Supreme Court partially allows appeal, remands contract liability case for retrial on specific claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a first-instance judgment regarding a contract dispute. The appellants argued that the lower court failed to examine a specific defense regarding the seller's liability under Article 361 of the Civil Code, which was crucial to the outcome of the incidental claim. The court found this omission significant and remanded the case for retrial on that specific issue while dismissing other grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 361, 515 of the Civil Code; The Supreme Court must remand a case for retrial if the lower court fails to examine a substantive defense regarding seller liability that could alter the judgment's outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1582 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1582/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Κανέλλα Τζαβέλλα-Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Κ. του Ι. και Σ., κατοίκου ..., 2) Ε. Κ. του Ν. και Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Μιχαήλ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Π. το γένος Ι. Σ. και Α. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Φράγκο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Σ. του Α. και Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-2015 αγωγή της ήδη α' αναιρεσιβλήτου και την από 25-1-2017 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως - παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 211/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11689/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-3-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4, 576 παρ. 2, 575 και 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αιτήσεως, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου. Αν δε η συζήτηση αναβληθεί από το πινάκιο για μεταγενέστερη δικάσιμο, δεν απαιτείται νέα κλήτευση των διαδίκων, επομένως και του αναιρεσιβλήτου, για τη δικάσιμο αυτή, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ' αναβολήν δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, Α. Σ., δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση.
Όπως δε προκύπτει από την υπ' αριθμ. 8070 Α'/23-7-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Χρήστου Πασσαλή, την οποία οι αναιρεσείοντες επικαλούνται και προσκομίζουν, οι τελευταίοι επέδωσαν στον ανωτέρω αναιρεσίβλητο, νόμιμα και εμπρόθεσμα, επίσημο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται η αρχική δικάσιμος της 1-4-2020 προς συζήτησή της, μαζί με κλήση για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή.
Κατά την ανωτέρω (αρχική) δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 74 παρ. 2 του Ν. 4690/2020 (Κύρωση Π.Ν.Π. σχ. με κορωνοϊό - επανάληψη δικαστηρίων) και ορίστηκε νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης η 17-2-2021, εγγράφηκε δε στο πινάκιο και ορίστηκε ότι η εγγραφή αυτή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά τη νέα αυτή δικάσιμο η δίκη ανεστάλη κατ' εφαρμογή της ΥαΔ1α/2021 (ΦΕΚ Β 534 "Έκτακτα μέτρα προστασίας δημ. Υγείας από διασπορά covid-19 από 11-2-2021 έως 1-3-2011). Στη συνέχεια, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021 (Προστασία δημόσιας υγείας από covid-19, κοινωνική προστασία, επαναλειτουργία δικαστηρίων) ορίστηκε αυτεπαγγέλτως δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης η αναφερόμενη στην αρχή (8-9-2021), η υπόθεση εγγράφηκε στο οικείο πινάκιο και ορίστηκε σύμφωνα με την ως άνω διάταξη ότι η εγγραφή της ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού η αναβολή εκ του πινακίου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του κλητευθέντος, ως ανωτέρω, δεύτερου αναιρεσίβλητου.
Με την κρινόμενη, από 27-3-2019 (αριθ. δικ. 776/2019) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 11689/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την από 21-11-2017 έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της με αριθμό 211/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, με την οποία, αφενός μεν έγινε δεκτή κατ' ουσίαν, η από 18-3-2015 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, Μ. Π., αφετέρου δε απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 25-1-2017 παρεμπίπτουσα αγωγή αυτών (αναιρεσειόντων). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 αριθ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 αριθ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 εδαφ. β ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. "Πράγματα" κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης αποτελούν και οι λόγοι της έφεσης, που περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο σχετίζεται με αυτοτελή ισχυρισμό, του οποίου η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ ΑΠ 3/2008, ΑΠ 13/2014, ΑΠ 1154/2015, 797/2013).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό η ουσιαστικό, ή στην περίπτωση που αυτό τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε, όπως συμβαίνει όταν το Εφετείο προχωρεί στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, οπότε προϋποτίθεται κατ' ανάγκη ότι ερεύνησε και διαπίστωσε το ορισμένο και τη νομική βασιμότητα αυτής (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 1569/2010).
Συνεπώς, αν το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, απορρίπτοντας λόγους της έφεσης του εναγομένου, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε και το λόγο έφεσης, με τον οποίο ο εναγόμενος παραπονέθηκε, διότι δεν απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή, έστω και αν δεν διαλαμβάνεται σχετικά ιδιαίτερη σκέψη στην απόφασή του (ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφασης η πλημμέλεια από τον αριθμό 5 περ. β του άρθρου 560 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη του: (α) Τον υπ' αριθ. "1.1." λόγο έφεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επανέφεραν τους πρωτοδίκως προβληθέντες ισχυρισμούς τους περί αοριστίας της αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης, περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης, καθώς και το αίτημα περί επίδειξης εγγράφων.
Ο λόγος αυτός κατά το περί αοριστίας σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε, αφού δέχθηκε ότι η αγωγή "είναι καθόλα ορισμένη..., δεδομένου ότι στο δικόγραφό της εκτίθενται με σαφήνεια όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται η απόκτηση της κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας εκ μέρους της πρώτης εφεσίβλητης επί του δεσπόζοντος ακινήτου και ο τρόπος αποβολής της από την επ' αυτής οιονεί νομή...".
Επίσης, κατά το δεύτερο σκέλος του ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης είναι αρνητικός της αγωγής (ΑΠ 266/2019, ΑΠ 1705/2018) και, συνεπώς, δεν αποτελεί "πράγμα" και δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ακόμη, κατά το τρίτο σκέλος του, ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η παράλειψη του δικαστηρίου να αποφανθεί επί αιτήσεως επίδειξης εγγράφου (υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θα υποβληθεί με τρόπο ορισμένο), δεν αποτελεί "πράγμα" και δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
Η ανωτέρω πλημμέλεια θα μπορούσε να ιδρύσει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 (ΑΠ 1093/2014), ο οποίος όμως δεν μπορεί να προταθεί κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, που δίκασε έφεση κατ' απόφασης Ειρηνοδικείου, διότι δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά απαριθμούμενων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης. (β) Τον υπ' αριθ. "1.4" λόγο έφεσης (κατά της αποδοχής της αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης), με τον οποίο παραπονούνταν για εσφαλμένη εφαρμογή της δικονομικής διάταξης του άρθρου 76 παρ. 1 εδ.
α ΚΠολΔ περί αναγκαστικής ομοδικίας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, η πλημμέλεια που αφορά παράβαση δικονομικής διάταξης, όπως η ανωτέρω περί αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 1438/2007, ΑΠ 1414/2003), δεν αποτελεί "πράγμα" και δεν ελέγχεται μέσω του αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), αλλά μέσω του λόγου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1307/2011, ΑΠ 1403/2003), ο οποίος όμως δεν μπορεί να προταθεί κατά της προσβαλλόμενης απόφασης που δίκασε έφεση κατ' απόφασης Ειρηνοδικείου, διότι δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των απαριθμούμενων περιοριστικά στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης. (γ) Τον υπ' αριθ. "4.1" λόγο έφεσης (κατά της αποδοχής της αγωγής), με τον οποίο παραπονούνταν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθηση παραβίασε τις διατάξεις περί βάρους απόδειξης (338 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η πλημμέλεια που αφορά εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης δεν αποτελεί "πράγμα" και δεν ελέγχεται μέσω του λόγου από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλά μέσω του λόγου από τον αριθμό 13 του 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 12/2017, ΑΠ 1124/2015), ο οποίος όμως δεν μπορεί να προταθεί κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των απαριθμούμενων περιοριστικά στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης. (δ) Τον υπ' αριθ. "4.2" λόγο έφεσης (κατά της αποδοχής της αγωγής), με τον οποίο παραπονούνταν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από αυτούς (ήτοι, τις 35 και 36/2017 ένορκες βεβαιώσεις).
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η πλημμέλεια για μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου δεν αποτελεί "πράγμα" και δεν ελέγχεται μέσω του λόγου από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλά ελέγχεται μέσω του λόγου από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος, όμως κατά τα προαναφερθέντα, δεν μπορεί να προταθεί κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.
Και (ε) Τον υπ' αριθ. "4.3" λόγο έφεσης (κατά της αποδοχής της αγωγής), με τον οποίο παραπονούνταν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην 30/2017 ένορκη βεβαίωση. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η συγκεκριμένη πλημμέλεια δεν ελέγχεται μέσω του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 2219/2014), αλλά μέσω του λόγου από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1081/2019, ΑΠ 74/2019) ο οποίος όμως δεν μπορεί να προταθεί κατά της παραπάνω απόφασης.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το υπό στοιχείο 2.1 σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και απέρριψε σιωπηρά τον υπ' αριθ. "1.2" λόγο έφεσής τους, με τον οποίο παραπονούνταν, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά παράβαση του άρθρου 216 παρ. 1 α ΚΠολΔ, σε συνδ.
με τα άρθρα 1045, 1118 και 1121 ΑΚ, δεν απέρριψε την αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, συνιστάμενης στο ότι δεν προσδιορίζεται σ' αυτήν ορισμένο χρονικό σημείο έναρξης της άσκησης πράξεων νομής επί του δεσπόζοντος ακινήτου από τον δικαιοπάροχο της πρώτης αναιρεσίβλητης και τους δικαιοπαρόχους του, ώστε να υπολογιστεί πότε αυτοί, καθώς και η πρώτη αναιρεσίβλητη στη συνέχεια, απέκτησαν την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία, για να υπολογιστεί, στη συνέχεια, πότε άρχισε ο χρόνος άσκησης της εικοσαετούς οιονεί νομής διανοία δικαιούχου στο δουλεύον ακίνητο.
Ο λόγος αυτός, εκτιμώμενος από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 6, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω λόγο έφεσης περί αοριστίας της αγωγής και τον απέρριψε, αφού δέχθηκε ότι η αγωγή είναι "καθ' όλα ορισμένη,...
δεδομένου ότι στο δικόγραφό της εκτίθενται με σαφήνεια όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται η απόκτηση της κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας εκ μέρους της πρώτης εφεσίβλητης επί του δεσπόζοντος ακινήτου και ο τρόπος αποβολής της από την επ' αυτής οιονεί νομή...".
Με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναίρεσης, κατά το υπό στοιχείο 2.2 σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εξέτασε τον υπ' αριθ. "1.5" λόγο έφεσης (κατά της αποδοχής της αγωγής), με τον οποίο παραπονούνταν για εσφαλμένη κήρυξη της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προσωρινά εκτελεστής κατά παράβαση του άρθρου 908 παρ. 1 α ΚΠολΔ.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι τα ως άνω αναφερόμενα από τους αναιρεσείοντες δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την προεκτεθείσα έννοια του όρου, αλλά αρνητικό ισχυρισμό της αγωγής της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και του συγκεκριμένου αιτήματος αυτής, ανεξαρτήτως του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός αλυσιτελώς είχε προταθεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Εφετείο), αφού η απόφαση αυτού ως τελεσίδικη είναι εκτελεστή.
Περαιτέρω, απαράδεκτες είναι και οι αιτιάσεις στο ίδιο σκέλος του λόγου αυτού από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έσφαλε, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο, αφού δεν αιτιολογεί καθόλου γιατί δέχθηκε ότι δεν υφίσταται άλλη δίοδος, ενώ ρητά αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν πλήρως το αντίθετο και δεν τα αντικρούει ούτε αμφισβητεί τη γνησιότητά τους.
Τούτο δε διότι, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, αφού δεν περιέχουν όλα τα αναγκαία για το ορισμένο του σχετικού λόγου στοιχεία, είναι σαφές ότι, ανάγονται στην εκτίμηση και αιτιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά τα υπό στοιχεία 2.3 και 2.4 σκέλη του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, (α) απέρριψε χωρίς σαφή και πλήρη αιτιολογία τον τρίτο λόγο έφεσης, με τον οποίο παραπονούνταν ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα του πότε άρχισε και πότε συμπληρώθηκε η 20ετία, προκειμένου να θεμελιώσει η πρώτη αναιρεσείουσα δικαίωμα κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί του δεσπόζοντος ακινήτου και να ελεγχθεί έτσι εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 1118, 1121 και 1045 ΑΚ για την κτήση από αυτήν δικαιώματος δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία επί του δουλεύοντος ακινήτου και (β) απέρριψε με αντιφατική αιτιολογία τους 4.4 και 4.5 λόγους έφεσης, με τους οποίους παραπονούνταν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά που δεν αποδείχθηκαν και αντίστοιχα δεν δέχθηκε ως αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά που αυτοί απέδειξαν.
Ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας, καθόσον δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τα ζητήματα αυτά και σε κάθε περίπτωση, διότι με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε τον υπ' αριθ. "1.3" λόγο έφεσης, με τον οποίο παραπονούνταν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά παράβαση των περί επιδόσεως διατάξεων των άρθρων 122, 124 παρ. 2, 128 παρ. 1, 3, 139 ΚΠολΔ και του άρθρου 271 ιδίου κώδικα, δέχτηκε ότι έγινε ορθή επίδοση της αγωγής στην τρίτη εναγόμενη, Β.
Κ., μη διάδικο εν προκειμένω, ως προς την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ η κλήτευσή της δεν ήταν νομότυπη και εμπρόθεσμη και έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των προαναφερόμενων δικονομικών διατάξεων δεν αποτελεί "πράγμα" και δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119 και 1121 ΑΚ επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να του παρέχει κάποια ωφέλεια, δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού. Η σύσταση του εμπραγμάτου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση κυριότητος ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1045, 974 και 975 ΑΚ συνάγεται ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτων επί συνεχή εικοσαετία, επιφέρει την κτήση μεν της κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία, αν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), κτήση δε πραγματικής δουλείας αν είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μία ή ορισμένες μόνο χρησιμότητες του πράγματος που αποτελούν περιεχόμενο τοιαύτης δουλείας και ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή).
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται περαιτέρω, ότι για την κτήση πραγματικής δουλείας με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, απαιτείται εκείνος που ασκεί την οιονεί νομή δουλείας στο δουλεύον ακίνητο, να είναι κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου. Εάν δεν είναι, η ασκούμενη από αυτόν οιονεί νομή δουλείας υπέρ ορισμένου ακινήτου, δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόκτηση πραγματικής δουλείας υπέρ του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία, η οποία δεν μπορεί να αρχίσει παρά μόνο όταν ο ασκών την οιονεί νομή έγινε κύριος του δεσπόζοντος.
Συνεπώς, αν ασκεί χρησικτησία και επί του ακινήτου αυτού, η έναρξη της χρησικτησίας για την απόκτηση της πραγματικής δουλείας δεν μπορεί να γίνει προτού συμπληρωθεί στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος εικοσαετής με διάνοια κυρίου νομή αυτού επί του δεσπόζοντος ακινήτου (ΑΠ 282/2019, ΑΠ 903/2015, ΑΠ 1382/2014, ΑΠ 1197/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε, ως προς το ζήτημα της απόκτησης της επίδικης πραγματικής δουλείας διόδου από την πρώτη αναιρεσίβλητη με έκτακτη χρησικτησία, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κυρίως ενάγουσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη, Μ.
Π., κατέχει διανοία κυρίου ήδη από το έτος 1969, οπότε και ο πατέρας της, Ι. Σ., μεταβίβασε σε αυτήν άτυπα ένα αγροτεμάχιο και δη αμπέλι, με τα εντός αυτού υφιστάμενα ελαιόδενδρα και κτίσματα, συνολικού εμβαδού 6.879,60 τ.μ., κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Δημοτικής Ενότητας ... του Δήμου ... - ... ....
Όπως αποδείχθηκε, η πρώτη εφεσίβλητη ήδη από το έτος 1969, όπως προελέχθη, ασκεί επί του προπεριγραφέντος ακινήτου με διάνοια κυρίου όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις νομής, που προσιδιάζουν στη φύση του, ήτοι το επισκέπτεται σε τακτά χρονικά διαστήματα, περιποιείται και κλαδεύει τα εντός αυτού ευρισκόμενα αμπέλια και ελαιόδενδρα, φυτεύει νέα δένδρα και συλλέγει τους από αυτά παραγόμενους καρπούς.
Προ του έτους 1969 το ως άνω ακίνητο νεμόταν και κατείχε ο πατέρας της πρώτης εφεσίβλητης, Ι. Σ., όπως προελέχθη, ο οποίος ασκούσε επ' αυτού τις ίδιες ως άνω πράξεις και δη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών, όπως αποδείχθηκε. Με τον ανωτέρω τρόπο η πρώτη εφεσίβλητη κατέστη κυρία του ανωτέρω ακινήτου, νεμόμενη και κατέχοντας αυτό με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών, κατά προσμέτρηση και του χρόνου νομής και κατοχής του δικαιοπαρόχου πατρός της, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εκκαλούντων, που συνιστά και λόγο εφέσεως, ως αβασίμου.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι το ανωτέρω ακίνητο ιδιοκτησίας της πρώτης εφεσίβλητης είναι περίκλειστο και δεν έχει πρόσβαση σε δημόσια ή σε αγροτική οδό. Ο δικαιοπάροχος της πρώτης εφεσίβλητης μετέβαινε στο επίδικο ακίνητο διαμέσου εδαφικής λωρίδας πλάτους 4 μέτρων, που ορίζεται ...
και βόρεια με την ιδιοκτησία των εκκαλούντων. Η προπεριγραφείσα εδαφική λωρίδα ανήκε αρχικά στον Α. Σ., ο οποίος και είχε παραχωρήσει άτυπα το δικαίωμα στον δικαιοπάροχο και πατέρα της πρώτης εφεσίβλητης να διέρχεται από αυτήν, προκειμένου να μεταβαίνει στο ακίνητό του, όπως προελέχθη. Μετά την παραχώρηση του ακινήτου της, που έλαβε χώρα κατά το έτος 1969, η τελευταία συνέχισε να χρησιμοποιεί την ως άνω εδαφική λωρίδα και να διέρχεται από αυτήν, προκειμένου να μεταβεί σε αυτό (ακίνητο), διερχόμενη είτε πεζή είτε με γεωργικά μηχανήματα για την καλλιέργεια των εντός του ακινήτου της υφισταμένων αμπελιών και ελαιοδένδρων, χωρίς να οχληθούν ή να παρεμποδιστούν από τον προεκτεθέντα ιδιοκτήτη αυτής (λωρίδας) Ι.
Σ. και δη μέχρι και το έτος 2006, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών. Με τον τρόπο αυτό η πρώτη εφεσίβλητη απέκτησε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας την οιονεί νομή δουλείας της επίδικης οδού (εδαφικής λωρίδας), την οποία εξακολούθησε να χρησιμοποιεί και μετά το έτος 2006...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1118, 1121 και 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι διέλαβε σ' αυτήν όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνταν για την πλήρωση του πραγματικού τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους και ειδικότερα τόσο της απόκτησης του δικαιώματος κυριότητας της πρώτης αναιρεσίβλητος επί του δεσπόζοντος ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αφού δέχθηκε ότι αυτή νεμόταν τούτο με διάνοια κυρίας και με προσμέτρηση του πλέον των 20 ετών διαδραμόντος χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου πατέρα της για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών πριν από το έτος 1969 που αυτός (δικαιοπάροχος) της το παραχώρησε άτυπα, όσο και της απόκτησης της οιονεί νομής δουλείας της επίδικης διόδου με έκτακτη χρησικτησία, αφού δέχθηκε ότι νεμόταν αυτήν η ίδια, με διάνοια οιονεί νομέα από το έτος 1969 και μετά το έτος 2006, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι παραβίασε στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1118, 1121 και 1045 ΑΚ ως προς το ζήτημα της απόκτησης της επίδικης πραγματικής δουλείας διόδου από την πρώτη αναιρεσίβλητη με έκτακτη χρησικτησία είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514, 515 παρ. 1 και 516 ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση του αγοραστή σε περίπτωση υπάρξεως νομικού ελαττώματος να ζητήσει αποζημίωση και πριν ακόμη του αφαιρεθεί με δικαστική απόφαση το πράγμα, καταλύεται, αν ο πωλητής ισχυρισθεί και αποδείξει ότι εκείνος (αγοραστής) γνώριζε τα ελαττώματα του πράγματος που υπήρχαν κατά το χρόνο της πωλήσεως, δηλ.
ότι είχε θετική αυτών γνώση. Ο καθιερούμενος από την ως άνω ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 515 παρ.1 ΑΚ λόγος απαλλαγής του πωλητή από την ευθύνη του για νομικά ελαττώματα του πωληθέντος πράγματος αδρανεί, αν οι συμβαλλόμενοι έχουν συμφωνήσει διαφορετικά (ΑΚ 361), δηλαδή αν συμφωνήσουν ότι ο πωλητής ευθύνεται ανεξάρτητα από το εάν γνώριζε ή όχι το νομικό ελάττωμα ο αγοραστής.
Τέτοια συμφωνία υπάρχει όταν ο πωλητής με το συμβόλαιο αγοραπωλησίας υπόσχεται το πράγμα ελεύθερο από κάθε δικαίωμα τρίτου, οπότε ευθύνεται από την υπόσχεση του αυτή, έστω και αν το νομικό ελάττωμα ήταν γνωστό στον αγοραστή (ΑΠ 825/2019, ΑΠ 514/2016, ΑΠ 1135/2011). Ο σχετικός ισχυρισμός αποτελεί γνήσια ένσταση ή ανάλογα αντένσταση κατά του αγωγικού ή κατ` ένσταση ισχυρισμού του πωλητή περί γνώσης του αγοραστή, η οποία είναι παραδεκτή, εφόσον προτάθηκε ήδη πρωτοδίκως κατά τον προβλεπόμενο στο άρθρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ τρόπο, δηλαδή πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άρα ιστορική βάση και αίτημα αναγνώρισης της εγγυητικής ευθύνης του πωλητή ανεξάρτητα από την γνώση του ελαττώματος από τον αγοραστή, ώστε μέσω της κατάλληλης υπαγωγής στο πλαίσιο του οικείου νομικού συλλογισμού να εκδοθεί τελικά απόφαση σύμφωνη με την έννομη αυτή συνέπεια.
Η απόδειξη της ένστασης ή αντένστασης με έγγραφα πρέπει να είναι άμεση και όχι σε συνδυασμό με τεκμήρια (ΑΠ 98/2015) και τέτοια είναι και η απόδειξη που παρέχουν τα δημόσια έγγραφα που συντάσσονται σύμφωνα με τα άρθρ. 438 και 439 ΚΠολΔ για τη σύσταση ή βεβαίωση δικαιοπραξίας, τα οποία κατά τη διάταξη του άρθρ. 441 παρ. 1 ΚΠολΔ αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών, με δυνατότητα πάντως ανταπόδειξης (ΑΠ 514/2016).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το υπό στοιχείο 1.6 σκέλος του, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδαφ. β του 560 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε τον υπ' αριθ. 1.1 (σκέλος
ΙΙ) λόγο έφεσης (κατά της απόρριψης της παρεμπίπτουσας αγωγής), με τον οποίο, αποκρούοντας την κατ' άρθρο 551 ΑΚ ένσταση του δεύτερου αναιρεσιβλήτου (πωλητή του δουλεύοντος ακινήτου) περί απαλλαγής του από την ευθύνη για το νομικό ελάττωμα του δουλεύοντος ακινήτου (την ύπαρξη της επίδικης δουλείας διόδου), που υπήρχε κατά το χρόνο της πώλησης, λόγω του ότι αυτοί (οι αναιρεσείοντες - αγοραστές) γνώριζαν την ύπαρξή του, επανέφεραν τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό τους (αντένσταση) εκ του άρθρου 361 ΑΚ, σύμφωνα με τον οποίο είχαν συμφωνήσει με τον δεύτερο αναιρεσίβλητο να ευθύνεται αυτός ανεξαρτήτως από το εάν αυτοί (αναιρεσείοντες) γνώριζαν ή όχι το νομικό ελάττωμα, η συμφωνία τους δε περιελήφθη στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο με αριθμό ..., με το οποίο απέκτησαν το δουλεύον ακίνητο, στο οποίο αναφέρεται ότι ο πωλητής "...εγγυάται τα μεταβιβαζόμενα ποσοστά του παραπάνω ακινήτου ελεύθερα από βάρος, χρέος, υποθήκη, προσημείωση..., δουλεία ... και από κάθε άλλο νομικό ή πραγματικό ελάττωμα".
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 7-6-2017 προσθήκης - αντίκρουσης των από 1-6-2017 προτάσεων των εναγομένων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας προκύπτει ότι αυτοί, αμυνόμενοι κατά της προαναφερόμενης ένστασης του παρεμπιπτόντως εναγομένου - δεύτερου εφεσιβλήτου και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου περί απαλλαγής του από την ευθύνη κατ' άρθρο 515 ΑΚ, επικαλέστηκαν (στις σελίδες 17 και 18) τα εξής: "Όσον αφορά την ένσταση του άρθρου 515 ΑΚ, περί αποκλεισμού της ευθύνης του λόγω δήθεν γνώσης του νομικού ελαττώματος, επισημαίνουμε κατ' αρχήν ότι ουδέποτε είχαμε λάβει γνώση για τέτοια συμφωνία... Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, επί της ως άνω ενστάσεως του αντιδίκου, προβάλλουμε όλως επικουρικά την αντένσταση του άρθρου 361 ΑΚ. Ειδικότερα, ... η διάταξη του άρθρου 515 ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου. Επομένως, μπορούν οι συμβαλλόμενοι να συμφωνήσουν (άρθρο 361 ΑΚ) ότι ο πωλητής ευθύνεται ανεξαρτήτως από το εάν γνώριζε ή όχι το νομικό ελάττωμα το αγοραστής. Τέτοια συμφωνία υπάρχει όταν ο πωλητής υπόσχεται το πράγμα ελεύθερο από κάθε δικαίωμα τρίτου, οπότε ευθύνεται από την υπόσχεσή του αυτή, έστω και αν το νομικό ελάττωμα ήταν γνωστό στον αγοραστή.
Εν προκειμένω, σύμφωνα με το προσαγόμενο με επίκληση υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ποσοστών εξ αδιαιρέτου αγροτεμαχίου, της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Γκίκα, στο φύλλο 8 αριθμ. 2, ο πωλητής ... "εγγυάται τα μεταβιβαζόμενα ποσοστά του παραπάνω ακινήτου, ελεύθερα από βάρος, χρέος, υποθήκη, προσημείωση, εκνίκηση τρίτου, κατάσχεση, διεκδίκηση, μεσεγγύηση, δουλεία, ρυμοτομία, αμφισβήτηση ...
και από κάθε άλλο νομικό ή πραγματικό ελάττωμα...". Τον ανωτέρω ισχυρισμό, οι εναγόμενοι - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες επανέφεραν και με το υπό στοιχείο "1.1" σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσής τους (σελ. 60 έως 64 της έφεσης). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, αναφορικά με την παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κατά του ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, δυνάμει του ...
συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Γκίκα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του οικείου υποθηκοφυλακείου, οι εκκαλούντες απέκτησαν από τον δεύτερο εφεσίβλητο η μεν πρώτη την ψιλή κυριότητα ο δε δεύτερος την επικαρπία του ποσοστού 52,337% επί ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 3.185 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...", η δε Β.
Κ. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του οικείου υποθηκοφυλακείου, απέκτησε κατά κυριότητα ποσοστό 47,663% επί του ιδίου ως άνω ακινήτου. Τόσο η τελευταία όσο και ο δεύτερος εφεσίβλητος, αλλά και οι εκκαλούντες κατά το χρόνο της κτήσεως της κυριότητας ενός εκάστου, ως όμοροι της διόδου ιδιοκτήτες, είχαν λάβει γνώση την ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος διελεύσεως της πρώτης εφεσίβλητης, την οποία είχαν αποδεχθεί.
Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, κατά το χρόνο κτήσεως της επί του ομόρου ακινήτου ψιλής κυριότητας και επικαρπίας, αντιστοίχως, της πρώτης και του δεύτερου των εκκαλούντων, η επίδικη δίοδος ήταν ήδη δημιουργημένη και εμφανής, χωρίς επ' αυτής να υφίστανται δένδρα και λοιπές καλλιέργειες και οδηγούσε από τον παρακείμενο αγροτικό δρόμο στην ιδιοκτησία της πρώτης εφεσίβλητης, όπως προελέχθη, οι δε εκκαλούντες μετά την αγορά της ιδιοκτησίας τους περιέφραξαν αυτήν με συρματόπλεγμα κατά το μέρος της πέραν της επίδικης διόδου, προκειμένου να μην παρακωλύσουν την χρήση της από αυτήν (πρώτη εφεσίβλητη), χωρίς να παρακωλύσουν και να αμφισβητήσουν το σχετικό δικαίωμα μέχρι και το μήνα Απρίλιο του έτους 2014, όπως προελέχθη.
Συνεπώς, κατά τον χρόνο της πωλήσεως του ακινήτου ιδιοκτησίας τους από τον πωλητή και δικαιοπάροχό τους δεύτερο εφεσίβλητο γνώριζαν ότι αυτό βαρύνεται με την επίδικη δουλεία και, συνεπώς, ουδεμία ευθύνη του τελευταίου υφίσταται για την ύπαρξη του επικαλούμενου νομικού ελαττώματος, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εκκαλούντων, που συνιστούν και λόγους εφέσεως...
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια ... και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή, ορθώς ερμήνευσε τις νομικές διατάξεις, που εφάρμοσε και δεν έσφαλε, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ουδόλως διέλαβε ανεπαρκείς, αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες και, συνεπώς, οι σχετικοί λοιποί προβαλλόμενοι λόγοι εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι".
Ενόψει αυτών, και της μη λήψης υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με οποιονδήποτε τρόπο του πιο κάτω ισχυρισμού είναι βάσιμος ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, ούτε εξέτασε τον ως άνω ισχυρισμό (αντένσταση) των αναιρεσιβλήτων, από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ περί κατάρτισης συμφωνίας περί ευθύνης του πωλητή (δεύτερου αναιρεσιβλήτου) ανεξάρτητα από το αν γνώριζε ή όχι το νομικό ελάττωμα ο αγοραστής (αναιρεσείοντες), τον οποίο (ισχυρισμό) αυτοί είχαν προτείνει παραδεκτά με την προσθήκη των προτάσεών τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν στο Εφετείο με τον ως άνω λόγο έφεσης.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο εν λόγω ισχυρισμός, είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης επί της παρεμπίπτουσας αγωγής, αφού αυτή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατ' αποδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης του άρθρου 515 ΑΚ. Κατόπιν αυτών, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναίρεσης (η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο του κεφαλαίου τούτου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων, που διατυπώνονται με την κρινόμενη αίτηση κατά του κεφαλαίου αυτού), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 11689/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικαστεί δε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), να καταδικαστούν, όμως, οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, ως προς την οποία η αναίρεση δεν ευδοκίμησε, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ κατά ένα μέρος (κατά το κεφάλαιο, που αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή) την 11.689/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το κεφάλαιο τούτο, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον δεύτερο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ