1582/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Δημήτριο Τίγγα , Δημήτριο Κράνη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1582/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά την τελεσιδικία της αναγνώρισης αυτής, ο Χ. Κ., απαίτησε την καταβολή της αμοιβής του. Κατόπιν αγωγής τούτου, εκδόθηκε η 254/1978 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε η κοινότητα σε δήλωση βουλήσεως, προκειμένου να του μεταβιβάσει ποσοστό 20% "επί πασών των εν τη αγωγή ακινήτων εκτάσεων, ως αύται διαλαμβάνονται εις την 588/1976 απόφασιν του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσης".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1582 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1582/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Δημήτριο Τίγγα , Δημήτριο Κράνη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος διευρυμένου Δήμου ... Ν. Καρδίτσας, που υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πρώην Κοινότητας ... Καρδίτσας νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Σπύρου, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την δήλωση για παράσταση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ 2) Χ. Κ. του Α., δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος, αφού ανακάλεσε την από 6.10.2011 δήλωσή του για παράσταση, κατ'άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως, 3) Α. συζ. Κ. Σ., 4) Δ. Σ. του Κ., 5) Θ. Σ. του Κ., 6) Λ. συζ. Δ. Κ., το γένος Κ. Σ., 7) Α. συζ. Σ. Θ., το γένος Κ. Σ., 8) Χ. Κ. Π., 9) Θ. Γ. Τ., 10) Φ. χας Δ. Β., 11) Σ. συζ. Λ. Κ., το γένος Δ. Β., 12) Σ. Β. του Δ., 13) Φ. Β. του Δ., 14) Μ. συζ. Θ. Γ., το γένος Δ. Β., 15) Σ. Β. ήδη συζ. D. T., το γένος Δ. Β., 16) Α. Β. του Δ., 17) Ά. συζ. Δ. Θ., το γένος Δ. Β., 18) Α. συζ. Η. Β., το γένος Δ. Β., 19) Έ. συζ. Π. Α., το γένος Δ. Β., 20) Λ. Κ. του Κ., 21) Δ. Κ. του Κ. 22) Θ. Κ. του Δ., 23) Ε. Κ. του Θ., 24) Α. Κ. του Θ., 25) Χ. Κ. του Θ., 26) Α. Κ. του Θ., 27) Π. Γ. Κ., 28) Η. Γ. Β., 29) Ι. Ν. Α. και 30) Θ. Σ. Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.2.2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 4.9.2000 ανταγωγή του ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 272/2002 μη οριστική, 189/2004 εν μέρει οριστική, και 574/2006 τελεσίδικη του Εφετείου Λαρίσης. Την αναίρεση της τελευταίας εφετειακής και της πρωτόδικης αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 26.10.2006 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1148/2008 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει με την από 4 Μαΐου 2010 κλήση ο ήδη αναιρεσείων.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 26.10.2007 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Πατινίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο αυτοπροσώπως παραστάς δεύτερος αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, μετά τη γενομένη, εκ μέρους του αναιρεσείοντος, δήλωση περί παραιτήσεως από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος που αυτή ασκήθηκε κατά του τρίτου έως και του τριακοστού από τους αναιρεσιβλήτους, η οποία (δήλωση) καταχωρίσθηκε στα πρακτικά συζητήσεως της υποθέσεως, η αίτηση αναιρέσεως θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη ως προς τους αναιρεσιβλήτους αυτούς (άρθρα 295 παρ. 1, 297 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ-Ολομ.
ΑΠ 1187/1981, απ 776/2010).- Επειδή, με το άρθρο μόνο του ν. 2148/1952, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 73 παρ. 2 του ν.δ. 2185/1952, ορίζεται ότι οι παρ. 1,2 και 3 του άρθρου 2 του ν. 3250/1924 αντικαθίστανται ως εξής: "Απαγορεύεται επί ποινή απολύτου ακυρότητας η δια πράξεων εν ζωή, καθ' οιονδήποτε τρόπο μεταβίβαση η διανομή ή σύσταση οποιουδήποτε εμπραγμάτου δικαιώματος επί αγροτικών ακινήτων ανηκόντων εις φυσικά πρόσωπα και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, ως προς την πέραν των 250 στρεμμάτων έκταση κατ' ιδιοκτήτη. 2.
Το αυτό ισχύει και επί αγροτικών κτημάτων οιασδήποτε εκτάσεως, ανηκόντων στην εκκλησιαστική εν γένει περιουσία και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. 3. Οι απαγορεύσεις των προηγουμένων παραγράφων δύνανται να αρθούν με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, μετά γνώμη του γνωμοδοτικού συμβουλίου Εποικισμού, δημοσιευομένης σε μία Εφημερίδα της πρωτεύουσας του νομού, όπου κείται το κτήμα και εν ελλείψει τοιαύτης, σε μία εφημερίδα της πρωτεύουσας του Κράτους".Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 369, 1033 1192 και 1198 ΑΚ προκύπτει, ότι προκειμένου περί μεταβιβάσεως κυριότητας ακινήτων που εμπίπτουν στις κατηγορίες των ακινήτων που αναφέρονται στις πιο πάνω παραγράφους 1 και 2 του ν. 2148/1952, κρίσιμος χρόνος για την έρευνα, αν ισχύει ή έχει αρθεί η οριζόμενη πιο πάνω απαγόρευση με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, είναι ο χρόνος μεταγραφής της εμπράγματης εκποιητικής δικαιοπραξίας, οπότε και κρίνεται η εγκυρότητα ή μη(αυτής της πιο πάνω δικαιοπραξίας) για την παραπάνω αιτία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αναγνωρίσεως ή μή του αναιρεσείοντος-ενάγοντος Δήμου αποκλειστικώς ή του αναιρεσίβλήτου (εναγομένου-αντενάγοντος) κατά ποσοστό 1/5 δικαιούχων αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντων ακινήτων, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Στην προηγηθείσα δίκη αναγνωρίσεως κυριότητας, επί της οποίας εκδόθηκε η 588/1976 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, πληρεξούσιος δικηγόρος της (πρώην) Κοινότητας ... υπήρξε ο Χ. Κ., προς τον οποίο είχε συμφωνηθεί, με σύμβαση εργολαβίας δίκης, να καταβληθεί, ως αμοιβή, ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου επί των εκτάσεων, στις οποίες θα αναγνωριζόταν τελεσιδίκως η κυριότητα της κοινότητας (άρθρο 92 παρ. 3 και 5 του ν.δ. 3026/1954 "περί του κώδικος των δικηγόρων").
Μετά την τελεσιδικία της αναγνώρισης αυτής, ο Χ. Κ., απαίτησε την καταβολή της αμοιβής του. Κατόπιν αγωγής τούτου, εκδόθηκε η 254/1978 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε η κοινότητα σε δήλωση βουλήσεως, προκειμένου να του μεταβιβάσει ποσοστό 20% "επί πασών των εν τη αγωγή ακινήτων εκτάσεων, ως αύται διαλαμβάνονται εις την 588/1976 απόφασιν του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσης".
Η 254/1978 απόφαση έγινε τελεσίδικη και μεταγράφηκε νομίμως. Στη συνέχεια, ο Χ. Κ. προχώρησε σε συμβολαιογραφική αποδοχή της πλασματικής δήλωσης βουλήσεως της κοινότητας για τη μεταβίβαση του 20% εξ αδιαιρέτου των εν λόγω εκτάσεων, με την ... πράξη του συμβολαιογράφου ... Δημητρίου Βαρσάμη-Κύρκου, που μεταγράφηκε νομίμως.
Με τον τρόπο αυτό πίστεψε ότι έγινε κύριος ακινήτων συνολικής εκτάσεως 273 στρεμμάτων, την οποία διένειμε δικαστικώς με την κοινότητα, προκειμένου να την αποκτήσει διαιρετώς. Όταν, όμως, άσκησε διεκδικητική αγωγή κατά των κατοίκων της κοινότητας που είχαν καταλάβει την έκταση αυτή και αμφισβητούσαν το δικαίωμα του, αυτή απορρίφθηκε μετ' αναίρεση, με την 1269/1991 απόφαση του Αρείου Πάγου που εκδόθηκε κατά παραπομπή, αφού κρίθηκε ότι ο Χ.
Κ. δεν είχε αποκτήσει κυριότητα, διότι είχε παραλείψει την προηγούμενη άρση της απαγορεύσεως μεταβιβάσεως αγροτικού ακινήτου σε έκταση μεγαλύτερη από 250 στρέμματα, η οποία προβλεπόταν με το άρθρο μόνο του ν. 2148/1952, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 73 παρ. 2 του ν.δ. 2185/1952 και εξακολουθούσε να ισχύει. Αυτή η απαγόρευση, που θα μπορούσε να έχει αρθεί με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και ήδη του αρμοδίου νομάρχη, αλλά δεν είχε αρθεί μέχρι τότε, είχε αποτελέσει νομικό εμπόδιο ως προς τη συντέλεση της μεταβίβασης από την (πρώην) κοινότητα ...
προς τον Χ. Κ., με νόμιμη αιτία τη δικηγορική αμοιβή, της κυριότητας αρχικώς του ποσοστού 20% εξ αδιαιρέτου επί των εκτάσεων, στις οποίες η κοινότητα είχε αναγνωρισθεί δικαστικώς κυρία με τη συμπαράσταση του Χ. Κ. και τελικώς των 273 στρεμμάτων διαιρετώς, μετά τη διανομή που επακολούθησε. Η πράξη αποδοχής, δηλαδή, της πλασματικής δηλώσεως βουλήσεως της κοινότητας και η πράξη διανομής των εκτάσεων, που είχαν προηγηθεί, δεν είχαν κύρος, διότι έγιναν διαρκούσης της απαγορεύσεως.
Η 254/1978 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όμως, που αφ' ενός αναγνώρισε το κύρος της συμβάσεως εργολαβίας δίκης και την εκπλήρωση αυτής εκ μέρους του Χ. Κ. και αφ' ετέρου επέβαλε στην αντισυμβαλλόμενη κοινότητα την υποχρέωση να τηρήσει την περί αμοιβής υπόσχεση αυτής και να δηλώσει την περί μεταβιβάσεως του 20% εξ αδιαιρέτου βούληση της, είχε καταστεί αμετάκλητη [διότι κανένας διάδικος ή τρίτος έχων έννομο συμφέρον δεν είχε ασκήσει ένδικο μέσο ή βοήθημα εναντίον της, όπως συνομολογείται] και παρήγαγε δεδικασμένο (ΚΠολΔ 321 επ.).
Απλώς, η παράλειψη της άρσεως της νομίμου απαγορεύσεως στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΚ 175) εμπόδιζε την επέλευση των αποτελεσμάτων της δηλώσεως βουλήσεως, στην οποία είχε καταδικασθεί η κοινότητα και η οποία κατά πλάσμα του νόμου θεωρείτο ήδη γενομένη με την τελεσιδικία της 254/1978 απόφασης (ΚΠολΔ 949). Η τελείωση της εκποιητικής δικαιοπραξίας, όμως, και η συντέλεση της μεταβιβάσεως επρόκειτο να γίνει .
με τη μεταγραφή της δηλώσεως αποδοχής του Χ. Κ. (ΑΚ 1192, 1198). Και ο χρόνος μεταγραφής είναι εν προκειμένω κρίσιμος για την έρευνα της διατήρησης ή της άρσης της απαγορεύσεως(Προβλ. ΑΠ 306/2000). Μετά την ως άνω αναγνώριση της ακυρότητας της πρώτης αποδοχής, ο Χ.Κ. κίνησε τη νόμιμη διοικητική διαδικασία και πέτυχε την έκδοση της 14886/1-11-1994 αποφάσεως του νομάρχη Καρδίτσας, με την οποία ήρθη η ως άνω απαγόρευση και επετράπη σε αυτόν η απόκτηση της αγροτικής εκτάσεως που αποτελούσε την αμοιβή του.
Αμέσως, ο Χ. Κ. έσπευσε να επαναλάβει την αποδοχή της πλασματικής δήλωσης βουλήσεως της κοινότητας για τη μεταβίβαση του 20% εξ αδιαιρέτου των εκτάσεων που αναφέρθηκαν, με την ... πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Αλκ. Ανδρικοπούλου-Χριστοδούλου, που μεταγράφηκε νομίμως. Με την ενέργεια αυτή, που υπήρξε σύννομη, μετά την άρση της απαγορεύσεως, και αποτέλεσε νεότερο περιστατικό, μη καταλαμβανόμενο από το δεδικασμένο που απέρρεε από την 1269/1991 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο Χ.
Κ. απέκτησε εγκύρως το 20% εξ αδιαιρέτου της αγροτικής εκτάσεως στη θέση "...", κατά συγκυριότητα με την {πρώην} κοινότητα ... και ήδη τον ενάγοντα δήμο ..., που έχει κυριότητα στο υπόλοιπο 80% εξ αδιαιρέτου της αυτής εκτάσεως. Τα ίδια δέχθηκε το Δικαστήριο αυτό και με την προεκδοθείσα, μη οριστική, 272/2002 απόφαση του, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της οποίας και πάλι αναφέρεται.
Η κυριότητα αυτή εξακολουθεί να υφίσταται εξ αδιαιρέτου, διότι, μετά την άρση της απαγορεύσεως και τη μεταγραφή της πράξεως αποδοχής, δεν έχει επαναληφθεί η διαδικασία διανομής της εν λόγω εκτάσεως μεταξύ της [πρώην] Κοινότητας ... και ήδη ,Δήμου ... και του Χ, Κ.. Κατά συνέπεια, είναι σαφές ότι και το δικαίωμα συμμετοχής του τελευταίου στην αποζημίωση, που έχει παρακατατεθεί για την απαλλοτρίωση των τριών τεμαχίων της μείζονος εκτάσεως και αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, ασκείται από αυτόν εξ αδιαιρέτου και για τα τρία τεμάχια.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε, ομοίως, τα αυτά και έκρινε επαρκώς ορισμένη, νόμιμη και βάσιμη την ανταγωγή του Χ. Κ., εφήρμοσε σωστά τις διατάξεις που αναφέρθηκαν και εκτίμησε προσηκόντως το αποδεικτικό υλικό που είχε τεθεί στην κρίση του". Με βάση τα παραπάνω περιστατικά η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, ότι η παράλειψη της άρσεως της νομίμου απαγορεύσεως από το ν. 2148/1952, εμπόδιζε την επέλευση των αποτελεσμάτων της δηλώσεως βουλήσεως, στην οποία είχε καταδικασθεί η αναιρεσείουσα και που θεωρούνταν γενομένη με την τελεσιδικία της άνω 254/1978 απόφασης (άρθρο 949 ΚΠολΔ) και ότι η τελείωση της εκποιητικής δικαιοπραξίας και η συντέλεση της μεταβιβάσεως έγινε με την μεταγραφή της δηλώσεως αποδοχής του Κ.
Κ., αφού ήδη είχε αρθεί η από τον παραπάνω νόμο απαγόρευση με την υπ' αριθμό 14886/1994 απόφαση του Νομάρχη Καρδίτσας, με την οποία επιτράπηκε σέ αυτόν (αναιρεσίβλητο Κ. Κ.) να αποκτήσει την αγροτική έκταση που αποτελούσε την αμοιβή του. Επομένως το Εφετείο δεν παραβίασε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού νόμου και ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του, ότι μετά την έκδοση της πιο πάνω αποφάσεως του Νομάρχη Καρδίτσας έπρεπε να προηγηθεί εκ νέου η άσκηση αγωγής για καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως της αναιρεσείουσας, θεωρώντας ότι τα αποτελέσματα της μεταβιβάσεως δεν επέρχονται από τη μεταγραφή της εκποιητικής δικαιοπραξίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.Ο ίδιος λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 16 ο ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ως προς τη (μη) ύπαρξη κυριότητας του αναιρεσίβλήτου, πηγάζον από την υπ' αριθμό 1261/1991 απόφαση του Αρείου Πάγου, πρέπει προεχόντως να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, εγκειμένης στο ότι ο αναιρέσειων δεν εκθέτει στο αναιρετήριο προς απόκρουση της ένδικης αξιώσεως του αναιρεσίβλήτου ότι προέβαλε την ένσταση του δεδικασμένου στο δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο δεν κήρυξε άκυρο το δικόγραφο της ανταγωγής, λόγω της αοριστίας του, εγκειμένης στο γεγονός ότι από το περιεχόμενο της δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να αναγνωρισθεί δικαιούχος αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ανταγωγής, ο αναιρεσίβλητος ζήτησε, όπως αναγνωριζομένης της από 1/5 συγκυριότητας του επί των απαλλοτριωθεισών εκτάσεων με αρ.
ΚΠ 21,32 και 35, ακολούθως αναγνωρισθεί δικαιούχος της από την απαλλοτρίωση αποζημίωσης κατά το αντιστοιχούν ποσό των 2.467.679 δραχμών. Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1,8 και 14 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς τους δύο πρώτους από τους αναιρεσίβλητους.
Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένη ως προς το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τα άρθρα 22 παρ. 1και 3 του ΝΔ 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αφ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν.1738/1987 και 2 της Υ.Α. 134.423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς τους τρίτη μέχρι και τριακοστό από τους αναιρεσιβλήτους.-
Απορρίπτει την από 26-10-2006 αίτηση αναιρέσεως ως προς το πρώτο και δεύτερο από τους αναιρεσιβλήτους.-
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει στο ποσό:1) των τριακοσίων (300) ευρώ για το Ελληνικό Δημόσιο, 2) των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τον δεύτερο αναιρεσίβλητο (Χ. Κ.).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2011.-
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2011.-
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ