Legislator Case Law & Legislation
1581/2012 AI generated

1581/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1581/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1581/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναίρεσης από την διάταξη αυτή πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων (α) η νόμιμη βάση, δηλ. η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και (β) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1581 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1581/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. συζ. Μ. Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Λύτρα.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ Γ. ΑΕΜΕ", που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 476/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7416/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-10-2011 αίτησή της και τους από 3-7-2012 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 4-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τετάρτου κυρίου λόγου αναίρεσης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό σκέλος του και την απόρριψη αυτού κατά τα λοιπά, καθώς και των υπόλοιπων, κύριων και πρόσθετων, λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. (Α) Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθ. 118 αριθ. 4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ, στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί μη συνδρομής αυτών, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναίρεσης από την διάταξη αυτή πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων (α) η νόμιμη βάση, δηλ. η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και (β) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση.

Επομένως και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα οι λόγοι αναίρεσης τέταρτος κύριος από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ κατά το α' σκέλος αυτού και τρίτος πρόσθετος κατά το στοιχ. 1 αυτού, με τους οποίους αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια της παραβίασης κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και οι πέμπτος και έβδομος κατά το Β' σκέλος αυτού (όπως διευκρινίζεται περαιτέρω με το στοιχ.

Α' ότι, ενώ η αναιρεσιβαλλομένη δέχεται ότι η ενάγουσα εργάσθηκε διακεκομμένα ως συνοδός λεωφορείου στο πρωινό και απογευματινό δρομολόγιο, από 07.00' έως 08.30' και από 16.00' έως 17.30', και ως πωλήτρια εδεσμάτων σε καντίνα σε δύο από τα τέσσερα διαλείμματα, από 08.30' έως 13.45', εν τούτοις δέχθηκε ότι δεν πραγματοποίησε υπερωρίες) και οι πρόσθετοι δεύτερος κατά τα σχετικά σκέλη αυτού και τρίτος κατά το στοιχ. 2 αυτού, με τους οποίους αποδίδεται η από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω έλλειψης αιτιολογιών ή λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι, εκτός των άλλων, δεν προσδιορίζονται και δεν αναφέρονται οι ευθέως ή εκ πλαγίου φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

(Β) Ο εκ του άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η μη λήψη υπόψη των οποίων, καίτοι προταθέντων, ή αντιθέτως η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, θεμελιώνει τον λόγο αυτόν αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της παραδεκτής προβολής τους, συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 3/1997), δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της, με την οποία ζητούσε την επιδίκαση διαφορών αποδοχών για την πρόσθετη εργασία της ως πωλήτριας και υπεύθυνης των καντινών του σχολείου της αναιρεσίβλητης - στην οποία είχε προσληφθεί και εργαζόταν ως συνοδός σχολικών λεωφορείων -την είσπραξη και μεταφορά των χρημάτων όλων των καντινών του σχολείου, για αποζημίωση για την επιπλέον εργασία της και για διαφορές επιδομάτων εορτών και αδειών λόγω μη υπολογισμού του ταμιακού επιδόματος 88 και 130 € αντίστοιχα κ.λπ., ισχυρίσθηκε ότι ελάμβανε ως ταμιακό επίδομα για την πρόσθετη απασχόληση της ως πωλήτρια της κεντρικής καντίνας και ως υπεύθυνη των άλλων 8 καντινών και την είσπραξη και μεταφορά των εισπράξεων απ' αυτές στο λογιστήριο μηνιαίως 88 € για τα έτη 2001 και 2002 και 130 € για τα έτη 2003 και 2004 και μέχρι την 15-6-2005.

Την καταβολή του επιδόματος αυτού ρητά δέχθηκε και η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και επομένως ο πρώτος κύριος λόγος αναίρεσης κατά το Α' σκέλος αυτού περί μη λήψης υπόψη του ισχυρισμού αυτού πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτό, κατά τρόπο αναιρετικά ανέλεγκτο, ότι η αναιρεσείουσα προσληφθείσα την 1-9-1995 από την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, καταρτιζομένων έκτοτε διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου την 1η Σεπτεμβρίου εκάστου έτους μέχρι την 15η Ιουνίου του επομένου, ως συνοδός σχολικού λεωφορείου στο ιδιωτικό εκπαιδευτήριο που διατηρεί η αναιρεσίβλητη, εργαζόταν κάθε εβδομάδα από τη Δευτέρα έως την Παρασκευή, επί 8 ώρες ημερησίως με διακεκομμένο ωράριο ως συνοδός σχολικού λεωφορείου, στο πρωινό και απογευματινό δρομολόγιο, ενώ απασχολείτο σε δύο από τα τέσσερα διαλείμματα στην πώληση των εδεσμάτων που διέθετε η καντίνα του εκπαιδευτηρίου και στη μεταφορά των εισπράξεων από όλες τις καντίνες στο λογιστήριο, μη αποδειχθείσης υπερωριακής απασχόλησης αυτής.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, εφόσον το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι η αναιρεσείουσα εργαζόταν επί 8 ώρες συνολικά την ημέρα, με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, ως συνοδός σχολικού λεωφορείου και σε δύο από τα τέσσερα διαλείμματα στην πώληση εδεσμάτων των καντινών και στην μεταφορά των εισπράξεων στο λογιστήριο, έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ' ουσίαν τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ότι εργαζόταν στην καντίνα και κατά τα τέσσερα διαλείμματα, ότι εργαζόταν συνολικά ως συνοδός σχολικού λεωφορείου και στην καντίνα επί 10.30' ώρες, ότι απασχολήθηκε και ως υπεύθυνη των καντινών, δεχόμενη και εκτελώντας τις παραγγελίες των καντινών, απασχολούμενη επί αρκετό χρόνο κάθε ημέρα με την σημείωση των επιστρεφομένων σ' αυτήν εδεσμάτων που δεν καταναλώθηκαν και των χρημάτων των καταναλωθέντων εδεσμάτων, καθώς και ότι εργαζόταν ως πωλήτρια στην κεντρική καντίνα, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πρώτος κύριος λόγος αναίρεσης ως προς άπαντα τα σκέλη του.

Εξάλλου, η αναιρεσείουσα ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της είχε ισχυρισθεί ότι, εκτός από συνοδός σχολικού λεωφορείου της εναγομένης, εργασία για την οποία είχε προσληφθεί, εργαζόταν από 08.30' - 16.00' ως υπεύθυνη καντινών της εναγομένης και των πωλητριών, ως πωλήτρια φαγώσιμων, ως εκτελεστής παραγγελιών, οργανώτρια κ.λπ., για την πρόσθετη δε αυτή εργασία της η εναγομένη της κατέβαλλε επιπλέον αμοιβή 88 € μέχρι 15-6-2003 και 130 € από 1-9-2003, δεν συνυπολόγιζε, όμως, την επιπλέον αυτή αμοιβή στα επιδόματα εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας, και ζήτησε την καταβολή της προκύπτουσας διαφοράς από τον ως άνω μη συνυπολογισμό.

Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτό ότι η ενάγουσα, προσληφθείσα από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κ.λπ. προκειμένου να εργασθεί ως συνοδός σχολικού λεωφορείου στο ιδιωτικό εκπαιδευτήριο της εναγομένης, εργαζόταν από Δευτέρα έως Παρασκευή επί 8 ώρες ημερησίως με διακεκομμένο ωράριο με την ως άνω ιδιότητα, στο πρωινό και απογευματινό δρομολόγιο, ενώ επίσης "βάσει σχετικής συμφωνίας με τη εφεσίβλητη (εναγομένη αναιρεσίβλητη) απασχολείτο σε δύο από τα τέσσερα διαλείμματα στην πώληση των εδεσμάτων που διέθετε η καντίνα του εκπαιδευτηρίου και στην μεταφορά των εισπράξεων από όλες τις καντίνες στο λογιστήριο ...

και συνεπώς δεν δικαιούται ιδιαίτερης αμοιβής για την απασχόληση αυτή". Την κατάρτιση της ιδιαίτερης αυτής συμφωνίας για την απασχόληση της ενάγουσας στα πλαίσια της οκτάωρης ημερήσιας εργασίας της και στην καντίνα της εναγομένης κ.λπ. είχε ρητά επικαλεσθεί η τελευταία με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της κατά την συζήτηση της έφεσης της ενάγουσας (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ) και επομένως το Εφετείο ουδόλως παρά το νόμο έλαβε υπόψη μη προταθέντα "πράγματα", δηλ.

την κατάρτιση της ως άνω ιδιαίτερης συμφωνίας και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο συναφής περί του αντιθέτου τρίτος κύριος λόγος από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος κατά το σχετικό με στοιχ. 1 σκέλος του από την ίδια διάταξη είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι εκτός από την αριθμητική αναφορά της ως άνω διάταξης ουδεμία συγκεκριμένη, πλην των ανωτέρω, συναφής πλημμέλεια αποδίδεται, ο δε τέταρτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, φερόμενος από την ίδια ως άνω διάταξη, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια, διότι δεν δέχθηκε την κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσείουσας και τις ένορκες υπέρ αυτής βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφου και ειρηνοδίκου, ενώ δέχθηκε τις μαρτυρικές καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της εναγομένης, καίτοι μειωμένης αξιοπιστίας, καθόσον εργάζονταν σ' αυτήν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται ευθέως στην εκ μέρους του δικαστηρίου εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και των αποδείξεων (άρθ. 561§1 ΚΠολΔ), πλήττει δηλ.

την ουσία της υπόθεσης. Απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος είναι και ο πέμπτος πρόσθετος λόγος κατά το α' σκέλος του από την ίδια διάταξη (αριθ. 8), με τον οποίο αποδίδεται ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις μεταξύ των διαδίκων έγγραφες συμβάσεις, από τις οποίες προέκυπτε η φύση και το είδος της συμφωνηθείσης εργασίας κ.λπ., διότι στην πραγματικότητα πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων και την ουσία της υπόθεσης κ.λπ., αμφότεροι δε ως αβάσιμοι, εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι με αυτούς προσάπτεται ότι δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη με επίκληση προσκομισθέντα αποδεικτικά έγγραφα (άρθ. 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ), διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, πλην των άλλων, και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά (συμβάσεις εργασίας).

(Γ) Κατά το άρθ. 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, ως αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλ. αίτημα ή βάση της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, ενδίκου μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσείουσα ρητά ισχυρίσθηκε ότι η αναιρεσίβλητη για την πρόσθετη εργασία της στην καντίνα της, την μεταφορά των εισπράξεων κλπ. κατέβαλλε σ' αυτήν ως ταμιακό επίδομα 88 € το μήνα για τα έτη 2001 και 2002 και 130 € για τα έτη 2003 και 2004 μέχρι την 15-6-2005 και ζήτησε την διαφορά από τον μη υπολογισμό του επιδόματος αυτού στα επιδόματα εορτών και αδείας και στις αποδοχές αδείας, την καταβολή δε αυτήν δέχθηκε και η αναιρεσιβαλλομένη, η οποία, όμως, παρά την παραδοχή αυτήν και το σχετικό αίτημα της ενάγουσας, δεν υπολόγισε το εν λόγω επίδομα στα επιδόματα εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας, υπέπεσε δηλ. στην πλημμέλεια του αριθ. 9 του άρθ. 559 ΚΠολΔ και επομένως ο συναφής τέταρτος κύριος λόγος αναίρεσης κατά το β' σκέλος του κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, πρέπει, όμως, ν' απορριφθεί κατά τα λοιπά, καθόσον οι αποδιδόμενες πλημμέλειες ότι στην αναιρεσιβαλλομένη δεν αναφέρεται (α) σε ποια από τα τέσσερα διαλείμματα εργαζόταν η ενάγουσα και (β) πότε άρχιζε να εργάζεται ως συνοδός και πότε στις καντίνες, δεν θεμελιώνουν κάποιον λόγο αναίρεσης.

(Δ) Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμμιά απόδειξη. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την αγωγή ή ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1998), δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που μνημόνευσε στην απόφασή του.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε όχι χωρίς απόδειξη, αλλά, όπως στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαιώνεται, με βάση τ' αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα, δηλ. τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως αυτές περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκληθείσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασής του, όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τις ειδικά προσδιοριζόμενες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη και συμβολαιογράφου και επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου λόγοι αναίρεσης, δεύτερος πρόσθετος κατά το σχετικό σκέλος του (κατά το οποίο η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε την συμφωνία των διαδίκων για την απασχόληση της ενάγουσας σε δύο από τα τέσσερα διαλείμματα στην πώληση εδεσμάτων, χωρίς ν' αναφέρει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία και δη έγγραφα προκύπτει αυτή) και έβδομος κύριος κατά τα συναφή σκέλη του, κατ' ορθή εκτίμηση αυτών, και δη ότι ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση (α) δεν διευκρινίζεται από ποιά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα πραγματοποίησε υπερωρίες και δεν παρατίθεται ποιό το ωράριο απασχόλησης της ως συνοδού και ποιό ως πωλήτριας και της είσπραξης κ.λπ. (κατά το σημείο τούτο ο λόγος αυτός ως ειδικότερη αιτίαση από τον αριθ. 19 είναι και αόριστος, ως ανωτέρω, λόγω μη αναφοράς της διάταξης που φέρεται ότι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου), ούτε αναφέρεται πώς προκύπτει η επί 8ωρο ημερήσια απασχόληση της (β) δεν αναφέρεται σε ποιά στοιχεία στηρίζεται η παραδοχή ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται αμοιβή για πρόσθετη απασχόληση, ούτε αν το ως άνω γενόμενο δεκτό από την αναιρεσιβαλλομένη αποδείχθηκε από μάρτυρες, και ποιούς, και από ποιά έγγραφα, ενώ ο αυτός λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτόν η πλημμέλεια ότι το δικαστήριο, εάν είχε αμφιβολίες ως προς την υπερωριακή απασχόληση της αναιρεσείουσας, έπρεπε να διατάξει σχετικές αποδείξεις, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι ο αναιρετικός αυτός λόγος καταργήθηκε από 1-1-2002 με το άρθ. 17§2 ν. 2915/2001.

(Ε) Ο εκ του άρθ. 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη όλα τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν νόμιμα και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από την βεβαίωση αυτή και το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων, όλα τα νόμιμα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τ' αναφερόμενα στην αίτηση και τους πρόσθετους λόγους και επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί περί του αντιθέτου λόγοι αναίρεσης, δεύτερος κύριος και πρώτος πρόσθετος (κατ' ορθό χαρακτηρισμό αυτού).

(ΣΤ) Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 17 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, οι οποίες, όμως, θα πρέπει να εντοπίζονται στο διατακτικό της, καθιστώντας αυτό αόριστο, έτσι ώστε να εμποδίζεται η εκτέλεση της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης (Ολ.ΑΠ 13/1995). Αντίθετα, η ύπαρξη αντιφατικών απλώς αιτιολογιών, εφόσον δεν επέχουν θέση διατακτικού της απόφασης ή η διαπίστωση αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, όταν βέβαια οι αιτιολογίες δεν επέχουν θέση διατακτικού, δεν θεμελιώνουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου, εξάλλου, πρέπει ν' αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες αντιφάσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση αποδίδονται πλημμέλειες από τον αριθ. 17 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, δηλ. ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, ειδικότερα δε η αναιρεσείουσα υποστηρίζει: (1) Με τον έκτο κύριο λόγο αναίρεσης ότι (α) αν και η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι για την πρόσθετη εργασία ελάμβανε πρόσθετη αμοιβή 88 και 130 € κ.λπ., εντούτοις δεν επεδίκασε την ζητηθείσα αποζημίωση που προκύπτει από τον μη υπολογισμό του ως άνω επιδόματος στα επιδόματα εορτών και αδείας κ.λπ., η αιτίαση, όμως, αυτή συνιστά πλημμέλεια από τον αριθ. 9 της ως άνω διάταξης, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω και επομένως ο λόγος αυτός κατά το σκέλος του τούτο πρέπει ν' απορριφθεί και (β) η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα εργαζόταν επί 8 ώρες ημερησίως, ως συνοδός στο πρωινό και απογευματινό δρομολόγιο και ως πωλήτρια στα δύο από τα τέσσερα διαλείμματα και για την είσπραξη και μεταφορά των χρημάτων στο λογιστήριο, ενώ σύμφωνα με το ανωτέρω ωράριο απασχολείτο επί 10,5 ώρες, η αιτίαση, όμως, αυτή πλήττει στην πραγματικότητα ευθέως την εκτίμηση των αποδείξεων και την ουσία της υπόθεσης και γι' αυτό κατά το σκέλος του τούτο ο εδώ ερευνώμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. (2) Με τον έβδομο κύριο λόγο αναίρεσης αναφέρει μεν ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, ουδεμία, όμως, συγκεκριμένη συναφή αιτίαση διαλαμβάνει και κατά συνέπεια κατά το σκέλος αυτό ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.

Σε κάθε περίπτωση, οι προβαλλόμενες ως άνω αιτιάσεις με τους λόγους αυτούς για αντιφατικές διατάξεις αναφέρονται στις αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες, όμως, ουδεμία επίδραση έχουν στο σαφώς και χωρίς αντιφάσεις διατυπωμένο διατακτικό της απόφασης και επομένως είναι και εξ αυτού απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

(Ζ) Ο εκ του άρθ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλ. στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πραγματικά περιλαμβάνει, όχι και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολ.ΑΠ 2/2008). "Έγγραφα" κατά τον προκείμενο λόγο αναίρεσης είναι τα κατά τα άρθ. 339 και 342 επ.

ΚΠολΔ αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη. Δεν αποτελούν έγγραφα, υπό την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, παραμορφώθηκε, το διαφορετικό απ' αυτό περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης σε σχέση με την συνδρομή ή όχι ορισμένων κρισίμων πραγματικών γεγονότων.

Η παραμόρφωση πρέπει να ανάγεται σε σημείο του εγγράφου που αφορά το αποδεικτέο γεγονός.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση από την ως άνω διάταξη, ειδικότερα δε με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, κατά το σχετικό σκέλος του, και σε σχέση με την γενομένη δεκτή με την προσβαλλομένη απόφαση ιδιαίτερη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για την απασχόληση της αναιρεσείουσας κατά τα δύο από τα τέσσερα διαλείμματα στην πώληση εδεσμάτων, ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε την 2863/2006 ένορκη βεβαίωση, τις περιεχόμενες στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης και τις έγγραφες συμβάσεις εργασίας της αναιρεσείουσας, καθόσον σε κανένα από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν γίνεται μνεία για τέτοια συμφωνία, το αυτό δε προβάλλει και με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο, κατά το σχετικό σκέλος του, ειδικά σε σχέση με τις έγγραφες συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων.

Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, πρέπει ν' απορριφθεί (α) ως προς την ένορκη βεβαίωση και τις καταθέσεις των μαρτύρων ως μη νόμιμος, καθόσον ως έγγραφα, των οποίων η παραμόρφωση θεμελιώνει τον ερευνώμενο εδώ λόγο αναίρεσης, νοούνται τα κατ' άρθ. 339 και 342 επ. ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα και όχι αυτά που ενσωματώνουν άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως οι ένορκες βεβαιώσεις και οι ενώπιον του δικαστηρίου καταθέσεις των μαρτύρων, αλλά ούτε και τα περιέχοντα αυτές πρακτικά (β) ως προς τις συμβάσεις εργασίας προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο των συμβάσεων εργασίας που φέρονται κατά την αναιρεσείουσα ότι παραμορφώθηκαν.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει (1) ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως τα προαναφερθέντα κεφάλαια, δηλ. την οφειλομένη διαφορά λόγω του μη υπολογισμού του ταμιακού επιδόματος στα επιδόματα εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας (2) να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρινίσεις (εύρεση του οφειλομένου για την αιτία αυτή ποσού με τον συνυπολογισμό του ως άνω επιδόματος), για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ) και (3) να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7416/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος τούτο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε χίλια επτακόσια (1.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ