1582/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1582/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 11-2-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου και του πρώτου τμήματος του τέταρτου λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1582 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1582/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γαρδικιώτη.
Του αναιρεσιβλήτου - καθ’ ου η κλήση: Χ. Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπακωνσταντίνου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 509/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2438/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-6-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 11-2-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου και του πρώτου τμήματος του τέταρτου λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ως "πράγματα", για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Οι λόγοι έφεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, αποτελούν "πράγματα", όταν έχουν αυτοτέλεια, δηλαδή όταν αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Ολ.ΑΠ 11/1996). Επίσης, για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολομ.
ΑΠ 2/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει για το δικαίωμα, που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Το Εφετείο αναφορικά με την παραγραφή της αγωγικής αξίωσης των διαφυγόντων κερδών του από 1-2-2011 έως 31-1-2013 επίδικου χρονικού διαστήματος δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ο ενάγων Χ.
Θ. εξαιτίας του ενδίκου ατυχήματος, που συνέβη στις 20/7/2001 στα ... άσκησε κατά της δεύτερης εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο ΙΧΕ αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος για τον τραυματισμό του, την από 1/2/2002 αγωγή του με αίτημα μεταξύ άλλων και την επιδίκαση διαφυγόντων κερδών από την εργασία του για το χρονικό διάστημα από τις 20/7/2001 έως τις 20/7/2002.
Επί της αγωγής του εκδόθηκε η 4363/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του. Και των αντιθέτων εφέσεων που ασκήθηκαν, εκδόθηκε στις 30/11/2004 η 7433/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεσή του ενώ απέρριψε την έφεση των αντιδίκων του. Όπως έγινε δεκτό με την πιο πάνω τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών και προκύπτει από τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, η δεύτερη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." κατέθεσε στην επιληφθείσα του ενδίκου ατυχήματος Αστυνομική Αρχή βεβαίωση ασφαλίσεως υπέρ του οδηγού και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου αναδεχθείσα το χρέος του μέχρι το ασφαλιστικό ποσό.
Συνεπώς, η παραγραφή και για την εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία κατέστη πενταετής. Στις 30/11/2004, δηλαδή κατά το χρόνο, που οι αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος δεν είχαν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή, εξεδόθη η πιο πάνω 7433/2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών με συνέπεια για τα θέματα που κρίθηκαν με την πιο πάνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών μεταξύ των οποίων και τα διαφυγόντα κέρδη από την εργασία του ενάγοντος, η παραγραφή να έχει καταστεί εικοσαετής.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α’ του ΑΚ κατά την οποία "κάθε αξίωση, που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά από είκοσι έτη και αν ακόμα η αξίωση καθ’ εαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της υπάρξεως αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία επέρχεται κατ’ αρχήν επιμήκυνση της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 παρ. 1 εδ.
α’ του ΑΚ σε εικοσαετή παραγραφή, αρχόμενη από της τελεσιδικίας της αποφάσεως. Η επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής του άρθρου 268 ΑΚ προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (Ολ.ΑΠ 24/2003 δημοσίευση Νόμος Ολ.ΑΠ 38/1996 ΕλλΔνη 38 41.
Ολ.ΑΠ 23/1994 ΕλλΔνη 36 577). Στην προκειμένη περίπτωση το σύνολο των ανωγικών αξιώσεων του ενάγοντος για απώλεια εισοδημάτων από την εργασία του στις 30/11/2004, που εξεδόθη η προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μη έχοντας παραγραφεί καταλαμβάνονται από την επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής από πενταετή σε εικοσαετή.
Η εκκαλούμενη όμως απόφαση κρίνοντας ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος για απώλεια εισοδημάτων έχουν παραγραφεί, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως εν μέρει βάσιμα υποστηρίζει με τους τρεις λόγους της εφέσεώς του ο εκκαλών, απορριπτομένου, όμως του σχετικού λόγου αντεφέσεως". Με τον πρώτο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα από την εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα αυτοτελή ισχυρισμό, ότι το απορρέον από την 7433/2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεδικασμένο καλύπτει την ιστορική και νομική αιτία του ασκηθέντος με την από 1.2.2002 αγωγή δικαιώματος, που στηρίζονταν στην διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976 και όχι στις διατάξεις περί σωρευτικής αναδοχής, στις οποίες, στηρίζεται η ένδικη από 31.5.2011 ένδικη αγωγή και ότι ο ισχυρισμός αυτός ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι κατέτεινε στην μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 268 ΑΚ για επιμήκυνση της παραγραφής της ένδικης αξίωσης από πενταετή σε εικοσαετή και ακολούθως στην παραδοχή της ενστάσεως περί παραγραφής της ένδικης αγωγικής αξίωσης.
Από την παραδεκτώς κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου των από 9.1.2014 προτάσεων (σελ. 2, 3) της εναγομένης - εφεσίβλητης - αντεκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι η εναγομένη - εφεσίβλητη -αντεκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα πρότεινε ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση τον ως άνω ισχυρισμό, ο οποίος συνιστά "πράγμα" κατά την διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι θεμελιώνει ιστορικώς το αίτημα της 5ετούς παραγραφής της ένδικης αγωγικής αξίωσης των διαφυγόντων κερδών από 1.2.2011 έως το τέλος του μηνός Ιανουαρίου 2013.
Πλην, όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την 7433/2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών χωρίς ουδόλως να ερευνήσει τον ως άνω ισχυρισμό, περί ελλείψεως δεδικασμένου από την 7433/2004 προγενέστερη απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναφορικά με την βάση της από 1.2.2002 αγωγής του αντιδίκου (που από προφανή παραδρομή αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης από 1.2.2004 αγωγής), λόγω διαφορετικής ιστορικής και νομικής αιτίας, καθόσον αυτή στηρίζονταν στην διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976 και όχι στις διατάξεις περί σωρευτικής αναδοχής, που στηρίζεται η ένδικη αγωγή, ο ισχυρισμός δε αυτός, ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού κατέτεινε στην μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 268 ΑΚ περί επιμήκυνσης της παραγραφής της αγωγικής αξίωσης σε 20ετή και συνακόλουθα την παραδοχή της 5ετούς παραγραφής της επίδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου.
Επομένως ο πρώτος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός. Με τον δεύτερο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για παραμόρφωση της προγενέστερης 7433/2004 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών το περιεχόμενο της οποίας εκτίθεται στο αναιρετήριο έγγραφο.
Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς την ως άνω 7433/2004 τελεσίδικη απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην λανθασμένη ανάγνωση αυτής με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει.
Συγκεκριμένα, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...." κατέθεσε στην επιληφθείσα του ενδίκου ατυχήματος Αστυνομική Αρχή βεβαίωση ασφαλίσεως υπέρ του οδηγού και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου αναδεχθείσα το χρέος του μέχρι το ασφαλιστικό ποσό με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο, κατά κύριο λόγο, στήριξε στην εν λόγω απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας παραμορφώθηκε.
Αντίθετα, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της εν λόγω απόφασης (7433/2004) δεν προκύπτει παραδοχή περί σωρευτικής αναδοχής του χρέους από την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αλλά αναφορά στην εκκαλούμενη 4363/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την 6130/2002 μη οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 681Α ΚΠολΔ, των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση της ασφάλισής του.
Εξάλλου από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και συγκεκριμένα της από 1.2.2002 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η 7433/2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αλλά και της προαναφερθείσας 4363/2003 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου επί της οποίας μετά την άσκηση των από 26.11.2003 και 1.12.2003 αντίθετων εφέσεων των διαδίκων εκδόθηκε η 7433/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει με απόλυτη βεβαιότητα ότι η από 1.2.2002 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας Ασφαλιστικής Εταιρείας ήταν αγωγή του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 489/1986 και όχι αγωγή βασιζόμενη στις διατάξεις περί σωρευτικής αναδοχής (άρθρα 43 παρ. 5 του Ν. 2696/1999, 361 και 477 ΑΚ).
Επομένως, ο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός.
Με τον τρίτο από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του προκύπτοντος δεδικασμένου, από τις 6621/2008 και 6365/ 2009 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, σχετικά με το χρόνο έναρξης της πενταετούς παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ως χρόνο έναρξης της πενταετούς παραγραφής της επίδικης αγωγικής αξιώσεως τον Απρίλιο του έτους 2003 και όχι τον χρόνο του ατυχήματος τον Ιούλιο του έτους 2001, όπως δέχθηκαν οι παραπάνω αποφάσεις.
Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την περί παραγραφής ένσταση, λόγω παρελεύσεως πενταετίας από του ως άνω ατυχήματος μέχρι της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, που πρότεινε η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, για τον λόγο ότι η ένδικη αξίωση υπόκειται σε 20ετή παραγραφή, αφού η έννομη σχέση από την οποία πηγάζει βεβαιώθηκε τελεσίδικα με την 7433/2004 τελεσίδικη απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, διότι κατά τον χρόνο της δημοσίευσής της την 30.11.2004 η ένδικη αγωγική αξίωση του αναιρεσιβλήτου δεν είχε υποκύψει στην πενταετή παραγραφή και όχι διότι δέχθηκε ότι ο χρόνος παραγραφής της άρχισε τον Απρίλιο του έτους 2003, που μόνο η πρωτόδικη 509/2013 δέχθηκε, πλην, όμως, μετά την παραδοχή της από 3.4.2013 εφέσεως του αναιρεσιβλήτου η εν λόγω απόφαση εξαφανίστηκε και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Σημειώνεται ότι ο χρόνος έναρξης της 5ετούς παραγραφής των διαφυγόντων κερδών με βάση τις διατάξεις περί σωρευτικής αναδοχής (άρθρο 477 ΑΚ) κρίθηκε τελεσίδικα με την 4913/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την παραδοχή ότι "...Από την τέλεση της αδικοπραξίας, που άρχισε ο χρόνος παραγραφής, μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 10.3.2005 μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο της πενταετίας...".
Επομένως ο εξεταζόμενος τρίτος από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης τίθεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει ν’ απορριφθεί.
Με τον τέταρτο από τον αριθ. 1 και όχι και από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, αναφορικά με την παραγραφή της αγωγικής αξίωσης και των λόγων επιμήκυνσης και διακοπής της διαδρομής του χρόνου αυτής, ισχυριζόμενη ότι η αγωγική αξίωση της αποθετικής ζημίας -διαφυγόντων κερδών από 11.2.2011 έως 31.3.2012, ασκούμενη με την 31.5.2011 (και με αριθμό κατάθ. .../2011) ένδικη αγωγή έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή, χωρίς αυτή (5ετής παραγραφή) να έχει επιμηκυνθεί σε 20ετή δυνάμει της υπ’ αριθμ. 7433/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Με τα παραπάνω που δέχθηκε το Εφετείο δεν εφάρμοσε ορθά τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976 και 268, 937 ΑΚ, αφού με την υπ’ αριθμ. 7433/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεν επιμηκύνθηκε η πενταετής παραγραφή σε εικοσαετή, διότι η ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση δημοσιευθείσα στις 30.10.2004 εκδόθηκε επί της από 1.2.2002 (και με αριθμό κατάθ. .../2002) αγωγής που στηρίζονταν στην διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 489/1976, της οποίας η παραγραφή είναι διετής και δεν δημοσιεύθηκε εντός διετίας από τον χρόνο τελέσεως του ένδικου ατυχήματος στις 20.7.2001, ώστε η διετής παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976 να επιμηκυνθεί, κατ’ άρθρο 268 ΑΚ, σε εικοσαετή.
Αντίθετα η από 31.5.2011 (και με αριθμό κατάθ. .../2011) ένδικη αγωγή που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 16.6.2011, δηλαδή μετά την παρέλευση 5 ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έχει διαφορετική ιστορική και νομική αιτία, διότι ερείδεται στις διατάξεις των άρθρων 43 παρ. 6 του ν. 2094/1992 "Περί κυρώσεως του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας" (νεωτέρου του ν. 489/1976), 362, 472 έως 475, 477, 914, 297, 298 ΑΚ περί σωρευτικής αναδοχής χρέους η εκ της οποίας αξίωση υπόκειται σε πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ με χρόνο έναρξης αυτής την επομένη ημέρα, που συνέβη το ένδικο ατύχημα στις 20.7.2001, ήτοι την 21.7.2001, χωρίς ωστόσο, εντός της πενταετίας, η αξίωση των διαφυγόντων κερδών να βεβαιωθεί με τελεσίδικη απόφαση, ώστε η πενταετής παραγραφή να επιμηκυνθεί σε εικοσαετή (ΑΠ 1407/2011).
Επομένως η με την ένδικη αγωγή ασκούμενη κατά της αναιρεσείουσας αξίωση του αναιρεσιβλήτου για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών με βάση την διάταξη περί σωρευτικής αναδοχής (άρθρο 477 ΑΚ) για το διάστημα από 1.2.2011 έως 31.1.2013, υπέπεσε στην παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, δεδομένου ότι από της επομένης του ως άνω ατυχήματος (21.7.2002) και μέχρι την επίδοση της εν λόγω αγωγής, η οποία έλαβε χώρα στις 16.6.2011 διέδραμε χρόνος μεγαλύτερος της πενταετίας, χωρίς ωστόσο, εντός της πενταετίας από την ημέρα του ατυχήματος η επίδικη αγωγική αξίωση να βεβαιωθεί με τελεσίδικη απόφαση, ώστε η πενταετής παραγραφή να επιμηκυνθεί σε εικοσαετή, αφού η 4913/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αφορούσε διαφυγόντα κέρδη από 21.7.2002 μέχρι 20.1.2005 με βάση τις περί σωρευτικής αναδοχής χρέους διατάξεις δημοσιεύθηκε στις 5.7.2007, δηλαδή μετά την παρέλευση πενταετίας από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος.
Σε κάθε περίπτωση η ασκούμενη με την από 31.5.2011 ένδικη αγωγή αξίωση διαφυγόντων κερδών από 1.2.2011 έως 31.1.2013 δεν ασκήθηκε εντός εξαμήνου, που επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, από την έκδοση της 6365/2009 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών στις 6.11.2009, η οποία απέρριψε ως πρόωρο το αγωγικό κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών από 1.2.2011 έως 2034, που είχε ασκηθεί με την από 9.6.2005 προηγούμενη αγωγή, που αφορούσε διαφυγόντα κέρδη από 21.1.2005 έως 31.12.2034 με βάση τις διατάξεις περί σωρευτικής αναδοχής, με αποτέλεσμα η επίδικη αγωγική αξίωση διαφυγόντων κερδών του ως άνω χρονικού διαστήματος να έχει παραγραφεί. Το Εφετείο, που απέρριψε την ένσταση της πενταετούς παραγραφής της επίδικης αγωγικής αξίωσης των διαφυγόντων κερδών παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 251, 263 και 937 ΑΚ. Επομένως ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2438/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
Και
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Σεπτεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ