1581/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 117/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Ιωάννη Μαγγίνα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1581/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο υπαίτιος, ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και ήδη 30.000 ευρώ (το ποσό των 30.000 ορίστηκε με την παρ. 2α του άρθρου 25 του αυτού ως άνω ν. 4055/2012).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1581 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1581/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 117/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Ιωάννη Μαγγίνα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μουντζουρώνη, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.1124/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Π. του Χ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2015 αίτησή του αναίρεσης και στους από 16 Σεπτεμβρίου 2016 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1002/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι] Η κρινόμενη από 14-9-2015 και υπ’ αριθμό 77 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, στρεφόμενη κατά της υπ’ αριθμό 1124/2015 απόφασης του Β’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 3, 474 παρ. 1 και 2) και γι’ αυτό η αίτηση αυτή, καθώς και οι επ’ αυτής με χρονολογία 16-09-2016 πρόσθετοι λόγοι, που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ. 2), πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
ΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης.
Οι πιο πάνω πράξεις της πλαστογραφίας προσλαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του αυτού άρθρου του ΠΚ, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 14 παρ. 2α, β του ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσης πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ) και ήδη 120.000 ευρώ (το ποσό των 120.000 ορίστηκε με την παρ. 1β του άρθρου 25 του ν. 4055/2012).
Με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο υπαίτιος, ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και ήδη 30.000 ευρώ (το ποσό των 30.000 ορίστηκε με την παρ. 2α του άρθρου 25 του αυτού ως άνω ν. 4055/2012).
Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια δηλαδή ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως με μόνη την υλική πράξη της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία.
Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διάταξης για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ’ εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης.
Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) η διαβάθμιση του αξιοποίνου της διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής ένταξής της στο κεφάλαιο του Π.Κ. περί τα υπομνήματα, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των έγγραφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 404 παρ. 2 εδ. α και β, 1 και 3 του ΠΚ, τοκογλυφία διαπράττει όποιος κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτο περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου και όποιος επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση, τιμωρούμενος, αν επιχειρεί κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια, μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 14 παρ. 8 του Ν. 2721/1999, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της τοκογλυφίας, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, απαιτείται η εκ μέρους του δράστη (δανειστή) συνομολόγηση ή λήψη για τον εαυτό του ή για τρίτο, περιουσιακών τοκογλυφικών ωφελημάτων που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου.
Στην περίπτωση αυτή, η τοκογλυφία προϋποθέτει τη σύναψη σύμβασης δανείου (άρθρο 806 επ. ΑΚ) και όχι δικαιοπραξίας άλλης μορφής. Βασικός όρος του αξιοποίνου της συγκεκριμένης συμπεριφοράς είναι τα περιουσιακά ωφελήματα που συνομολογεί ή λαμβάνει ο δράστης να υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου.
Το έγκλημα της τοκογλυφίας θεωρείται τετελεσμένο και αποπερατωμένο με τη συνομολόγηση της τοκογλυφικής σύμβασης και μάλιστα κατά την αρχική σύναψη ή και τη μεταγενέστερη παράταση ή και την ανανέωση της σύμβασης, έστω και αν στο οφειλόμενο ποσό κεφαλαίου συμποσούνται και μέχρι τότε παράνομοι τόκοι και αν εμφανίζονται ενιαία στο νέο οριστικοποιηθέν κεφάλαιο.
Η αντικειμενική δε υπόσταση πραγματώνεται και με τη συνομολόγηση και μόνον της σύμβασης τοκογλυφικού δανείου, χωρίς να απαιτείται και λήψη - είσπραξη των παράνομων τόκων. Οι δύο τρόποι τέλεσης είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους, τελούν δε σε αληθινή πραγματική συρροή, και ειδικότερα, αφενός μεν με τη συνομολόγηση ή λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, αφετέρου δε με την επιδίωξη εκπλήρωσης των τοκογλυφικών ωφελημάτων που έχουν συνομολογηθεί. "Συνομολόγηση" είναι η αποτύπωση της συμφωνίας μεταξύ λήπτη και δανειστή για παροχή από τον πρώτο τοκογλυφικών ωφελημάτων στο πλαίσιο της σύμβασης δανείου.
Ως "λήψη" τοκογλυφικών ωφελημάτων θεωρείται όχι μόνο η είσπραξη χρημάτων, αλλά και η παραλαβή αξιόγραφων, τα οποία ενσωματώνουν τόκους μη νόμιμους, χωρίς να απαιτείται και η είσπραξη ή επιδίωξη είσπραξης. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ’ ΠΚ, κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Για τον χαρακτηρισμό της κατ’ επάγγελμα τέλεσης, αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση και δεν είναι αναγκαία η προηγούμενη καταδίκη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης ενυπάρχει (και) επί εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση, το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις, ενώ, εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ’ επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Κατά συνήθεια δε τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμό 1124/2015, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος για τις αξιόποινες πράξεις της τοκογλυφίας κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, και της πλαστογραφίας με χρήση, κατ’ εξακολούθηση και με σκοπό το όφελος άνω των 120.000 ευρώ, σε βάρος του Π.
Π., με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών ετών με τριετή αναστολή. Στην αιτιολογία της απόφασης αυτής εκτίθεται ότι, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας, τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τις εκθέσεις λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, αποδείχθηκαν επί λέξει τα ακόλουθα: "Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από την 15/7/1999 έως και την 9/10/2003, ο κατηγορούμενος, κατά την παροχή και κατά την ανανέωση χρηματικών δανείων με τη μέθοδο της προεξόφλησης επιταγών, εκδόσεως του μηνυτή Π.
Π. ή πελατών του, τις οποίες ο μηνυτής μεταβίβαζε στον κατηγορούμενο, συνομολόγησε και έλαβε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, ήτοι λάμβανε ποσοστό 6% έως 7% μηνιαίως, ενώ ο δικαιοπρακτικός τόκος ανερχόταν ετησίως κατά το χρονικό διάστημα από 14-1-1999 έως 16-1-2000 σε 19%, από 17-1-2000 έως 26-1-2000 σε 16,5%, από 27-1-2000 έως 8-3-2000 σε 16%, από 9-3-2000 έως 19-4-2000 σε 15,25%, από 20-4-2000 έως 28-6-2000 σε 14,50%, από 29-6-2000 έως 5-9-2000 σε 14%, από 6-9-2000 έως 14-11-2000 σε 13,25%, από 15-11-2000 έως 28-11-2000 σε 12,75%, από 29-11-2000 έως 12-12-2000 σε 12,25 %, από 13-12-2000 έως 26-12-2000 σε 11,50%, από 27-12-2000 έως 10-5-2001 σε 10,75%, από 11-5-2001 έως 30-8-2001 σε 10,50%, από 31-8-2001 έως 17-9-2001 σε 10,25%, από 18-9-2001 έως 8-11-2001 σε 9,75%, από 9-11-2001 έως 5-12-2002 σε 9,25%, από 6-12-2002 έως 6-3-2003 σε 8,75 %, από 7-3-2003 έως 6-6-2003 σε 8,50 %, από 7-6-2003 έως και 9-10-2003 σε 8%.
Ειδικότερα, στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από την 27/4/1999 μέχρι και την 1/12/1999 συνομολόγησε, με την προαναφερόμενη μέθοδο της προεξόφλησης επιταγών εκδόσεως του Π. Π. ή τρίτων, έξι χρηματικά δάνεια, συνολικού ποσού 90.638 ευρώ, για την εξόφληση των οποίων ο μηνυτής Π. Π. του κατέβαλε το συνολικό ποσό των 202.201,03 ευρώ (με χρόνο λήψης ωφελημάτων από την 15/7/1999 έως και την 28/2/2002), συνομολόγησε και έλαβε, δηλαδή, παράνομους τόκους (πέραν των δικαιοπρακτικών), ύψους 94.369,69 ευρώ, αναλυτικότερα δε αναγράφονται οι επιμέρους δανεισμοί κατά ποσό, οι επιμέρους καταβολές κατά ποσό, το υπόλοιπο καταβολής δανείου, οι τόκοι και το υπόλοιπο τόκων, ανάλογα με τις ημέρες (διάρκεια δανείων) και το δικαιοπρακτικό τόκο στον ακόλουθο πίνακα:
ΗΜΕΡΕΣ ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΔΑΝΕΙΟ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΔΑΝΕΙΟΥ ΤΟΚΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΤΟΚΩΝ ( Ακολουθεί Πίνακας) Τα στοιχεία των επιταγών, τις οποίες ο μηνυτής Π. Π. παρέδωσε για την εξόφληση των ανωτέρω δανείων, είναι τα εξής: 1) Η με αριθμό ... επιταγή της Citibank, εκδόσεως Κ. Ξ., ποσού 2.800.000 δραχμών, με ημερομηνία εκδόσεως 15/7/1999, 2) η με αριθμό ...
επιταγή της Citibank, εκδόσεως Κ. Ξ., ποσού 2.800.000 δραχμών, με ημερομηνία εκδόσεως 30/9/1999, 3) η με αριθμό ... επιταγή της ΙΟΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, εκδόσεως Π., ποσού 2.800.000 δραχμών, με ημερομηνία εκδόσεως 31/10/1999, 4) η με αριθμό ... επιταγή της ΙΟΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, εκδόσεως Π., ποσού 2.800.000 δραχμών, με ημερομηνία εκδόσεως 31/12/1999, 5) η με αριθμό ...
επιταγή της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, εκδόσεως Π., η οποία ανανεώθηκε, με ημερομηνία εκδόσεως 31/5/1999, 6) η με αριθμό ... επιταγή της Citibank, εκδόσεως Κ. Ξ., ποσού 6.250.000 δραχμών, με ημερομηνία εκδόσεως 30/9/1999 (ανανεώθηκε), 7) η με αριθμό ... επιταγή της Citibank, εκδόσεως Κ. Ξ., ποσού 6.000.000 δραχμών, με ημερομηνία εκδόσεως 30/10/1999 (ανανεώθηκε), 8) η με αριθμό ...
επιταγή της Citibank, εκδόσεως Κ. Ξ., ποσού 6.000.000 δραχμών, με ημερομηνία εκδόσεως 30/11/1999 (ανανεώθηκε), 9) η με αριθμό ... επιταγή της Citibank:, εκδόσεως Κ. Ξ., ποσού 6.000.000 δραχμών, με ημερομηνία εκδόσεως 30/12/1999 (ανανεώθηκε), 10) η με αριθμό ... επιταγή της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ, εκδόσεως Κ. Ξ., ποσού 7.500.000 δραχμών, με ημερομηνία εκδόσεως 28/2/2000 (ανανεώθηκε), 11) η με αριθμό ...
επιταγή της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ, εκδόσεως Κ. Ξ., ποσού 10.500.000 δραχμών, με ημερομηνία εκδόσεως 28/2/2002, 12) η επιταγή της Εurobank, με αριθμό ..., ποσού 15.313.000 δραχμών, η οποία ανανεώθηκε, με ημερομηνία εκδόσεως 31/1/2000, 13) η με αριθμό ..., ποσού 15.000.000 δραχμών, εκδόσεως Α. Π., με ημερομηνία εκδόσεως 31/1/2002, 14) η με αριθμό ..., ποσού 8.400.000 δραχμών, εκδόσεως Α.
Π., με ημερομηνία εκδόσεως 30/11/2001, 15) η με αριθμό ..., ποσού 8.400.000 δραχμών, εκδόσεως Α. Π., η οποία ανανεώθηκε, με ημερομηνία εκδόσεως 30/12/2001 και 16) η με αριθμό ... ποσού 16.800.000 δραχμών, εκδόσεως Α. Π., με ημερομηνία εκδόσεως 12/10/2001. Επίσης, για τον ίδιο σκοπό, ο μηνυτής Π. Π. του κατέβαλε σε μετρητά 3.000.000 δραχμές στις 5/5/2000, με κατάθεση σε λογαριασμό του στην Τράπεζα Πειραιώς, 2.000.000 δραχμές στις 19/10/2000, με κατάθεση στον τραπεζικό του λογαριασμό και 2.000.000 δραχμές στις 23/10/2000 με κατάθεση στον τραπεζικό λογαριασμό του στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ.
Περαιτέρω, στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από την 27/4/2001 μέχρι και την 5/11/2002 ο κατηγορούμενος συνομολόγησε, με την ίδια μέθοδο της προεξόφλησης επιταγών του μηνυτή Π. Π., δεκατρία χρηματικά δάνεια, συνολικού ποσού 182.000,28 ευρώ, για την εξόφληση των οποίων ο μηνυτής του κατέβαλε συνολικό ποσό 199.905,15 ευρώ (χρόνος λήψης ωφελημάτων από την 31/7/2001 έως και την 9/10/2003), συνομολόγησε και έλαβε, δηλαδή, παράνομους τόκους (πέραν των δικαιοπρακτικών), ύψους 4.446,91 ευρώ.
Αναλυτικότερα, στον ακόλουθο πίνακα αναγράφονται οι επιμέρους δανεισμοί κατά ποσό, οι επιμέρους καταβολές κατά ποσό, το υπόλοιπο καταβολής δανείου, οι τόκοι και το υπόλοιπο τόκων, ανάλογα με τις ημέρες (διάρκεια δανείων) και το δικαιοπρακτικό τόκο:
ΗΜΕΡΕΣ ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΔΑΝΕΙΟ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΔΑΝΕΙΟΥ ΤΟΚΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΤΟΚΩΝ (Ακολουθεί πίνακας) Τις ως άνω πράξεις, ο κατηγορούμενος διέπραξε κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της τοκογλυφίας και από την υποδομή την οποία είχε διαμορφώσει, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του εγκλήματος της τοκογλυφίας ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Περαιτέρω, στην Αθήνα στους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους, ο κατηγορούμενος με πρόθεση νόθευσε γνήσια έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός, που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του μηνυτή Π.
Π., στη συνέχεια δε έκανε χρήση αυτών των εγγράφων. Συγκεκριμένα: α) Στην Αθήνα, σε χρόνο αμέσως προηγούμενο της 30ης Δεκεμβρίου 2002, ο κατηγορούμενος, έχοντας στην κατοχή του τη γνήσια με αριθμό ... επιταγή της Eurobank, ποσού 31.600 ευρώ, εκδόσεως του μηνυτή Π. Π., νόθευσε αυτή, ως προς την ημερομηνία πληρωμής, και αντί της τεθείσας από τον εκδότη ημερομηνίας 30/12/2002 έθεσε την ημερομηνία 30/12/2003, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, στην πράξη του δε αυτή προέβη με σκοπό να παρατείνει την προθεσμία πληρωμής της επιταγής και να μπορέσει να την εμφανίσει νόμιμα για πληρωμή μέχρι και την 7/1/2004.
Πράγματι, στη συνέχεια, προέβη σε χρήση του νοθευμένου εγγράφου, εμφανίζοντας την εν λόγω επιταγή για πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, με συνέπεια αυτή να σφραγισθεί, αφού ο μηνυτής Π. Π. είχε ήδη προβεί στην ανάκλησή της, μετά την 8/1/2003, κατά την οποία πραγματικά είχε λήξει η προθεσμία εμφάνισης για πληρωμή, οπότε υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό, τον οποίο τηρούσε στην πληρώτρια Τράπεζα, β) Στην Αθήνα, στο αμέσως προηγούμενο της 31ης Δεκεμβρίου 2002 χρονικό διάστημα, ο κατηγορούμενος, έχοντας στην κατοχή του τη γνήσια με αριθμό ...
επιταγή της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, ποσού 43.800 ευρώ, εκδόσεως του Π. Π., νόθευσε αυτή, ως προς την ημερομηνία πληρωμής, και αντί της τεθείσας από τον εκδότη ημερομηνίας 31/12/2002, έθεσε την ημερομηνία 31/12/2003, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, στην πράξη του δε αυτή προέβη με σκοπό να παρατείνει την προθεσμία πληρωμής της επιταγής και να μπορέσει να την εμφανίσει νόμιμα για πληρωμή μέχρι και τις 8-1-2004 πράγματι, στη συνέχεια, προέβη σε χρήση του νοθευμένου εγγράφου, εμφανίζοντας την εν λόγω επιταγή για πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, με συνέπεια αυτή να σφραγισθεί, αφού ο μηνυτής είχε ήδη προβεί στην ανάκλησή της, μετά την 9/1/2003, κατά την οποία πραγματικά είχε λήξει η προθεσμία εμφάνισης για πληρωμή, οπότε υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό τον οποίο τηρούσε στην πληρώτρια Τράπεζα, γ) Στην Αθήνα, κατά το προηγούμενο της 31ης-12-2002 χρονικό διάστημα, ο κατηγορούμενος, έχοντας στην κατοχή του τη γνήσια με αριθμό ...
επιταγή της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, ποσού 21.130 ευρώ, εκδόσεως του μηνυτή Π. Π., νόθευσε αυτή, ως προς την ημερομηνία πληρωμής, και αντί της τεθείσας από τον εκδότη ημερομηνίας 31/12/2002, έθεσε την ημερομηνία 31/12/2003, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, στην πράξη του δε αυτή προέβη με σκοπό να παρατείνει την προθεσμία πληρωμής της επιταγής και να μπορέσει να την εμφανίσει νόμιμα για πληρωμή μέχρι και τις 8/1/2004 στη συνέχεια, προέβη σε χρήση του νοθευμένου εγγράφου, εμφανίζοντας την εν λόγω επιταγή για πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, με συνέπεια αυτή να σφραγιστεί, αφού ο μηνυτής είχε ήδη προβεί στην ανάκλησή της, μετά την 9/1/2003, κατά την οποία πραγματικά είχε λήξει η προθεσμία εμφάνισης για πληρωμή, οπότε υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό τον οποίο τηρούσε στην πληρώτρια Τράπεζα, δ) Στην Αθήνα, κατά το αμέσως προηγούμενο της 31ης’ Μαρτίου 2003 χρονικό διάστημα, ο κατηγορούμενος, έχοντας στην κατοχή του τη γνήσια με αριθμό ...
επιταγή της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, ποσού 18.050 ευρώ, εκδόσεως του μηνυτή Π. Π., νόθευσε αυτή, ως προς την ημερομηνία πληρωμής, και αντί της τεθείσας από τον εκδότη ημερομηνίας 31/3/2003, έθεσε την ημερομηνία 31/3/2004, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, στην πράξη του δε αυτή προέβη με σκοπό να παρατείνει την προθεσμία πληρωμής της επιταγής και να μπορέσει να την εμφανίσει νόμιμα για πληρωμή μέχρι και τις 8/4/2004 στη συνέχεια, προέβη σε χρήση του νοθευμένου εγγράφου, εμφανίζοντας την εν λόγω επιταγή για πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, με συνέπεια αυτή να σφραγιστεί, αφού ο μηνυτής είχε ήδη προβεί στην ανάκλησή της, μετά την 9/4/2003, κατά την οποία πραγματικά είχε λήξει η προθεσμία εμφάνισης για πληρωμή, οπότε υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό, τον οποίο τηρούσε στην πληρώτρια Τράπεζα, ε) Στην Αθήνα, κατά το αμέσως προηγούμενο της 20ης Μαρτίου 2003 χρονικό διάστημα, ο κατηγορούμενος, έχοντας στην κατοχή του τη γνήσια με αριθμό ...
επιταγή της Εurobank, ποσού 24.300 ευρώ, εκδόσεως του μηνυτή Π. Π., νόθευσε αυτή, ως προς την ημερομηνία πληρωμής, και αντί της τεθείσας από τον εκδότη ημερομηνίας 20/3/2003 έθεσε την ημερομηνία 20/3/2004, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, στην πράξη του δε αυτή προέβη με σκοπό να παρατείνει την προθεσμία πληρωμής της επιταγής και να μπορέσει να την εμφανίσει νόμιμα για πληρωμή μέχρι και τις 28/3/2004 στη συνέχεια, προέβη σε χρήση του νοθευμένου εγγράφου, εμφανίζοντας την εν λόγω επιταγή για πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, με συνέπεια αυτή να σφραγιστεί, αφού ο μηνυτής είχε ήδη προβεί στην ανάκλησή της, μετά την 28/3/2003, κατά την πραγματικά είχε λήξει η προθεσμία εμφάνισης για πληρωμή, οπότε υπήρχε επαρκές υπόλοιπο, στο λογαριασμό, τον οποίο τηρούσε στην πληρώτρια Τράπεζα, στ) Στην Αθήνα, κατά τον αμέσως προηγούμενο χρόνο της 31ης Ιανουαρίου 2003, ο κατηγορούμενος, έχοντας στην κατοχή του τη γνήσια με αριθμό ...
επιταγή της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, ποσού 41.680 ευρώ, εκδόσεως του μηνυτή, νόθευσε αυτή, ως προς την ημερομηνία πληρωμής, και αντί της τεθείσας από τον εκδότη ημερομηνίας 31/1/2003 έθεσε την ημερομηνία 31/1/2004, χωρίς τη συναίνεσή του, στην πράξη του δε αυτή προέβη με σκοπό να παρατείνει την προθεσμία πληρωμής της επιταγής και να μπορέσει να την εμφανίσει νόμιμα για πληρωμή μέχρι και τις 8/2/2004 στη συνέχεια, προέβη σε χρήση του νοθευμένου εγγράφου, εμφανίζοντας την εν λόγω επιταγή για πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, με συνέπεια αυτή να σφραγιστεί, αφού ο μηνυτής είχε ήδη προβεί στην ανάκλησή της, μετά την 9/2/2003, κατά την οποία πραγματικά είχε λήξει η προθεσμία εμφάνισης για πληρωμή, οπότε υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό, τον οποίο τηρούσε στην πληρώτρια Τράπεζα, ζ) Στην Αθήνα, κατά το αμέσως προηγούμενο της 31ης Ιανουαρίου 2003 χρονικό διάστημα, ο κατηγορούμενος, έχοντας στην κατοχή του τη γνήσια με αριθμό ...
επιταγή της Eurobank, ποσού 13.900 ευρώ, εκδόσεως του μηνυτή, νόθευσε αυτή, ως προς την ημερομηνία πληρωμής, και αντί της τεθείσας από τον εκδότη ημερομηνίας 31/1/2003 έθεσε την ημερομηνία 31/1/2004, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, στην πράξη του δε αυτή προέβη με σκοπό να παρατείνει την προθεσμία πληρωμής της επιταγής και να μπορέσει να την εμφανίσει νόμιμα για πληρωμή μέχρι και τις 8/2/2004 στη συνέχεια, προέβη σε χρήση του νοθευμένου εγγράφου, εμφανίζοντας την εν λόγω επιταγή για πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, με συνέπεια αυτή να σφραγιστεί, αφού ο μηνυτής είχε ήδη προβεί στην ανάκλησή της, μετά την 9/2/2003, κατά την οποία πραγματικά είχε λήξει η προθεσμία εμφάνισης για πληρωμή, οπότε υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό, τον οποίο τηρούσε στην πληρώτρια Τράπεζα, η) Στην Αθήνα, κατά το αμέσως προηγούμενο της 31ης Μαρτίου 2003 χρονικό διάστημα, ο κατηγορούμενος, έχοντας στην κατοχή του τη γνήσια με αριθμό ...
επιταγή της Eurobank, ποσού 27.120 ευρώ, εκδόσεως του μηνυτή, νόθευσε αυτή, ως προς την ημερομηνία πληρωμής, και αντί της τεθείσας από τον εκδότη ημερομηνίας 31/3/2003, έθεσε την ημερομηνία 31/3/2004, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, στην πράξη του δε αυτή προέβη με σκοπό να παρατείνει την προθεσμία πληρωμής της επιταγής και να μπορέσει να την εμφανίσει νόμιμα για πληρωμή μέχρι και τις 8/4/2004 στη συνέχεια προέβη σε χρήση του νοθευμένου εγγράφου, εμφανίζοντας την εν λόγω επιταγή για πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, με συνέπεια αυτή να σφραγιστεί, αφού ο μηνυτής είχε ήδη προβεί στην ανάκληση της, μετά την 9/4/2003, κατά την οποία πραγματικά είχε λήξει η προθεσμία εμφάνισης για πληρωμή, οπότε υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό, τον οποίο τηρούσε στην πληρώτρια Τράπεζα, θ) Στην Αθήνα, κατά το αμέσως προηγούμενο της 30ης Απριλίου 2003 χρονικό διάστημα, ο κατηγορούμενος, έχοντας στην κατοχή του τη γνήσια με αριθμό ...
επιταγή της Eurobank, ποσού 13.600 ευρώ, εκδόσεως του μηνυτή, νόθευσε αυτή, ως προς την ημερομηνία πληρωμής, και αντί της τεθείσας από τον εκδότη ημερομηνίας 30/4/2003, έθεσε την ημερομηνία 30/4/2004, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, στην πράξη του δε αυτή προέβη με σκοπό να παρατείνει την προθεσμία πληρωμής της επιταγής και να μπορέσει να την εμφανίσει νόμιμα για πληρωμή μέχρι και τις 7/5/2004 στη συνέχεια προέβη σε χρήση του νοθευμένου εγγράφου, εμφανίζοντας την εν λόγω επιταγή για πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, με συνέπεια αυτή να σφραγιστεί, αφού ο μηνυτής είχε ήδη προβεί στην ανάκλησή της μετά την 8/5/2003, κατά την οποία πραγματικά είχε λήξει η προθεσμία εμφάνισης για πληρωμή, οπότε υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό, τον οποίο τηρούσε στην πληρώτρια Τράπεζα, ι) Στην Αθήνα, στο αμέσως προηγούμενο της 30ης Απριλίου 2003 χρονικό διάστημα, ο κατηγορούμενος, έχοντας στην κατοχή του τη γνήσια με αριθμό ...
επιταγή της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, ποσού 20.340 ευρώ, εκδόσεως του μηνυτή, νόθευσε αυτή, ως προς την ημερομηνία πληρωμής, και αντί της τεθείσας από τον εκδότη ημερομηνίας 30/4/2003, έθεσε την ημερομηνία 30/4/2004, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, στην πράξη του δε αυτή προέβη με σκοπό να παρατείνει την προθεσμία πληρωμής της επιταγής και να μπορέσει να την εμφανίσει νόμιμα για πληρωμή μέχρι και τις 8/5/2004 στη συνέχεια, προέβη σε χρήση του νοθευμένου εγγράφου, εμφανίζοντας την εν λόγω επιταγή για πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, με συνέπεια αυτή να σφραγιστεί, αφού ο μηνυτής είχε ήδη προβεί στην ανάκλησή της μετά την 9/5/2003, κατά την οποία πραγματικά είχε λήξει η προθεσμία εμφάνισης για πληρωμή, οπότε υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό, τον οποίο τηρούσε στην πληρώτρια Τράπεζα.
Τέλος, με τις προαναφερόμενες πράξεις του, ο κατηγορούμενος, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 255.700 ευρώ (το ποσό για το οποίο εκδόθηκαν οι ως άνω επιταγές), με αντίστοιχη βλάβη του μηνυτή Π. Π., εκδότη των επιταγών, ο οποίος στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν είχε προβεί στις ως άνω ενέργειες, δεν θα ευθυνόταν πλέον για την πληρωμή των προαναφερόμενων επιταγών μετά τη νόμιμη ανάκλησή τους.
Σύμφωνα με όλα αυτά, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις προαναφερόμενες πράξεις της τοκογλυφίας κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια κατ’ εξακολούθηση και της πλαστογραφίας με χρήση, με όφελος και αντίστοιχη ζημία, άνω των 73.000 ευρώ, κατ’ εξακολούθηση, αναγνωριστεί, όμως, σ’ αυτόν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
α’ του ΠΚ, εφόσον ο κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο που έγιναν τα εγκλήματα έζησε έντιμη ατομική οικογενειακή επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, της τοκογλυφίας κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, και της πλαστογραφίας με χρήση, κατ’ εξακολούθηση και με σκοπό το όφελος άνω των 120.000 ευρώ, σε βάρος του Π.
Π., για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. γ’ και στ’ , 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1 και 3 και 402 παρ. 2-1 και 3 ΠΚ και επιπλέον δεν παραβίασε τις εν λόγω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ευθέως αλλά και εκ πλαγίου, ώστε η απόφαση να μην έχει νόμιμη βάση.
Στις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται για τον αναιρεσείοντα, ότι "κατά την παροχή και κατά την ανανέωση χρηματικών δανείων με τη μέθοδο της προεξόφλησης επιταγών, εκδόσεως του μηνυτή Π. Π. ή πελατών του, τις οποίες ο μηνυτής μεταβίβαζε στον κατηγορούμενο, συνομολόγησε και έλαβε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, ήτοι λάμβανε ποσοστό 6% έως 7% μηνιαίως,...".
Η συμφωνία μεταξύ των παραπάνω προσώπων για παροχή τοκογλυφικών ωφελημάτων αποτυπώνεται στα πλαίσια των καταρτισθεισών δανειακών συμβάσεων. Αυτές αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την πράξη της υπόψη τοκογλυφίας, βασικός όρος του αξιοποίνου της οποίας είναι ότι τα περιουσιακά ωφελήματα, που συνομολογήθηκαν μεταξύ αναιρεσείοντος και πολιτικώς ενάγοντος, αλλά και λήφθηκαν από τον πρώτο από αυτούς, υπερέβησαν το νόμιμο θεμιτό ποσοστό τόκου.
Η λήψη των τοκογλυφικών ωφελημάτων επήλθε και με την παραλαβή των αξιογράφων που ενσωμάτωναν μη νόμιμους τόκους χωρίς να χρειάζεται η είσπραξη ή η επιδίωξη είσπραξης. Το έγκλημα ήταν τετελεσμένο τόσο με τη συνομολόγηση της τοκογλυφικής σύμβασης στην αρχική σύναψη όσο και στις μεταγενέστερες παρατάσεις ή ανανεώσεις.
Επίσης το ίδιο έγκλημα τελειώθηκε και με την περίληψη στο οφειλόμενο κεφάλαιο των παράνομων τόκων και την εμφάνιση αυτών πλέον στο οριστικό κεφάλαιο ως ενιαίο σύνολο. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, καθόσον: α) και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αποτελεί επανάληψη του διατακτικού της, το τελευταίο με την σαφήνεια, πληρότητα και αναλυτικότητα που το χαρακτηρίζει, αρκεί στην προκείμενη περίπτωση να ικανοποιήσει την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και το νόμο απαίτηση για ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση της απόφασης.
β) Με δεδομένο το ότι δεν είναι αναγκαία η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των αναγνωσθέντων εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους και επιπλέον ο προσδιορισμός εκείνου του μέσου που βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, δεν καταλείπεται περιθώριο σχηματισμού εντύπωσης ότι δεν λήφθηκε υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων.
γ) Η μη μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση της πληρώτριας τράπεζας στις επιταγές με αριθμούς ι) .../31-1-2002, ποσού 15.000.000 δρχ., ιι) .../30-11-2001, ποσού 8.400.000 δρχ., ιιι) .../30-12-2001, ποσού 8.400.000 δρχ. και iv) .../12-10-2001, ποσού 16.800.000 δρχ., έκδοσης Α. Π., δεν αναιρεί το γεγονός της παράδοσης των ανωτέρω επιταγών από τον παθόντα στον κατηγορούμενο, στην οποία η προσβαλλόμενη απόφαση οδηγείται επί τη βάσει του ανέλεγκτα εκτιμηθέντος από αυτήν αποδεικτικού υλικού.
Άλλωστε ως λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων θεωρείται και η παραλαβή αξιογράφων που ενσωματώνουν μη νόμιμους τόκους χωρίς να χρειάζεται η είσπραξη ή η επιδίωξη είσπραξης. δ) Η αναφορά στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αναιρεσείων κατά το χρονικό διάστημα από 27-4-1999 μέχρι την 1-12-1999 συνομολόγησε έξι χρηματικά δάνεια συνολικού ποσού 90.638 ευρώ και ότι στον ακολουθούντα πίνακα παραπομπής παρατίθενται τέσσερα δάνεια, δεν δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση, καθόσον από την αναλυτική παράθεση όλων των στοιχείων στον οικείο πίνακα παραπομπής, προκύπτει με σαφήνεια, ότι ο αναιρεσείων κατά το χρονικό διάστημα από 27-4-1999 μέχρι 16-12-1999 συνομολόγησε πέντε χρηματικά δάνεια συνολικού ποσού 90.638 ευρώ, όσο δηλαδή και το ποσό που αναφέρεται στην αρχή του σκεπτικού.
Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν εξηγείται στην προσβαλλόμενη απόφαση πώς οι αναφερόμενες επιταγές - έγγραφα αποδεικνύουν πραγματικές καταβολές στον ίδιο, ότι από την απλή αναπαραγωγή των εγγράφων δεν προκύπτει καμία σκέψη του Δικαστηρίου σχετικά με το πώς οδηγήθηκε στο να δεχτεί ότι οι επιταγές που δεν έχουν οπισθογραφηθεί από τον ίδιο στο σύνολο τους αποδεικνύουν την καταβολή στον ίδιο των εν λόγω ποσών και ότι η απλή παράθεση του πίνακα πραγματογνωμοσύνης δεν αποτελεί συλλογισμό, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι’ αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες.
ε) Η προσβαλλόμενη απόφαση με ιδιαίτερα επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος διέπραξε τις ως άνω πράξεις κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της τοκογλυφίας και από την υποδομή την οποία είχε διαμορφώσει προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του εγκλήματος της τοκογλυφίας ως στοιχείο της προσωπικότητάς του και δεν χρειαζόταν η αναφορά και άλλων πραγματικών περιστατικών.
Άλλωστε με την παραδοχή στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων ενήργησε κατ’ εξακολούθηση υφίσταται πληρότητα της αιτιολογίας ως προς την επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης της πράξεως κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια και η αναιρετική αιτίαση, ότι δεν αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση η συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων τέλεσης της πράξης κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια είναι αβάσιμη.
στ) Στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται εναργώς και σαφώς ότι οι ληφθέντες τόκοι υπερέβαιναν το νόμιμο θεμιτό ποσοστό και ότι ο αναιρεσείων "...λάμβανε ποσοστό 6% - 7% μηνιαίως...". Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και δεν αναιρείται από το χαρακτηρισμό στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης και όχι την απόφαση των ίδιων τόκων εναλλασσόμενα ως δικαιοπρακτικών και υπερημερίας.
Κατά τα λοιπά η προσχηματική και κατ’ επίφαση προβολή αναιρετικών λόγων πληττόντων την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και των προκυπτόντων από αυτές πραγματικών περιστατικών είναι απαράδεκτη.
Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης και οι ακολουθούντες, κατά τη γενόμενη από τον αναιρεσείοντα ενιαία αρίθμηση των αναιρετικών λόγων, τρίτος και τέταρτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων από το ίδιο ως άνω άρθρο στοιχ. 1Δ’ και 1Ε’ του ίδιου Κώδικα, αντίστοιχα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 358 ΚΠοινΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4274/2014 (ΦΕΚ Α 147/14.7.2014), "Μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του ο,τιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας.
Μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν. Οι κατά τα ως άνω δηλώσεις και εξηγήσεις μπορούν να γίνουν, κατά την κρίση του προέδρου, συνολικά κατά ομάδες ή συναφείς ενότητες των σχετικών αποδεικτικών μέσων που εξετάστηκαν".
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 333 παρ.3, 366 και 368 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δίδεται, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα προς τον οποίο υποβλήθηκαν ερωτήσεις, ο λόγος και στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, προκειμένου να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, μόνον όμως, εφόσον το ζητήσουν.
Και αν μεν ζητήσουν τον λόγο και δεν τους δοθεί (μετά από προσφυγή τους στο δικαστήριο), δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ` του ΚΠοινΔ, ιδρύουσα λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτει ότι κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της ποινικής κατηγορίας κατ’ έφεση με κατηγορούμενο τον αναιρεσείοντα αναγνώσθηκαν χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από οποιονδήποτε τα αναφερόμενα με α/α 1 έως 43 έγγραφα, τόσο δε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος όσο και ο συνήγορός του δεν ζήτησαν το λόγο από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στο ακροατήριο για να ασκήσουν τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματα μετά την ανάγνωση κάθε εγγράφου.
Επομένως, αφού δεν υπήρχε από το νόμο υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δημιουργήσει οίκοθεν τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τη μη παροχή, αυτεπάγγελτα εκ μέρους του διευθύνοντος και χωρίς αίτημα μετά από την ανάγνωση κάθε εγγράφου, του λόγου στον τελευταίο, καθόσον η επικαλούμενη ακυρότητα - ένεκα του ότι δεν δόθηκε ο λόγος στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο μετά από την ανάγνωση κάθε εγγράφου, δεν οφείλεται σε παράλειψη υποχρέωσης του δικαστηρίου και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α’ ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι ως άνω συναφείς με τους λόγους αυτής πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 14-9-2015 αίτηση του Α. Κ. του Σ. και τους από 16-09-2016 πρόσθετους λόγους αυτού για αναίρεση της υπ’ αριθμό 1124/2015 απόφασης του Β’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του την 1η Νοεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ