Legislator Case Law & Legislation
1581/2009 AI generated

Supreme Court remands case for retrial due to insufficient reasoning on statutory compensation caps for public sector employees.

Case Number 1581/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a lower court's decision reducing an employee's severance pay. The appellant argued the lower court failed to properly apply statutory caps on compensation for public sector entities. The court found the reasoning insufficient because it accepted the bank was public without verifying the specific ownership majority required by law. Consequently, the case was remanded for retrial with a new panel to properly assess the statutory limits.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2 para. 2 of A.N. 173/1967; Art. 51 para. 1d' of N. 1892/1990: When a court applies statutory compensation caps to public sector entities, it must explicitly verify the factual prerequisites, specifically that the majority of shares belong to the state, rather than merely accepting the entity's classification without factual basis.

Keywords

AI generated
statutory compensation caps public sector entities severance pay limits insufficient reasoning remand for retrial state ownership majority labor law application

Cited Legislation

AI generated
Art. 2 para. 2 of A.N. 173/1967
Art. 33 of N. 1876/1990
Art. 191 of N.D. 618/1970
Art. 103 para. 7 and 8 of the Constitution
Art. 1 para. 6 of N. 1256/1982
Art. 51 of N. 1892/1990
Art. 8 para. a' of N. 3198/1955
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1581 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1581/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:..., κατοίκου..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Πετρόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σπηλιόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2065/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 426/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 25-5-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 25-9-2008 έκθεσή του, με την οποία πρότεινε την παραδοχή των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρ. 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967, στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες ή επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφελείας ή επιχειρήσεις οι οποίες επιχορηγούνται από το Κράτος, η αποζημίωση που οφείλεται από τον Ν. 2112/1920, όπως ισχύει εκάστοτε, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 240.000 δρχ., καταργουμένης κάθε αντίθετης ειδικής διάταξης νόμου ή σύμβασης οποιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου.

Το όριο αυτό αναπροσαρμόσθηκε σε 1.500.000 δρχ. με το άρθρ. 33 του Ν. 1876/1990. Εξάλλου, με το άρθρ. 191 του ΝΔ 618/1970 "περί εφαρμογής των διατάξεων του ΑΝ 173/1967 επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κ.λ.π.", ορίσθηκε ότι τα ανώτατα όρια αποζημιώσεις που τίθενται από τα άρθρ. 9 παρ. 2 και 3 του ΑΝ 173/1967, ισχύουν για κάθε περίπτωση αποζημιώσεως, η οποία οφείλεται με γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, στους αποχωρούντες, απομακρυνόμενους ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτες του Δημοσίου, των ΟΤΑ, ΝΠΔΔ, τραπεζών, επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεων επιχορηγουμένων από το Κράτος, που συνδέονται μετ' αυτών με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καταργουμένης κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οποιασδήποτε μορφής και εθίμου.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το αρθρ. 103 παρ. 7 και 8 του Συντ., ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από τον νόμο, ήδη δε ισχύουν οι διατάξεις των άρθρ. 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990, με τις οποίες έγινε επανοριοθέτηση του δημόσιου τομέα, όπως είχε οριοθετηθεί με το άρθρ. 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και ορίσθηκε ότι ο κατά τις παραπάνω διατάξεις δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο " ...δ.

τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου είτε στο σύνολό τους είτε κατά πλειοψηφία". Με βάση το γράμμα των ανωτέρω διατάξεων του ΑΝ 173/1967 και του ΝΔ 618/1970 καταλείπεται, εκ πρώτης όψεως, η εντύπωση ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους και συνεπώς, υπόκεινται στο θεσπιζόμενο από αυτές ανώτατο όριο αποζημιώσεως οι μισθωτοί όλων ανεξαιρέτως των τραπεζών, αφού οι διατάξεις αυτές δεν διακρίνουν μεταξύ των τραπεζών του ιδιωτικού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα κατά την έννοια του άρθρ. 51 παρ. 1 παρ.

δ' του Ν. 1882/1990. Εγινε δεκτό όμως ότι, ενόψει του σκοπού και του αληθούς νοήματος των εν λόγω διατάξεων, εκβάλλεται τελολογική συστολή του γράμματος αυτών, ώστε να εφαρμόζονται μόνο στις τράπεζες του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΑΠ (ολ) 39/1998), δηλαδή στις τράπεζες οι μετοχές των οποίων ανήκουν στο σύνολό τους ή κατά πλειοψηφία στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου.

Αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να αντληθεί από το άρθρ. 49 Α του Κανονισμού της Βουλής, κατά την παρ. 3 του οποίου η προβλεπόμενη στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων, Τραπεζών και Οργανισμών κοινής ωφελείας διατυπώνει γνώμη για την καταλληλότητα των προτεινόμενων προς διορισμό, επαναδιορισμό ή ανανέωση θητείας σε θέσεις Προέδρου του Δ.Σ., Διοικητικού ή Διυθύνοντος Συμβούλου των αναφερομένων στη παρ. 6 του ίδιου άρθρου δημοσίων επιχειρήσεων, τραπεζών κ.λ.π., μεταξύ των οποίων μνημονεύεται ειδικά η αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, ενώ και από το άρθρ. 29 του Ν. 2937/2001, που ορίζει ότι από την ισχύ του (26-7-2001) δεν απαιτείται γνώμη της ανωτέρω Επιτροπής της Βουλής για την καταλληλότητα των προτεινόμενων για διορισμό ή επαναδιορισμό στις άνω θέσεις της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η αναιρεσίβλητη υπαγόταν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα μέχρι της ενάρξεως ισχύος του νόμου αυτού.

Και αυτό, διότι ο δημόσιος τομέας καθορίζεται μόνο από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρ. 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 (ΑΠ (ολ) 1/2006) και όχι από τον Κανονισμό της Βουλής, οι ρυθμίσεις του οποίου εξυπηρετούν άλλους σκοπούς (εσωτερική λειτουργία της Βουλής, αποτελεσματική άσκηση κοινοβουλευτικού ελέγχου) και δεν μπορούν να καταργήσουν ή τροποποιήσουν διατάξεις ισχυόντων τυπικών νόμων.

Στην κρινόμενη υπόθεση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ανελέγκτως και τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων προσλήβθηκε από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα την 6-10-1975 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (λόγω υποχρεωτικού ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης) στον λογιστικό κλάδο των υπαλλήλων του και εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι του βαθμού του Τμηματάρχη Β'.

Την 5-3-2001, έχοντας συμπληρώσει πραγματική υπηρεσία μεγαλύτερη των 25 ετών αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του σε ηλικία 56 ετών, απευθύνοντας στην αναιρεσίβλητη την υπό την αυτή ημερομηνία δήλωσή του με την οποία κατήγγειλε μονομερώς τη σύμβαση εργασίας του και δήλωνε ότι θα εργασθεί μέχρι την 1-4-2001, οπότε θα έπαυε να προσφέρει τις υπηρεσίες του.

Η καταγγελία που έγινε κατ' αυτό τον τρόπο πριν από τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του κατέστησε εξ υπαρχής τη σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου, καθόσον πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση της πρόωρης λύσης της συμβάσεως, δηλαδή με την προβλεπόμενη από τον Οργανισμό Υπηρεσίας της Τράπεζας δυνατότητα για μονομερή καταγγελία, της οποίας έκαμε χρήση με την υποβολή της ανωτέρω σχετικής δηλώσεως.

Για την αποχώρησή του δε υπήρχε και η συγκατάθεση της αναιρεσίβλητης, αφού ο αναιρεσείων είχε προσχωρήσει στον έχοντα ισχύ νόμου Κανονισμό αυτής, όπου στο άρθρ. 33 που ίσχυε κατά τον χρόνο υποβολής της παραίτησής του (αλλά και στο άρθρ. 26 παρ. 2 του ισχύοντος μέχρι 12-3-2001 Κανονισμού) προβλέπεται η εκ των προτέρων συγκατάθεση της Τράπεζας για την περίπτωση μονομερούς πρόωρης αποχώρησης του μισθωτού με έγγραφη παραίτηση από την υπηρεσία του.

Κατόπιν αυτών δέχθηκε το Εφετείο ότι δικαιούται την αποζημίωση το άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, το ποσό της οποίας ανερχόμενο σε 9.092.734 δρχ. (ή 23.749,77 ευρώ), έπρεπε να περιορισθεί σε 1.500.000 δρχ. (ή 4.402,05 ευρώ), διότι η αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ανήκει στις τράπεζες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτό είχε οριοθετηθεί με το άρθρ. 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και επανοριοθετήθηκε με το άρθρ. 51 του Ν. 1892/1990.

Την κρίση του αυτή στήριξε το Εφετείο σε ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων του άρθρ. 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967 και 51 παρ. 1δ' του Ν. 1892/1990, διότι ενώ δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα ανήκει στον προσδιοριζόμενο από το άρθρ. 51 παρ. 1δ' του Ν. 1892/90 δημόσιο τομέα, δεν αναφέρει και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι συντρέχουν οι απαιτούμενες προς τούτο από την άνω διάταξη προϋποθέσεις, δηλαδή ότι η πλειοψηφία τουλάχιστον των μετοχών της αναιρεσίβλητης ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αρ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, καθώς και ο αυτός λόγος κατά το πρώτο του σκέλος και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αληθώς από την ίδια διάταξη, με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι βάσιμοι.

Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος μόνο που επιδίκασε στον αναιρεσείοντα την πιο πάνω μειωμένη αποζημίωση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρ. 580§3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 426/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και,

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ