Legislator Case Law & Legislation
1581/2018 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on service years calculation, remands case for recalculation of seniority and back pay.

Case Number 1581/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a lower court decision regarding the calculation of seniority for public employees. The appellant argued that the lower court failed to recognize the full duration of service, including time spent as a driver in privately owned vehicles, which would increase their back pay. The court found the lower court's calculation incomplete and remanded the case for a new determination of total seniority and back pay differences, while ordering the appellants to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 183 of the Code of Civil Procedure; The court must remand a case for retrial when the lower court fails to fully recognize service years including specific periods, necessitating a new calculation of seniority and corresponding back pay differences.

Keywords

AI generated
service years calculation back pay differences public employees seniority remand for retrial legal costs allocation privately owned vehicles Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 9 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 183 and 176 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1581 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1581/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Υπό εκκαθάριση Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Δημητρίου Νούσιου και Μιχαήλ Βακουφάρη, που ανακάλεσαν την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή τους, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 2.α) Ρ.-Π. Μ. του Μ., 2β) της ανήλικης Κ. Χ. του Ε., νομίμως εκπροσωπούμενης από τους γονείς της, Ε. Μ. του Δ. και Ε. Χ. του Ν., οι οποίοι ασκούν από κοινού την γονική της μέριμνα, 2γ) του ανήλικου Ν. Χ. του Ε., νομίμως εκπροσωπούμενου από τους γονείς του, Ε. Μ. του Δ. και Ε. Χ. του Ν., οι οποίοι ασκούν από κοινού την γονική του μέριμνα, κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Δ. Μ., σύμφωνα με την από 29-7-2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Δ.Ε.... και το ..346/29-7-2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του ..., επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης και συνέχιση από τους ανωτέρω, 3. Ι. Τ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανάσιου Μπουγιούκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.4) Ν. Θ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 2520/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2013/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-5-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης Αντιγόνη Καραΐσκου-Παλόγου, ανέγνωσε την από 30-12-2015 έκθεση του κωλυόμενου αρεοπαγίτη Γεώργιου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι με στοιχεία 1β,2,3β,4,5β,6γ και 7 λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την 9700 Γ'/21-10-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Θ. Ι., την οποία προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο (12-1-2016), κατά την οποία αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στον εκ των αναιρεσιβλήτων Ν.

Θ.. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε στη μετ` αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, δεδομένου ότι κατά τα άρθρα 226 παρ. 4 και 575 ΚΠολΔ η από το πινάκιο αναβολή επέχει θέση κλήτευσης για όλους τους διαδίκους. 2.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, (εκ των οποίων αναιρεσιβλήτων ο δεύτερος Δ. Μ. απεβίωσε κατά τη διάρκεια της δίκης και στη θέση του υπεισήλθαν ως καθολικοί διάδοχοι οι αντιστοίχως αναφερόμενοι από τους αναιρεσιβλήτους), με την ένδικη αγωγή τους ισχυριζόμενοι ότι ήσαν συνιδιοκτήτες και παράλληλα οδηγοί, μεταξύ άλλων και σε λεωφορεία ενταγμένα στο υπεραστικό ΚΤΕΛ Νομού Θεσσαλονίκης, και ότι στην συνέχεια, κατόπιν αιτήσεώς τους, εντάχθηκαν στον αναιρεσείοντα-εναγόμενο ΟΑΣΘ σε θέσεις οδηγών, ζήτησαν να συνυπολογιστεί ο χρόνος προϋπηρεσίας που διάνυσαν στο υπεραστικό ΚΤΕΛ του πιο πάνω νομού και να τους επιδικαστούν οι αντίστοιχες μισθολογικές διαφορές.

Επί της αγωγής τους αυτής εκδόθηκε η 2520/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης, η οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο ότι ορθά το εναγόμενο ΝΠΙΔ ΟΑΣΘ κατά την ένταξη των εναγόντων σ'αυτό, υπολόγισε για το χρόνο που οι ενάγοντες υπήρξαν ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων του υπεραστικού ΚΤΕΛ ως ανώτατο χρόνο προϋπηρεσίας τους εννέα έτη.

Κατά της αγωγής αυτής άσκησαν έφεση οι ενάγοντες και εκδόθηκε η προσβαλλομένη 2013/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης, η οποία δεχόμενη την έφεση εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επεδίκασε στους ενάγοντες μισθολογικές διαφορές. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε αναίρεση το εναγόμενο.

3. Από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 ν. 1876/1990, με την οποία ορίζεται ότι οι υπόλοιπες (πλην των εθνικών γενικών) συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεσμεύουν τους εργαζόμενους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 παρ. 2 του ίδιου νόμου, το οποίο ορίζει ότι με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος, προκύπτει ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας ισχύει μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την είχαν συνάψει.

Αν η συλλογική σύμβαση εργασίας επεκτάθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας η ισχύς της με βάση τη διοικητική αυτή κανονιστική πράξη επεκτείνεται και πέρα από τα πρόσωπα αυτά, πάντως όμως μέσα στο όρια της τοπικής της ισχύος, στους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύμβαση αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (Α.Π. 43/2017, ΑΠ 1409/2014).

Εξ άλλου κατά την παράγραφο 3 του τελευταίου άρθρου (11 ν. 1876/1990) η επέκταση ισχύει από την ημερομηνία της εκδόσεως της υπουργικής αποφάσεως(ΑΠ 1452/2017). Μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 1876/1990, μεταξύ των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που συνήφθησαν σχετικά με τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού κίνησης του Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης (ΟΑΣΘ), περιλαμβάνεται και η από 4-4-1990 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 13264/1990 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και ειδικότερα στο Κεφάλαιο Β' αυτής και με τον τίτλο "επιδόματα" περιέχεται διάταξη που ορίζει ότι "Στους οδηγούς αναγνωρίζεται ως προϋπηρεσία, ο χρόνος που διανύθηκε σε ιδιόκτητα ή συνιδιόκτητα λεωφορεία, ταξί, πούλμαν και φορτηγά μέχρι τρεις τριετίες" και ότι οι .....βασικοί μισθοί....

Προσαυξάνονται με :α) ποσοστό 10% για τον πρώτο χρόνο υπηρεσίας και β) ποσοστό 5% για κάθε τριετία και μέχρι 10 τριετιών, συνολικά της συνολικής προσαύξησης ανερχομένης σε 60%". Η διάταξη αυτή είναι εφαρμοστέα, σύμφωνα με τους όρους της μεταγενέστερης από 21-10-2002 ΣΣΕ για το προσωπικό κίνησης του πιο πάνω Οργανισμού, στο άρθρο 8 της οποίας ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι : "....2.

Όσες διατάξεις προηγουμένων ΕΣΣΕ που αφορούν τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της παρούσας δεν συμπληρώθηκαν, δεν τροποποιήθηκαν ή δεν καταργήθηκαν ισχύουν". Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδάφ. α` και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως 4. Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης έγιναν δεκτά μεταξύ άλλων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά για τον κάθε αναιρεσίβλητο-ενάγοντα:

Α) για τον ενάγοντα Κ. Κ., ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, ότι η ένταξή του στο προσωπικό του εναγομένου έγινε την 1-9-2003, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και με την 30120.8.2003 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού. Ότι το εναγόμενο κατά τον χρόνο της μεταφοράς του και της ένταξής του σε αυτό, υπολόγισε τον χρόνο προϋπηρεσίας του σε 21 έτη και 11 μήνες και ότι με βάση τον υπολογισμό αυτό τον Σεπτέμβριο του 2003 του κατέβαλε αποδοχές οι οποίες, σύμφωνα με την από 21.10.2002 ΣΣΕ του ΟΑΣΘ, αντιστοιχούσαν μόνο σε 21 χρόνια προϋπηρεσίας, ήτοι βασικό μισθό 455,67 ευρώ και χρονοεπίδομα 236,95 ευρώ(52%), ήτοι συνολικά 692,62 ευρώ.

Ότι ο ενάγων, όμως, όταν μεταφέρθηκε στο εναγόμενο, είχε συνολική πραγματική προϋπηρεσία ως εισπράκτορας και οδηγός, 34 έτη και 5 μήνες, την οποία το εναγόμενο όφειλε, να προσμετρήσει στο σύνολο της, τόσο για τη μισθολογική του ένταξη και εξέλιξη, όσο και για τη λήψη του χρονοεπιδόματος τριετιών. Ότι ειδικότερα, ο ενάγων, την 1-12-1967,προσλήφθηκε από το υπεραστικό ΚΤΕΛ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την ειδικότητα του εισπράκτορα.

Ότι εργάστηκε ως εισπράκτορας από την ημερομηνία πρόσληψής του και μέχρι 30-8-1970 και από 1-11-1972 μέχρι 30-11-1972. Ότι στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία και στη συνέχεια από την 1-6-1973 μέχρι την 31-8-1973,από την 1-11-1973 μέχρι την 31-8-1974 και από την 1-9-1974 μέχρι την 30-11-1977, εργάστηκε, με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως οδηγός Β' φυλακής σε λεωφορεία, που ήταν ενταγμένα στο υπεραστικό ΚΤΕΛ και ανήκαν κατά κυριότητα στους ιδιοκτήτες Γ.

Γ., Α. Γ., Γ. Α. και Ι. Γ.. Ότι από την 1.12.1977 μέχρι και την 5.5.1981 εργάστηκε, ως οδηγός, στο ιδιόκτητο, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, βυτιοφόρο μεταφοράς υγρών καυσίμων με αριθμό κυκλοφορίας …2 και εν συνεχεία, και από την 3.6.1981 μέχρι την 9.8.1985, οδηγούσε το ανήκον τότε σ' αυτόν, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, ΤΑΧΙ με αριθ.

κυκλοφορίας …08. Ότι την 26.3.1986 απέκτησε ποσοστό 37,50% της κυριότητας του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ..1 λεωφορείου που ήταν ενταγμένο στο υπεραστικό ΚΤΕΛ (το λεωφορείο αυτό αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με το υπ' αριθ. κυκλοφορίας …14 ΔΧ λεωφορείο).Ότι το υπόλοιπο ποσοστό 62,50 % εξ αδιαιρέτου της κυριότητας του λεωφορείου αυτού ανήκε στον Α.

Δ. και από την 26.3.1986 και μέχρι την 31.8.2003 εργάστηκε, με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ως οδηγός στα ενταγμένα στο ΚΤΕΛ λεωφορεία, ιδιοκτησίας μετόχων αυτού, συγκεκριμένα δε τα εξής: α) από την 23.3.1986 μέχρι και την 7.6.1988 ήταν οδηγός β' φυλακής στο υπ' αριθ. 38 λεωφορείο ιδιοκτησίας του Δ. Κ., το οποίο λεωφορείο στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το υπ' αριθ. ..48 λεωφορείο του ιδίου μετόχου, β) Την 8.6.1988 προσλήφθηκε ως οδηγός (αρχικά β' φυλακής και μετά την 1.2.1993 Α' Φυλακής), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, την οποία κατάρτισε με τον Α.

Δ., συνιδιοκτήτη του ανωτέρω ..61 λεωφορείου, που ήταν ενταγμένο στο άνω υπεραστικό ΚΤΕΛ. Ότι με την ιδιότητα του αυτή παρείχε έκτοτε και μέχρι την 29.8.2003 τις υπηρεσίες του σε αυτό και ότι το εναγόμενο αντί να προσμετρήσει για την μισθολογική του ένταξη και εξέλιξη σ' αυτό το συνολικό χρόνο της προϋπηρεσίας του, ήτοι 34 έτη και 5 μήνες και να του καταβάλλει, σύμφωνα με την από 21.10.2002 ΕΣΣΕ, το βασικό μισθό που αντιστοιχούσε στον άνω χρόνο υπηρεσίας του, καθώς και το χρονοεπίδομα τριετιών, το τελευταίο προσμέτρησε, ως χρόνο προϋπηρεσίας του μόνον 21 έτη και 11 μήνες και του κατέβαλε από τον Οκτώβριο του 2003 βασικό μισθό και χρονοεπιδόματα τριετιών, που υπολείπονται των δικαιούμενων, σύμφωνα με τις από 22-10-2002, 8-12-2004, 22-12-2006 και 7-11-2007 ΕΣΣΕ του Προσωπικού του ΟΑΣΘ.

Αυτό είχε, ως αποτέλεσμα να προκύψουν μισθολογικές διαφορές ύψους 11.225,89, όπως αυτές ειδικότερα εκτίθενται στους παρακάτω πίνακες: Ότι με βάση τις ανωτέρω νόμιμες αποδοχές προέκυψαν οι παρακάτω μισθολογικές διαφορές, τόσο επί του μηνιαίου μισθού, όσο και επί των επιδομάτων εορτών και αδείας του άνω ενάγοντος, για τα αντίστοιχα ως άνω χρονικά διαστήματα ως εξής:

Β) Για τον ενάγοντα Δ. Μ. : Ότι η ένταξή του στο προσωπικό του εναγομένου έγινε την 30.10.2003, σύμφωνα με τις διατάξεις που πιο πάνω αναφέρθηκαν και με τις υπ' αριθ. 32/1.9.2003 και 40/23.10.2003 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού. Ότι το εναγόμενο κατά το χρόνο της μεταφοράς και της ένταξης του σε αυτό, υπολόγισε τον χρόνο προϋπηρεσίας του σε 19 έτη και 6 μήνες.

Ότι με βάση τον παραπάνω τρόπο υπολογισμού, το εναγόμενο, τον Νοέμβριο του 2003, του κατέβαλε αποδοχές, οι οποίες, σύμφωνα με την από 21.10.2002 ΣΣΕ του ΟΑΣΘ, αντιστοιχούσαν μόνο σε 19 χρόνια και 6 μήνες προϋπηρεσίας, ήτοι βασικό μισθό 451 ευρώ και χρονοεπίδομα 212,42 ευρώ (47%), ήτοι συνολικά 663,42 ευρώ. Ότι ο ενάγων, όμως, όταν μεταφέρθηκε στο εναγόμενο, είχε συνολική πραγματική προϋπηρεσία, ως οδηγός, 34 έτη και 10 μήνες, την οποία το εναγόμενο όφειλε να προσμετρήσει στο σύνολο της, τόσο για τη μισθολογική του ένταξη και εξέλιξη, όσο και για τη λήψη του χρονοεπιδόματος τριετιών.

Ότι ειδικότερα ο ενάγων την 1.5.1970 προσλήφθηκε από τον ιδιοκτήτη του υπ' αριθ. ..07 ΔΧ λεωφορείου, που ήταν ενταγμένο στο υπεραστικό ΚΤΕΛ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού χρόνου αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί, ως οδηγός. Ότι εργάστηκε, ως οδηγός β' από την ημερομηνία πρόσληψης του και μέχρι την 30.6.1978.

Ότι την 1.7.1978 απέκτησε το υπ' αριθ. ..60 Κυκλοφορίας ΔΧ λεωφορείο, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, με συνιδιοκτήτες τον Π. Π. κατά ποσοστό 31,25% εξ αδιαιρέτου, τον Θ. Τ. κατά ποσοστό 31,25% και τον Γ. Β. κατά ποσοστό 12,50 % εξ αδιαιρέτου. Ότι από την 1.7.1978 μέχρι την ημερομηνία σύστασης της ΚΤΕΛ ΑΕ (29.8.2003), όταν και εισέφερε το άνω ποσοστό κυριότητας επί του άνω λεωφορείου, εργαζόταν ως οδηγός με εξαρτημένη σχέση εργασίας στο υπεραστικό ΚΤΕΛ, προσληφθείς από τους παραπάνω συνιδιοκτήτες του λεωφορείου του, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη.

Ότι στη συνέχεια, από την 29.8.2003 μέχρι την ημερομηνία μεταφοράς του στο εναγόμενο (30.10.2003) εργάστηκε ως οδηγός σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην ΚΤΕΛ ΑΕ και ότι αντί το εναγόμενο να προσμετρήσει την μισθολογική του ένταξη και εξέλιξη σ' αυτό το συνολικό χρόνο προϋπηρεσίας του, ήτοι 34 έτη και 10 μήνες και να του καταβάλλει, σύμφωνα με την από 21.10.2002 ΕΣΣΕ το βασικό μισθό που αντιστοιχούσε στον άνω χρόνο υπηρεσίας του καθώς και το χρονοεπίδομα τριετιών, το τελευταίο προσμέτρησε ως χρόνο προϋπηρεσίας του μόνο 19 έτη και 6 μήνες και του κατέβαλλε βασικό μισθό και χρονοεπιδόματα τριετιών, που υπολείπονται των δικαιουμένων, σύμφωνα με τις από 22-10-2002, 8-12-2004 και 22-12-2006 ΕΣΣΕ του Προσωπικού του ΟΑΣΘ.

Ότι αυτό είχε, ως αποτέλεσμα να προκύψουν μισθολογικές διαφορές ύψους 8.629,37 ευρώ όπως αυτές ειδικότερα εκτίθενται στους παρακάτω πίνακες: Ότι με βάση τις ανωτέρω νόμιμες αποδοχές προέκυψαν οι παρακάτω μισθολογικές διαφορές, τόσο επί του μηνιαίου μισθού, όσο και επί των επιδομάτων εορτών και αδείας του άνω ενάγοντος, για τα αντίστοιχα ως άνω χρονικά διαστήματα ως εξής:

Γ) Για τον ενάγοντα Ι. Τ.: Ότι η ένταξή του στο προσωπικό του εναγόμενου έγινε την 30.10.2003, σύμφωνα με τις διατάξεις που πιο πάνω αναφέρθηκαν και με τις υπ' αριθ. 32/1.9.2003 και 40/23.10.2003 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού. Ότι το εναγόμενο κατά το χρόνο της μεταφοράς και της ένταξής του σε αυτό, υπολόγισε τον χρόνο προϋπηρεσίας του σε 13 έτη και 4 μήνες.

Ότι με βάση τον παραπάνω τρόπο υπολογισμού, το εναγόμενο τον Νοέμβριο του 2003, του κατέβαλε αποδοχές, οι οποίες, σύμφωνα με την από 21.10.2002 ΣΣΕ του ΟΑΣΘ, αντιστοιχούσαν μόνο σε 13 χρόνια και 4 μήνες προϋπηρεσίας, ήτοι βασικό μισθό 442,71 ευρώ και χρονοεπίδομα 163,80 ευρώ (37%), ήτοι συνολικά 606,51 ευρώ. Ότι αυτός, όμως, όταν μεταφέρθηκε στο εναγόμενο, είχε συνολική πραγματική προϋπηρεσία, ως οδηγός, 18 έτη και 27 ημέρες, την οποία το εναγόμενο όφειλε να προσμετρήσει στο σύνολό της, τόσο για τη μισθολογική του ένταξη και εξέλιξη, όσο και για τη λήψη του χρονοεπιδόματος τριετιών.

Ότι ειδικότερα, ο ενάγων, την 1.8.1984, προσλήφθηκε από τον πατέρα του Δ. Τ., ιδιοκτήτη του υπ' αριθ. …07 ΔΧ λεωφορείου, που ήταν ενταγμένο στο υπεραστικό ΚΤΕΛ, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί, ως οδηγός, στο ανωτέρω λεωφορείο. Ότι πράγματι, αυτός εργάστηκε, ως οδηγός β' φυλακής από την ημερομηνία πρόσληψής του και μέχρι την 25.8.1986 και ως τακτικός οδηγός α' από 26.8.1986 μέχρι την 30.9.1990.

Ότι τον Σεπτέμβριο του 1990 απέκτησε, κατά ποσοστό 26% εξ αδιαιρέτου, το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ..35 ΔΧ λεωφορείο, που ήταν ενταγμένο στο υπεραστικό ΚΤΕΛ και την 1.10.1990 προσλήφθηκε, ως οδηγός του άνω κοινού λεωφορείου, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που κατάρτισε με τους συνιδιοκτήτες Ε. Μ., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου και τον Σ.

Τ. κατά ποσοστό 24 % εξ αδιαιρέτου. Ότι από 1.10.1990 μέχρι την ημερομηνία ίδρυσης της ΚΤΕΛ ΑΕ (29.8.2003),που εισέφερε το ποσοστό του 26 % επί της κυριότητας του παραπάνω λεωφορείου σε αυτήν, εργάστηκε, ως μισθωτός τακτικός οδηγός στο ανωτέρω λεωφορείο, με εξαρτημένη σχέση εργασίας, προσληφθείς από τους συνιδιοκτήτες του λεωφορείου του.

Ότι στη συνέχεια και δη από την 29.8.2003 μέχρι την 1.11.2003 που μεταφέρθηκε στο εναγόμενο, εργάστηκε, ως οδηγός στην ΚΤΕΛ ΑΕ, τελώντας με αυτή σε σχέση εξαρτημένης εργασίας. Ότι αντί το εναγόμενο να προσμετρήσει για την μισθολογική του ένταξη και εξέλιξη σ' αυτό το συνολικό χρόνο της προϋπηρεσίας του, ήτοι 18 έτη και 27 ημέρες και να του καταβάλλει, σύμφωνα με την από 21.10.2002 ΕΣΣΕ το βασικό μισθό που αντιστοιχούσε στον άνω χρόνο υπηρεσίας του, καθώς και το χρονοεπίδομα τριετιών, το τελευταίο προσμέτρησε, ως χρόνο προϋπηρεσίας του, μόνο 13 έτη και 4 μήνες και του κατέβαλε, από τον Νοέμβριο του 2003, βασικό μισθό και χρονοεπιδόματα τριετιών, που υπολείπονται των δικαιουμένων, σύμφωνα με τις από 22-10-2002, 8-12-2004, 22-12-2006 και 7-11-2007 ΕΣΣΕ του Προσωπικού του ΟΑΣΘ.

Ότι αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προκύψουν μισθολογικές διαφορές ύψους 6.531,53 ευρώ, όπως αυτές εκτίθενται στους παρακάτω πίνακες: Ότι με βάση τις ανωτέρω νόμιμες αποδοχές προέκυψαν οι παρακάτω μισθολογικές διαφορές, τόσο επί του μηνιαίου μισθού, όσο και επί των επιδομάτων εορτών και αδείας του άνω ενάγοντος, για τα αντίστοιχα ως άνω χρονικά διαστήματα ως εξής:

Δ) Για τον ενάγοντα Ν. Θ.: Ότι η ένταξή του στο προσωπικό του εναγομένου έγινε την 1-9-2003, σύμφωνα με τις διατάξεις που πιο πάνω αναφέρθηκαν και με την υπ' αριθ. 30/20.8.2003 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού. Ότι στο εναγόμενο εργάστηκε μέχρι την 1-1-2008, οπότε συνταξιοδοτήθηκε. Ότι το εναγόμενο υπολόγισε τον χρόνο προϋπηρεσίας του σε 11 έτη και 6 μήνες.

Ό τι με βάση τον παραπάνω τρόπο υπολογισμού, για τον Σεπτέμβριο του 2003, του κατέβαλε αποδοχές, οι οποίες, σύμφωνα με την από 21.10.2002 ΣΣΕ του ΟΑΣΘ, αντιστοιχούσαν μόνο σε 11 χρόνια και 6 μήνες προϋπηρεσίας, ήτοι βασικό μισθό 442,71 ευρώ και χρονοεπίδομα 163,80 ευρώ (37%), ήτοι συνολικά 606,51 ευρώ. Ότι ο ενάγων, όμως, όταν μεταφέρθηκε στο εναγόμενο, είχε συνολική πραγματική προϋπηρεσία, ως οδηγός, 21 έτη και 8 μήνες, την οποία το εναγόμενο όφειλε να προσμετρήσει στο σύνολό της, τόσο για τη μισθολογική του ένταξη και εξέλιξη, όσο και για τη λήψη του χρονοεπιδόματος τριετιών.

Ότι ειδικότερα, ο ενάγων εργάστηκε, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με το Υπεραστικό ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης, ως εισπράκτορας, από 1/4/1965 μέχρι 1/5/1965. Ότι ακολούθως, την 21-5-1965 πέθανε ο πατέρας του Μ. Θ. και το λεωφορείο κυριότητάς του, που ήταν ενταγμένο στο ΚΤΕΛ περιήλθε στους κληρονόμους του, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων ως εξής:

ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου της κυριότητας απέκτησε η μητέρα του Α. Θ., και το υπόλοιπο ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου απέκτησαν τα τέκνα Γ., Μ., Κ., Σ. και ο ενάγων, και δη 15% εξ αδιαιρέτου έκαστος από αυτούς. Ότι στη συνέχεια, ο ενάγων, την 31/3/1967 κατατάχθηκε στο στρατό και υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους και έξι (6) μηνών Ότι ακολούθως, από την 1.2.1969 μέχρι την 31.12.1976 εργάστηκε, ως οδηγός, του ως άνω λεωφορείου, προσληφθείς από τους συνιδιοκτήτες του Α., Σ., Μ., Γ.

και Κ. Θ.. Ότι την 31.12.1976 η μητέρα του, ο αδερφός του Μ. και η αδερφή του Κ. μεταβίβασαν τα ανήκοντα σε αυτούς ποσοστά κυριότητας του άνω λεωφορείου στον Γ., Σ. και στον ενάγοντα και έτσι ο καθένας από αυτούς απέκτησε ποσοστό 33,3% της κυριότητας του λεωφορείου συνιδιοκτησίας τους. Ότι την 31.12.1976 κατάρτισε με τους συνιδιοκτήτες του νέα προφορική σύμβαση εργασίας και συνέχισε μέχρι την 18.4.1988 να παρέχει τις υπηρεσίες του ανελλιπώς ως οδηγός στο λεωφορείο συνιδιοκτησίας τους (αριθμός κυκλοφορίας ..82).

Ότι τέλος την 18.4.1988 απέκτησε από τον Γ. Θ. ποσοστό 16,75% εξ αδιαιρέτου της κυριότητας του άνω λεωφορείου, και έτσι έγινε συγκύριος του λεωφορείου αυτού κατά ποσοστό 50%. Ότι το υπόλοιπο ποσοστό 50% το είχε ο αδερφός του Σ. Θ.. Ότι έκτοτε και μέχρι την πρόσληψή του από το εναγόμενο, συνέχισε να εργάζεται, ως οδηγός, στο ανωτέρω λεωφορείο, όχι, όμως, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με τον Σ.

Θ., όπως αβάσιμα ο ίδιος ισχυρίζεται, αλλά κατόπιν συμφωνίας με τον τελευταίο για τη διοίκηση του κοινού λεωφορείου, λόγω του ίσου ποσοστού συγκυριότητας του καθενός (50%), στα πλαίσια της σχέσεως κοινωνίας που υπήρχε μεταξύ τους. Ότι αντί το εναγόμενο να προσμετρήσει για την μισθολογική του ένταξη και εξέλιξη σ' αυτό το συνολικό χρόνο της προϋπηρεσίας του, ήτοι 21 έτη και 8 μήνες και να του καταβάλλει, στη συνέχεια, το βασικό μισθό που αντιστοιχούσε στον άνω χρόνο υπηρεσίας του καθώς και το χρονοεπίδομα τριετιών, το τελευταίο προσμέτρησε, ως χρόνο προϋπηρεσίας του, μόνο 11 έτη και 6 μήνες και του κατέβαλε από τον Σεπτέμβριο του 2003 και έπειτα βασικό μισθό και χρονοεπιδόματα τριετιών, που υπολείπονται κατά πολύ των δικαιούμενων, σύμφωνα με τις από 22-10-2002, 8-12-2004, 22-12-2006 και 7-11-2007 ΕΣΣΕ του Προσωπικού του ΟΑΣΘ.

Ότι αυτό είχε, ως αποτέλεσμα να προκύψουν ακόλουθες μισθολογικές ύψους 21.258,99 ευρώ, όπως αυτές εκτίθενται στους κατωτέρω πίνακες: Ότι με βάση τις ανωτέρω νόμιμες αποδοχές προέκυψαν οι παρακάτω μισθολογικές διαφορές, τόσο επί του μηνιαίου μισθού, όσο και επί των επιδομάτων εορτών και αδείας του άνω ενάγοντος, για τα αντίστοιχα ως άνω χρονικά διαστήματα ως εξής:

Με βάση τι παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι το αναιρεσείον-εναγόμενο όφειλε να αναγνωρίσει στους άνω ενάγοντες συνολική προϋπηρεσία: α)34 έτη και 5 μήνες στον πρώτο αναιρεσίβλητο Κ. Κ., β) 34 έτη και 10 μήνες στον δεύτερο αναιρεσίβλητο Δ. Μ., γ) 18 έτη και 27 ημέρες στον τρίτο ανιρεσίβλητο Ι. Τ. και δ) 21 έτη και 8 μήνες στον Ν.

Θ., συνυπολογίζοντάς τους το σύνολο του χρόνου που αυτοί ήσαν οδηγοί και δηλαδή και του χρόνου που αυτοί οδηγούσαν οχήματα συνιδιοκτησίας τους και όχι μόνο τρεις τριετίες(9 έτη) για τον τελευταίο αυτό χρόνο. Στην συνέχεια επεδίκασε με βάση την πιο πάνω προϋπηρεσία, τις άνω αναφερθείσες μισθολογικές διαφορές αντίστοιχα, καθορίζοντας το ύψος του χρονοεπιδόματος σε ποσοστό που υπερβαίνει το 60%, ως προς τους 1ο , 2ο και 4ο των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τους υπολογισμούς που εκτίθενται αναλυτικά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των κανονιστικών διατάξεων που μνημονεύονται στην πιο πάνω από 4-4-1990 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του προσωπικού κίνησης του ΟΑΣΘ(εναγομένου), καθόσον υπολόγισε εσφαλμένα, αφενός τον χρόνο προϋπηρεσίας των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων, αθροίζοντας στο χρόνο προϋπηρεσίας τους και τα χρονικά διαστήματα στα οποία αυτοί οδηγούσαν οχήματα συνιδιοκτησίας τους και αφετέρου το ύψος του χρονοεπιδόματος τριετιών ως προς τους 1ο, 2ο, και 4ο των αναιρεσιβλήτων, καθ'υπέρβαση του 60% του βασικού μισθού.

Ειδικότερα τους αναγνώρισε προϋπηρεσία μεγαλύτερη απ'αυτήν που δικαιούνται και τους επιδίκασε διαφορές αποδοχών που δεν δικαιούνται.

Συνεπώς το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά τους βάσιμους περί τούτου αναιρετικούς λόγους, ήτοι πρώτο κατά το Β' μέρος του(1 Β), δεύτερο, τρίτο κατά το Β' μέρος του, τέταρτο, πέμπτο κατά το Β' μέρος του, έκτο κατά το Γ' μέρος του και έβδομο.(1-Β, 2, 3-Β, 4, 5-Β, 6-Γ και 7). 5. Περαιτέρω το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες προέβη στον υπολογισμό του συνολικού χρόνου υπηρεσίας των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, χωρίς να παραθέτει αιτιολογίες για το πως καταλήγει στη συνολική διάρκεια υπηρεσίας εκάστου και ότι λόγω των ανεπαρκών αυτών αιτιολογιών δεν καθίσταται δυνατός ο έλεγχος των παραδοχών ως προς την ορθότητα του υπολογισμού της συνολικής διάρκειας του χρόνου υπηρεσίας τους, ο οποίος (χρόνος) ασκεί ουσιώδη επιρροή, αφού με βάση αυτόν τον χρόνο υπηρεσίας καθορίζεται η συνολική προϋπηρεσία τους κατά τον χρόνο πρόσληψής τους στο εναγόμενο, την αναγνώριση της οποίας ζητούν οι ενάγοντες για να αποτελέσει ως βάση για τη μισθολογική τους ένταξη και εξέλιξη τους στον ΟΑΣΘ και τον καθορισμό των διαφορών αποδοχών, που ζητούν να τους επιδικασθούν και δη για το χρονικό διάστημα α) από 1-9-2003 έως 31-7-2008 ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, β) από 1-11-2003 έως 31-3-2006 ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, γ) από 1-11-2003 έως 31-7-2008 ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο και δ)1-9-2003 έως 31-12-2007 ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο.

Ειδικότερα ότι η προσβαλλομένη δεν περιέχει επαρκείς αιτιολογίες για το πώς καταλήγει στη συνολική διάρκεια υπηρεσίας και δη του πρώτου αναιρεσιβλήτου σε 34 έτη και 5 μήνες, ενώ αν περιελάμβανε επαρκείς αιτιολογίες η συνολική διάρκεια είναι 32 έτη, 7 μήνες και 15 ημέρες, του δεύτερου εξ αυτών σε 34 έτη και 10 μήνες, ενώ το ορθό είναι 33 έτη και 6 μήνες, του τρίτου σε 18 έτη και 27 ημέρες, ενώ το ορθό είναι 18 έτη και 3 μήνες και του τετάρτου αναιρεσιβλήτου σε 21 έτη και 8 μήνες, ενώ το ορθό είναι 20 έτη, 9 μήνες και 18 ημέρες.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι α)ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο δέχθηκε ότι αυτός είχε συνολική πραγματική προϋπηρεσία ως εισπράκτορας και οδηγός 34 έτη και 5 μήνες και δη τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα από 1-12-1967 έως 30-8-1970, από 1-11-1972 έως 30-11-1972, από 1-12-1972 έως 1-6-1973, από 1-6-1973 έως 31-8-1973, από 1-11-1973 έως 31-8-1974, από 1-9-1974 έως 30-11-1977,από 1-12-1977 έως 5-5-1981, από 3-6-1981 έως 9-8-1985, από 23-3-1986 έως 7-6-1988 και από 8-6-1988 έως 29-8-2003, β) ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο δέχθηκε ότι αυτός είχε συνολική πραγματική προϋπηρεσία ως οδηγός 34 έτη και 10 μήνες και δη τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα από 1-5-1970 έως 30-6-1978, από 1-7-1978 έως 29-8-2003 και από 29-8-2003 έως 30-10-2003, γ)ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο δέχθηκε ότι αυτός είχε συνολική πραγματική προϋπηρεσία ως οδηγός 18 έτη και 27 ημέρες και δη τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα από 1-8-1984 έως 30-9-1990, από 1-10-1990 έως 29-8-2003 και από 29-8-2003 έως 1-11-2003 και δ) ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο ότι αυτός είχε συνολική πραγματική προϋπηρεσία ως οδηγός 21 έτη και 8 μήνες και δη τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα από 1-4-1965 έως 1-5-1965, από 31-3-1976 και για διάστημα 1 έτους και 6 μηνών υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία, από 1-2-1969 έως 31-12-1976 και από 31-12-1976 έως 18-4-1988.

Με τις παραδοχές του αυτές όμως το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με ισχυρισμό που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι ο καθορισμός της προϋπηρεσίας των αναιρεσιβλήτων και της επέκεινα διαφοράς των αποδοχών που αιτούνται, καθόσον η προσβαλλομένη παραθέτοντας τις ημερομηνίες έναρξης και λήξης καθενός από τα άνω χρονικά διαστήματα προς εξαγωγή (αθροίζοντάς τα) της πραγματικής εργασίας εκάστου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και τη συνολική άνω αναφερθείσα χρονική διάρκεια εργασίας τούτων, δεν περιέχει επαρκείς αιτιολογίες για το πώς καταλήγει σ'αυτή τη συνολική διάρκεια, η οποία βρίσκεται σε αναντιστοιχία με το άθροισμα των άνω χρονικών διαστημάτων, κατά τρόπο ώστε λόγω των ανεπαρκών της αιτιολογιών να καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος των παραδοχών της ως προς την ορθότητα του υπολογισμού της συνολικής διάρκειας που δέχεται.

Ειδικότερα με ανεπαρκείς αιτιολογίες υπολόγισε το σύνολο της πραγματικής προϋπηρεσίας των πρώτου, δεύτερου και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, καθόσον από τις παραδοχές της σχετικά με τα επί μέρους χρονικά διαστήματα, τα οποία αυτή συνάθροισε προκειμένου να εξάγει την πραγματική προϋπηρεσία εκάστου των άνω αναιρεσιβλήτων προκύπτει, ότι η προϋπηρεσία του πρώτου ανέρχεται με απλό μαθηματικό υπολογισμό σε 32 έτη 8 μήνες και 15 ημέρες, για τον δεύτερο αναιρεσίβλητο σε 33 έτη και 6 μήνες, για τον τρίτο αναιρεσίβλητο σε 19 έτη και 3 μήνες και για τον τέταρτο αναιρεσίβλητο σε 20 έτη 9 μήνες και 18 ημέρες.

Συνεπώς είναι βάσιμοι οι αναιρετικοί περί τούτου λόγοι πρώτος κατά το Α' μέρος του(1 Α), τρίτος κατά το Α'μέρος του (3Α), και έκτος κατά το Α'μέρος του (3Α) και αβάσιμος ο πέμπτος λόγος της αίτησης κατά το Α'μέρος του(5 Α), που αφορά την συνολική διάρκεια προϋπηρεσίας του Ι. Τ., ήτοι του τρίτου αναιρεσιβλήτου, καθόσον από τις παραδοχές της προσβαλλομένης δεν προκύπτει ανεπάρκεια στις αιτιολογίες σχετικά με τον ορθό υπολογισμό της προϋπηρεσίας αυτού, από την οποία να εξαρτά το αναιρεσείον έννομο συμφέρον να προβάλλει τον σχετικό λόγο, αφού από τον ορθό υπολογισμό της αθροίσεως των επί μέρους χρονικών διαστημάτων προκύπτει συνολικός χρόνος προϋπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου αυτού, ανώτερος του οριζομένου με την προσβαλλομένη απόφαση.

6. Σύμφωνα με τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αδίκαστη αίτηση. Αναίρεση, με βάση το άρθρο 559 αρ.9 Κ.πολ.Δ δημιουργείται και όταν το εφετείο εκτιμώντας εσφαλμένα την αγωγή θεώρησε ότι ζητείται μικρότερο ποσό, το οποίο και επιδίκασε, ενώ εζητείτο μεγαλύτερο ποσό( ΑΠ 1140/1993).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί τη λογική συνέπεια της ισχύος του συστήματος της συζητήσεως (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ) στο δικονομικό μας δίκαιο. Για το παραδεκτό του ανωτέρω λόγου κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ πρέπει ο αναιρεσείων να έχει προβάλει τον ισχυρισμό στον οποίο στηρίζεται στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατ` εξαίρεση, και αν δεν προβλήθηκε ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος στο δικαστήριο της ουσίας, είναι παραδεκτός, αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας ή για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Περαιτέρω, ο λόγος αυτός της αναίρεσης μπορεί να προβληθεί παραδεκτά για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αν το ελάττωμα της απόφασης δεν υπήρχε κατά το χρόνο της συζήτησης, μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι τότε δικάζεται η έφεση του εναγομένου, δεν είχε εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και ο ενάγων δεν μπορούσε να γνωρίζει το αποτέλεσμα της δίκης και να ζητήσει από το δικαστήριο να προβεί σε ενέργειες που το ίδιο ήταν υποχρεωμένο να πράξει και εξετάσει αίτηση που νομίμως είχε υποβάλει με την αγωγή του (ΑΠ 1061/2008). 7.

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον κατ'εκτίμηση ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα υπολόγισε τον συνολικό χρόνο προϋπηρεσίας των αναιρεσιβλήτων σε περισσότερα χρόνια απ'αυτά που οι τελευταίοι τον αναβιβάζουν με την αγωγή τους, με αποτέλεσμα στην συνέχεια με τον τρόπο αυτό, να επιδικάσει στους ενάγοντες μεγαλύτερα χρηματικά ποσά από όσα ζητήθηκαν με την αγωγή.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι ενάγοντες με την κρινόμενη αγωγή τους ζήτησαν να αναγνωριστεί ως χρόνος προϋπηρεσίας τους α) στον πρώτο αναιρεσίβλητο 34 έτη και 8 μήνες, β) στον δεύτερο αναιρεσίβλητο 34 έτη και 10 μήνες, γ) στο τρίτο αναιρεσίβλητο 18 έτη και 27 ημέρες και δ) στον τέταρτο αναιρεσίβλητο 36 έτη και 11 μήνες.

Περαιτέρω από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι αυτή αναγνώρισε σ'αυτούς χρόνο προϋπηρεσίας που δεν υπερβαίνει τον αιτούμενο με την αγωγή και άνω αναφέρθηκε. Ειδικότερα κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αναγνωρίστηκε αντιστοίχως στους αναιρεσίβλητους χρόνος προϋπηρεσίας α) 34 έτη και 5 μήνες για τον πρώτο, β) 34 έτη και 10 μήνες για τον δεύτερο, γ) 18 έτη και 27 ημέρες για τον τρίτο και δ) 21 έτη και 8 μήνες για τον τέταρτο.

Επομένως είναι αβάσιμοι οι σχετικοί από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι της αίτησης, ήτοι ο πρώτος λόγος κατά το Γ' μέρος του, ο τρίτος λόγος κατά το Γ' μέρος του, ο έκτος λόγος κατά τα Β' και Δ' μέρη του. 8.

Συνεπώς αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμων του πρώτου λόγου της αίτησης κατά το Α' και Β' μέρος του(1, Α' και Β'), του δεύτερου, του τρίτου κατά το Α' και Β' μέρος του(3 Α' και Β'),του τετάρτου, του πέμπτου κατά το Β' μέρος του, του έκτου κατά το Α' και Γ' μέρος του(6 Α' και Γ') και του εβδόμου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα άνω κεφάλαιά της, να παραπεμφθεί η υπόθεση που χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), προκειμένου να επαναπροσδιοριστεί ο συνολικός χρόνος προϋπηρεσίας εκάστου των αναιρεσιβλήτων, αφού ο χρόνος αυτός αποτελεί τη βάση για τη μισθολογική του ένταξη και για τον καθορισμό των επιδικαστέων διαφορών αποδοχών, προσμετρώντας για τον υπολογισμό τους όλο τον χρόνο προϋπηρεσίας τους ως οδηγών συμπεριλαμβανομένου και αυτού ως οδηγών σε ιδιόκτητα ή συνιδιόκτητα λεωφορεία κλπ., όχι όμως πέραν των τριών τριετιών στην τελευταία αυτή περίπτωση, και όσον αφορά το χρονοεπίδομα να επαναπροσδιορισθούν οι διαφορές αποδοχών των 1ου, 2ου και 3ου κατά το μέρος που επιδικάστηκε χρονοεπίδομα τριετιών σε ποσοστό μεγαλύτερο του 60% του βασικού τους μισθού.

Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι ως ηττημένοι, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. (άρθρ. 183, 176 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2013/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση. -Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 25ην Οκτωβρίου 2018. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20ην Νοεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ