Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and failure to cite specific evidence or legal errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for fraud and forgery. The appellant argued the lower court ignored specific evidence and misapplied the law but failed to identify which documents were disregarded or pinpoint the exact legal error. Consequently, the court ruled the appeal grounds were too vague and inadmissible under the Code of Criminal Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 504(1) and 22 of the Code of Criminal Procedure; An appeal must contain specific grounds identifying the omitted evidence and the precise legal error, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1582 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1582/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 17 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Δημητριάδου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζηαντωνίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2779Α, 2793/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. ΟΤΕ Α.Ε. νομίμως εκπροσωπούμενος, ο οποίος δεν παρέστη και 2. Η Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε., νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Σταϊκο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 5344/6.5.2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 819/2019.
Αφού άκουσε
Την Εισαγγελέα η οποία πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τη διάταξη της που αναφέρεται στην επιβολή της παρεπόμενης ποινής της στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων για τρία (3) έτη, να απαλειφθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση η άνω διάταξη και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 6-5-2019 [αριθμός πρωτ.5344/6-5-2019] αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2779α ,2793/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών , έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 504 παρ.1 του ΚΠΔ "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο , αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη".
Κατά το άρθρο 22 του ίδιου Κώδικα "η απόφαση που δέχεται την εξαίρεση δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο. Η απόφαση που απορρίπτει την εξαίρεση μπορεί να προσβληθεί με έφεση , αν και η οριστική απόφαση για την ουσία της υπόθεσης προσβάλλεται με έφεση και μόνο ταυτόχρονα με αυτήν". Από την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι η απόφαση με την οποία απορρίπτεται αίτηση εξαίρεσης δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης εφόσον, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, επιτρέπεται μόνον έφεση και υπό την προϋπόθεση ότι αυτή χορηγείται κατά της απόφασης με την οποία κρίθηκε κατ' ουσία η υπόθεση οπότε και πρέπει να προσβάλλεται ταυτοχρόνως με αυτήν [ΑΠ 914/2014, 937/2014, ΑΠ 987/2013].Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων στρέφεται κατά του σκέλους της προσβαλλόμενης απόφασης που απέρριψε την υποβληθείσα από αυτόν, μεσούσης της αποδεικτικής διαδικασίας, ένσταση εξαιρέσεως της Εισαγγελέως της έδρας , ως απαράδεκτη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος , καθόσον , σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 22 του ΚΠΔ, η απορρίπτουσα την αίτηση εξαίρεσης απόφαση προσβάλλεται με έφεση και όχι με αναίρεση και υπό την προϋπόθεση ότι και η οριστική απόφαση για την ουσία της υπόθεσης προσβάλλεται με έφεση και μόνο ταυτόχρονα με αυτήν.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 ,474 παρ.2 476 παρ.1, 509 παρ.1 και 510 του ΚΠΔ του προϊσχύσαντος ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 590 §1 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΚΠΔ, προκύπτει, ότι για το κύρος και, κατ' ακολουθία, το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' απόφασης, πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται.
Αν δεν περιέχεται σ αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναίρεσης, από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και, ως τέτοια, απορρίπτεται (άρθρο 512 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί.
Ούτε επιτρέπεται η συμπλήρωση αόριστου λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτείται α] αν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία , να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καμία αιτιολογία, ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο ή τα κεφάλαια που πλήττει η σχετική αιτίαση και β] αν υπάρχει αιτιολογία που δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη [απαιτείται] να προσδιορίζεται επί πλέον σε τι συνίσταται η προβαλλομένη έλλειψη , ασάφεια ή αντίφαση αιτιολογίας , ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο ή τα κεφάλαια της απόφασης που πλήττονται ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας [ΟλΑΠ 2/2002, ΑΠ 798/2017].Επίσης, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠΔ , πρέπει να διαλαμβάνονται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, η μορφή της παραβιάσεώς της , εάν δηλαδή έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής, η έννοια που δόθηκε σ'αυτήν από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν κατά την γενομένη υπαγωγή τους σ'αυτή^ να προσδιορίζεται δηλαδή συγκεκριμένα η νομική πλημμέλεια που προσάπτεται στην απόφαση [ΑΠ 363/2017].Οι επιβαλλόμενες ως άνω διατυπώσεις από τον Έλληνα νομοθέτη για το παραδεκτό της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, διασφαλίζουν την ασφάλεια δικαίου και την ορθή λειτουργία της Δικαιοσύνης και κατ' ουδέν εμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο, με συνακόλουθο αποτέλεσμα να μην παραβιάζεται το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 20 παρ.1 και 25 παρ.1 εδ.β'του Συντάγματος.
Και τούτο διότι το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο δεν είναι απόλυτο, αλλά υπόκειται σε περιορισμούς , ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού του ένδικου μέσου, αφού απαιτείται από τη φύση του η ρύθμισή του από το κράτος, το οποίο έχει την διακριτική ευχέρεια, αρκεί μόνον οι τιθέμενοι περιορισμοί και προϋποθέσεις;
να μην περιορίζουν την πρόσβαση του διαδίκου κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό ώστε το δικαίωμα της προσφυγής στο δικαστήριο να πλήττεται στον ίδιο τον πυρήνα του [ΟλΑΠ 2/2008], πράγμα που δεν συμβαίνει με τους προαναφερθέντες περιορισμούς, οι οποίοι είναι σύμφωνοι προς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, εφόσον δικαιολογούνται από την εύλογη σχέση αναλογικότητας, που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και των επιδιωκομένων σκοπών.
Εξάλλου από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι όλες οι προβλεπόμενες από αυτήν περιπτώσεις απαραδέκτου του ένδικου μέσου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες από το νόμο διατυπώσεις για την άσκησή της [όταν, μεταξύ άλλων δεν περιλαμβάνεται σ' αυτήν τουλάχιστον ένας σαφής και ορισμένος λόγος], ή εκπρόθεσμη άσκησή της κλπ, εφόσον δεν τελούν μεταξύ τους σε σχέση επικουρικότητας , ισοτίμως επάγονται την ίδια έννομη συνέπεια , την απόρριψη δηλαδή του ένδικου μέσου , ως απαράδεκτου [ΟλΑΠ 6/2005].
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 6-5-2019 αίτηση αναιρέσεως του Σ. Κ. του Ν. , πλήττεται η με αριθμό 2793/30-11-2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική κάθειρξη δέκα τεσσάρων [14] ετών για α] απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ' εξακολούθηση σε βάρος ημεδαπής τράπεζας άνω των 150.000 ευρώ, β] πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια , κατ' εξακολούθηση σε βάρος ημεδαπής τράπεζας άνω των 150.000 ευρώ και γ] έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές άνω των 150.000 ευρώ.
Στην ασκηθείσα δια δηλώσεως που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 6-5-2019 έκθεση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αυτής ζητά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και a εφαρμογή του νόμου [άρθρο 510 παρ.1Δ και Ε ΚΠΔ], χωρίς, όμως, να αναφέρει σ αυτήν οποιοδήποτε περιστατικό θεμελιωτικό των επικαλούμενων πλημμελειών, επισημαίνοντας κατά πιστή μεταφορά , ότι ασκεί αναίρεση διότι "δεν έχουν ληφθεί υπόψη του δικαστηρίου αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκε στο Τριμελές Εφετείο και τα οποία θα επικαλείτο και θα προσκόμιζε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου , που αποδεικνύουν την πλήρη αθωώτητά του για τα αδικήματα που διώκεται, καθώς και ότι το δικαστήριο παραβίασε ορισμούς του Νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Δεν αναφέρει όμως συγκεκριμένα ποια αποδεικτικά μέσα επικαλέστηκε και προσκόμισε και δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και σε τι συνίσταται η νομική πλημμέλεια που προσάπτεται σε αυτή. Έτσι όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι παντελώς αόριστος και επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως , στην οποία δεν περιέχεται ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως και κατά τη συζήτηση της οποίας ο αναιρεσείων εξέθεσε τις περί του αντιθέτου απόψεις του δια του αναφερομένου στην αρχή της παρούσας πληρεξουσίου δικηγόρου του[άρθρ.476 παρ.1 ΚΠΔ], πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα [άρθρο 476 παρ.1,512 παρ.1, 583 παρ.1 ΚΠΔ] καθώς και σία έξοδα της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας Πειραιώς [άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-5-2019 αίτηση [ασκηθείσα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 6-5-2019], του Σ. Κ. του Ν. , κατοίκου ... οδός ..., για αναίρεση της 2779°", 2793/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών .Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα , που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ καθώς και στα έξοδα της πολιτικώς ενάγουσας "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α Ε", τα οποία καθορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ