Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding inadmissible arguments and contradictory reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple parties against a first-instance judgment regarding property rights. The appellants argued for a twenty-year period of ownership and specific factual findings, but the court ruled these points were irrelevant to the core issue of the disputed property's title. Consequently, the court found the appeal inadmissible because it challenged uncontrollable factual assessments and relied on arguments not properly raised in the original proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 189 para. 1, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it challenges uncontrollable factual assessments or relies on arguments not properly raised in the original proceedings, as such challenges do not constitute a valid ground for review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1581 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1581/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Κανέλλα Τζαβέλλα-Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Κ. συζ. Σ. Α., το γένος Ν. και Μ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελευθερία Τσίτα και κατέθεσε προτάσεις, 4) Ι. Κ. του Ν. και της Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 5) Ε. Κ. του Ν. και της Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελευθερία Τσίτα και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια δικηγόρος της 3ης και του 5ου εκ των ως άνω αναιρεσειόντων, Ελευθερία Τσίτα, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι: α) ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσείων απεβίωσε στις 30-1-2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Χερσονήσου Ηρακλείου, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού Α. ή Α. Κ. του Δ. και της Ε., κάτοικος ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις, β) ο υπό στοιχείο 4 αναιρεσείων απεβίωσε στις 8-11-2017 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Χερσονήσου Ηρακλείου, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού Ν. Κ. του Ι. και της Α., κάτοικος ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις, γ) ο υπό στοιχείο 2 αναιρεσείων απεβίωσε στις 19-11-2016 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Αγίων Αναργύρων - Καματερού, δηλαδή πριν από την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) … 12) …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χαρίκλεια Πλευράκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χερσονήσου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2010 μη οριστική, 923/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 600/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-9-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 19-9-2017 (έκθ. καταθ. 331/2017) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 600/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 18-10-2013 έφεση, οι από 22-1-2015 πρόσθετοι λόγοι έφεσης και οι από 19-8-2015 συμπληρωματικοί λόγοι έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό 923/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, που εκδόθηκε επί της από 22-6-2004 αγωγής των αναιρεσειόντων και της από 9-12-2005 ανταγωγής των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε αυτές. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 62 εδ. α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρ. 35 ΑΚ), ως διαδικαστική προϋπόθεση δε εξετάζεται κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδαφ. δ ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να ασκηθεί από τους κληρονόμους του (ΑΠ 492/2019, ΑΠ 796/2018, ΑΠ 487/2013).
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου, ο οποίος είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης και τούτο ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο με ελεύθερη απόδειξη, με βάση τα στοιχεία της δικογραφίας (ΑΠ 2158/2014, ΑΠ 199/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της οικείας υπ' αριθμ. .../2016 ληξιαρχικής πράξης της Ληξιάρχου του Δήμου Αγίων Αναργύρων - Καματερού ο φερόμενος στην υπό κρίση αίτηση ως δεύτερος αναιρεσείων, Σ. Κ. του Ν., απεβίωσε στις 19-11-2016, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (25-9-2017).
Συνεπώς, σύμφωνα με τα αναπτυσσόμενα στη νομική σκέψη, ως προς αυτόν η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, κατά την σημερινή δικάσιμο η δικηγόρος Αθηνών Ελευθερία Τσίτα, γνωστοποίησε τον θάνατο, (α) του πρώτου αναιρεσείοντος, Δ. Κ. του Ν., που έλαβε χώρα στις 30-1-2020, όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα σε ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο με αριθμό 9-1-2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Χερσονήσου Ηρακλείου και (β) του τέταρτου αναιρεσείοντος, Ι.
Κ. του Ν., που συνέβη στις 8-11-2017, όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα σε ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο με αριθμό .../2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Χερσονήσου Ηρακλείου, δήλωσε ότι επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης και ότι συνεχίζουν τη δίκη, για μεν τον πρώτο αναιρεσείοντα η εκ διαθήκης κληρονόμος του, Α.
ή Α. Κ. του Δ. και της Ε., η οποία αποδέχθηκε την κληρονομία του (βλ. το με αριθ. πρωτ. .../2021 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου), για δε τον τέταρτο αναιρεσείοντα η εκ διαθήκης κληρονόμος του, Ν. Κ. του Ι. και της Α., η οποία αποδέχθηκε την κληρονομία του (βλ. το με αριθ. πρωτ. 6682/2021 πιστοποιητικό μη αποποίησης κληρονομίας του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου).
Κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).
Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών και, σε περίπτωση που η αιτίαση αφορά ανεπάρκεια αιτιολογίας, να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 77/2020, ΑΠ 1088/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 69/2016).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, όπως εκτίθεται στο αναιρετήριο, το Εφετείο διέλαβε "αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, εκείνο της αδιάλειπτης άσκησης νομής διανοία συγκυρίων για χρονικό διάστημα άνω της εικοσαετίας στα πρόσωπα των αναιρεσιβλήτων και των φερομένων δικαιοπαρόχων τους μέχρι την άσκηση της αγωγής" (πρώτος λόγος) και "ως προς το έτερο ουσιώδες ζήτημα για το εάν το επίδικο ακίνητο περιέχεται στους τίτλους κτήσης των προκατόχων των εναγόντων ή των προκατόχων των εναγομένων" (δεύτερος λόγος).
Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτοι ως αόριστοι, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη ουσιαστική διάταξη (ο κανόνας δικαίου), που παραβιάστηκε με τις επικαλούμενες αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή του έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση, επιπλέον δε όσον αφορά την αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι δεν αναφέρει ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να διαλαμβάνει η προσβαλλομένη απόφαση.
Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι τα ανωτέρω (ήτοι, η άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο με διάνοια συγκυρίων από τους αναιρεσίβλητους και τους φερόμενους δικαιοπαρόχους τους για χρονικό διάστημα άνω της εικοσαετίας μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, καθώς και το εάν το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης των εναγόντων ή των εναγομένων), δεν αποτελούν ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε ήταν αναγκαία για να στηρίξουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά αποτελούν επιχειρήματα του δικαστηρίου, που προέκυψαν από την ανέλεγκτη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και συγκεκριμένα από παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που αναφέρθηκαν διηγηματικά και δεν δημιουργούν δεδικασμένο, καθόσον εκφεύγουν του διαγνωστικού αντικειμένου της δίκης, περί αναγνώρισης του δικαιώματος συγκυριότητας των αναιρεσειόντων επί του επίδικου ακινήτου που θεμελιώνεται (μόνο) σε έκτακτη χρησικτησία, οι επί του οποίου ουσιώδους ζητήματος παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (ήτοι, "ότι οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες δεν απέδειξαν ότι οι ίδιοι από το έτος 1965 που ισχυρίζονται ότι τους δωρήθηκε άτυπα από τη μητέρα τους, αλλά και η δικαιοπάροχος μητέρα τους Μ.
Κ. - Κ., οι δικαιοπάροχοι της άνω δικαιοπαρόχου τους, αδελφός της και γιαγιά τους Α. χήρα Σ. Κ. άσκησαν πράξεις νομής στο επίδικο..." δεν πλήττονται με τους λόγους της αναίρεσης. Με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες και έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία ουδόλως προτάθηκαν στο πλαίσιο της αγωγής τους ως προς το ζήτημα της έκτασης και των ορίων του επιδίκου και συνακόλουθα ως προς το ζήτημα της ταύτισης του επιδίκου με τις ιδιοκτησίες των διαδίκων αμφοτέρων των πλευρών.
Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από την αοριστία του, καθόσον δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, τον οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη, παρότι δεν προτάθηκε, είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα θεμελίωσής του στους αριθμούς 5 και 6 του 560 ΚΠολΔ, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό αίτημά τους, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσαν (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την από 19-9-2017 (έκθ. κατάθ. 331/2017) αίτηση ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα Σ. Κ. του Ν..
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-9-2017 (έκθ. κατάθ. 331/2017) αίτηση για αναίρεση της 600/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ