Supreme Court remands appeal case to lower court due to erroneous application of civil procedure law regarding standing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece remanded a civil appeal case to the Athens Court of First Instance for further examination. The appellant argued that the lower court incorrectly dismissed their claim due to a lack of standing, failing to recognize valid evidence of debt transfer. The court found the lower court erred in interpreting civil procedure and substantive law regarding the transfer of claims, thus ordering a new trial with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580, 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remand a case for retrial when the lower court erroneously applies procedural or substantive law to deny standing, provided the appellate court finds the original judgment legally flawed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1581 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1581/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά ενάγουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Χ. - Χ. του Κ., 2) Δ. Σ. του Σ., 3) Κ. Σ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "... ..." και τον διακριτικό τίτλο "...", πρώην με την επωνυμία "... ...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/5/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5108/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4897/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/5/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ αν την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 527/2022, ΑΠ 1110/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα, με αριθμό 2020Β/13-7-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο ...., Α. Ζ., προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης και ορισμό δικασίμου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (8-1-2024), καθώς και κλήση προς συζήτηση για την τελευταία δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων, Θ.Σ., ο οποίος παραστάθηκε κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εκπροσωπώντας τους, ως αντίκλητο αυτών (αρθρ. 143 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της άνω δικασίμου, ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασής τους. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία, "Τράπεζα ...
Aνώνυμη Εταιρεία", υπό την ιδιότητά της, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία, "Τράπεζα ... ... AE", λόγω διάσπασης της τελευταίας, με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της άνω αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρίας (άρθρα, 16 ν. 2515/1997, 57 παρ. 3 και 59-74 ν. 4601/2019), προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 4897/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της 5108/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την αγωγή της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία, "Τράπεζα ... ...
Ανώνυμη Εταιρεία", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει η ήδη αναιρεσείουσα, για διάρρηξη της αναφερόμενης σ' αυτή καταδολιευτικής δικαιοπραξίας και αφού εξαφάνισε την πρωτό-δικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων, 76 έως 78 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς, είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς, όμως, να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 177/2011).
Ως αυτοτελής δε πρόσθετη παρέμβαση, πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ' αυτού κατά το άρθρο 325 αριθμ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της άσκησής της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017), εφόσον δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 150 ΚΠολΔ σύντμηση της ως άνω προθεσμίας (ΑΠ 456/2023, ΑΠ 302/2023, 1736/2017).
Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του ν. 4354/2015, ''Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....'', ''τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.
Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις''. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, ''οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης''. Τέλος κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 742/2023, ΑΠ 753/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στο ..., ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία, “… ...'' και το διακριτικό τίτλο “...” (πρώην , ... … Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις), με το από 31-10-2023 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 2-11-2023 και επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά σύντμηση της σχετικής προθεσμίας, στην αναιρεσείουσα και στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσίβλητων, ως αντίκλητο αυτών (βλ.
τις με αριθμούς, 3018Β/29-11-2023 και 3066Β/6-12-2023 του δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο …, Α. Ζ.), ασκεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει, ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, με την επωνυμία, ''...'', που εδρεύει στο ... ..., ειδικής διαδόχου της αναιρεσείουσας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (αρθρ. 325 ΚΠολΔ).
Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει, είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων, που ανήκαν στην αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία και προέκυψαν από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσείουσα.
Η τελευταία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεών της, δυνάμει της από 18-6-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, στην άνω αλλοδαπή ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού, με την επωνυμία, “... '', που εδρεύει στο ... ..., η οποία, ακολούθως, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία (υπό την προηγούμενη επωνυμία της, ...
… Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 18-6-2019 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της αναιρεσείουσας - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τη με αριθμό 33.030574/17-3-2016 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, την οποία αυτή κατάρτισε με την πρώτη αναιρεσίβλητη.
Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ' άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσείουσας και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ), παρά την απουσία των καθών η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως προκύπτει από την 3066Β/6-12-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, Α.
Ζ. (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3156/2003, "1. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, Τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μετα-βίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ ''μεταβιβάζοντος'' και ''αποκτώντος'' σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται: (α) από το Προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή (β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων.
Για τους σκοπούς του νόμου αυτού -ιδιωτική τοποθέτηση-είναι ή διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων πoυ δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. Αμοιβαία κεφάλαια και εταιρείες επενδύσεων xαρτοφυλακίου με έδρα την Ελλάδα, μπορούν να μετέχουν σε ιδιωτική τοποθέτηση, εφόσον οι ομολογίες έχουν αξιολογηθεί πιστοληπτικά από έναν διεθνώς αναγνωρισμένο οίκο αξιολόγησης σε ποσοστό το οποίο χαρακτηρίζεται διεθνώς ως επενδυτικού βαθμού.
Aσφαλιστικά ταμεία και ασφαλιστικοί οργανισμοί δεν μπορούν να μετέχουν σε ιδιωτική τοποθέτηση ούτε μέσω αμοιβαίων κεφαλαίων ή εταιρειών επενδύσεων xαρτοφυλακίoυ. 2. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού ''μεταβιβάζων'' είναι έμπορος με κατοικία ή έδρα στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, εφόσον έχει εγκατάσταση στην Ελλάδα. ''Αποκτών'' είναι το νομικό πρόσωπο ή νομικά πρόσωπα τα οποία έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την απόκτηση επιxειρηματικών απαιτήσεων για την τιτλοποίησή τους σύμφωνα με το νόμο αυτόν (''εταιρεία ειδικού σκοπού''), προς τα οποία μεταβιβάζονται λόγω πώλησης οι επιχειρηματικές απαιτήσεις, εκδότης των ομολογιών είναι ο ίδιος ο αποκτών. 3.
Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού εδρεύει στην Ελλάδα, πρέπει να είναι ανώνυμη εταιρεία και διέπεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί ανωνύμων εταιρειών και τις διατάξεις του ν.δ. 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923, εφόσoν δεν είναι αντίθετες με το νόμο αυτόν. Η διάταξη της περιπτώσεως (γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 48 του ΚΝ 2190/1920 δεν εφαρμόζεται. 4.
Οι μετοχές της εταιρείας ειδικού σκοπού είναι ονομαστικές. 5. Οι αποφάσεις για την έκδοση και το είδος των ομολογιών λαμβάνονται από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας ειδικού σκοπού. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου μπoρεί να παρέχεται περαιτέρω εξουσιοδότηση για τον καθορισμό επιμέρους λεπτομερειών, όπως αυτών που αναφέρονται στον αριθμό και τη συνολική ονομαστική αξία των ομολογιών που πρόκειται να εκδοθούν, τον τρόπο και την προθεσμία διάθεσής τους, τον τρόπο καθορισμού της τιμής διάθεσής τους, το πρόσωπο που αναλαμβάνει την είσπραξη και διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, καθώς και τον εκπρόσωπο των ομολογιούχων.
Η oνομαστική αξία κάθε ομολογίας πρέπει να είναι τουλάχιστον εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ. 6. Οι απαιτήσεις που μεταβιβάζονται με σκοπό την τιτλοπoίηση μπορεί να είναι απαιτήσεις κατά οποιουδήποτε τρίτου, ακόμη και των καταναλωτών, υφιστάμενες ή μελλοντικές, εφόσον αυτές πρoσδιορίζονται ή είναι δυνατόν να προσδιορισθούν με οποιονδήποτε τρόπο.
Επίσης μπορεί να μεταβιβάζονται και απαιτήσεις υπό αίρεση. Διαπλαστικά ή άλλα δικαιώματα, ακόμη και αν δεν αποτελούν παρεπόμενα δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 458 του ΑΚ, εφόσον συνδέονται με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, μπορούν να μεταβιβάζονται μαζί με αυτές. Ο μεταβιβάζων υποχρεoύται να γνωστοποιεί τη γένεση των απαιτήσεων στην εταιρεία ειδικού σκοπού.
Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού. 7. Η εταιρεία ειδικού σκοπού, για τους σκοπούς της τιτλοποίησης, καθώς επίσης και για λόγους αντιστάθμισης κινδύνoυ, μπορεί να συνάπτει πάσης φύσεως δάνεια ή πιστώσεις και ασφαλιστικές ή εξασφαλιστικές συμβάσεις, περιλαμβανομένων και συμβάσεων χρηματοοικονομικών παραγώγων.
Στους σκοπούς της τιτλοποίησης του προηγούμενου εδαφίoυ περιλαμβάνονται, ενδεικτικώς, η άντληση των κεφαλαίων που απαιτούνται για την απόκτηση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, η έκδοση και διάθεση των ομολογιών, η εξόφληση αυτών και των πάσης φύσεως δανείων, πιστώσεων και λoιπών συμβάσεων, όπως ορίζεται στους όρους των σχετικών συμβάσεων και το πρόγραμμα του δανείου. 8.
Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (ΦΕΚ 220 Α') και κατισχύει των συμφωνιών μεταξύ μεταβιβάζοντος και τρίτων περί ανεκχωρήτου των μεταξύ τους απαιτήσεων. Eπιτρέπεται η μεταβίβαση περαιτέρω απαιτήσεων στην εκδότρια και η προσθήκη αυτών σε εκείνες οι οποίες ήδη χρησιμοποιούνται για την εξασφάλιση των απαιτήσεων που σχετίζονται με την τιτλοποίηση, εφόσoν η μεταβίβαση δεν επιφέρει την υποβάθμιση της αξιολόγησης του ομολογιακού δανείου. 9.
Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης, η δε μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη. Με την αναγγελία πρέπει να oρίζoνται και οι απαιτήσεις στις οποίες αφορά η μεταβίβαση. 10.
Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης αυτής στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου αυτού. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση λόγω πώλησης της παραγράφου 1. Καταβολή προς την εταιρεία ειδικού σκοπού πριν από την αναγγελία ελευθερώνει τον οφειλέτη έναντι του μεταβιβάζοντος και των ελκόντων δικαιώματα από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού. 11.
Καταπιστευτική μεταβίβαση των απαιτήσεων δεν επιτρέπεται και οποιοσδήποτε καταπιστευτικός όρος δεν ισχύει. Επιτρέπεται η αναπροσαρμογή ή πίστωση του τιμήματος της πωλήσεως και η υπαναχώρηση από τη σύμβαση πώλησης κατά τους όρους της σχετικής σύμβασης και τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, καθώς και μεταγενέστερη συμφωνία για την αναμεταβίβαση στον μεταβιβάζοντα απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν για τους σκοπούς τιτλοποίησης.
Η αναχρηματοδότηση υφιστάμενου δανείου ή αναπροσαρμογή των όρων αυτού δεν επιτρέπεται να βλάπτει τα δικαιώματα των υφιστάμενων ομολογιούχων, ούτε να επιφέρει την υποβάθμιση της αξιολόγησης του ομολογιακού δανείου. 12. Στις μεταβιβασθείσες ή μεταβιβαστέες απαιτήσεις, με την επιφύλαξη της παραγράφου 18, δεν επιτρέπεται να συσταθεί ενέχυρο ή άλλο βάρος.
Αν μεταβιβαζόμενη απαίτηση ασφαλίζεται με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης ή ενέχυρο ή άλλο παρεπόμενο δικαίωμα ή προνόμιο, το οποίο έχει υπoβληθεί σε δημοσιότητα με καταχώριση σε δημόσιο βιβλίο ή αρχείο, για τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου αρκεί η καταχώριση της βεβαίωσης της καταχώρισης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 και η μνεία σε περίληψη του εμπράγματου βάρους, του παρεπόμενου δικαιώματος ή του προνομίου.
Από την καταχώριση για κάθε ενέχυρο σε σχέση με τις τιτλοποιούμενες απαιτήσεις επέρχονται τα αποτελέσματα των άρθρων 39 και 44 του ν.δ. 17.7/13.8.1923. 13. Η πώληση και η μεταβίβαση απαιτήσεων σύμφωνα με το όρθρο αυτό, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια και πιστώσεις πάσης φύσεως, κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπά έξοδα, δεν μεταβάλλει την ουσιαστική, δικονομική και φορολογική φύση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και των σχετικών δικαιωμάτων, όπως ίσχυαν αυτά πριν από τη μεταβίβαση, σύμφωνα με τις κατά περίπτωση εφαρμoστέες διατάξεις.
Ειδικά προνόμια που ισxύουν υπέρ του μεταβιβάζοντος διατηρούνται και ισχύουν υπέρ της εταιρείας ειδικού σκοπού. Στα ειδικά προνόμια του προηγούμενου εδαφίου περι-λαμβάνονται και τα προνόμια περί την εκτέλεση (δυνάμει του ν.δ. 17.7./13.8.1923 ή άλλης διάταξης) και εκπτώσεις και απαλλαγές από φόρους και τέλη πάσης φύσεως που ίσxυαν κατά τις κατά περίπτωση εφαρμoστέες διατάξεις στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος αναφορικά με την επιδίωξη των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και την ενάσκηση κάθε σχετικού δικαιώματος. 14.
Με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες σύμφωνα με το σκοπό του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσoν ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα.
Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διαχειριστή. 15.
Ο διαχειριστής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο υποχρεούται να καταθέτει, αμέσως με την είσπραξή τους, το προϊόν των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, υποχρεωτικά σε χωριστή έντοκη κατάθεση που τηρείται στον ίδιο, εφόσον είναι πιστωτικό ίδρυμα, διαφορετικά σε πιστωτικό ίδρυμα που δραστηριοποιείται στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό χώρο.
Στην κατάθεση γίνεται ειδική μνεία ότι αυτή αποτελεί χωριστή περιουσία διακριτή από την περιουσία του διαχειριστή και του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο κατατίθεται. Κάθε εμπράγματη ασφάλεια που παρέχεται για λογαριασμό των ομολογιούχων, τα κεφάλαια, που εισπράττει ο διαχειριστής για λογαριασμό τους ή οι κινητές αξίες που κατατίθενται σε αυτόν, δεν υπόκεινται σε κατάσχεση, συμψηφισμό ή άλλου είδους δέσμευση από τον ίδιο ή τους δανειστές του ούτε περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία του. 16.
Στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 της έδρας του μεταβιβάζοντος σημειώνεται η σύμφωνα με την παράγρ. 14 ανάθεση της διαχείρισης και κάθε σχετική μεταβολή. 17. Τα ποσά που προκύπτουν από την είσπραξη των απαιτήσεων που μεταβιβάζονται και οι αποδόσεις της κατάθεσης που αναφέρονται στην παράγρ. 15 διατίθενται για την εξόφληση των εκδιδόμενων ομολογιών, κατά κεφάλαιο, τόκους, έξοδα, φόρους και πάσης φύσεως δαπάνες, καθώς και των λειτουργικών δαπανών της εταιρείας ειδικού σκοπού και των απαιτήσεων κατ' αυτής, όπως ορίζεται στους όρους του ομολογιακού δανείου και του προγράμματος. 18.
Επί των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και της κατάθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 15 υφίσταται νόμιμο ενέχυρο υπέρ των ομολογιούχων και των λοιπών δικαιούχων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, με την καταχώριση της κατά την παράγραφο 1, σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000. Οι απαιτήσεις για τις οποίες υπάρχει το νόμιμο ενέχυρο κατατάσσονται πριν από τις απαιτήσεις του άρθρου 975 ΚΠολΔ, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στους όρους του δανείου. 19.
Από της καταχωρίσεως, το κύρος της πώλησης και μεταβίβασης της παραγράφου 1, των παρεπόμενων προς τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις δικαιωμάτων και του νομίμου ενεχύρου, δεν θίγεται από την επιβολή οποιουδήποτε συλλογικού μέτρου ικανοποίησης των πιστωτών, που συνεπάγεται την απαγόρευση ή τον περιορισμό της εξουσίας διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος της εταιρείας ειδικού σκοπού ή τρίτου εγγυοδότη ή δικαιούχου παρεπόμενου δικαιώματος ή του προσώπου που αναλαμβάνει την είσπραξη και διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, ούτε από την υποβολή σχετικής αίτησης κατ' αυτών.
Το ίδιο ισχύει και όταν πρόκειται για μελλοντικές απαιτήσεις, η γένεση των οποίων επέρχεται μετά την επιβολή του συλλογικού μέτρου ή την υποβολή της σχετικής αίτησης". Εξάλλου, σύμφωνα με την ΥΑ 161338/2003, ''Οι προβλεπόμενες από το άρθρο 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003 συμβάσεις, συντάσσονται σε έντυπο, το οποίο εκτυπώνεται σε λευκό χαρτί γραφής ...
και αποτελείται από ένα φύλλο ... και διαιρείται σε δύο ημίφυλλα. Στην πρώτη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: 1) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, 2) οι όροι της σύμβασης (το νόμισμα και ποσό του τιμήματος αγοράς, ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης πώλησης, εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία και λοιποί ουσιώδεις όροι), 3) Ο τύπος των μεταβιβαζόμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων (γενική περιγραφή της επιχειρηματικής απαίτησης και νόμισμα).
Στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, τα ονοματεπώνυμα και δ/νσεις των οφειλετών και εγγυητών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Στην ίδια σελίδα τίθενται επίσης η ημερομηνία και οι υπογραφές των συμβαλλομένων και η θεώρηση αυτών.
Στην τρίτη σελίδα του εντύπου καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών. Το αναλυτικό περιεχόμενο κάθε σελίδας με τις οικείες υποσημειώσεις εμφαίνεται στα προσαρτημένα στο παράρτημά της παρούσας απόφασης υποδείγματα. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι προκειμένου οι εμπορικές επιχειρήσεις (πιστωτικά ιδρύματα, μεγάλες επιχειρήσεις) να αντλήσουν περισσότερα κεφάλαια για τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες προσφεύγουν στον ως άνω θεσμό, μεταβιβάζοντας τις απαιτήσεις τους λόγω πώλησης στις προς τούτο συνιστάμενες εταιρείες ειδικού σκοπού, οι οποίες τις ''τιτλοποιούν'' ενσωματώνοντας αυτές σε ομολογίες που εκδίδουν, τις οποίες στη συνέχεια διαθέτουν σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, η δε εξόφλησή τους πραγματοποιείται από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων, η δε μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων επέρχεται από την καταχώρηση της σχετικής έγγραφης σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000.
Η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται με σύμβαση εντολής/διαχείρισης από την αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού με έγγραφη σύμβαση, σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, νομίμως λειτουργούν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο (είτε είναι εγγυητής των εν λόγω απαιτήσεων, είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξή τους πριν τη μεταβίβαση), καταχωρίζεται δε και αυτή η σύμβαση (όπως κάθε μεταβολή) στο παραπάνω δημόσιο βιβλίο, χωρίς ωστόσο ο νόμος (3156/2003) να απονέμει στην εταιρία διαχείρισης την ιδιότητα του κατ' εξαίρεση νομιμοποιούμενου διαδίκου (μη δικαιούχου), όπως ρητά πράττει για τις εταιρίες διαχειρίσεως του ν. 4354/2015.
Επίσης, επιτρέπεται η μεταγενέστερη συμφωνία για την αναμεταβίβαση στον μεταβιβάζοντα απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν για σκοπούς τιτλοποίησης, για δε τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου στη συγκεκριμένη περίπτωση αρκεί η καταχώρηση στο δημόσιο βιβλίο του άνω νόμου. Οι εν λόγω συμβάσεις (τιτλοποίησης) συντάσσονται σε συγκεκριμένο έντυπο, με αναφορά στην πρώτη σελίδα αυτού των στοιχείων των συμβαλλομένων, των όρων της σύμβασης, του τύπου των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων, ενώ στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, ονοματεπώνυμα και διευθύνσεις οφειλετών και εγγυητών, παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις.
Τέλος, στην τρίτη σελίδα καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενες, κατόπιν ''αποτιτλοποίησης - αποχαρακτηρισμού των δανείων'', όρος που καθιερώθηκε κατά τη διαδικασία επαναμεταβίβασης στον αρχικό δικαιούχο των εκχωρηθεισών προς τιτλοποίηση απαιτήσεων από τις εν λόγω δανειακές συμβάσεις, ο οποίος και χρησιμοποιείται κατά την καταχώρισή τους στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000 (ΑΠ 753/2023, ΑΠ 434/2022, ΑΠ 909/2021).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 941 ΑΚ προκύπτει ότι για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: α) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, δ) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή.
Κατά το επόμενο δε άρθρο 942 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία δεν απαιτείται η κατά το προηγούμενο άρθρο γνώση του τρίτου. Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης του άρθρου 942 ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα.
Δεν συνάγεται δε το αντίθετο από το χαρακτηρισμό της, στο α` εδάφιο της τελευταίας διάταξης, ως δωρεάς, ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, αφού αυτό αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη δυνατότητα ανάκλησης αυτής, ως προς το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά και όχι να την χαρακτηρίσει, εξ αντιδιαστολής, ως επαχθή δικαιοπραξία (ΑΠ 824/2021).
Στην αγωγή διάρρηξης ενάγων είναι εκείνος, που έχει την ιδιότητα του δανειστή, κατά το χρόνο που επιχειρείται η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, δηλαδή εκείνος που έχει απαίτηση υφιστάμενη κατά τον ανωτέρω χρόνο, έστω και αν η απαίτησή του τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία. Απαιτείται δηλαδή μέχρι το χρόνο της απαλλοτρίωσης να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα της απαίτησής του, επιπλέον δε, πρέπει αυτή να έχει καταστεί ορισμένη, απαιτητή και ληξιπρόθεσμη έως τη συζήτηση της αγωγής (ΑΠ 828/2020, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 1092/2013).
Εκτός από τον ίδιο τον δανειστή- άμεσο δικαιούχο της απαίτησης με τα πιο πάνω χαρακτηριστικά, τη διάρρηξη του άρθρου 939 ΑΚ, μπορούν επίσης να αξιώσουν με τις ίδιες προϋποθέσεις και οι δανειστές του δανειστή αυτού πλαγιαστικά, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ, καθώς και οι καθολικοί διάδοχοι της απαίτησης, αλλά και αυτοί που έγιναν εκδοχείς της απαίτησης μετά την απαλλοτρίωση, εφόσον η απαίτηση συγκεντρώνει τα πιο πάνω χαρακτηριστικά.
Εξάλλου, συνέπεια της εκχώρησης κατ' άρθρο 455 ΑΚ, είναι και η κατά το άρθρο 458 ΑΚ συμμεταβίβαση και όλων των παρεπομένων της απαίτησης δικαιωμάτων και προνομίων, αυτοδικαίως και παρακολουθηματικώς. Παρεπόμενα δικαιώματα, εκτός από το ενέχυρο, την υποθήκη και την εγγύηση, τα οποία ασφαλίζουν την απαίτηση και μεταβιβάζονται με αυτή, είναι τα δικαιώματα εκείνα που τελούν σε σχέση εξάρτησης προς την απαίτηση και εξυπηρετούν το σκοπό της είτε ισχυροποιώντας την είτε επεκτείνοντας το περιεχόμενό της είτε διευκολύνοντας την πραγματοποίησή της.
Τέτοιο δικαίωμα είναι και εκείνο της προσβολής πράξεων του οφειλέτη που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 939 ΑΚ (ΑΠ 1633/2013, ΑΠ 1475/2010). Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 917/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ, 68 ΚΠολΔ, 10 Ν 3156/2003, 39, 44 του ΝΔ 17.7-13.8/1923 και ΥΑ 161338/2003, δεχόμενο ότι η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας δεν ήταν δικαιούχος της απαίτησης, για την οποία ζητήθηκε η διάρρηξη της ένδικης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον άνω αναιρετικό λόγο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : Δυνάμει της 33.030574/17.3.2006 σύμβασης πίστωσης, καταρτισθείσας στην Πετρούπολη Αττικής μεταξύ της ενάγουσας - εφεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, (ήδη αναιρεσείουσας) και της πρώτης εναγοµένης - εκκαλούσας (πρώτης αναιρεσίβλητης), χορηγήθηκε στην τελευταία πίστωση ύψους δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000 ευρώ), η οποία αυξήθηκε µε την από 27.3.2008 πρόσθετη πράξη αυτής (σύμβασης) σε τριάντα χιλιάδες ευρώ (30.000 ευρώ), µε δικαίωμα της πιστούχου (πρώτης εναγοµένης - εκκαλούσας) να χρησιμοποιεί την πίστωση για αόριστο χρονικό διάστηµα μέχρι του ποσού του ορίου της, και υποχρέωση να καταβάλει μηνιαίως την ελάχιστη καταβολή, συνισταμένη τουλάχιστον στο ισάξιο των δεδουλευμένων τόκων του προηγούμενου µήνα (βλ.
σχετ. όρους 2.02 και 4.01 της σύμβασης). Περαιτέρω, την 6.11.2006 η ενάγουσα - εφεσίβλητη, δυνάµει της από 6.11.2006 "Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων" που μεταγράφηκε νόµιµα (βλ. σχετ. το …./6.11.2006 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών), ισχυρίζεται ότι μεταβίβασε, μεταξύ άλλων, την επίµαχη απαίτηση, στην εταιρεία µε την επωνυμία "...", ταυτόχρονα δε, η τελευταία, µε την από 6.11.2006 "Σύμβαση Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων", που μεταγράφηκε νόμιμα (βλ.
σχετ. το …./6.11.2006 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών), ανέθεσε τη διαχείριση των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων στην ενάγουσα - εφεσίβλητη. Ακολούθως, η ενάγουσα - εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι δυνάµει της από 21.11.2011 "Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων" που μεταγράφηκε νόμιμα, (βλ.
σχετ. το …./21.11.2011 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών), η "...", προέβη στην αναμεταβίβαση της επίμαχης απαίτησης προς την ίδια (ενάγουσα - εφεσίβλητη), ενώ µε την από 21.11.2011 σύμβαση (αριθμ. πρωτοκ. υποθηκοφυλακείου Αθηνών …./21.11.2011) λύθηκε η ανωτέρω αναφερόμενη σύμβαση - διαχείρισης (βλ. σχετ. σελ. 3 των από 18.6.2018 προτάσεων της ενάγουσας - εφεσίβλητης ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, µε τις οποίες επικαλείται προς απόδειξη των ανωτέρω ισχυρισµών της τα σχετικά µε αριθµ. 10, 11).
Περαιτέρω, η ενάγουσα - εφεσίβλητη επικαλείται ότι δυνάµει της από 21.11.2011 "Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων", που μεταγράφηκε (βλ. σχετ. το …./21.11.2011 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών), στην οποία περιελήφθη και η επίδικη απαίτηση, μεταβίβασε αυτή στην "...", ταυτόχρονα δε, η "...", µε την από 21.1.2011 "Σύμβαση Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων", που µεταγράφηκε νόμιμα (βλ.
σχετ. το …./21.11.2011 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών), ανέθεσε τη διαχείριση των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και η επίµαχη, στην ενάγουσα - εφεσίβλητη. Τέλος, η ενάγουσα - εφεσίβλητη, επικαλούμενη την από 19.12.2012 "Σύμβαση Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων", που μεταγράφηκε νόμιμα (βλ.
σχετ. το …./19/12/2012 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών), ισχυρίζεται ότι µεταβιβάσθηκε από την "...", στη ίδια η επίµαχη απαίτηση, καθισταµένης της τελευταίας (ενάγουσας - εφεσίβλητης) δικαιούχου αυτής (απαίτησης) νομιμοποιούµενης για την άσκηση της ένδικης αγωγής. Για την απόδειξη του ισχυρισμού της, η ενάγουσα - εφεσίβλητη επικαλείται µε τις προτάσεις της, τα σχετικά µε αριθµ. 16 και 17 (βλ.σχετ.
σελ.4 των από 18.6.2018 προτάσεών της ενώπιον του Πρωτοβαθμµίου Δικαστηρίου). Ωστόσο, το προσκομιζόµενο και επικαλούμενο µε αριθµ. 16 σχετικό, το οποίο φέρει αριθµό πρωτοκόλλου …/19-12-2012 του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών και τιτλοφορείται ως "ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 10 παρ. δ του ν. 3156/2003 - Α) Σύμβαση Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων", αναφέρει ως µεταβιβάζουσα την ενάγουσα - εφεσίβλητη και αποκτώσα την εταιρία "...", ήτοι τις ανωτέρω συμβαλλόμενες µε αντίθετη ιδιότητα (µεταβιβάζουσα - αποκτώσα) από αυτή που ισχυρίζεται η ενάγουσα - εφεσίβλητη στην αγωγή και τις προτάσεις της.
Οµοίως, το επικαλούµενο µε αριθµ. 17 σχετικό που αποτελεί την από 19.12.2012 "Ενημέρωση Δημοσίων Βιβλίων µε Αποχαρακτηρισµένα - Δάνεια" στην οποία περιλαμβάνεται η επίµαχη απαίτηση, έχει εκδοθεί στο όνοµα της "...", ως δικαιούχου της απαίτησης. Κατά συνέπεια, ενόψει του ότι η ενάγουσα - εφεσίβλητη δεν απέδειξε ότι κατά την άσκηση κρινόµενης αγωγής ήταν δικαιούχος της επίµαχης απαίτησης, αντίθετα αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής δικαιούχος αυτής ήταν η εταιρεία "...", πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Σημειωτέον δε, ότι και η, ανωτέρω αναφερόμενη, από 21.11.2011 "Σύμβαση Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων" που μεταγράφηκε νόµιµα (βλ. σχετ. το …./21.11.2011 πιστοποιητικό του Υποθηκο-φυλακείου Αθηνών), µε την οποία η ενάγουσα - εφεσίβλητη επικαλείται ότι της αναµεταβιβάσθηκε η επίµαχη απαίτηση απ? την "...", (βλ.
σχετικό με αριθµ. 10 των απ 18.6.2018 προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβαθµίου Δικαστηρίου), αναφέρει τις συμβαλλόμενες µε αντίθετη ιδιότητα (µεταβιβάζουσα - αποκτώσα) από αυτή που ισχυρίζεται η ενάγουσα - εφεσίβλητη. Σύμφωνα µε τα ανωτέρω, ενόψει του ότι η ενάγουσα - εφεσίβλητη δεν αποδεικνύει τη νοµιµοποίησή της για την άσκηση της αγωγής, πρέπει αυτή (αγωγή) να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή, και ακολούθως κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή δεν προκύπτει η ιδιότητα της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, ως δικαιούχου της απαίτησης, για την οποία αξιώθηκε με την ένδικη αγωγή, η διάρρηξη της αναφερόμενης δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής και ακολούθως απέρριψε την αγωγή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Και τούτο διότι, από την επισκόπηση των αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση εγγράφων, μεταξύ των οποίων, τα με αριθμούς, …/21.11.2011 και …/21.11.2011 πιστοποιητικά του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, περί αναμεταβίβασης στην αρχική ενάγουσα απαιτήσεων που είχαν μεταβιβαστεί από αυτή, στις 6-11-2006, για το σκοπό τιτλοποίησης, στην εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία, "...", μεταξύ των οποίων και η επίδικη απαίτηση, η οποία αποχαρακτηρίστηκε στις 19-12-2012, σύμφωνα με το επίσης αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αριθμό, …/19-12-2012 πιστοποιητικό του ίδιου Ενεχυροφυλακείου και την από 19-12-2012 ενημέρωση δημόσιων βιβλίων με αποχαρακτηρισμένα δάνεια, προκύπτει η νομιμοποίηση της αρχικής ενάγουσας, ως δικαιούχου της ένδικης απαίτησης, τόσο κατά το χρόνο της επίδικης απαλλοτριώσεως, όσο και κατά το χρόνο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής.
Επομένως, ο άνω πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, να παρα-πεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές (αρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, επειδή η ερμηνεία των προπαρατιθέμενων εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρα 179 εδ. α, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 3-5-2022 αίτηση αναίρεσης με την από 31-10-2023 αυτοτελή πρόσθετη υπέρ της αναιρεσείουσας, παρέμβαση.
Αναιρεί τη με αριθμό 4897/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί, όμως, από Δικαστές άλλους, από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Δέχεται την από 31-10-2023 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους, τα δικαστικά έξοδα, μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2024 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ