Supreme Court dismisses appeal against bank's refusal of early retirement severance pay to long-serving employee.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against a lower court ruling awarding severance pay to a long-serving employee. The employee voluntarily resigned after 25 years of service, triggering statutory conditions for reduced severance under Article 8 of Law 3198/1955. The court held that the bank's internal regulations provided for prior consent for such resignations, making the employee's written notice sufficient without explicit bank approval.
Legislator headnote
AI generatedArt. 8 para. 1 of Law 3198/1955; Art. 33 of the Bank's Employment Regulations: An employee with 15 years of service who resigns with prior consent under internal regulations is entitled to reduced severance pay, and such consent is deemed granted by the existence of the resignation right in the regulations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1582 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1582/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σπηλιόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Πετρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2065/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 426/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-9-2008 αίτησή της, με τις δε από 25-5-2009 προτάσεις της ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 14-5-2009 έκθεσή του, με την οποία πρότεινε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας διάρκειας αορίστου χρόνου, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν, 2112/1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας, σε περίπτώση δε ελλείψεως τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ. 1 κα 2 του αυτού Νόμου.
Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και αποβλέπει στη διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενους σε αυτή όρους μειωμένης αποζημιώσεως. Εξάλλου, σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται από Κανονισμό του εργοδότη, που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου.
Αν όμως με τον Κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ισχύοντος από 12-3-2001 νέου Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας Τράπεζας, ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τις διατάξεις του Ν. 1876/1990, με την από 9.3.2001 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, που συνήφθη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας και της συνδικαλιστικής οργανώσεως του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος, κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδία Επιθεώρηση Εργασίας τη 12.3.2001 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρ. 2 παρ. 6, 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται με τον θάνατο του υπαλλήλου, την έγγραφη παραίτησή του, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας και με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, σε κάθε περίπτώση δε, η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρ. 1§2 του ΝΔ 3789/1957, 12§4 του Ν. 1767/1988 και 8§3 του Ν. 2294/1994, οι όροι του εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου Κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και συνεπώς, η διεπόμενη από τέτοιο Κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του Κανονισμού (ΑΠ (9) 49/2002).
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο προαναφερόμενος όρος του Κανονισμού ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ.
α' του Ν. 3198/1955, αφού και η παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμά εναντιώσεως της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση της τελευταίας, ενώ και η σύμβαση του υπαλλήλου που λύεται με την παραίτησή του πριν από τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.
Ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως, ο αποχωρών με έγγραφη παραίτηση υπάλληλος της Ε.Τ.Ε. δικαιούται τη μειωμένη ως άνω αποζημίωση, αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση της Τράπεζας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον κανονισμό δικαίωμα παραιτήσεως του μισθωτού από την εργασία του, χωρίς να απαιτείται για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραιτήσεως η αποδοχή αυτής από την Τράπεζα ή η ρητή συγκατάθεσή της στην αποχώρηση των εργαζομένων.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα την 6.10.1975 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (λόγω υποχρεωτικού ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης σύμφωνα με τον Κανονισμό) στον λογιστικό κλάδο των υπαλλήλων της και εξελίχθηκε μέχρι τον βαθμό του Τμηματάρχη Β'.
Την 5.3.2001, έχοντας συμπληρώσει πραγματική υπηρεσία μεγαλύτερη των 25 ετών, αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του σε ηλικία 56 ετών, απευθύνοντας στην αναιρεσείουσα την υπό την αυτή ημερομηνία δήλωσή του, με την οποία κατήγγειλε μονομερώς τη σύμβαση εργασίας και δήλωνε ότι θα εργασθεί μέχρι 1.4.2001, οπότε θα παύσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του.
Η καταγγελία που έγινε κατ' αυτόν τον τρόπο πριν από τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του, κατέστησε τη σύμβαση εργασίας του αορίστου χρόνου, αφού πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση της πρόωρης λύσης της συμβάσεως, δηλαδή με την προβλεπόμενη από τον Οργανισμό δυνατότητα για μονομερή καταγγελία, της οποίας έκαμε χρήση με τη υποβολή της παραπάνω σχετικής δηλώσεως.
Για την αποχώρησή του δε υπήρχε και η συγκατάθεση της αναιρεσείουσας, αφού ο αναιρεσίβλητος είχε προσχωρήσει στον έχοντα ισχύ νόμου Κανονισμό αυτής, όπου κατά το αρθ. 33 που ίσχυε κατά το χρόνο υποβολής της παραιτήσεώς του (αλλά και κατά το άρθρ. 26 του προϊσχύοντος μέχρι 13.3.2001 Κανονισμού) προβλέπεται η εκ των προτέρων συγκατάθεση της Τράπεζας για την περίπτωση μονομερούς πρόωρης αποχώρησης του μισθωτού με έγγραφη παραίτηση από την υπηρεσία του.
Κατόπιν αυτών δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται την αποζημίωση του αρθ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, αφού συντρέχουν στο πρόσωπό του οι διαγραφόμενες σε αυτό προϋποθέσεις και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 2065/2002 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 και 33 του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας Τράπεζας και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η τελευταία με τους συναφείς από το αρθ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ δύο λόγους της αναιρέσεως δεν είναι βάσιμα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-9-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Της ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ"για αναίρεση της 426/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ