Supreme Court annuls appeal court decision for failure to consider valid statute of limitations interruption argument.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's decision regarding the statute of limitations on the plaintiff's claim for lost income. The plaintiff argued that the limitation period was interrupted by a prior lawsuit filed in 2000, covering part of the same claim. The court found the appeal court erred by ignoring this valid legal argument that affected the case outcome.
Legislator headnote
AI generatedArt. 262, 559(14), 562(2) of the Code of Civil Procedure; The court must declare a document void if it fails to clearly state the facts constituting the cause of action, and failure to consider a valid limitation interruption argument constitutes a procedural error warranting annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1581 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1581/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νικολίτσα Σκουφή.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Η ...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Ατέση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2163/2005 μη οριστική και 332/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2087/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-3-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Διονυσοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η ένσταση, ως καταλυτικό γεγονός της αγωγής, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντα. Διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη. Αν το δικαστήριο δεν απορρίπτει την ένσταση, αν και το δικόγραφο των προτάσεων σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική αιτία αυτής είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ’ ουσίαν εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της παραπάνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 262 Κ.Πολ.Δ.
να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 262 Κ.Πολ.Δ., πρέπει κατ’ άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. για το παραδεκτό της προβολής του, όπως και επί αοριστίας της αγωγής, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται αναφορά περί τούτου στο αναιρετήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση με το τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι η ένσταση περί παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, την οποία πρόβαλε η αναιρεσίβλητη ως εναγομένη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε στο Εφετείο με την έφεσή της ήταν αόριστη ποσοτικά και ποιοτικά.
Ο λόγος όμως αυτός είναι απαράδεκτος, σύμφωνα και με όσα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρονται, καθ’ όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο περί αοριστίας, ισχυρισμός προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, δε κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι αρνητικοί απλώς ισχυρισμοί ή εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δε στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δε λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δε λήφθηκε υπόψη να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε παραδεκτά, με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ.
με τις προτάσεις και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1, 2 του Ν. 489/1976 το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσόν αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η διετής παραγραφή αρχίζει, ενόψει του άρθρου 241 ΑΚ, όχι την ίδια ημέρα αλλά την επομένη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στη διετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (άρθρο 215 Κ.Πολ.Δ.) δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο.
Η διετής αυτή παραγραφή ως προς την αφετηρία της καλύπτει όλες τις επελθούσες καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος. Δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως μπορεί να συμβεί στην περίπτωση απρόβλεπτης κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωσης της υγείας του παθόντος, που συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό του από το αυτοκινητικό ατύχημα, οπότε η διετής παραγραφή αρχίζει από τότε που έγινε γνωστή η επιδείνωση στον παθόντα.
Και στη διετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς τη διακοπή της παραγραφής (ΑΚ 260 επ). Εξάλλου κατά το άρθρο 263 ΑΚ "κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σα να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.
Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξη μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ως επανέγερση της αγωγής νοείται η έγερση νέας αγωγής με τους ίδιους διαδίκους και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Ταυτότητα δε ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη. Σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνον της αξίωσης, η επίδοση αυτής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται και αντιστοίχως εκκρεμοδικία.
Ο ενάγων, δικαιούχος της απαίτησης μπορεί προς απόκρουση της ένστασης του εναγομένου περί παραγραφής, να προβάλει την αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής με την άσκηση της αγωγής.
Συνεπώς για την εφαρμογή του άρθρου 263 ΑΚ απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αγωγής για λόγους τυπικούς δηλαδή για λόγους που δεν ανάγονται στη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της διαγνωστέας απαίτησης ή η παραίτηση από την αγωγή και η άσκηση νέας μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξη μηνών, με τους αυτούς διαδίκους και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 681Α, 666, 670-676, 115 παρ. 3, 591 παρ. 1 εδ. γ’ και δ’ , 237 παρ. 1, 3, 269 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, στην οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δηλαδή αυτούς που εισάγονται στη δίκη ως ενστάσεις ή αντενστάσεις προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί να καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή, έστω και συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις τυχόν κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Σε κάθε περίπτωση όμως απαιτείται προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενη κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά. Περαιτέρω κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής......
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο εφεσίβλητος, που υπήρξε ενάγων στην πρωτοβάθμια δίκη, παραδεκτώς προβάλλει στην κατ’ έφεση δίκη με τις προτάσεις του προς υπεράσπιση κατά της έφεσης και διατήρηση του διατακτικού της εκκληθείσας απόφασης, ισχυρισμούς που δεν πρόβαλε ή πρόβαλε απαραδέκτως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκτός αν μεταβάλλουν τη βάση της αγωγής.
Έτσι μπορεί να προτείνει για πρώτη φορά με τις προτάσεις του στο Εφετείο προς απόκρουση της ένστασης παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, που πρότεινε ο υπόχρεος από αυτήν, την αντένσταση διακοπής της παραγραφής αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ’ αριθ. 1044/95 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε επί προηγούμενης αγωγής του ενάγοντος κατά των ήδη εναγομένων που κατέστη τελεσίδικη, κρίθηκε ότι αποκλειστικός υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος που συνέβη στις 3-4-1990 και κατά το οποίο τραυματίστηκε ο -ανήλικος τότε 10ετής- ενάγων, είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος οδηγούσε το υπ’ αριθ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη για υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία. Ότι ο ενάγων υπέστη κατά το ένδικο ατύχημα κάταγμα δεξιού μηριαίου και ρωγμώδες κάταγμα αριστερής κερκίδος, τα οποία αφού αντιμετωπίστηκαν ιατρικώς, αποκαταστάθηκε πλήρως η υγεία του.
Επιδικάστηκε δε, με την άνω απόφαση στον ενάγοντα -εκπροσωπούμενο από τους γονείς του- αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ακολούθως, επί νέας από 10-2-2000 αγωγής του ενάγοντος κατά των ιδίων εναγομένων με την οποία, επικαλούμενος ότι ο ως άνω τραυματισμός του είχε ως συνέπεια τις αναφερόμενες συνέπειες και δη αναπηρία του, οι οποίες δεν ήταν γνωστές κατά το χρόνο της προηγούμενης ως άνω αγωγής, ούτε ήταν δυνατόν να προβλεφτούν αυτές από το δικαστήριο κατά την έκδοση της 1044/1995 απόφασης, ζήτησε διαφυγόντα κέρδη, λόγω απώλειας εισοδημάτων κατά το διάστημα από 1-7-1998 έως 31-12-2001, και πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού..., εκδόθηκε η 4569/2002 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία, αφού απέρριψε ως αόριστο το κονδύλιο για απωλεσθέντα εισοδήματα, δέχθηκε κατά τα λοιπά (ως προς το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης) εν μέρει την αγωγή.
Στη συνέχεια επί εφέσεως του ενάγοντος κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 2645/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου Αθηνών), με την οποία κρίθηκε τελεσιδίκως ότι μετά την έκδοση της πρώτης ως άνω υπ’ αριθ. 1044/1995 απόφασης η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος επιδεινώθηκε...... Ότι η επιδείνωση αυτή ήταν τελείως απρόβλεπτη, περιήλθε δε σε γνώση αυτού για πρώτη φορά το έτος 1999....
Με τις ως άνω κρίσεις του το Δικαστήριο τούτο, επικύρωσε την άνω εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την έφεση του ενάγοντος, με την οποία παραπονείτο για το απορριφθέν ως αόριστο κονδύλιο των απωλεσθέντων εισοδημάτων και για το ύψος του επιδικασθέντος κονδυλίου για χρηματική ικανοποίηση. Έτσι, οι ανωτέρω αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο επί της ένδικης αγωγής ως προς την ευθύνη του υπαιτίου και τη ζημία του ενάγοντος που αναφέρεται στον οριοθετηθέντα με τις κριθείσες αγωγές χρόνο, για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση, το οποίο (δεδικασμένο) όμως δεν εμποδίζει τη διεκδίκηση από τον ενάγοντα πρόσθετης αποζημίωσης μετά την κατά τα άνω απρόβλεπτη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του που περιήλθε σε γνώση του το έτος 1999.
Ενόψει αυτών και του γεγονότος α) ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, την παθητική νομιμοποίηση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας ο ενάγων θεμελιώνει μόνο στο άρθρο 10 παρ. 1 Ν. 489/76, ήτοι στο ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος το ζημιογόνο όχημα το οποίο οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και ουδέν διαλαμβάνει στο δικόγραφο της αγωγής περί της κατάθεσης από τον ασφαλισμένο στο αστυνομικό τμήμα του αποδεικτικού ασφάλισης και τη θεμελίωση εντεύθεν της αξίωσης επί της σωρευτικής αναδοχής χρέους και β) ότι από τη γένεση της αξίωσης του ενάγοντος - παθόντος το έτος 1999 που συνέβη το τελεσιδίκως κριθέν απρόβλεπτο της χειροτέρευσης της κατάστασής του μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής το έτος 2003, μεσολάβησε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, η αξίωση του ενάγοντος κατά το μέρος που στρέφεται κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας υπέκειτο στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 Ν. 489/76 και όχι στην πενταετή του άρθρου 937 Α.Κ., το οποίο δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση έναντι της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας.
Εφόσον λοιπόν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (πρακτικών, προτάσεων κ.λπ.) η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία πρόβαλε με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και σχετική αναφορά της στις κατατεθείσες στο ακροατήριο προτάσεις της την ένσταση της διετούς παραγραφής του άρθρου 10 παρ. 2 Ν. 489/76 και ο ενάγων δεν πρόβαλε κατ’ αντένσταση λόγο αναστολής ή διακοπής της παραγραφής η ένσταση αυτή, η οποία είναι πλήρως ορισμένη, θα πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ’ ουσία βάσιμη και να απορριφθεί ως προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία η ένδικη αγωγή.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι, ανεξαρτήτως της αοριστίας της σχετικής ένστασης, η αξίωση του ενάγοντος θεμελιώνεται και στη σωρευτική αναδοχή χρέους (χωρίς όμως, όπως σημειώθηκε να γίνεται οποιαδήποτε σχετική αναφορά, ούτε κι’ αυτού ακόμα του όρου στο δικόγραφο της αγωγής) και ως εκ τούτου δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, αφού δεν έχει παρέλθει πενταετία, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων κατά το σχετικό βάσιμο λόγο".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την ένδικη από 7.7.2003, αγωγή του αναιρεσείοντος, ως προς την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την οποία ζήτησε την επιδίκαση αποζημίωσης για την απώλεια εισοδημάτων λόγω ανικανότητας προς εργασία από την απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του στην οποία περιήλθε από το αναφερόμενο σ’ αυτήν αυτοκινητικό ατύχημα, κατά παραδοχή της ένστασης της εναγομένης-αναιρεσίβλητης περί παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, την οποία η τελευταία είχε προβάλλει αμυνόμενη κατά της αγωγής, ακολούθως δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεσή της (αναιρεσίβλητης) και εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που κρίνοντας αντιθέτως, είχε απορρίψει ως αόριστη αλλά και ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την ένσταση αυτή της παραγραφής και είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος την αγωγή και ως προς την αναιρεσίβλητη.
Περαιτέρω το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν τη συνεκδικασθείσα έφεση του αναιρεσείοντος ως προς την αναιρεσίβλητη, με την οποία διατυπώθηκαν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης ως προς την κρίση της να δεχθεί κατά ένα μέρος ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής του. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και το συναφή δεύτερο λόγο αυτής αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό (αντένσταση) του αναιρεσείοντος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραδεκτώς προβληθέντα πρωτοδίκως αλλά και κατ’ έφεση, περί διακοπής της παραγραφής της αγωγικής αξίωσης υπέρ αυτού, που επήλθε με την άσκηση της προγενέστερης παραπάνω από 10-2-2000 αγωγής, με την οποία ζήτησε κατά το ενδιαφέρον μέρος, αποζημίωση για την αποθετική ζημία που υπέστη λόγω ανικανότητας προς εργασία από τον τραυματισμό του, πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής της απαίτησης αυτής, η δε ένδικη αγωγή, ίδια με την προαναφερόμενη ως προς τη διαγνωστέα αξίωση της απώλειας των εισοδημάτων, ασκήθηκε πριν παρέλθει χρονικό διάστημα έξη μηνών από την τελεσιδικία της απόφασης του Εφετείου, που απέρριψε το παραπάνω κεφάλαιο της πρώτης αγωγής ως αόριστο, με συνέπεια να θεωρείται ότι η παραγραφή διακόπηκε με την πρώτη αγωγή.
Από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αναγκαίας για τη διαπίστωση της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, δεν προκύπτει αν ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός περί διακοπής της παραγραφής, προτάθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε δηλαδή προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, με σχετική καταχώρηση στα πρακτικά, καθ’ όσον δεν προσκομίζονται τα πρακτικά της δίκης αυτής.
Όπως όμως προκύπτει από τις προτάσεις του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, ως εφεσίβλητος, κατά τη συζήτηση της έφεσης της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή διατύπωσε παράπονα κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης για την απόρριψη της ένστασης παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων, ο τελευταίος (αναιρεσείων) ως άμυνα κατά της έφεσης και στήριξη του διατακτικού της απόφασης αυτής, πρόβαλε τον παραπάνω ισχυρισμό περί διακοπής της παραγραφής.
Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά παραδεκτή προβολή αντένστασης διακοπής της παραγραφής ενώπιον του Εφετείου, από τον ενάγοντα εφεσίβλητο, έστω και αν δεν είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ’ άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Περαιτέρω από τα ίδια έγγραφα προκύπτει ότι με την πρώτη από 10-2-2000 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, που στηρίζεται στην κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης και ασκήθηκε εντός της διετίας από την απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του τελευταίου από το ένδικο ατύχημα, η οποία (επιδείνωση) κατά τις παραδοχές του Εφετείου άρχισε το 1999, ζήτησε την επιδίκαση αποζημίωσης για την απώλεια εισοδημάτων λόγω της ανικανότητάς του να εργασθεί για το χρονικό διάστημα από 1-7-1998 μέχρι την 31-10-2001.
Μετά την απόρριψη του κεφαλαίου της αγωγής αυτής ως αόριστου με την 2645/3-4-2003 απόφαση του Εφετείου και πριν παρέλθει χρονικό διάστημα έξη μηνών από την τελεσιδικία της, ο αναιρεσείων άσκησε την ένδικη από 7.7.2003 αγωγή με την οποία ζήτησε διαφυγόντα κέρδη από την απώλεια εισοδημάτων, λόγω της ανικανότητάς του να εργασθεί από την απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του για το χρονικό διάστημα από 1-7-1998 μέχρι 31-12-2004.
Δηλαδή η περιεχόμενη στη δεύτερη αυτή αγωγή αξίωση αποζημίωσης για απώλεια εισοδημάτων, που επιδόθηκε στην εναγομένη αναιρεσίβλητη την 22-7-2003, στηρίζεται μεν στην ίδια ιστορική και νομική αιτία με την πρώτη από 10-2-2000 αγωγή, αφορά όμως κατά ένα μέρος διαφορετικό χρονικό διάστημα από εκείνο που αναφέρεται στην προηγούμενη αγωγή, η οποία (αξίωση) για το μετά την 31-10-2001 χρονικό διάστημα, έχει υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 του Ν. 489/1976, που άρχισε όπως ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο το έτος 1999, και δε διακόπηκε με την επίδοση της προηγούμενης αγωγής που ασκήθηκε για μέρος μόνο της σχετικής αξίωσης για αποζημίωση, διαφορετικό του μέρους της αξίωσης που ασκήθηκε με την ένδικη αγωγή.
Έτσι ο ισχυρισμός περί διακοπής της παραγραφής για το μέρος της αξίωσης περί απώλειας εισοδημάτων, που ταυτίζεται με το μέρος της ίδιας αξίωσης, που ασκήθηκε με την πρώτη από 10-2-2000 αγωγή ήταν νόμιμος και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς το Εφετείο, που δεν έλαβε υπόψη τον παραπάνω, παραδεκτώς προταθέντα ενώπιόν του, νόμιμο ισχυρισμό περί διακοπής της παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 8α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και είναι βάσιμος ο πρώτος και ο συναφής δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορά την παραγραφή της ένδικης αξίωσης του αναιρεσείοντος και συναρτάται με την από 26-7-2011 (αρ. καταθ. .../2012) έφεση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, καθώς και την από 23-3-2012 (αρ. καταθ. .../2012) έφεση του αναιρεσείοντος, ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, που καθίστανται πλέον αλυσιτελής από την αναιρετική εμβέλεια του παραπάνω λόγου στο σύνολο του προαναφερόμενου κεφαλαίου της απόφασης και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ. που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 εδ. ε’ του Ν. 4055/2012, στον καταθέσαντα και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2087/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, καθόσον αφορά τους διαδίκους της προκείμενης δίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Σεπτεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ