Appeal dismissed for inadmissibility due to failure to state specific grounds for appeal as required by law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the appellant failed to state specific grounds for the appeal in the written request. Although the appellant cited general legal articles regarding procedural errors and lack of reasoning, the court found these references insufficient without detailing the specific facts underlying each alleged defect. Consequently, the appeal was rejected under the principle that vague or unsubstantiated grounds do not meet the statutory requirements for admissibility.
Legislator headnote
AI generatedArticles 148-153, 473, 474, 476, 509, 510, 512 of the Code of Civil and Administrative Procedure; An appeal is inadmissible if it fails to state at least one specific and determined ground for appeal, and mere citation of legal provisions without factual substantiation is insufficient.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1581 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1581/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 17 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Δημητριάδου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου K. ή K. A. S.του A. ή A., κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Βασιλική Σκαρτσούνη, η οποία ορίστηκε δικηγόρος του με την υπ' αριθμ. 202/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 196/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5.3.2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 723/2019.
Αφού άκουσε
Την Εισαγγελέα η οποία πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και την ορισθείσα με πράξη δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473, 474 παρ.2, 476 παρ.1 509 παρ.1 και 510 ΚΠΔ του προϊσχύσαντος Κ.Π.Δ. σε συνδ. Με το άρθρο 590 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται.
Αν δεν περιέχονται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως , η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 512 παρ.1). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί.
Ούτε επιτρέπεται η συμπλήρωση αόριστου λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτείται α) αν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καμία αιτιολογία, ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο ή τα κεφάλαια που πλήττει η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία που δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, (απαιτείται) να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι συνίσταται η προβαλλομένη έλλειψη, ασάφεια ή αντίφαση αιτιολογίας , ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο ή τα κεφάλαια της απόφασης που πλήττονται ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.
ΑΠ 2/2002, ΑΠ 798/2017, ΑΠ 453/2019).Επίσης για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 στοιχ. Ε ΚΠΔ, της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, απαιτείται να προσδιορίζονται στην αίτηση αναίρεσης η ουσιαστική ποινική διάταξη που παραβιάστηκε, η μορφή της παραβίασής της εάν δηλαδή έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής, η έννοια που δόθηκε σ' αυτήν από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν κατά την γενομένη υπαγωγή τους σ' αυτή, να προσδιορίζεται δηλαδή συγκεκριμένα η νομική πλημμέλεια που προσάπτεται στην απόφαση (ΑΠ 363/2017).
Από την ως άνω αξίωση του νόμου να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως , δεν εξαιρούνται οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Β' για απόλυτη και σχετική ακυρότητα της διαδικασίας αντίστοιχα ( άρθρα 171 παρ.1 και 170 παρ.2 ΚΠΔ), οι οποίοι ιδρύονται όταν δεν προσδιορίζεται στην πρώτη περίπτωση από ποια αιτία επήλθε απόλυτη ακυρότητα και συγκεκριμένα αν αυτή αφορά την τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν εκτός άλλων περιπτώσεων την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου καθώς και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος , οπότε θα πρέπει να προσδιορίζεται ειδικώς σε τι συνίσταται η παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και ποια διάταξη παραβιάστηκε (ΑΠ 476/2019) στη δε δεύτερη περίπτωση δεν προσδιορίζεται καν ο λόγος που επιφέρει τη σχετική ακυρότητα της ακροατηριακής διαδικασίας ήτοι έλλειψη ακρόασης ή απόρριψη παραδεκτώς προβαλλόμενου κατά τη συζήτηση αυτοτελούς ισχυρισμού (ΑΠ 61/2018, ΑΠ 1018/2015).
Οι επιβαλλόμενες ως άνω διατυπώσεις από τον Έλληνα νομοθέτη για το παραδεκτό της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, διασφαλίζουν την ασφάλεια δικαίου και την ορθή λειτουργία της Δικαιοσύνης και κατ' ουδέν παρεμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο, με συνακόλουθο αποτέλεσμα να μην παραβιάζεται το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 20 παρ.1 και 25 παρ.1 εδ.
β' του Συντάγματος. Και τούτο διότι το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο δεν είναι απόλυτο, αλλά υπόκειται σε περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού του ενδίκου μέσου, αφού απαιτείται από τη φύση του η ρύθμισή του από το κράτος, το οποίο έχει τη διακριτική ευχέρεια, αρκεί μόνον οι τιθέμενοι περιορισμοί και προϋποθέσεις να μην περιορίζουν την πρόσβαση του διαδίκου κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό ώστε το δικαίωμα της προσφυγής στο δικαστήριο να πλήττεται στον ίδιο τον πυρήνα του (Ολ ΑΠ 2/2008), πράγμα που δεν συμβαίνει με τους προαναφερθέντες περιορισμούς , οι οποίοι είναι σύμφωνοι προς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, εφόσον δικαιολογούνται από την εύλογη σχέση αναλογικότητας, που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και των επιδιωκομένων σκοπών.
Εξάλλου από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι όλες οι προβλεπόμενες από αυτήν περιπτώσεις απαραδέκτου του ένδικου μέσου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες από το νόμο διατυπώσεις για την άσκησή της (όταν, μεταξύ άλλων δεν περιλαμβάνεται σ' αυτήν τουλάχιστον ένας σαφής και ορισμένος λόγος ], η εκπρόθεσμη άσκηση της κλπ, εφόσον δεν τελούν μεταξύ τους σε σχέση επικουρικότητας , ισοτίμως επάγονται την ίδια έννομη συνέπεια , την απόρριψη δηλαδή του ένδικου μέσου , ως απαράδεκτου [ΟλΑΠ 6/2005].
Εν προκειμένω με την κρινόμενη από 5-3-2019 αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ'αριθμ.196/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου , με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό για την πράξη της παράνομης μεταφοράς στην Ελληνική Επικράτεια υπηκόων τρίτων χωρών μη δικαιουμένων εισόδου στο ελληνικό έδαφος από κοινού, από κερδοσκοπία και κατά συρροή από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος σε άνθρωπο, σε συνολική ποινή καθείρξεως 367 ετών και σε συνολική χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου ογδόντα χιλιάδων [1.080.000] ευρώ.
Στη συνταχθείσα προς τούτο ενώπιον της Διευθύντριας του Ειδικού Κέντρου Υγείας Κρατουμένων Κορυδαλλού με την με αριθμό πρωτ.20/5-3-2019 έκθεση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ζητά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς, όμως να αναφέρει σ' αυτήν οποιοδήποτε περιστατικό θεμελιωτικό των επικαλούμενων πλημμελειών αυτής, επισημαίνοντας απλώς, κατά πιστή μεταφορά ότι ασκεί αναίρεση για τους νόμιμους και βάσιμους λόγους και ειδικότερα α]για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο[άρθρο 171] ,β]για σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο [άρθρο 170 παρ.1]και δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 ΚΠΔ καθώς και για έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ.2,γ] για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δ] για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Με αυτό το περιεχόμενο οι λόγοι αναίρεσης, όπως έχουν διατυπωθεί, είναι αόριστοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στην οποία δεν περιέχεται ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως και κατά τη συζήτηση της οποίας ο αναιρεσείων εξέθεσε τις περί του αντιθέτου απόψεις του δια του αναφερομένου στην αρχή της παρούσας πληρεξουσίου δικηγόρου του [άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ], πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα [άρθρο 476 παρ.1,512 παρ.1 εδ.α'και 583 ΚΠΔ],
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-3-2019 [αριθμ.πρωτ.20/2019] αίτηση του K. ή K. A. ή S. του A. ή A., κρατούμενου στο Ειδικό Κέντρο Υγείας Κρατουμένων Κορυδαλλού, για αναίρεση της υπ'αριθμ.196/6-12-2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου .
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα [250] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ