Legislator Case Law & Legislation
1581/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank merger debt transfer ruling, upholding non-transferable employee claims.

Case Number 1581/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Eurobank Ergasias appeal against the Athens Court of Appeals' decision regarding a bank merger. The appellant argued for the transfer of employee debt claims, but the lower court correctly identified these claims as non-transferable under specific Ministry of Finance regulations. The Court ruled that the lower court properly applied the law to exclude these specific contractual and tort claims from the transferred assets.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 176 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible when the Court of Appeals correctly interprets and applies statutory provisions excluding specific employee claims from bank merger asset transfers.

Keywords

AI generated
bank merger asset transfer employee claims non-transferable debts appeal dismissal bank recapitalization legal succession

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Law 3601/2007
Ministry of Finance Decision 2124/B.95/18-1-2013

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 10/2011
Supreme Court 7/2006
Supreme Court 344/2019
Supreme Court 24/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1581 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1581/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε.", που ήταν ειδική διάδοχος της ήδη σε ειδική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε.", η οποία ήταν ειδική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "T BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως είχε μετονομαστεί η αρχική διάδικος ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Τσουρούλα - Σωτηροπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2009 αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 3964/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-11-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 344/2019, ΑΠ24/2015). Περαιτέρω η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι οι προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ 25/2008). Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση.

Δηλαδή για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ` αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Η έλλειψη, άλλωστε, νομιμοποίησης εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης.

Ενόψει της ανωτέρω φύσεως της νομιμοποίησης, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος αποδείξεως, με συνέπεια, και σε περίπτωση που δεν αποδείξει τον περί νομιμοποιήσεως του ισχυρισμό, την απόρριψη της αγωγής για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποιήσεως (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 59/2017, ΑΠ 649/2017).

Με τον νόμο 4021/2011 αναμορφώθηκε το δίκαιο εξυγίανσης και εκκαθάρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων (άρθρα 62 έως 63Ζ και 68 ν. 3601/2007). Στα άρθρα αυτά, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3458/2006 για την "Εξυγίανση και εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες διατάξεις", προβλέπονται, εκτός των άλλων, τα μέτρα εξυγίανσης που μπορούν να ληφθούν με σκοπό την αναδιάρθρωση του πιστωτικού συστήματος.

Τα μέτρα εξυγίανσης, όπως απαριθμούνται στο άρθρο 3 του ν. 3458/2006, είναι μεταξύ άλλων: " [...], δ) η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος σε εφαρμογή του άρθρου 63Δ του ν. 3601/2007". Με τα μέτρα αυτά σκοπείται η μεταβιβαστική εξυγίανση ενός τμήματος της περιουσίας ενός πιστωτικού ιδρύματος, με τα σχετικά δικαιώματα, υποχρεώσεις και συμβατικές σχέσεις να μεταφέρονται σε υγιή φορέα (είτε σε ήδη υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα ή είτε σε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται για τον σκοπό αυτό κατ` άρθρο 63 Ε του ίδιου νόμου), ενώ το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα λαμβάνει αντίστοιχο αντάλλαγμα.

Η διαδικασία του άρθρου 63Δ δεν οδηγεί σε πτώχευση της τράπεζας. Πρόκειται για εξυγίανση, που εφαρμόζεται πριν η τράπεζα φτάσει σε παύση πληρωμών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 63Δ, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται με απόφαση της να υποχρεώσει πιστωτικό ίδρυμα στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του προς άλλο υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα ή προς μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται για το σκοπό αυτόν σύμφωνα με το άρθρο 63Ε ή προς άλλο πρόσωπο.

Τα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία προσδιορίζονται στην απόφαση αυτή (της Τράπεζας της Ελλάδος) και μπορούν να είναι δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις (§1). Με τη σύμβαση μεταβίβασης των συγκεκριμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού μεταξύ του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος και του αποκτώντος, συμμεταβιβάζεται και το σύνολο των παρακολουθηματικών εννόμων σχέσεων, δηλαδή εγγυήσεις, εξασφαλίσεις (458 ΑΚ), εκχωρήσεις και το σύνολο των δικών, των ήδη εκκρεμών, ή αυτών που θα καταστούν εκκρεμείς στο μέλλον και αφορούν τις προαναφερθείσες έννομες σχέσεις.

Η δε υπό εξυγίανση τραπεζική επιχείρηση μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί, ως προς το αντικείμενο που συνίσταται στα περιουσιακά στοιχεία που δεν έχουν μεταβιβαστεί, άλλως συνεχίζει να υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, εφόσον ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της και τίθεται σε ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 68 ν. 3601/2007).

Περαιτέρω, με την μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων κατ` άρθρο 63Δ του ν. 3601/2007, ως μέτρο εξυγίανσης του πιστωτικού συστήματος, το πιστωτικό ίδρυμα που αποκτά, επέχει θέση ειδικού διαδόχου. Ωστόσο, το αποκτών πιστωτικό ίδρυμα δεν είναι ειδικός διάδοχος του νομικού προσώπου του μεταβιβάζοντος ως σύνολο, ο οποίος (μεταβιβάζων) εξακολουθεί να υφίσταται ως ξεχωριστό νομικό πρόσωπο, αλλά ειδικός διάδοχος αυτού, αποκλειστικά και μόνο ως προς τις συγκεκριμένες έννομες σχέσεις, δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις που μεταβιβάστηκαν και ρητά αναφέρονται στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος και στη σύμβαση μεταβίβασης.

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 63Δ, για το κύρος της μεταβίβασης και το αντιτάξιμό της έναντι τρίτων, οι οποίοι είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή συμβατικών σχέσεων που μεταφέρονται στο προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεσή τους.

Οι δε εκκρεμείς δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, συνεχίζονται από εκείνο προς το οποίο έγινε η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψη τους, επέρχεται δηλαδή ex lege υποκατάσταση του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του αρχικού υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος ως προς τις έννομες σχέσεις που μεταβιβάστηκαν σ` αυτό και συνακόλουθα ex lege μετατόπιση της νομιμοποίησής του, υπεισερχόμενο, έτσι, στη δικονομική θέση του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος ως προς τις δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία (ΑΠ 42/2021, ΑΠ 507/2018, ΑΠ 2005/2014).

Περαιτέρω με την 2124/Β.95/18-1-2013 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β 74) αποφασίσθηκε η σύσταση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Α.Τ.Ε." και ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, στο "Παράρτημα 1" της υπουργικής αυτής αποφάσεως, τα εξής: "1. Στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία " Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Α.Τ.Ε" (εφεξής: "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο") μεταβιβάζονται όλες οι συμβατικές σχέσεις του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Α.Τ.Ε." (εφεξής: "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο") με τρίτους, στις οποίες υποκαθίσταται πλέον πλήρως η "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Α.Τ.Ε", καθώς και το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο" (δικαιώματα, αξιώσεις, υποχρεώσεις και βάρη κάθε είδους), εκτός από τις συμβατικές σχέσεις και τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται στη συνέχεια στον αριθμό 2 υπό στοιχεία α) έως και ιζ), που αναφέρονται εφεξής συνολικά ως "μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία"... 2.

Δεν μεταβιβάζονται στην " Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο" τα περιουσιακά στοιχεία (ενεργητικό, παθητικό και έννομες σχέσεις από συμβάσεις) που περιγράφονται αμέσως παρακάτω υπό τα στοιχεία α) έως και ιζ) (μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία). Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία διατηρούνται υπό τη δικαιοκτησία (ενεργητικό) της "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο" ή συνεχίζουν να βαρύνουν (παθητικό) την "ΤαχυδρομικόΤαμιευτήριο".

Εφόσον στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία περιλαμβάνονται συμβατικές σχέσεις, σ' αυτές συμβαλλόμενη παραμένει η "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο". Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία είναι τα ακόλουθα: α) Οι έννομες σχέσεις της "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο" με τρίτους που πηγάζουν ή σχετίζονται με συμβάσεις εργασίας που έχει καταρτίσει η "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο", περιλαμβανομένων των προκαταβολών μισθών, β)...

γ)... δ)... ε) Όλες οι αξιώσεις και υποχρεώσεις της "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο" έναντι τρίτων, περιλαμβανομένων και των υπαλλήλων της "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο", για καταβολή αποζημίωσης από οποιαδήποτε (συμβατική ή εξωσυμβατική) αιτία, για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και για απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον συνδέονται με τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία..." (ΑΠ 507/2018).

Από τις παραπάνω διατάξεις και ιδιαίτερα από τη γραμματική διατύπωση της ως άνω αποφάσεως της ΤτΕ σαφώς προκύπτει, ότι από τα περιουσιακά στοιχεία (συμβατικές σχέσεις, ενεργητικό και παθητικό) που με την παράγραφο 1 της αποφάσεως ορίστηκε να μεταβιβαστούν στη "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε.", ρητώς εξαιρέθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται στη συνέχεια στον αριθμό 2 υπό στοιχεία α' έως και ιζ' και προσδιορίζονται συνολικά ως "μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία", με περιοριστική μάλιστα απαρίθμηση αυτών (σε αντίθεση με τη χρήση της λέξεως "ιδίως" στην παράγραφο 1).

Επομένως, για να κριθεί εάν μεταβιβάστηκε ή όχι στη "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε.", μία αξίωση της "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ" από οποιαδήποτε αιτία, πρέπει προηγουμένως να ερευνηθεί εάν η εν λόγω αξίωση εμπίπτει ή όχι στην εξαίρεση της παραγράφου 2. Όπως προκύπτει από την παραπάνω απόφαση της ΤτΕ, μεταξύ των μη μεταβιβαζόμενων στοιχείων συγκαταλέγονται αφενός μεν "οι έννομες σχέσεις της "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ" με τρίτους που πηγάζουν ή σχετίζονται με συμβάσεις εργασίας που έχει καταρτίσει η "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ", περιλαμβανομένων των προκαταβολών μισθών (2 περ.

α), αφετέρου δε "Όλες οι αξιώσεις και υποχρεώσεις της "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ" έναντι τρίτων, περιλαμβανομένων και των υπαλλήλων της "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ", για καταβολή αποζημίωσης από οποιαδήποτε (συμβατική ή εξωσυμβατική) αιτία, για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και για απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον συνδέονται με τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία" (2 περ.

ε). Επομένως, εφόσον πρόκειται για αξίωση συνδεόμενη με "μη μεταβιβαζόμενο στοιχείο" και τέτοιο αποτελεί, κατά τα ανωτέρω, και η έννομη σχέση, η οποία συνδέεται ή σχετίζεται με σύμβαση εργασίας, που είχε καταρτίσει η "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ", η αξίωση αυτή, ανεξαρτήτως αν αναφέρεται σε υφισταμένη ή λήξασα έννομη σχέση, δεν περιλαμβάνεται στα μεταβιβαζόμενα στη "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε." στοιχεία, δεδομένου ότι τα μεταβιβαζόμενα και τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία κρίνονται με βάση τις έννομες σχέσεις από τις οποίες πηγάζουν, χωρίς να τίθεται ως αναγκαία προϋπόθεση της μεταβιβάσεως ούτε το έγκυρο ή μη της συμβάσεως από την οποία πηγάζουν ούτε και αν αυτή εξακολουθεί ή έχει λήξει.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αρχικώς ενάγουσα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑSPIS ΒΑΝΚ ΑΤΕ", με την από 29-9-2009 αγωγή της, που κατάθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (αριθ. καταθ. 9713/2009), εκθέτει ότι μεταξύ της ιδίας και του εναγομένου, που διατελούσε ήδη κατά τον χρόνο εκείνο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας, καταρτίστηκε το από 5-6-2001

"ιδιωτικό συμφωνητικό συμβάσεως εργασίας", κατόπιν άδειας της γενικής συνέλευσης της 1.6.2001 κατά το άρθρο 23α του ν.2190/1920. Ότι με τη σύμβαση. η οποία χαρακτηρίζεται από τα μέρη ως "σύμβαση εξαρτημένης εργασίας" ο εναγόμενος ανέλαβε την καθημερινή διοίκηση και διεύθυνση εργασιών της τράπεζας, την οποία εκπροσωπούσε και γενικά (ανέλαβε) να διοικεί την τράπεζα σύμφωνα με τις αρμοδιότητες και τις ευθύνες που έχουν καθοριστεί από το διοικητικό συμβούλιο και τη γενική συνέλευση της τράπεζας.

Ότι, στην πράξη, όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα πρακτικά του δ.σ. της τράπεζας, ανατέθηκε στον εναγόμενο η διοίκηση και διαχείριση της τράπεζας, καθώς και η άσκηση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του δ.σ., χωρίς κανένα περιορισμό, με την εξουσία να ενεργεί μόνος του και να δεσμεύει την τράπεζα με μόνη την υπογραφή του.

Ότι με βάση τη σύμβαση οι ετήσιες μικτές αποδοχές του, ορίστηκαν στο ποσό των 150.000.000 δραχμών για την περίοδο από έως 31.5.2002, επιπλέον έλαβε κατά το έτος 2002 το ποσό των 54.400.000 δραχμών (159.647 ευρώ) ω αμοιβή πρόσληψης, ενώ του διατέθηκε από την τράπεζα πολυτελές αυτοκίνητο μετά οδηγού, καλύπτοντας τις δαπάνες αυτού, καθώς και τις δαπάνες ταξιδιού, κινητού κλπ.

Ότι, επιπλέον, κατά τη σύμβαση, ο εναγόμενος θα λαμβάνει αμοιβή (bonus) ύψους ίσο με 5% επί του υψηλότερου εκ των ακολούθων δύο μεγεθών α) των προ φόρων κερδών και αποσβέσεων της τράπεζας, όπως αυτά προκύπτουν από τις ετήσιες εγκεκριμένες οικονομικές καταστάσεις της τράπεζας ή β) των προ φόρων κερδών και αποσβέσεων του ενοποιημένου ισολογισμού της τράπεζας, όπως αυτά προκύπτουν από τις ετήσιες εγκεκριμένες ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της τράπεζας.

Ότι κατά τα επτά έτη που διετέλεσε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας, έλαβε ως αποδοχές και επιπλέον αμοιβές (bonus) το συνολικό ποσό των 9.157.465,14 ευρώ, δηλαδή αναλογικά κατά έτος το ποσό των 1.308.209,306 ευρώ. Ότι όσον αφορά τις απορρέουσες από τη σύμβαση αμοιβές του εναγομένου αυτές, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά, εγκρίνονταν σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ.2 του ν.2190/1920 από την εκάστοτε τακτική γενική συνέλευση, η οποία προέκρινε, σύμφωνα με το άρθρο 23α του ίδιου ανωτέρω νόμου την αμοιβή του εναγομένου για την χρήση του έτους κατά το οποίο λάμβανε χώρα η σχετική τακτική γενική συνέλευση.

Ότι, εντούτοις, κατά τις πέντε τελευταίες τακτικές γενικές συνελεύσεις που αφορούν στις χρήσεις των ετών 2004 (καταβληθέντα 1.028.410,07 ευρώ), 2005 (καταβληθέντα 1.628.295,52 ευρώ), 2006 (καταβληθέντα 1.796.903,14 ευρώ), 2007 (καταβληθέντα 1.735.597,52 ευρώ) και 2008 (καταβληθέντα 221.835,88 ευρώ), δεν υπήρξε καμία απολύτως έγκριση των αμοιβών.

Ότι η ανωτέρω σύμβαση τροποποιήθηκε αρχικά με την από 8-11-2002 πράξη τροποποίησης με την οποία σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης είτε από τον διευθύνοντα σύμβουλο είτε από τη τράπεζα ή την περίπτωση ανάκλησης/αντικατάστασης του διευθύνοντα συμβούλου από τη θέση του ως μέλος του δ.σ. της τράπεζας να δικαιούται αυτός αποζημίωση ίση με την τρέχουσα μικτή αμοιβή των τριών ετών συμπεριλαμβανομένου του εκάστοτε ετήσιου bonus.

Ότι, επίσης, στην ίδια γενική συνέλευση αποφασίστηκε να ενταχθεί ο εναγόμενος σε συνταξιοδοτικό πρόγραμμα με αναγνώριση 25ετούς προϋπηρεσίας και καταβολής σ' αυτόν του ποσού του προγράμματος συνταξιοδότησης, όποτε αυτός παύσει να παρέχει τις υπηρεσίες του στην τράπεζα υπό οποιαδήποτε -ιδιότητα και για οποιονδήποτε λόγο, ενώ περαιτέρω η τακτική γενική συνέλευση της 22-4-2003 ενέκρινε τη δεύτερη τροποποίηση της σύμβασης ώστε η τράπεζα να αναλάβει να καταβάλει στον εναγόμενο το ποσό που θα δικαιούταν να λάβει από την ασφαλιστική εταιρεία.

Ότι στην από 18-3-2008 έκθεση πληροφόρησης προς τη τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της τράπεζας, που φέρει την υπογραφή μόνο του ίδιου του εναγόμενου αναφέρεται ότι υφίστανται συμφωνίες για την καταβολή συγκεκριμένων αποζημιώσεων στον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο, στους γενικούς διευθυντές, καθώς και σε ορισμένα στελέχη της τράπεζας σε περίπτωση λύσης της (αντίστοιχης) σύμβασης χωρίς βάσιμο λόγο.

Ότι κατά τη συνεδρίαση της 19-5-2008 του δ.σ. της τράπεζας, ο εναγόμενος ενημέρωσε τα λοιπά μέλη του δ.σ. σχετικά με την απόφασή του να παραιτηθεί των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων του και στις 5.6.2008 υπογράφηκε ιδιωτικό συμφωνητικό (συμφωνία λύσης της σύμβασης) μεταξύ της τράπεζας και του εναγομένου που είχε ως αντικείμενο την αποζημίωση του εναγομένου και την ανεπιφύλακτη λύση της σύμβασης, χωρίς, εντούτοις, να έχει προηγηθεί καμία απολύτως ειδική έγκριση της συγκεκριμένης συμφωνίας από τη γενική συνέλευση, κατά το άρθρο 23α του ν.2190/1920.

Ότι την ημέρα της υπογραφής της σύμβασης (5.6.2008) καταβλήθηκε στον εναγόμενο αυθημερόν το σύνολο του ποσού που ανερχόταν καθαρά στο ποσό των 6.717.887 ευρώ και μετά φόρων σε 8.014.592 ευρώ και του μεταβιβάστηκε το πολυτελές αυτοκίνητο, ενώ, περαιτέρω, αναγνωρίστηκε ότι ο εναγόμενος δικαιούται να λάβει τα επόμενα έτη και το 5% των κερδών (του ομίλου ή της τράπεζας) των χρήσεων 2008 και 2009.

Ότι, τέλος, ο εναγόμενος επιδεικνύοντας αθέμιτη συμπεριφορά έναντι μετόχου, στις 6-6-2008 διαβίβασε στον εκπρόσωπο των πλειοψηφούντων μετόχων την ανωτέρω συμφωνία λύσης της σύμβασης ως σχέδιο προς έγκριση, καίτοι τούτο είχε υπογραφεί την προηγούμενη και ο εναγόμενος είχε ήδη εισπράξει τα ανωτέρω ποσά και αυτό ενώ επέκειτο η τακτική γενική συνέλευση, η οποία είχε ήδη συγκληθεί για τις 13.6.2008.

Περαιτέρω, εκθέτει ότι οι καταβληθείσες αμοιβές στον εναγόμενο κατά τα έτη 2004 έως και 2008, λόγω της δήθεν "σύμβασης εξαρτημένης εργασίας", χωρίς αυτός να προσφέρει ειδικές υπηρεσίες πέραν εκείνων που υποχρεούταν να προσφέρει λόγω της ιδιότητάς του ως προέδρου και διευθύνοντα συμβούλου της τράπεζας, παρανόμως καταβλήθηκαν, δεδομένου ότι ουδέποτε εγκρίθηκαν αυτές δια ειδικής απόφασης της τακτικής γενικής συνέλευσης, κατά το άρθρο 24 παρ.2 του ν.2190/1920 και έχει κατά του εναγόμενου η ίδια (ενάγουσα) αξίωση επιστροφής των καταβληθέντων τόσο με τις διατάξεις της ενδοσυμβατικής ευθύνης, αφού ο εναγόμενος είχε συμβατική υποχρέωση να αποτρέπει τέτοιου είδους ζημιογόνα για την τράπεζα περιστατικά, όσο και με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, καθόσον ο τρόπος διαχείρισης των εταιρικών υποθέσεων θέτει θέμα ευθύνης του εναγομένου ως μέλους του δ.σ., καθότι επέτρεπε τις καταβολές των ως άνω υπέρογκων αμοιβών στον εαυτό του μολονότι γνώριζε σαφώς το παράνομο αυτών, προκαλώντας ως εκ τούτου με την παράνομη συμπεριφορά του ζημία στην τράπεζα, καθώς επίσης, επικουρικά, και με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεδομένου ότι ο εναγόμενος πλούτισε άμεσα λόγω των ανωτέρω καταβολών από την περιουσία και επί ζημία της τράπεζας αναμφισβήτητα αδικαιολόγητα.

Επίσης, εκθέτει ότι η συμφωνία λύσης της σύμβασης, μολονότι περιείχε ρητές παραιτήσεις της τράπεζας από δικαιώματά της και αποσκοπούσε στο να ρυθμίσει κατά τρόπο οριστικό ζητήματα αμφισβητούμενα, όπως το ακριβές ύψος της τυχόν οφειλόμενης προς τον εναγόμενο αποζημίωσης, δεν έτυχε τη απαιτούμενης ειδικής έγκρισης της γενικής συνέλευσης των μετόχων, κατά το άρθρο 23α του ν.2190/1920 ούτε και εγκρίθηκε εκ των υστέρων, με συνέπεια να είναι άκυρη και να μην παράγει καμία έννομη συνέπεια και, ακολούθως, η καταβληθείσα αποζημίωση παρανόμως καταβλήθηκε στον εναγόμενο (λόγω αφενός ακυρότητας της συμφωνίας λύσης της σύμβασης και αφετέρου έλλειψης έγκρισης της καταβολής αυτής (αποζημίωσης) κατά τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ.2 του ν.2190/1920), με αποτέλεσμα να έχει αυτή (ενάγουσα) αξίωση επιστροφής τόσο κατά τις διατάξεις της ενδοσυμβατικής ευθύνης, όσο και αυτών περί αδικοπρακτικής ευθύνης, καθώς, επίσης, επικουρικά και με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, όπως ειδικότερα ανωτέρω αναφέρεται.

Τέλος, εκθέτει ότι η ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί σημαντικότατη περιουσιακή ζημία και να τρωθεί καίρια η εμπιστοσύνη των μετόχων της προς αυτήν ως εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αθηνών εταιρείας και έπληξε επιπροσθέτως και την άριστη επαγγελματική φήμη και πίστη και έναντι των πελατών της σε σχέση με την χρηστή διαχείριση της εταιρικής περιουσίας.

Κατόπιν των ανωτέρω, ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού της αιτήματος σε αναγνωριστικό α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 5.6.2008 συμφωνίας λύσης της σύμβασης μεταξύ αυτής και του εναγομένου, β) να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται ο εναγόμενος να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 16.425.598,13 ευρώ αποτελούμενο από 6.411.006,13 ευρώ για επιστρεπτέες αμοιβές και bonus, 8.014.592 ευρώ για επιστρεπτέα αποζημίωση και 2.000.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, άλλως, επικουρικά, με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται ο εναγόμενος να της καταβάλει στο ποσό των 14.425.598,13 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, γ) να αναγνωριστεί ότι η ίδια δεν υποχρεούται να καταβάλει στον εναγόμενο το 5% επί του υψηλότερου εκ των δύο μεγεθών και εδικά 1) των προ φόρων κερδών και αποσβέσεων της τράπεζας, όπως αυτά προκύπτουν από τις ετήσιες εγκεκριμένες οικονομικέ καταστάσεις της τράπεζας για τις χρήσεις 2008 και 2009, αντιστοίχως ή 2) των προ φόρων κερδών και αποσβέσεων του ενοποιημένου ισολογισμού της τράπεζας, όπως αυτά προκύπτουν από τις ετήσιες εγκεκριμένες ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της τράπεζας για τις χρήσεις 2008 και 2009 αλλά ούτε και προσαυξήσεις των άνω ποσών για φόρους και δ) να καταδικαστεί ο εναγόμενος στη δικαστική της δαπάνη.".

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στην ενώπιον του οποίου συζήτηση παρέστη η αναιρεσείουσα, ως καθολική διάδοχος, της εταιρείας "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε.", ειδικής διαδόχου, όπως ισχυρίστηκε, της υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ", ειδικής διαδόχου της αρχικής ενάγουσας, με την .../2016 απόφασή του, έκρινε ότι, η αναιρεσείουσα-ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να ενεργήσει στο όνομά της και για λογαριασμό της οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη που σχετίζεται με τη διεξαγωγή και πρόοδο της εκκρεμούς δίκης, μόνη δε που νομιμοποιείται να συνεχίσει τη δίκη είναι η εταιρεία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" και ακολούθως απέρριψε την αγωγή.

Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα-ενάγουσα, κατά της απόφασης αυτής, άσκησε την από 2-10-2018 έφεσή της με τους από 18-2-2019 πρόσθετους λόγους αυτής, την οποία (και οποίους) το Εφετείο, αντικαθιστώντας εν μέρει την αιτιολογία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επικυρώνοντας κατά τα λοιπά την απόφαση αυτού, απέρριψε ως αβάσιμη (αβάσιμους) κατ' ουσία, δεχόμενο με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, με την .../17.12.2011 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ 2856/17.12.2011, τεύχος Β') αποφασίστηκε η ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως είχε μετονομαστεί η αρχική ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑSΡΙS ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΦΕΚ Β 5635/22.6.2010), η θέση της σε ειδική εκκαθάριση και ο διορισμός ειδικού εκκαθαριστή.

Ταυτόχρονα, εκδόθηκε και η 5549/17.12.2011 απόφαση της ίδιας ανωτέρω Επιτροπής, με την οποία δόθηκε στον ειδικό εκκαθαριστή του προαναφερόμενου πιστωτικού ιδρύματος, η εντολή της παραχρήμα μεταβίβασης των αναφερόμενων στο παράρτημά της περιουσιακών στοιχείων του πιστωτικού ιδρύματος στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε.", δηλαδή όλων των συμβατικών σχέσεων με τρίτους και του συνόλου του ενεργητικού και παθητικού (δικαιώματα, αξιώσεις, υποχρεώσεις και βάρη κάθε είδους), εκτός από τις συμβατικές σχέσεις και τα στοιχεία που δε μεταβιβάζονται.

Παράλληλα ορίστηκαν και τα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάζονται στο "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ". Στις συμβατικές σχέσεις που μεταβιβάζονται είναι και οι αναφερόμενες στο παράρτημα αριθμός 1 στοιχείο ιη', καθόσον αυτές δε συνδέονται με περιουσιακά στοιχεία που δε μεταβιβάζονται. Στη συνέχεια με την 2124/Β95/18.1.2013 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 74/18.1.2013 τεύχος Β) συστάθηκε στις 18.1.2013 η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", η οποία έλαβε αυθημερόν άδεια λειτουργίας ως μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα κατ' άρθρο 63Ε του ν.3601/2007, με την 7/2/18.1.2013 απόφαση της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ 76/18.1.2013 τεύχος Β), ενώ την ίδια ως άνω ημερομηνία τέθηκε υπό εκκαθάριση η "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΔΑΑΔΟΣ ΑΤΕ", με την 7/3/18.1.2013 απόφαση της ίδιας ως άνω Επιτροπής και μεταβιβάσθηκαν στη "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" όλες οι συμβατικές σχέσεις της "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" με τρίτους, στις οποίες και υποκαταστάθηκε πλήρως η "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", καθώς και το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού (αξιώσεις, υποχρεώσεις και βάρη κάθε είδους), εκτός από όσες συμβατικές σχέσεις και στοιχεία περιγράφονται ρητώς στο κεφάλαιο 2, υπό στοιχεία (α) έως και (ιζ) του παραρτήματος 1 ως μη μεταβιβαζόμενα.

Στις συμβατικές σχέσεις που δεν μεταβιβάζονται στη "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε.", συμβαλλόμενη θα παραμένει η υπό εκκαθάριση "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" και τα στοιχεία που δεν μεταβιβάζονται παραμένουν στη δικαιοκτησία ή συνεχίζουν να τη βαρύνουν. Στην παράγραφο 2 του παραρτήματος της απόφασης αυτής ορίστηκαν τα περιουσιακά στοιχεία της ως άνω υπό εκκαθάριση εταιρείας, που δεν μεταβιβάζονται στο μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε." και άρα παραμένουν στην πιο πάνω υπό εκκαθάριση τράπεζα, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται, ως παρατίθενται στα εδάφια α' και ε', τα εξής:

α) οι έννομες σχέσεις της "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ" με τρίτους που πηγάζουν ή σχετίζονται με συμβάσεις εργασίας που έχει καταρτίσει η "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ" και ε) Όλες οι αξιώσεις και υποχρεώσεις της "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ" από οποιαδήποτε (συμβατική ή εξωσυμβατική) αιτία, για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και για απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον συνδέονται με τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία.

Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία διατηρούνται υπό τη δικαιοκτησία (ενεργητικό) της "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ" ή συνεχίζουν να βαρύνουν (παθητικό) την "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ". Τέλος, με την Κ2- 7651/27.12.2013 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, εγκρίθηκε η συγχώνευση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕUROΒΑΝΚ ΕRGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με την "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", με απορρόφηση του δεύτερου από την πρώτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 69 επ.

του ν.2190/1920, ειδικότερα δε του άρθρου 78 του ίδιου ως άνω νόμου σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν.2515/1997, όπως ισχύουν, τις από 30.9.2013, 15.10.2013 και 20.12.2013 αποφάσεις των Διοικητικών Συμβουλίων των άνω ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών και την .../20.12.2013 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Μαυρουδή.

Η εν λόγω εγκριτική απόφαση καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ με κωδικό αριθμό καταχώρησης ..., σχετική δε ανακοίνωση δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ..., τεύχος ΑΕ- ΕΠΕ και ΓΕΜΗ. Ακολούθως, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, όπως ανωτέρω λεπτομερώς αναφέρεται, συνάγεται ότι η αρχική ενάγουσα εγείρει αξιώσεις για καταβολή αποζημίωσης από συμβατική και εξωσυμβατική αιτία και, επικουρικά, για απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς και για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά του εναγομένου, με τον οποίο κατάρτισε την από 5.6.2001 σύμβαση εργασίας, και τις τροποποιητικές αυτής, δυνάμει της οποίας προσελήφθη προκειμένου να απασχοληθεί σε ανώτατη διευθυντική θέση και δη ως διευθύνων σύμβουλος αυτής, για το λόγο ότι αυτός (εναγόμενος) λάμβανε τις υπέρογκες αποδοχές των ετών 2004 έως και 2008, χωρίς αυτές να εγκριθούν από τις εκάστοτε τακτικές γενικές συνελεύσεις της τράπεζας, κατά παράβαση του άρθρου 23α του ν.2190/1920, καθώς επίσης, προέβη στη λύση της ανωτέρω σύμβασης και αυθημερόν έλαβε το σύνολο της αποζημίωσης, χωρίς να τύχει η ανωτέρω συμφωνία λύσης της σύμβασης της απαιτούμενης ειδικής έγκρισης της γενικής συνέλευσης, κατά το άρθρο 23α του ν.2190/1920 και επιπλέον χωρίς η καταβολή της αποζημίωσης να εγκριθεί με ειδική απόφαση της γενικής συνέλευσης κατά το άρθρο 24 παρ.2 του ν.2190/1920.

Με βάση το περιεχόμενο αυτό, οι ένδικες αξιώσεις συνδέονται με στοιχεία (ενεργητικό, παθητικό και έννομες σχέσεις από συμβάσεις) που δεν μεταβιβάστηκαν από την εταιρεία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΤΕ" στην εταιρεία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΤΕ", δεδομένου ότι πρόκειται για αξιώσεις που σχετίζονται, δηλαδή προκύπτουν εξ αφορμής της σύμβασης εργασίας και ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση, της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών, που η αρχική ενάγουσα έχει καταρτίσει με τον εναγόμενο.

Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας, σύμφωνα με τον οποίο εξαιρούνται της μεταβίβασης μόνο οι υφιστάμενες (και όχι ήδη λήξασες) κατά το χρόνο της μεταβίβασης (18.1.2013) έννομες σχέσεις και ως εκ τούτου στη συγκεκριμένη περίπτωση η έννομη σχέση που είχε ήδη λήξει υπάγεται στον γενικό κανόνα της περίπτωσης κστ' της εν λόγω Υπουργικής Απόφασης περί αξιώσεων από οποιαδήποτε αιτία και θεμελίωση και μεταβιβάστηκαν στο "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ" είναι απορριπτέος;, καθόσον με σαφήνεια προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη (περ.2α και ε του Παραρτήματος 1 της εν λόγω Υπουργικής Απόφασης) ότι δεν μεταβιβάζονται οι έννομες σχέσεις που σχετίζονται με συμβάσεις εργασίας που έχει καταρτίσει το "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ", καθώς και αξιώσεις από οποιαδήποτε αιτία, εφόσον συνδέονται με τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ υφιστάμενων και ήδη ληξασών έννομων σχέσεων, όπως διατείνεται η εκκαλούσα.

Επίσης και η επικαλούμενη διάταξη της παρ.1 κστ' του Παραρτήματος 1 της ανωτέρω Υπουργικής Απόφασης (2124Β.95), στην οποία επιχειρεί η εκκαλούσα να υπαγάγει και τις ένδικες αξιώσεις, ρητά αναφέρει στο δεύτερο εδάφιο αυτής ότι από τη μεταβίβαση εξαιρούνται αξιώσεις που συνδέονται με μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία, όπως συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση.

Συνεπώς, η εκκαλούσα, η οποία, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, κατέστη καθολική διάδοχος με απορρόφηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΤΕ", δεν νομιμοποιείται ενεργητικά προς επιδίωξη των ένδικων αξιώσεων και μόνη που νομιμοποιείται ενεργητικά είναι η εταιρεία με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΤΕ", η οποία και παραμένει συμβαλλόμενη, σύμφωνα και με την περ.2 του Παραρτήματος 1 της 2124/Β95 Υπουργικής Απόφασης και πρέπει, αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο, η αγωγή να απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης.".

Με την κρίση του αυτή το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της 2124/Β.95/18-1-2013 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών σε συνδυασμό με τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις του ν.3601/2007. Ειδικότερα με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων δέχθηκε ότι η επίδικη αξίωση, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, πηγάζει και σχετίζεται με την επικαλούμενη σύμβαση εργασίας, που είχε συναφθεί μεταξύ του εναγομένου και της αρχικώς ενάγουσας, η εν λόγω δε έννομη σχέση περιλαμβάνεται στις συμβατικές σχέσεις που δεν μεταβιβάσθηκαν από το "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΤΕ" προς την εταιρεία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΤΕ" και από το τελευταίο προς την ήδη αναιρεσείουσα.

Πράγματι, η έννομη αυτή σχέση περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα ως μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία στο Παράρτημα 1 παρ. 2 περ. α και ε της ανωτέρω υπουργικής αποφάσεως, δεδομένου ότι οι αναφερόμενες εκεί έννομες σχέσεις με τρίτους, που πηγάζουν ή σχετίζονται με συμβάσεις εργασίας καθώς και όλες οι αξιώσεις και υποχρεώσεις της "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ" έναντι τρίτων, περιλαμβανομένων και των υπαλλήλων της, για καταβολή αποζημίωσης από οποιαδήποτε (συμβατική ή εξωσυμβατική) αιτία, για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και για απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεν μεταβιβάζονται εφόσον συνδέονται με τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία.

Περαιτέρω, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να δεχθεί ότι η επίδικη ( ενδοσυμβατική, εξ αδικοπραξίας και αδικαιολογήτου πλουτισμού) αξίωση της αρχικώς ενάγουσας έναντι του εναγομένου δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των εννόμων σχέσεων και περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν στην ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ με την από 7/3/18-1-2013 απόφαση της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος και ότι μετά ταύτα η αναιρεσείουσα υπεισελθούσα ως καθολική διάδοχος στη θέση της, δεν νομιμοποιείται εφεξής στις εκκρεμείς δίκες όπως η παρούσα ενεργητικά, (ως εκκαλούσα) στη θέση της αρχικής ως άνω ενάγουσας, αλλά η μόνη που νομιμοποιείται ενεργητικά είναι η εταιρεία με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΤΕ", ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, ο δε μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμος.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 Κ.ΠολΔ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-11-2019 αίτηση για αναίρεση της 3964/2019 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ