δεν περιορίζονται στη σύναψη συμβάσεων με τις οποίες υπόσχονται την καταβολή ασφαλίσματος σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου αλλά αντιθέτως διαδίδονται διαρκώς περισσότερο σήμερα oι ασφαλίσεις που συνδέονται με επενδύσεις (άρθρ. 13γ του ΝΔ 400/1970, που προστέθηκε με το άρθρο 16 Π.Δ. 252/1996).

Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση, ναι μεν δεν ενέπιπτε στο αντικείμενο των εργασιών των εφεσίβλητων εταιρειών, σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό τους, η αγορά, διάθεση ή με οποιανδήποτε τρόπο διαχείριση των άυλων τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, η δε προαναφερθείσα τραπεζική Α.Ε. "I.N.G BANK", που είχε την προς τούτο νομική δυνατότητα κατά τον κρίσιμο χρόνο βρισκόταν σε εκκαθάριση, ενώ όπως προιστορείται, το αντικείμενο των υπηρεσιών που είχαν ανατεθεί στον πρώτο εναγόμενο από τις εφεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες αφορούσε μόνο στη διαμεσολάβηση του στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων και την προώθηση της διάθεσης των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων, που διαχειρίζονταν η τέταρτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, πλην όμως υφίσταται εσωτερική συνάφεια και στενός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των ζημιογόνων πράξεων του πρώτου εναγόμενου και της ως άνω υπηρεσίας του, υπό την έννοια ότι οι πράξεις αυτές δεν μπορούσαν να τελεστούν χωρίς την ανωτέρω πρόστησή του, εμπίπτουσες στους τυπικούς κινδύνους που συνδέονται οργανικά με τη δραστηριότητα που του είχε ανατεθεί, όπως αναλυτικά αναφέρεται ανωτέρω (.....).

Άλλωστε, ο πρώτος εναγόμενος ενήργησε τις σε βάρος του ενάγοντος - εκκαλούντος παράνομες και ζημιογόνες πράξεις του εκμεταλλευόμενος το διεθνές κύρος του ομίλου "ING" στην οικονομική αγορά αλλά και την ιδιότητά του ως υπευθύνου όλων των εφεσίβλητων εταιρειών του εν λόγω ομίλου και του διευθυντή του υποκαταστήματος τους στο Νομό Τρικάλων, έχοντας την έδρα της δραστηριότητάς του σε γραφεία στο κέντρο της πόλης των Τρικάλων υπό το σήμα της "ING".

Άλλωστε, αν ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε ιδιότητα του διευθυντή του κοινού υποκαταστήματος των ανωτέρω εφεσίβλητων εταιρειών στα Τρίκαλα, του συντονιστή των ασφαλιστικών τους συμβούλων και του διευθυντή του γραφείου πώλησης τους, καθώς και του διαμεσολαβητή στη διάθεση των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων της τέταρτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, δεν θα είχε τα μέσα, τις γνώσεις, την υλικοτεχνική υποδομή (γραφεία, υπαλληλικό προσωπικό, έντυπο υλικό) αλλά και τη δυνατότητα προσέγγισης προσώπων, όπως ο ενάγων - εκκαλών, παρουσιάζοντας αυτός (πρώτος εναγόμενος) ότι ενεργούσε κατ' εξουσιοδότηση όλων των εφεσίβλητων ανώνυμων εταιρειών του επιχειρηματικού ομίλου "ING", ούτε θα μπορούσε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του και να τον πείσει να του παραδώσει χρήματα για επένδυση.

Ειδικότερα, αν ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε την προρρηθείσα ιδιότητα και δεν χρησιμοποιούσε τα έντυπα, τα γραφεία και την εν γένει υποδομή του κοινού υποκαταστήματος όλων των εφεσίβλητων εταιρειών δεν θα μπορούσε να εμφανισθεί με επιτυχία στον εκκαλούντα και να κερδίσει την εμπιστοσύνη του, που εκδηλώθηκε με την παράδοση του ποσού της εξαγοράς των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων προκειμένου αυτά να επενδυθούν σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου με αποτέλεσμα στη συνέχεια να επέλθει ως άμεση συνέπεια η ισόποση περιουσιακή ζημία του, καθόσον χωρίς τη συνδρομή της συγκεκριμένης επαγγελματικής δράστηριότητάς του και των ανωτέρω ιδιοτήτων του, θα ήταν αδύνατο να οδηγηθεί ο εκκαλών στην απόφασή του για την ένδικη επένδυση των χρημάτων του σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου.

Σημειωτέον δε ότι, η δεύτερη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία στην από 23-6-2005 εξώδικη καταγγελία της, που επέδωσε στον πρώτο εναγόμενο, αναφέρει μεταξύ άλλων "....αναφερόμαστε στην εξαπάτηση τρίτων προσώπων, τα οποία πείσατε, χρησιμοποιώντας παραπλανητικές και απατηλές υποσχέσεις και καλυπτόμενος από τη μεταξύ μας συνεργασία, να σας εμπιστευθούν και να σας παραδώσουν χρηματικά ποσά πολλών χιλιάδων ευρώ, για δήθεν επένδυση τους....

σε τίτλους ελληνικού δημοσίου μέσω της ανύπαρκτης πλέον στην Ελλάδα - πλην όμως λειτουργούσης νόμιμα στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες- τράπεζα του ομίλου μας "ING BANK" και στην εκ μέρους σας κατάρτιση και παράδοση στα πρόσωπα αυτά ....ψευδούς περιεχομένου εγγράφων, δήθεν παραστατικών των επενδύσεων τους, δήθεν προερχομένων από την ως άνω τράπεζα του ομίλου "ING", επί εντύπων που φέρουν τα διακριτικά τους σήματα", αναγνωρίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη στενή σύνδεση του πρώτου εναγόμενου με αυτήν, ως μέλους του ομίλου "ING" αλλά και την εκμετάλλευση από τον τελευταίο της θέσης του για την τέλεση των αδίκων και παρανόμων πράξεων σε βάρος των επενδυτών, μεταξύ των οποίων και σε βάρος του ενάγοντος - εκκαλούντος.

Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω και δη του ότι, η ζημιογόνος συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου επιτεύχθηκε με την εκμετάλλευση της φήμης του ομίλου "ING", βρισκόταν δε σε χρονικό και τοπικό σύνδεσμο με την εκτέλεση της ανατεθείσας από τις εφεσίβλητες εταιρείες υπηρεσίας του, στο πλαίσιο της ανωτέρω επαγγελματικής του δραστηριοποίησης κατά παράβαση όμως των εντολών και οδηγιών, που του είχαν δοθεί και καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, μεταξύ των ως άνω αδικοπρακτικών πράξεων του πρώτου εναγόμενου και της υπηρεσίας του υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι αυτές (άδικοπρακτικές πράξεις) δεν θα μπορούσαν να τελεστούν χωρίς τη συγκεκριμένη ανωτέρω υπηρεσία του στο Νομό Τρικάλων και δη αυτή του αρμοδίου για την προώθηση σε υποψήφιους επενδυτές των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων της τέταρτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, καθόσον αν ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε την εν λόγω ιδιότητα και ενεργούσε εκτός της παραπάνω επαγγελματικής του σφαίρας δεν θα μπορούσε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του ενάγοντος εκκαλούντος, εμφανιζόμενος ότι ενεργεί για λογαριασμό των εφεσίβλητων εταιρειών του ομίλου "ING", στηριζόμενος στην εγγυητική λειτουργία που αυτές επιτελούσαν, δεδομένου ότι ο ενάγων - εκκαλών, όπως και οι υπόλοιποι επενδυτές είχαν εμπιστευθεί τον πρώτο εναγόμενο όχι ως επαγγελματία αλλά ως εκπρόσωπο αυτών.

Ενόψει τούτων, οι εφεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες (πρώτη, δεύτερη και τέταρτη) ευθύνονται για τη ζημία, που ο προστηθείς και υποπροστηθείς από κάθε μία από αυτές πρώτος εναγόμενος, προκάλεσε στον ενάγοντα - εκκαλούντα και έχουν συνακόλουθα υποχρέωση, δοθέντος ότι η ευθύνη τους είναι αντικειμενική, να αποκαταστήσουν εις ολόκληρο καθεμία αυτή.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη, δεύτερη και τέταρτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, κρίνοντας ότι η προεκτεθείσα αδικοπραξία κινείται έξω από την σφαίρα της εγγύησης των συνεναγόμενων του πρώτου εναγόμενου ανωτέρω ανωνύμων εταιρειών και πέραν του αιτιώδους συνδέσμου που μπορεί να υφίσταται μεταξύ της δικής του συμπεριφοράς και της ζημίας που προκλήθηκε, εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της υπό στοιχεία α' έφεσης του εκκαλούντος ως ουσία βασίμου και συνεπώς η εκκαλούμενη απόφαση πρέπει να εξαφανισθεί κατά το κεφάλαιο τούτο...........

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων - εκκαλών από την σε βάρος του τελεσθείσα ανωτέρω αδικοπραξία, υπέστη ψυχική ταλαιπωρία, έντονη στεναχώρια και ψυχολογικό σοκ από την διαπιστωθείσα απώλεια των χρημάτων του, που αποτελούσαν και τις οικονομίες της ζωής του και επομένως δικαιούται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το δε ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, που ο εκκαλών - ενάγων δικαιούται, ενόψει της προσβολής που αυτός υπέστη, του μεγέθους της βλάβης, της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, του βαθμού υπαιτιότητας του πρώτου εναγόμενου, της κοινωνικής κατάστασης του (ενάγοντος - εκκαλούντος) αλλά και της απουσίας οποιουδήποτε πταίσματος εκ μέρους αυτού, ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο (άρθρ. 932 ΑΚ).

Συνεπώς προς τα ανωτέρω και αναφορικά με την κύρια αγωγή, η κρινόμενη από 22-11-2012 και με αριθμό κατάθεσης 107/2012 (υπό στοιχ. Α') έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης, δεύτερης και τέταρτης των εναγόμενων - εφεσίβλητων εταιρειών και να εξαφανισθεί ως προς αυτές η εκκαλούμενη με αριθμ. 131/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό για την κατ' ουσία εκδίκασή της (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και στη συνέχεια να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η κύρια αγωγή και να υποχρεωθούν οι ανωτέρω εφεσίβλητες - εναγόμενες εταιρείες να καταβάλουν εις ολόκληρο εκάστη εξ αυτών στον εκκαλούντα - ενάγοντα το υπεξαιρεθέν από τον πρώτο εναγόμενο και προστηθέντα τούτων χρηματικό ποσό συνολικού ύψους 107.779,85 ευρώ (58.694,06 + 44.020,54 + 2.048,47 + 3.016,78), καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι και την εξόφληση....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι η ζημία την οποία υπέστη ο αναιρεσείων από την σε βάρος του τελεσθείσα υπεξαίρεση ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 107.779,85 ευρώ και όχι στο αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 167.370,06 ευρώ, κάνοντας δεκτή εν μέρει την αγωγή κατά το μικρότερο αυτό ποσό. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, αλλά ούτε και λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ.

γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1620/2022, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 1079/2019). Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι τόσο στις αιτήσεις εξαγοράς όσο και στις δίγραμμες επιταγές ο εναγόμενος Κ.

Μ. πλαστογράφησε την υπογραφή του, με την έγκριση και τη φυσική παρουσία αυτού (αναιρεσείοντος) παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι δεν ήταν δυνατόν ο εναγόμενος να προβαίνει σε πλαστογράφηση των επιταγών παρουσία του και κατάθεση του αντιτίμου στον ατομικό του λογαριασμό. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται ποίου κανόνα δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή αφορά το δίδαγμα της κοινής πείρας που επικαλείται ο αναιρεσείων και το δικαστήριο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα, ανεξαρτήτως, βεβαίως, του ότι το επικαλούμενο, ως τέτοιο, δεν αποτελεί δίδαγμα κοινής πείρας και διότι, υπό την επίφαση της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 150/2023). Ειδικότερα, από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 357/2023).

Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι περιέχει αντιφάσεις ανάμεσα στο σκεπτικό και το διατακτικό, αφού στο σκεπτικό δέχεται ότι ο Κ.

Μ. του χορήγησε βεβαίωση για το ποσό των 184.005 ευρώ και ότι έγινε επένδυση σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ στο διατακτικό του επιδικάζει το ποσό των 107.779,85 ευρώ για αποζημίωση λόγω θετικής ζημίας του, που αφορά μόνο το ποσό της εξαγοράς των αμοιβαίων κεφαλαίων και όχι την επένδυσή του σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις παραπάνω διατάξεις.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση : Ο αναιρεσείων το έτος 1999 κατέβαλε στον Κ. Μ. το συνολικό ποσό των 50.000.000 δραχμών, με τα οποία αγοράστηκαν για λογαριασμό του μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, που διαχειρίζονταν η τέταρτη αναιρεσίβλητη. Ακολούθως, ο αναιρεσείων, κατόπιν προτάσεως του Κ.

Μ. να επενδύσει την αξία των άνω μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, προέβη στην εξαγορά αυτών σταδιακά, στις 25-7-2000 και 29-9-2000. Ωστόσο, τα ποσά της εξαγοράς των εν λόγω μεριδίων, συνολικού ύψους 107.779,85 ευρώ, που έλαβε ο Κ. Μ. από τον αναιρεσείοντα για να τα επενδύσει σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου δεν τα επένδυσε, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα.

Στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε μέχρι το έτος 2004, ο Κ. Μ., για να δημιουργήσει στον αναιρεσείοντα την πεποίθηση ότι είχε πράγματι επενδύσει τα χρήματά του σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, του χορηγούσε έντυπα ροζ χρώματος, που έφεραν το σήμα της τράπεζας "ING BANK", τα οποία όμως δεν ήταν αποδεικτικά κτήσεως ομολόγων, αλλά ήταν απλά αντίγραφα εγγράφων εντολών του αναιρεσείοντος για την αγορά αϋλων τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, με ετήσια διάρκεια και ονομαστική αξία 184.005 ευρώ.

Συνεπώς, με βάση τις παραδοχές του Εφετείου η ζημία του αναιρεσείοντος επήλθε από την υπεξαίρεση του ποσού της εξαγοράς των αμοιβαίων μεριδίων, ύψους 107.779,85 ευρώ, που τέλεσε σε βάρος του ο Κ. Μ., προστηθείς των αναιρεσιβλήτων εταιρειών, τα δε παραπάνω έντυπα, που χορήγησε ο τελευταίος στον αναιρεσείοντα για να τον πείσει ότι προέβη πράγματι στην ως άνω επένδυση, περιείχαν το ποσό (184.005 ευρώ) που δήθεν θα ελάμβανε αυτός από την επένδυση και όχι το υπεξαιρεθέν από τον Κ. Μ. ποσό των 107.779,85 ευρώ, κατά το οποίο και μόνο ζημιώθηκε ο αναιρεσείων, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το Εφετείο.

Κατόπιν αυτών, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αναφορικά με τις δεύτερη και τέταρτη αναιρεσίβλητες εταιρείες και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των τελευταίων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. Αναφορικά όμως με την τρίτη αναιρεσίβλητη εταιρεία, αφού είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με την διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υποθέσεως, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή, κατά την παραπάνω διάταξη, σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ ΑΠ 42/2005, Ολ ΑΠ 25/2001, ΑΠ 895/2019, ΑΠ 352/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο, διότι, όπως προεκτέθηκε, ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων παραιτήθηκε νομοτύπως από το δικόγραφο της εφέσεως ως προς την τρίτη εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "ΝΝ Ελληνική Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλιστικής Πρακτόρευσης" και τον διακριτικό τίτλο "ΝΝ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΚΗ", όπως τροποποιήθηκε η επωνυμία αυτής από "ΝΝ Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Μεσιτείας Ασφαλίσεων", η οποία παραίτηση έχει ως αποτέλεσμα ότι η έφεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε ως προς την άνω εφεσίβλητη.

Επομένως, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, επιβάλλεται, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και, αφού θεωρηθεί ότι η έφεση δεν ασκήθηκε ως προς την τρίτη ως άνω εφεσίβλητη εταιρεία, να κηρυχθεί κατηργημένη ως προς αυτή τη διάδικο η δίκη.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 τταρ.3 ΚΠολΔ), να συμψηφιστεί ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη ένα μέρος εξόδων, καθόσον κατ' εκτίμηση των περιστάσεων, αυτή είχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης (άρθρο 179 εδ. β' ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτή στο υπόλοιπο, όπως ορίζεται στο διατακτικό, μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 179, 183, 189, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των δεύτερης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 106, 176, 183, 189, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "INTERNATIONAL LIFE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", οιονεί καθολική διάδοχο της "ING Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών" η από 3 Απριλίου 2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 53/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Κηρύσσει κατηργημένη τη δίκη ως προς την παραπάνω διάδικο.

Απορρίπτει, ως προς τις δεύτερη και τέταρτη αναιρεσίβλητες, την από 3 Απριλίου 2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 53/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των δεύτερης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 53/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη εταιρεία.

Κρατεί και δικάζει επί της από 22-11-2012 εφέσεως ως προς την τρίτη εφεσίβλητη.

Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε ως προς την τρίτη εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "ΝΝ Ελληνική Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλιστικής Πρακτόρευσης" και τον διακριτικό τίτλο "ΝΝ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΚΗ", όπως τροποποιήθηκε η επωνυμία αυτής από "ΝΝ Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Μεσιτείας Ασφαλίσεων" η από 22-11-2012 έφεση κατά της υπ' αρ. 131/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων.

Κηρύσσει κατηργημένη τη δίκη ως προς την παραπάνω διάδικο.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αναιρέσεως.

Και Καταδικάζει την τρίτη αναιρεσίβλητη εταιρεία σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ