Supreme Court annuls lower court decision on land ownership due to failure to identify specific property boundaries and characteristics.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision regarding land ownership disputes between the State and private heirs. The State argued the lower court failed to properly identify the specific land's boundaries, nature, and historical usage based on legal requirements. The Court ruled that the lower court's insufficient analysis of technical works and title descriptions violated substantive law, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1a), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The lower court must rigorously identify the specific nature, boundaries, and historical characteristics of disputed land to establish ownership, and failure to do so requires annulment and remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1582 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1582/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Α. του Γ. και Μ., κατοίκου ……… , 2) Ι. Α. του Γ. και Μ., κατοίκου ………., 3) Ε. - Π. Α. του Γ. και Μ. συζ. Π. Μ., κατοίκου …………., 4) Ε. - Ι. Α. του Γ. και Μ., κατοίκου ……………., 5) Μ. Α. του Β. και Α. συζ. Ι. Ρ., κατοίκου …………….., 6) Φ. Α. του Β. και Α. συζ. Μ. Σ., κατοίκου …….. Οι υπό στοιχείο 1, 2, 3 και 6 αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Στεφάνου, και κατέθεσαν προτάσεις. Οι υπό στοιχείο 4 και 5 αναιρεσίβλητοι, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια των υπό στοιχείο 1, 2, 3 και 6 αναιρεσιβλήτων Αικατερίνη Στεφάνου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι: Α) ο υπό στοιχείο 4 αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 9-12-2019, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 229/1/20….. ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ……………και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι καθολικοί διάδοχοι και μοναδικοί εγγύτεροι συγγενείς αυτού, 4α) Γ. χήρα Ε.-Ι. Α., το γένος Α. Α. και Χ. Σ., 4β) Γ. Α. του Ε.-Ι. και Γ., κάτοικοι ………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο, και κατέθεσαν προτάσεις και Β) η υπό στοιχείο 5 αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 9-6-2020, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 110/1/20…… ,ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ………………………, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η καθολική διάδοχος και μοναδική εγγύτερη συγγενής αυτής, 5α) Ά.-Μ. Ρ. του Ι. και Μ., κάτοικος ……………, η οποία εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99ΤΜ/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 85/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-9-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρ. 62 εδ. α του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 του ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 του ΑΚ).
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι και η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του ή κατά των κληρονόμων του (ΑΠ 754/2021, ΑΠ 492/2019). Εξάλλου, από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες, τόσο στην έκκλητη όσο και στην αναιρετική δίκη (άρθρα 524 παρ.1 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διατάξεις των άρθρων 286 επ.
του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης, συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νόμιμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι εάν ο θάνατος διαδίκου συμβεί μετά το τέλος της συζήτησης αυτής ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δηλαδή σε χρόνο που δεν είναι πλέον εκκρεμής η δικαστική διαδικασία και, συνεπώς, δεν είναι εκ των πραγμάτων στην περίπτωση αυτή δυνατή η διακοπή και η επανάληψη της δίκης (ΑΠ 754/2021, ΑΠ 492/2019), πρέπει τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα τόσο η έφεση όσο και η αίτηση αναίρεσης, να ασκούνται από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος ή να απευθύνονται κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος, όπως για την έφεση και την αναίρεση ειδικότερα ορίζουν τα άρθρα 516 παρ.1 και 517 και 556 παρ. 1 και 558 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα.
Διαφορετικά εάν, κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου (κατάθεσης, κατ` άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), αυτό ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου που είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή του, το ένδικο μέσο (όπως έφεση, αναίρεση) που ασκήθηκε στο όνομά του θανόντος απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτο, λόγω ακυρότητας του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ.
α, 73, 159, 160 παρ. 1 και 516 παρ.1, 556 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 754/2021, ΑΠ 492/2019, ΑΠ 45/2018). Αν όμως το ένδικο μέσο απευθύνεται κατά αποβιώσαντος και ο ασκήσας αυτό διάδικος αγνοούσε το γεγονός του θανάτου του αντιδίκου του, το ένδικο μέσο (όπως είναι η έφεση ή η αναίρεση) παραδεκτά μεν θεωρείται ότι απευθύνθηκε κατά του αποβιώσαντος, η συζήτηση, όμως, αυτού, εφόσον έχει μέχρι τότε γνωστοποιηθεί το γεγονός του θανάτου του, είναι απαράδεκτη αν δεν κλητεύθηκαν να παραστούν σε αυτήν ή δεν παρέστησαν αυτοβούλως οι κληρονόμοι του (ΟλΑΠ 27/1987, 1478/2022, ΑΠ 754/2021, ΑΠ 1138/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής : Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά του τέταρτου αναιρεσιβλήτου, Ε. - Ι. Α. του Γ., και της πέμπτης αναιρεσίβλητης Μ. Α. του Β., οι οποίοι ήταν εν ζωή κατά τη συζήτηση της έφεσης, στις 10-05-2019, και είχαν ήδη αποβιώσει, στις 09-12-2019 και 09-06-2020, αντίστοιχα, ήτοι πριν από την από 19-06-2020 έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το γεγονός του θανάτου των παραπάνω αναιρεσιβλήτων έλαβε, το πρώτον, γνώση το αναιρεσείον από την επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, με επίδοση του δικογράφου αυτής, στις 12-05-2021, από τους καθολικούς διαδόχους των 1) Ε. - Ι. Α., α) Γ. χήρας Ε. Α., το γένος Α. Α. και β) Γ. Α. του Ε. - Ι. και 2) Μ. Α. του Β., Ά. - Μ.
Ρ. του Ι., και την αναφορά, στη σχετική παραγγελία γνωστοποίησης, της οικειοθελούς συνέχισης της δίκης, οι οποίοι εμφανίστηκαν οικειοθελώς, στο ακροατήριο, κατά τη σημερινή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της, στο πινάκιο. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των Ε. - Ι.
Α. και Μ. Α. του Β., ως αναιρεσιβλήτων, που είχαν ήδη προαποβιώσει της άσκησής της, και το γεγονός του θανάτου αυτών δεν γνώριζε το αναιρεσείον, ενώ οι αναφερόμενοι παραπάνω μοναδικοί, ως συνομολογείται από τους διαδίκους, καθολικοί διάδοχοι αυτών, οικειοθελώς επέσπευσαν τη συνέχιση της δίκης και οικειοθελώς εμφανίστηκαν και εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, κατά τα ως άνω, κρίνεται παραδεκτή ως προς αυτούς.
Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της με αριθμ. 85/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία απορρίφθηκε η από 24-09-2018 έφεση, κατά της εκκαλούμενης με αριθμ. 99ΤΜ/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή.
Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, διότι από την 16-7-2020, οπότε επιδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στο αναιρεσείον, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσίβλητους, μέχρι την κατάθεσή της, στις 21-9-2020, στη Γραμματεία του Εφετείου Αιγαίου, δεν παρήλθε η 30νθήμερη προθεσμία, διότι δεν προσμετράται το χρονικό διάστημα των δικαστικών διακοπών, από 1η Ιουλίου έως 15-9-2020, (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρ. 11 εδ α Κώδικα των Νόμων περί δικών του Δημοσίου, που κωδικοποιήθηκε με το κανονιστικό διάταγμα της 26ης.06/10.07.1944, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3514/2006 και ισχύει, άρθρ. 11 παρ. 2 του ΚΟΔ), και, επομένως, πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
II. [1] Κατά το άρθρο 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274(1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ, "μούλκια", οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (εραζίτ μεβκουφέ), δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (εραζίτ μετρουκέ, οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (εραζίτ μεβάτ, τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Στο οθωμανικό κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης Ραμαζάν και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα), ενώ δεν χωρούσε κατάλυση του χαρακτήρα της δημόσιας γης με κτητική παραγραφή (άρθρο 1248 ΟΘΝπΓαιών).
Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4.6.1830, 19.6.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης.
Έτσι οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο κατά τον ως άνω οθωμανικό νόμο περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς όμως από την διαδοχή αυτή να θιγούν τα αποκτηθέντα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα αποκτηθέντα κατά τον ίδιο οθωμανικό νόμο δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των δημοσίων γαιών.
Το ελληνικό Δημόσιο με τις παραπάνω ρυθμίσεις απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου με αμάχητο τεκμήριο μόνον την κυριότητα εκείνων των ιδιοκτήτων γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3.2.1830 είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δημεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με τη ρητή αναφορά στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμενοι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος του Κράτους".
Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες. Και τούτο διότι τα νησιά αυτά, υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία ειρηνικά, κατόπιν συνθηκών συναφθεισών μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν θεωρήθηκαν περιελθόντα στον Σουλτάνο, αλλά οι γαίες των νησιών αυτών, χαρακτηρίσθηκαν, κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο, ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο, όμως, καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο ουδέ κατεχόμενα από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (ΑΠ 200/1934, ΑΠ 466/1957, ΑΠ 1810/2009).
Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, για εκτάσεις που αφορούσαν στα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανέναν, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.
Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες, κατά την ταυτότητά τους, ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, δια των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίσθηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση.
Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "..." και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ ΑΠ 1/2013, ΑΠ 1187/2022, ΑΠ 1566/2022, ΑΠ 241/2021, ΑΠ 1228/2020). [2] Τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, να ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διοικήσεως κτημάτων", με το οποίο ορίστηκε ότι: "Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον." Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του α.ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του Α.Κ.
με το άρθρο 972 αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βζρδ των ν. 1, 23 Πανδ. (47.1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, δηλαδή, των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.06/03.07.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψής του, δηλαδή, απόφαση του κυρίου περί παραίτησης αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.
Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτή αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραίτησης από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν βζρδ, δεν απαιτούνταν ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή αυτού, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του Α.Κ..
Ο νόμος "Περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βζρδ, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας. Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα, λόγω του απελευθερωτικού αγώνα.
Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου", ανεξαρτήτως της κατάληψής τους, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα, από το Ελληνικό Δημόσιο ή τις Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (ΑΠ 27/2019, ΑΠ 590/2019, ΑΠ 1840/2017). [3] Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βζρδ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.20, 12 Πανδ. (5.8) ν.27 Πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 Πανδ. (41.10), 109 Πανδ. (50.16) και 2 παρ.7 και 1 Πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι, με την κτήση της νομής του πράγματος, δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του έως τις 11.09.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσια κτήματα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση).
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι τα δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός μεν από τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1§1 αυτού αφετέρου δε από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ".
Πλην όμως, προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, έως τις 11.09.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1840/2017, ΑΠ 783/2016). [4] Κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία.
Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά. Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχτούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του.
Τέτοιες πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχιση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κτλ (ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1079/2019). [5] Κατά το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και εξακολουθεί, κατά το άρθρο 34 παρ. 2 του ν. 2971/2001, να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή, αυτές, για τις οποίες η έκθεση επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας με το διάγραμμα της χάραξής τους συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν πριν από τη δημοσίευση του νέου νόμου στο ΦΕΚ 285Α/19.12.2001, ο αιγιαλός είναι κοινόχρηστο κτήμα, ανήκει στο Δημόσιο, προστατεύεται και διαχειρίζεται από αυτό (άρθρα 967, 968 ΑΚ).
Αιγιαλός είναι η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα με ανώτατο όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φτάνουν, κατά τις συνηθισμένες και όχι έκτακτες αναβάσεις τους, τα κύματα της θάλασσας. Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα, όχι όμως και από τις έκτακτες πλημμύρες (ΟλΑΠ 24/2000).
Έτσι, ακόμη και οι βράχοι, καθώς και οι απόκρημνες ή όχι ακτές αποτελούν μέρος του αιγιαλού, όπως, επίσης, αιγιαλό αποτελεί και το τμήμα αυτού που προστατεύεται με κρηπίδωμα, έτσι, ώστε να μη φθάνει μέχρι το τελευταίο (όπως προηγουμένως) το συνήθως μεγαλύτερο κύμα (ΑΠ 790/2021). Αν ο αιγιαλός μετατοπιστεί είτε από φυσικά αίτια (προσχώσεις) είτε από τεχνητά (επιχωματώσεις) και παύσει να περιβρέχεται από τις μεγαλύτερες αναβάσεις του χειμέριου κύματος, η ζώνη της ξηράς που προέκυψε από τη μετακίνηση της οριογραμμής προς τη θάλασσα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλιότερα υφιστάμενου αιγιαλού, ονομάζεται παλαιός αιγιαλός.
Μόνος ο καθορισμός του ορίου του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού με απόφαση της διοικητικής επιτροπής, που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940 (ήδη άρθρ. 1 παρ. 3 του ν. 2971/2001), και με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο δεν έχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά.
Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής συνταγματικών ορισμών. Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και, σε κάθε τοπική περίπτωση, ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός με πρόσχωση, ανήκει στην εκτίμηση όχι της διοίκησης αλλά του τακτικού δικαστηρίου, το οποίο δεν δεσμεύεται από την έκθεση και το διάγραμμα της επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, τα οποία και εκτιμά ως δικαστικά τεκμήρια.
Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 17 του Σ., ενόψει ακριβώς της οποίας προστασίας θεσπίσθηκαν όσα διαλαμβάνονται στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 3, του ίδιου α.ν., σύμφωνα με τις οποίες τμήματα ιδιωτικών κτημάτων, τα οποία χαρακτηρίσθηκαν από την επιτροπή ως ανήκοντα στον αιγιαλό, λογίζονται ότι κηρύχθηκαν αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα υπέρ του Δημοσίου συγχρόνως με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της έκθεσης και του διαγράμματος, της ίδιας επιτροπής, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά ως προς τον καθορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως των σχετικών διατάξεων του ΑΝ 1731/1939 και, μετέπειτα, του ΝΔ/τος 797/1971 και του ν. 2881/2001, ενώ οι διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 και 4 του α.ν. 2344/1940, κατά το μέρος που προβλέπουν απόσβεση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των κυρίων ιδιωτικών κτημάτων, που χαρακτηρίστηκαν από την αρμόδια επιτροπή ως ανήκοντα στον αιγιαλό λόγω μη εμπρόθεσμης αναγγελίας από τους δικαιούχους των αξιώσεών τους προς τον Υπουργό των Οικονομικών, αντίκεινται στην προστατευτική της ιδιοκτησίας διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος είναι ανίσχυρες και δεν παράγουν έννομες συνέπειες.
Η απώλεια αυτή μπορεί να επέλθει μετά την τήρηση της διαδικασίας που θέτει το Σύνταγμα και οι σχετικοί νόμοι για τη στέρηση της ιδιοκτησίας (ΑΠ 301/2013, ΑΠ 573/2008, ΑΠ 481/2008). Ο αιγιαλός ανήκει, κατά νομική επιταγή, στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τις ισχύουσες διατάξεις των άρθρων 1 του α.ν. 2344/1940, 967 και 968 ΑΚ, κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου (ν93β ασΒβ, ν96, 112 πανδ 50.16) και ανεπίδεκτος νομής (ν. 70 παρ. 3 παρ. 17 Παν. (41.2) παρ. 1 Εις (2.1) Ν. 2 παρ. 1 Πανδ (1-8), και άρθρο 15 του ν.
περί διακρίσεως κτημάτων της 10-7-1837), και κατά τις διατάξεις των άρθρων 1-3 του Οθωμανικού Νόμου, και το μουσουλμανικό δίκαιο που ίσχυε πριν απ' αυτόν, ο αιγιαλός ανήκε στις προορισμένες για την κοινή χρήση, ανήκε στο Δημόσιο και δεν εξουσιάζονταν ποτέ από ιδιώτες (Ολ ΑΠ 1/2013, ΑΠ 222/2017), η δε κυριότητα, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα είναι εκείνη του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής (ΑΠ 124/2022, ΑΠ 116/2018).
Ο αιγιαλός μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή και τεχνητά αίτια (άρθρο 9 του α.ν. 2344/1940) μπορεί να απωλέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιου (όταν παύσει να περιβρέχεται από τις συνηθισμένες μεγαλύτερες αναβάσεις του χειμερίου κύματος), αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων και, επομένως, αυτός, έστω και αν απωλέσει το χαρακτήρα του και καταστεί παλαιός αιγιαλός, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου, χωρίς να συντρέχει ανάγκη, μετά από την αλλαγή αυτή, να αναζητηθεί άλλος τρόπος κτήσης ή διατήρησης της κυριότητας του Δημοσίου, όπως με χρησικτησία (ΟλΑΠ 24/2000, ΑΠ 1187/2022, ΑΠ 851/2022). [6].
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση ……της Δημοτικής Ενότητας Άνω …… του Δήμου ……… και αποτελεί τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 29015ΕΚ00119/0/0, συνολικού εμβαδού 40.066 τ.μ., που καταχωρίστηκε κατά τις αρχικές εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ……………..
ως αιγιαλός, ανήκων κατά κυριότητα στο εναγόμενο, με βάση την με αριθ. 1203/28.1.2005 απόφαση καθορισμού αιγιαλού - παραλίας του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου στη θέση ……… (ΦΕΚ 169/Δ/16.2.2005). Εμφαίνεται στο συνημμένο στην αγωγή από Ιανουάριο 2014 τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ν.
Λ. με τα περιμετρικά αριθμητικά στοιχεία 1,2,3,4,5,6,7, 8,9,10,11,1, έχει έκταση κατά το διάγραμμα αυτό 131 τ.μ. και συνορεύει, κατά το ίδιο διάγραμμα, βόρεια, επί πλευρών 3-4, 4-5, 5-6, 6-7, 8-9 και 10-11, με δημοτική οδό, νότια - νοτιοανατολικά, επί πλευράς 1-2, με δημοτική οδό, ανατολικά, επί πλευρών 7-8, 9-10 και 11-1, με δημοτική οδό και δυτικά, επί πλευρών 5-6 και 2-3, με πλακοστρωμένη αυλή και πέραν αυτής με θάλασσα, υφίσταται δε επ' αυτού κτίσμα εμβαδού 95 τ.μ.
και σε συνέχεια αυτού, αποτελών μια ενότητα με το κτίσμα, (υφίσταται) διαμορφωμένος υπαίθριος χώρος εμβαδού 36 τ.μ. Για το ακίνητο αυτό, όπως και για την όμορη προς δυσμάς πλακοστρωμένη αυλή, συνολικού εμβαδού 245 τ.μ., ως τμήμα αιγιαλού, εκδόθηκε το με αριθ. 2703/209/19.12.2007 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής από την Κτηματική Υπηρεσία ……… σε βάρος των εναγόντων - εφεσιβλήτων (πλην της έκτης), ήδη αναιρεσιβλήτων, κατόπιν της από 10.8.2007 έκθεσης αυτοψίας των τοπογράφων της ως άνω Υπηρεσίας Θ.
Κ. και Β. Κ., σύμφωνα με την οποία και το συνημμένο σ' αυτήν σκαρίφημα, στην εν λόγω περιοχή και εντός του αιγιαλού, που καθορίστηκε διοικητικά με την με αριθ. 6276/8.10.1980 απόφαση του Νομάρχη Κυκλάδων (ΦΕΚ 625/Δ/1980), υφίσταται παλαιό κτίριο και άλλες κατασκευές, φερόμενης ιδιοκτησίας των καθ' ων (το πρωτόκολλο). Συγκεκριμένα επρόκειτο α) για το κτίσμα εμβαδού 95 τ.μ., που εμφαίνεται στο συνημμένο στην έκθεση αυτοψίας σκαρίφημα με τα στοιχεία Β1-Β1'-Β2, όπου η εταιρεία "…….
και ΣΙΑ ΟΕ" είχε σε λειτουργία ταβέρνα, β) για μια προσθήκη δωματίου, εμφαινόμενη στο σκαρίφημα με τα στοιχεία Β3, όπου στεγάζεται γεννήτρια της Δημοτικής Ενότητας ………. και η οποία δεν περιλήφθηκε στο πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, γ) για τον συνεχόμενο, διαμορφωμένο υπαίθριο χώρο, εμβαδού 36 τ.μ., που περιγράφεται ως πλακοστρωμένος, περιτοιχισμένος και πλακοσκεπής χώρος και εμφαίνεται στο άνω σκαρίφημα με τα στοιχεία Β4 και δ) για την όμορη προς δυσμάς πλακοστρωμένη αυλή, εμβαδού 114 τ.μ., που εμφαίνεται στο σκαρίφημα με τα στοιχεία Β5.
Το πρωτόκολλο αυτό εκδόθηκε, ενώ ήδη η Κτηματική Υπηρεσία Κυκλάδων είχε ζητήσει με το 5002/10.8.2001 έγγραφό της από τους καθ' ων να προσκομίσουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 4 α.ν. 1539/1938, τίτλους ιδιοκτησίας για την ως άνω έκταση, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση αυτή, υποβάλλοντας, με το με αριθ.
πρωτ. 5424/10.9.2001 έγγραφό τους, τους συμβολαιογραφικούς τίτλους ιδιοκτησίας τους, που όμως δεν ανευρέθηκαν στα γραφεία της εν λόγω Υπηρεσίας, σύμφωνα με το με αριθ. 100/5.2.2008 έγγραφό της. Οι καθ' ων το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής (ενάγοντες - εφεσίβλητοι πλην της έκτης) άσκησαν ανακοπή κατ' αυτού, η οποία έγινε δεκτή με την με αριθ. 49/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου ……… και ακυρώθηκε το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο ως προς τα εδαφικά τμήματα B1¬B1', Β2 και Β4 (που αποτελούν το επίδικο ακίνητο της παρούσας αγωγής), ενώ απορρίφθηκε ως προς το εδαφικό τμήμα Β5 (την όμορη προς δυσμάς πλακοστρωμένη αυλή), η δε ως άνω με αριθ. 49/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου επικυρώθηκε με την με αριθ. 641ΑΜ/2010 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που δίκασε κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κατ' έφεση, τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και τις απέρριψε, με την αιτιολογία, μεταξύ άλλων, ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης των ανακοπτόντων.
Κατά των ιδίων (εναγόντων - εφεσιβλήτων πλην της έκτης) εκδόθηκε ταυτόχρονα και το με αριθ. 2704/260/19.12.2007 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος της ίδιας Υπηρεσίας, κατά του οποίου άσκησαν επίσης ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 65ΑΜ/2009 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που την δέχθηκε κατά το επικουρικό αίτημα του περιορισμού της οφειλόμενης αποζημίωσης, κατόπιν δε άσκησης αντίθετων εφέσεων κατ' αυτής από τους διαδίκους εκδόθηκε η με αριθ. 130/2012 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, που απέρριψε την έφεση του καθ' ου (εναγομένου - εκκαλούντος στην υπό κρίση αγωγή), ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε την έφεση των ανακοπτόντων (εναγόντων - εφεσιβλήτων πλην της έκτης στην υπό κρίση αγωγή) και εν μέρει την ανακοπή και ακύρωσε το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση ως προς τα εδαφικά τμήματα B1-B1', Β2 και Β4 (ήδη το επίδικο ακίνητο), με την αιτιολογία (πιθανολόγηση) ότι ενέπιπταν στους τίτλους ιδιοκτησίας των ανακοπτόντων, των οποίων οι απώτεροι δικαιοπάροχοι είχαν καταστεί κύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινό ρωμαϊκού δικαίου και ότι τα εδαφικά αυτά τμήματα (ήδη επίδικο) δεν είχαν περιέλθει στην κυριότητα του εναγόμενου (τότε καθ' ου η ανακοπή) Ελληνικού Δημοσίου, κατόπιν του διοικητικού καθορισμού το έτος 1980 των ορίων αιγιαλού - παραλίας στην περιοχή με την προαναφερθείσα απόφαση του Νομάρχη Κυκλάδων, καθώς δεν είχαν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις για τις απαλλοτριώσεις και δεν είχε κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αποζημίωση που καθορίστηκε υπέρ των δικαιούχων για την απαλλοτρίωση των ακινήτων τους μέχρι την δημοσίευση της απόφασης αυτής, ενώ ως προς το εδαφικό τμήμα Β5 (την όμορη προς δυσμάς του επιδίκου πλακοστρωμένη αυλή, για την οποία δέχθηκε ότι δεν είχε περιέλθει ποτέ στην συγκυριότητα των ανακοπτόντων, όντας ανέκαθεν αιγιαλός, στον οποίο δεν ασκήθηκαν πράξεις νομής εκ μέρους των δικαιοπαρόχων τους με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βρδ.) το μεταρρύθμισε, περιορίζοντας το οφειλόμενο ποσό αποζημίωσης.
Ακολούθως, ως προς τους αγωγικούς ισχυρισμούς ότι το επίδικο έχει περιέλθει στους ενάγοντες με παράγωγο και, επικουρικά, με πρωτότυπο τρόπο, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα προκύπτουν τα ακόλουθα: 1.1. Σύμφωνα με το με αριθ. 14509/21.3.19….. πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου…….. Ν. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου …….. (τόμ. 121, αριθ. 1152), η απώτερη δικαιοπάροχος των εναγόντων Π.
σύζ. Μ. Α., το γένος Β. Β., απέκτησε την κυριότητα, λόγω πώλησης από τον Ι. Ι. Ξ., "ενός οικίσκου (καφενείου) κείμενου εις θέσιν …….. της ……. μετά της περιοχής του διηκούσης μέχρι της κουρμαδιάς (φοίνικος) της φυτευμένης εις το άκρον της περιοχής, και ήτις κουρμαδιά συμπεριλαμβάνεται εις την παρούσαν πώλησιν και πλησιάζοντας μετά της περιοχής του γύρωθεν με κτήματα ίδιου πωλητού, με δρόμον και χείμαρρον". 2.
Ο δικαιοπάροχος της Ι. Ι. Ξ.ς είχε αποκτήσει το πωληθέν ακίνητο ως τμήμα ευρύτερης έκτασης με το με αριθ. 10749/13.5.1910 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ……….. Σ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ……… (τόμ. 111, αριθ. 134), σύμφωνα με το οποίο αγόρασε από τον Τ. Ι., Ξ. "ένα κήπο κείμενο εις θέσιν …… του Δήμου ……… εκτάσεως μιας ημέρας ζευγαριάς περιέχοντας συκάς, μιαν φοινικιάν, φρέαρ, αγροικίαν, δύο οικίσκους ο εις δια τα ζώα, αλώνιον, έτερον οικίσκον (καφενείον) πλησιάζοντας με κτήματα ………..με χείμαρρον, με δημοσίαν οδόν και με την παραλίαν". 3.
Ο δικαιοπάροχος του Ι. Ι. Ξ. Τ. Ι. Ξ. είχε αποκτήσει την ευρύτερη ως άνω έκταση με το με αριθ. 11430/1.12.1897 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ……….. Ε. Ζ. με αιτία τον συμβιβασμό μεταξύ του ίδιου και του πατέρα του Ι. Τ. Ξ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τόμ. 90, αριθ. 5342), σύμφωνα με το οποίο απέκτησε (το υπό στοιχ. 3 ακίνητο του εν λόγω τίτλου) "έτερον κήπον κείμενον εις την αυτήν θέσιν …….
περιέχοντα συκάς και μιαν φοινικιάν, φρέαρ, αγροικίαν και δύο οικίσκους, ο είς δια τα ζώα και αλώνιον, πλησιάζοντα με κτήματα ………….., με χείμαρρον με δημοσίαν οδόν και με την παραλίαν". 4. Ο. Ι. Ξ. του Τ. ( Ζ.) είχε αποκτήσει την ως άνω ευρύτερη έκταση με το με αριθ. 17035/24.3.1881 συμβόλαιο ανταλλαγής του συμβολαιογράφου ……….
Π. Π., νόμιμα μεταγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τόμ. 50, αριθ. 8556), με το οποίο η αδελφή του Κ. σύζ. Π. Π., το γένος Τ. ( Ζ.) Ξ., του μεταβίβασε με αιτία την ανταλλαγή "τον εις θέσιν …… της περιφέρειας του Δήμου ……. κείμενον κήπον εκτάσεως ενός στρέμματος με το προς την θάλασσαν τεμάχιον το περιέχον το ……..
και τας συκάς του ποταμού με μαγκανοπήγαδον με δεξαμενήν με δέκα επτά συκάς έσωθεν και έξωθεν". 5. Η ανωτέρω Κ. σύζ. Π. Π., το γένος Τ. ( Ζ.) Ξ. είχε αποκτήσει το αμέσως παραπάνω ακίνητο με το με αριθ. 2940/29.8.1875 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ……….. Ν. Μ., με αιτία την δωρεά που συνέστησαν υπέρ αυτής οι γονείς της Τ.
και Μ. το γένος Β., επί του "κατά την θέσιν ……. κειμένου χωραφιού των (πρώην κήπος) περιέχον συκόδενδρα, του ημίσεως φρέατος και ημισείας δεξαμενής πλησίον κτημάτων της ιδίας θυγατρός των, του Λ. Ξ., χειμάρρου και του παραθαλασσίου", με τον όρο "να απολαμβάνουν την επικαρπία αυτού μέχρις όρου ζωής των", σε συνδυασμό με το με αριθ. 5189/28.6.18….
παραχωρητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραμμένο στα αυτά βιβλία μεταγραφών (τομ. 48, αριθ. 8294), με το οποίο οι άνω δωρητές σύζυγοι "ανακαλούντες τον όρον τούτον (δηλαδή την ισόβια επικαρπία), παραχωρούν από τούδε το κτήμα τούτο περιέχον συκόδενδρα, ροιόδενδρα ήμισυ φρέαρ και ημίσεια δεξαμενή και τον απέξω χείμαρρον περιέχοντα συκόδενδρα και ορνόδενδρα μετά του συνεχομένου τεμαχίου χωραφιού και του εν αυτώ υπάρχοντας φοινικιού πλησίον του παραθαλασσίου".
ΙΙ.1. Μετά το θάνατό της Π. συζ. Μ. Α. στις 17.3.1938 χωρίς ν' αφήσει διαθήκη, το ως άνω κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της και συγκεκριμένα στον σύζυγό της Μ. Α., και στους δυο γιους της, Γ. Μ. Α., δικαιοπάροχο του πρώτου, δεύτερου, τρίτης αναιρεσίβλητης και του Ε. - Ι. και Β. Μ. Α., (δικαιοπάροχο της Μ.
Α., της οποίας καθολική διάδοχος είναι η Α. - Μ. Ρ. (5α)), κατά ποσοστό συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου 2/8 στον πρώτο και 3/8 στον καθένα από τους δεύτερο και τρίτο, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την εν λόγω κληρονομιά με την ανάμειξή τους σ' αυτήν. Μετά τον θάνατο το έτος 1943 του συζύγου της Μ. Α., το ποσοστό συγκυριότητάς του 2/8 εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω κληρονομιαίου ακινήτου περιήλθε στον γιο του Γ.
Μ. Α.. με την με αριθ. 3056/29.6.19….. δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου ……….. Μ. Π., που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το με αριθ. 114/11.8.1943 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου των εν ……. Πρωτοδικών, με την οποία ο διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμους του τους δυο γιους του και συγκεκριμένα τον μεν ……….
σε δήλο πράγμα της κληρονομιαίας περιουσίας του και τον ……….. (δικαιοπάροχο των τεσσάρων πρώτων εναγόντων) "σε άπασαν την λοιπήν περιουσίαν μου κινητήν και ακίνητον και το μερίδιον που έχω εις διάφορα ακίνητα εκ κληρονομιάς της συζύγου μου". Στη συνέχεια, μετά τον θάνατο του Γ. Μ. Α. στις 5.12.1971 χωρίς ν' αφήσει διαθήκη, το ποσοστό συγκυριότητάς του στο προπεριγραφέν κληρονομιαίο ακίνητο 5/8 εξ αδιαιρέτου περιήλθε στα τέκνα του, ήτοι τον πρώτο, τον δεύτερο, την τρίτη και τον τέταρτο των εναγόντων, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 1/4 στον καθένα, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά του αυτή με την με αριθ. 32851/3.12.19…..
δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ……….. Μ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ……….. (τόμ. 522, αριθ. 81), στην οποία αναφέρεται ότι οι ανωτέρω κληρονόμοι αποδέχθηκαν, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 1/4 ο καθένας, το ποσοστό συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου 5/8 του αποβιώσαντος στις 5.12.1971, χωρίς ν' αφήσει διαθήκη, πατέρα τους Γ.
Α. του Μ. και Π. επί "μιας αποθήκης, κειμένης εις το χωρίον …….. της …….., της περιφερείας του Δήμου……, κατά την παραλίαν, χρησιμοποιούμενης άλλοτε ως καφενείον, μετά της έξωθι περιοχής της, εξικνούμενης μέχρι της …………, της ευρισκομένης εις το άκρον της περιοχής εν ή περιλαμβάνεται, συνορευομένης με παραλίαν και με δρόμον δημόσιον".
Το υπόλοιπο ποσοστό συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου 3/8 στο επίδικο, το οποίο είχε περιέλθει στον Β. Α. του Μ., από την προαναφερθείσα κληρονομιά εξ αδιαθέτου της μητέρας του Π. το έτος 1938, και την είχε αποδεχτεί με την ανάμειξή του σ' αυτήν, περιήλθε μετά τον θάνατό του στις 3.12.1988, χωρίς ν' αφήσει διαθήκη, στις εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι τις τρεις θυγατέρες του, Π., Μ.
και Φ., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 1/3 στην καθεμία, την οποία αποδέχθηκαν με την με αριθ. 9883/20.12.20…… δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου ……….. Ι. Π., νόμιμα μεταγραφείσα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ………….. (τόμ. 757, αριθ. 22) και, στη συνέχεια, μετά τον θάνατο της Π. στις 23.8.2007, χωρίς ν' αφήσει διαθήκη, η οποία δεν είχε τελέσει γάμο και δεν είχε αποκτήσει τέκνα, το μερίδιό της περιήλθε στις πιο πάνω αδελφές της, πέμπτη και έκτη των εναγόντων αντίστοιχα, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία, οι οποίες και το αποδέχθηκαν νόμιμα και, συγκεκριμένα, η μεν πέμπτη ενάγουσα με την με αριθ. 12629/9.1.20…… δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του αμέσως παραπάνω συμβολαιογράφου, η δε έκτη με την με αριθ. 12518/3.8.20…… δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου, οι οποίες δεν έχουν καταχωριστεί ακόμη στα οικεία κτηματολογικά βιβλία.
Από τα προαναφερόμενα συμβόλαια, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες, και την περιγραφή του εκάστοτε μεταβιβαζομένου ακινήτου με αυτά, προκύπτει ότι υφίσταται αδιάσπαστη διαδοχή τίτλων κτήσης για το επίδικο τουλάχιστον από το έτος 1880, καθώς σε όλους τους τίτλους, όχι μόνο δεν παρατηρούνται άξιες λόγου αποκλίσεις, αλλά αναφέρεται ότι συνορεύει με θάλασσα ή παραλία και ότι σ' αυτό περιλαμβάνεται η φοινικιά ή χουρμαδιά, όπως προκύπτει και από την επισκοπούμενη παλαιά φωτογραφία της περιοχής, όταν δεν υπήρχε καθόλου τουριστική αξιοποίηση και σχεδόν καθόλου κτίσματα, πλην των αναφερομένων στα ένδικα συμβόλαια οικίσκων, επιβεβαιώνεται δε και από τον κάτοικο της περιοχής και έχοντα ίδια αντίληψη αυτής, αλλά και γνώση της από τους προγενέστερους κατοίκους της, Ν.
Β. στην με αριθ. 57/22.5.2017 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της Ειρηνοδίκη ……….., ηλικίας κατά την λήψη της 86 ετών. Επισημαίνεται ότι αγροικία και δύο οικίσκοι προϋπήρχαν του έτους 1897 στο επίδικο, καθώς αναφέρονται στο ως άνω με αριθ. 11430/1.12.18…….. συμβόλαιο, ενώ η μετατροπή της χρήσης ενός οικίσκου σε καφενείο συντελέστηκε πριν το έτος 1910, αφού η ύπαρξή του μνημονεύεται στο προαναφερθέν με αριθ. 10749/19…… συμβόλαιο, η οποία άλλωστε επιβεβαιώθηκε και στην όπως παραπάνω ένορκη βεβαίωση, το καφενείο δε αυτό με τον περιβάλλοντα χώρο του, και δη την στεγασμένη με καλαμωτή τότε αυλή, αποτελεί σήμερα το επίδικο ακίνητο.
Η διαδοχική αλληλουχία των ως άνω τίτλων κτήσης, καθώς και η μετατροπή της χρήσης του ενός οικίσκου σε καφενείο ήδη πριν από την κατάρτιση του με αριθ. 10749/1910 διαπιστώνεται και στο με αριθ. 1022/15.10.2015 έγγραφο του Αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας ………. Άλλωστε, από το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο περιγράφεται στην πλειονότητα των συμβολαιογραφικών τίτλων κτήσης, όχι μόνον ως καφενείο, αλλά και ως κήπος που περιείχε συκιές, φοινικιά, πηγάδι και αλώνι, συνάγεται ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων ασκούσαν επ' αυτού συνεχώς πράξεις νομής, προσιδιάζουσες στη φύση του, καθώς το χρησιμοποιούσαν προφανώς για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών τους με οπωροκηπευτικά, φρούτα και σιτηρά, τα οποία αλώνιζαν στο αλώνι που υπήρχε εντός αυτού.
Με βάση τ' ανωτέρω, η άσκηση πράξεων νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη εκ μέρους των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων των εναγόντων στο επίδικο, καθένας από τους οποίους διέθετε επιπλέον και νόμιμο τίτλο κτήσης (συμβόλαιο νόμιμα μεταγραμμένο, που σαφώς δικαιολογεί την καλή του πίστη), διήρκεσε τουλάχιστον για τριάντα (30) συνεχή έτη πριν από την 11η.9.1915 και δη τουλάχιστον από το 1880 και έπειτα χωρίς διακοπή, έστω και αν μέρος τούτου αποτελούσε τμήμα του αιγιαλού της περιοχής - όχι όπως καθορίστηκε διοικητικά με την με αριθ. 6276/8.10.1980 απόφαση του Νομάρχη Κυκλάδων (ΦΕΚ 625/Δ/1980), με την οποία συμπεριλήφθηκε στον αιγιαλό και ο υφιστάμενος ανέκαθεν οικίσκος, του οποίου η χρήση είχε τραπεί σε χρήση καφενείου προ του έτους 1910, αλλά από φυσικά και μόνο φαινόμενα ... -, και αν, ως εκ τούτου, αποτελούσε δημόσιο κτήμα, δεδομένων του ενιαίου του με την υπόλοιπη ιδιοκτησία και της αντίληψης αυτού και της χρήσης του από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων ως μέρους τελούντος σε λειτουργική ενότητα με την υπόλοιπη ιδιοκτησία τους, και, συνεπώς, απέκτησαν αυτοί την κυριότητά του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που είχε συμπληρωθεί οπωσδήποτε έως την 11η.9.1915, .....
Επομένως, οι ενάγοντες απέκτησαν τη συγκυριότητά τους στο επίδικο, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους και δη, καθένας από τους πρώτο, δεύτερο, τρίτη και τέταρτο κατά 5/32 εξ αδιαιρέτου, και καθεμία από τις πέμπτη και έκτη, καθώς και η ευρισκόμενη στη ζωή κατά την έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου ……..
αδελφή των δύο τελευταίων Π. Α. του Β., κατά 4/32 εξ αδιαιρέτου, με τον παράγωγο τρόπο της κληρονομιάς, με βάση όσα εκτέθηκαν ανωτέρω για την αδιάσπαστη διαδοχή των τίτλων κτήσης τους από δικαιοπαρόχους που ήσαν κύριοι αυτού, φθάνοντας έως τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης των απωτέρων δικαιοπαρόχων τους με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.
Αντιθέτως, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε τις ενστάσεις του της ίδιας κυριότητας, όπως είχε το βάρος ν' αποδείξει και δη: α) Ότι το επίδικο αποτελούσε και αποτελεί δημόσιο κτήμα λόγω της ιδιότητάς του ανέκαθεν ως αιγιαλού και της περιελευσής του σ' αυτό λόγω αυτής της φύσης του από το Οθωμανικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου", αφού, ....
δεν αρκεί η διοικητική οριοθέτηση του αιγιαλού για να του προσδώσει αυτή την ιδιότητα, ούτε, εξάλλου, η μη αναγγελία στη διοικητική αρχή εντός έξι μηνών από αυτήν (διοικητική οριοθέτηση μιας έκτασης ως αιγιαλού), που επέχει θέση απαλλοτρίωσης, μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια του δικαιώματος της ιδιοκτησίας εκείνων που έχουν τέτοιο δικαίωμα, αν δεν τηρηθεί η διαδικασία που θέτει το Σύνταγμα και οι σχετικοί νόμοι για τη στέρηση της ιδιοκτησίας.
Ούτε βέβαια η καταγραφή του επιδίκου ως δημόσιου κτήματος επηρεάζει τη φύση του ως πράγματι υφιστάμενου αιγιαλού, σημειώνεται δε ότι το ίδιο το εναγόμενο εκφράζεται ασαφώς ως προς τη φύση του, αναφέροντας στις πρωτόδικες προτάσεις του, που επαναφέρει με την υπό κρίση έφεση, άλλοτε ότι πρόκειται για αιγιαλό, άλλοτε για παραλία και άλλοτε για παλαιό αιγιαλό, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν απέδειξε την αμμώδη φύση του και την παρουσία θαλασσίων υδάτων, όπως ισχυρίζεται.
Και β) ότι το επίδικο αποτελούσε αδέσποτο και ως τέτοιο περιήλθε στην δική του κυριότητα, ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου δικαιώματι πολέμου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 16 του ν. 21.6/10.7.1837. Περαιτέρω, δεν ευσταθεί και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου (με τον τέταρτο λόγο έφεσης) ότι στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλουμένη εσφαλμένα επέρριψε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης της αγωγής σ' αυτό, "επειδή ο ιδιώτης, ο οποίος, ως ενάγων επικαλείται στη δικαστική διένεξή του με το Ελληνικό Δημόσιο εμπράγματα δικαιώματα οφείλει κατά τη γενική αρχή του δικονομικού δικαίου, βασιζόμενη στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται με την αγωγή του", διότι οι ενάγοντες ισχυριζόμενοι ότι το επίδικο ήταν έκταση καλλιεργούμενη και στην οποία υφίστανται από το απώτερο παρελθόν οικήματα, απέδειξαν τούτο και, συνεπώς, την αγωγή τους, ενώ το ίδιο (εναγόμενο) δεν απέδειξε από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία ότι το επίδικο πέραν κάθε αμφιβολίας είναι αιγιαλός (ή έστω παλαιός αιγιαλός ή παραλία), για τον οποίο ισχυρισμό έχει το βάρος απόδειξης, σημειουμένου ότι όσον αφορά στο εδαφικό τμήμα Β5, εμβαδού 114 τ.μ., που βρίσκεται ανάμεσα στο επίδικο και την θάλασσα, από το οποίο επίσης αποβλήθηκαν οι ενάγοντες με το όπως ανωτέρω πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, δεν προβάλλουν αυτοί δικαίωμα κυριότητας με την ένδικη αγωγή τους.
Τέλος, το αίτημα του εναγομένου για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διακριβωθεί αν η επίδικη έκταση πράγματι εμπίπτει στην αδιάκοπη σειρά τίτλων, που οι ενάγοντες επικαλούνται, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν υφίσταται τέτοιος λόγος, αφού από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους ενάγοντες αποδεικτικά μέσα προκύπτει, όπως ήδη αναπτύχθηκε, ότι αυτή εμπίπτει στους τίτλους ιδιοκτησίας τους.
Κατόπιν των ανωτέρω, εσφαλμένα αποτυπώθηκε στα κτηματολογικά διαγράμματα ω τμήμα του δημόσιου κτήματος με KAEK 29015ΕΚ00119/0/0, ενώ αποτελεί διακριτό ακίνητο που ανήκει στην συγκυριότητα των εναγόντων, αλλά και της στη ζωή ευρισκόμενης Π. Α. κατά την έναρξη του Κτηματολογίου στο Δήμο …………, κατά τα ποσοστά που προαναφέρθηκαν και πρέπει να αποκοπεί από το προαναφερθέν δημόσιο κτήμα και να δημιουργηθεί νέο ακίνητο με ξεχωριστό ΚΑΕΚ, όπως αποτυπώνεται στο εμπεριεχόμενο στο αγωγικό δικόγραφο σκαρίφημα γεωμετρικών μεταβολών, ανήκον κατά ως άνω ποσοστά συγκυριότητας στους ενάγοντες και την Π.
Α. κατά τις αρχικές εγγραφές στα οικεία κτηματολογικά βιβλία...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, αναγνωρίστηκε ότι, κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή, την 24-11-2005, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτη των αναιρεσιβλήτων, είναι (συγ)κύριοι κατά ποσοστό 5/32 ο καθένας, και ο δικαιοπάροχος των 4α και 4β των αναιρεσιβλήτων, Ε. - Ι.
Α., είναι (συγ)κύριος κατά ποσοστό 5/32, και οι Π. Α. (δικαιοπάροχος της Μ. Α. - Ρ. και Φ. Α.), η Μ. Α. (δικαιοπάροχος της 5α αναιρεσίβλητης) και η έκτη αναιρεσίβλητη, είναι (συγ)κύριοι κατά ποσοστό 4/32 ο καθένας, και διατάχθηκε η διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου …………..
Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε: 1. Ότι το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 131 τ.μ., αποτελούμενο από κτίσμα 95 τ.μ., και από διαμορφωμένο υπαίθριο χώρο, εμβαδού 36 τ.μ., πλακοστρωμένο, περιτοιχισμένο και πλακοσκεπή χώρο, βρίσκεται στη θέσι Κίνι της δημοτικής ενότητας…….., του Δήμου ………….., και ταυτοποείται στους τίτλους των αναιρεσιβλήτων και ως μέρος μείζονος τμήματος του ακινήτου στους τίτλους των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων. 2.
Ότι το επίδικο αποτελείται από το καφενείο με τον περιβάλλοντα χώρο του και δη τη στεγασμένη με καλαμωτή τότε αυλή του, και περιγράφεται στην πλειονότητα των συμβολαιογραφικών τίτλων κτήσης, όχι μόνον ως καφενείο, αλλά και ως κήπος που περιείχε συκιές, φοινικιά, πηγάδι και αλώνι, και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων ασκούσαν επ' αυτού συνεχώς πράξεις νομής, προσιδιάζουσες στη φύση του, καθώς το χρησιμοποιούσαν για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών τους με οπωροκηπευτικά, φρούτα και σιτηρά, τα οποία αλώνιζαν στο αλώνι που υπήρχε εντός αυτού, με μετατροπή του ενός οικίσκου σε καφενείο πριν το έτος 1910, με διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου, και δη στεγασμένη με καλαμωτή αυλή, με καλή πίστη, και με διαδοχική αλληλουχία νόμιμων τίτλων, ειδικής και καθολικής διαδοχής (συμβολαιογραφικό έγγραφο, νόμιμα μεταγραμμένο, και ανάμειξης στην κληρονομία), τουλάχιστον από το έτος 1880, συνεχώς και έχοντας συμπληρώσει, οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι, τριάντα έτη, με καλή πίστη μέχρι την 11-09-2015, και μέχρι την 23-02-1946, και στη συνέχεια, με πράξεις νομής διανοία κυρίου, οι λοιποί, κατά σειρά, δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, και, στη συνέχεια, οι τελευταίοι απέκτησαν κυριότητα, με πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και σε μέρος του επιδίκου, το οποίο αποτελούσε τμήμα αιγιαλού της περιοχής με φυσικά και μόνο φαινόμενα, ήτοι έφθαναν μέχρι το μέρος αυτό οι συνήθεις αναβάσεις του χειμέριου κύματος, λόγω του ενιαίου του με την υπόλοιπη ιδιοκτησία και της αντίληψης αυτού και της χρήσης του από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, ως μέρους τελούντος σε λειτουργική ενότητα με την υπόλοιπη ιδιοκτησία τους, 3.
Ότι κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στην επίδικη περιοχή, την 24η Νοεμβρίου 2005, είναι (συγ)κύριοι οι πρώτος, δεύτερος, τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ο δικαιοπάροχος των 4α και 4β αναιρεσιβλήτων, Ε. - Ι. Α., κατά ποσοστό 5/32 ο καθένας, και η Π. Α. (δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων 5α και 6ης), η Μ. Α., δικαιοπάροχος της 5α αναιρεσίβλητης και η έκτη αναιρεσίβλητη, κατά ποσοστό 4/32 η καθεμία, με παράγωγο τρόπο και με πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας. 4.
Ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου των 133 τ.μ. διότι δεν ήταν αδέσποτο ενώ μέρος αυτού ήταν φυσικός αιγιαλός.
ΙV. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο: 1) ως προς την κτήση κυριότητας επί μέρους του επιδίκου, ως φυσικού αιγιαλού, ήτοι καλυπτόμενου του μέρους με τις μέγιστες συνήθεις αναβάσεις του χειμέριου κύματος, λόγω συμπλήρωσης της ανωτέρω 30ετούς έκτακτης χρησικτησίας, με καλή πίστη, μέχρι την 11-09-1915 από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, η οποία συνεχίστηκε, με καλή πίστη, μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23-02-1946), και με πράξεις νομής διανοία κυρίου, μετά την εισαγωγή αυτού, με τον πρωτότυπο τρόπο έκτακτης χρησικτησίας από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους των προαναφερθέντων αναιρεσίβλητων και των αναιρεσιβλήτων, και με τον ανωτέρω παράγωγο τρόπο, κατά το χρόνο έναρξης λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου ……….., στις 24η-11-2005, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βζρδ, άρθρ. 51 ΕισΝΑΚ, 1193, 1195, 1846, 974 και 1045 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε αν και δεν ήταν εφαρμοστέες, και τις διατάξεις των άρθρων 1 - 3 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274(1856), ν93β ασΒβ, ν96, 112 πανδ 50.16 του βρδ, άρθρο 15 του ν.
περί διακρίσεως κτημάτων της 10-7-1837, των πρωτοκόλλων της 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4.6.1830, 19.6.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διοικήσεως κτημάτων", άρθρο 2 του α.ν. 1539/1938, άρθρ. 1, 9 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ άρθρο 34 παρ. 2 του ν. 2971/2001, 967, 968 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους, αν και τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή μέρος του επίδικου αποτελεί αιγιαλό, το οποίο μάλιστα δεν προσδιορίζει κατά έκταση και όρια, ήταν πράγμα που λόγω της μορφής και φύσης του δεν ήταν δεκτικό ιδιωτικής εξουσίασης, ως πράγμα εκτός συναλλαγής και χρησικτησίας, του οποίου κατέστη κύριος το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους, χωρίς καμιά αποζημίωση, με αποτέλεσμα να μην καταστούν οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων και οι αναιρεσίβλητοι κύριοι (απροσδιόριστου) αιγιαλού, με παράγωγο τρόπο, διότι απέκτησαν παρά μη κυρίου, ούτε με πρωτότυπο τρόπο, διότι ήταν εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτο χρησικτησίας, ενώ θεμελιούται εν μέρει στο απροσδιόριστο αυτό τμήμα, η ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.
Παράλληλα, έτσι που έκρινε ως προς την κτήση κυριότητας, με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας (απροσδιόριστου κατά θέση και όρια κατά την προσβαλλόμενη απόφαση) υπολοίπου του επίδικου ακινήτου, από τους απώτερους και απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων και με καλή πίστη μέχρι την 11-09-1915, και στη συνέχεια μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ, παραβίασε ευθέως τις αυτές παραπάνω διατάξεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών των ν. 27 Πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 Πανδ. (41.10), 109 Πανδ. (50.16) και 2 παρ.7 και 1 Πανδ. (51.4) του β.ρδ., διότι αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα από τις προαναφερθείσες διατάξεις προϋποθέσεις, ως προς την ταυτοποίηση αυτού, της γεωμορφολογίας, φύσης και προσδιορισμού της ταυτότητάς του, ως γαίας καθαρής ιδιοκτησίας, δεκτικής από τη φύση και τη μορφή της σε ιδιωτική εξουσίαση, και σε σχέση με τα δεκτά περιστατικά καθολική διαδοχής με ανάμειξη ή μεταγραφέντα νομίμως συμβόλαια ειδικής διαδοχής, έχοντας υπόψη και 1) τα δεκτά γενόμενα κατά καιρούς, τεχνικά έργα, που παρεμποδίζουν ή μη την μέγιστη συνήθη ανάβαση του χειμέριου κύματος, 2) ότι στην αδιάσπαστη διαδοχή τίτλων κτήσης από τους απώτατους και απώτερους δικαιοπαρόχους, περιγράφεται ότι συνορεύει, πλην άλλων, με θάλασσα, 3) ότι προϋπήρχε του έτους 1897 τεχνικό έργο οικίσκου, το οποίο μετατράπηκε, πριν το έτος 1910, σε καφενείο, 4) ότι περιγράφεται, στους παραπάνω τίτλους όχι μόνο ως καφενείο αλλά και ως κήπος με συκιές και ορνόδενδρα, φοινικιά, πηγάδι και αλώνι, οπωροκηπευτικά, σιτηρά, που αλώνιζαν στο αλώνι, και το έτος 1971 περιγράφεται ως αποθήκη, χρησιμοποιούμενη άλλοτε ως καφενείο, με την έξωθεν περιοχή της, με αποτέλεσμα να μην αρκούν για τη θεμελίωση του (απροσδιόριστου) υπόλοιπου επίδικου ως προς τη μορφή και τη φύση αυτού.
Επομένως, οι, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, είναι βάσιμοι. V. Κατ' ακολουθίαν, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατ` άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο κατέθεσε προτάσεις κατά παραδοχή του αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσίβλητους, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 85/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ