Supreme Court allows appeal against Athens Court of Appeal decision due to failure to consider relevant medical evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision, remanding the case for retrial. The appellant argued that the lower court failed to consider two specific medical reports regarding his health deterioration and disability percentage. The court found this omission created a reasonable doubt about the evidence base and ruled that the appeal was admissible on these grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 580 of the Code of Civil Procedure; Articles 937, 247, 251 of the Civil Code: An appellate court's failure to consider relevant medical evidence submitted by a party creates a ground for appeal, necessitating a retrial to ensure the judgment is based on a complete evidentiary record.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1581 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1581/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σαμαρά και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, Ψ2) Ανώνυμης Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Ανώνυμος Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/8/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2871/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1583/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/7/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 21/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τρίτου και τετάρτου λόγων αναιρέσεως από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και την απόρριψη των λοιπών λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ..... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ..., αποδεικνύεται ότι, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή, της παρούσας απόφασης δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1. Όμως, αυτός δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 ΑΚ προκύπτει, ότι η αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημίωσης για όλη τη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες.
Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου. Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως.
Έτσι ο χρόνος της παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. (ολ. ΑΠ 38/1996, 40/1996).
Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτό ισχύει μόνον για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν - το χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά - ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξης.
Αν όμως μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάσταση αυτών νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συνάφειάς τους με την αδικοπραξία. Εξάλλου, ο εναγόμενος που προτείνει την ένσταση παραγραφής της πιο πάνω αξίωσης πρέπει να επικαλεσθεί και σε περίπτωση αμφισβητήσεως να αποδείξει τα περιστατικά που την συγκροτούν.
Συγκεκριμένως, ο εναγόμενος οφείλει να αποδείξει πότε ο ενάγων - παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου σε αποζημίωση. Ειδικότερα, στην περίπτωση που από τη ζημιογόνο πράξη προκύπτει και δυσμενής, συνέπεια που είναι απρόβλεπτη και συνεπώς για τη σχετική αξίωση που απορρέει από αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή, ο σχετικός ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ενστάσεως παραγραφής.
Έτσι, ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεσθεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή, διότι αυτό είναι το περιεχόμενο της ενστάσεώς του. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του ν. 489/1976 ορίζεται ότι "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά τον ασφαλιστή.
Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο (2) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής". Από την άνω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι η παραπάνω διετής παραγραφή αρχίζει, ενόψει και του άρθρου 241 ΑΚ, όχι από την ίδια ημέρα, αλλά από την επομένη ημέρα του ατυχήματος.
Μέσα στη διετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (ΚΠολΔ 215), δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο. Αν η επίδοση γίνει μετά την παρέλευση της διετίας επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της διετούς παραγραφής. Για την έναρξη της παραπάνω διετούς παραγραφής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς.
Η διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω γιατί αυτή ισχύει στην αξίωση αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας. Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, ειδικώς ρυθμίζουσα την αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή ευθυνομένου έναντι του παθόντος όχι εξ αδικοπραξίας, αλλά εκ του νόμου, επικρατεί της γενικής διατάξεως του άρθρου 937 ΑΚ.
Η παραπάνω διετής παραγραφή ως προς την αφετηρία της καλύπτει την περίπτωση της προβλεπτής από την αρχή ζημίας του παθόντος. Δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο δύναται να συμβεί επί απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα σημαντικής επιδεινώσεως της υγείας του παθόντος.
Και στην ως άνω διετή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς τη διακοπή (ΑΚ 255 επ.) και αναστολή της παραγραφής (ΑΚ 260 επ.). Ειδικώς, με την άσκηση της αγωγής επέρχεται διακοπή της παραγραφής (ΑΚ 261). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση ασκήσεως της αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και στη βραχυπρόθεσμη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό της υπάρξεως αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία λόγω προκλήσεως παράνομης ζημίας, όπως π.χ.
σωματικής βλάβης από αυτοκίνητο, του οποίου έχει ασφαλισθεί η ευθύνη των κατά νόμο οριζομένων προσώπων για την πρόκληση ατυχήματος σε τρίτο πρόσωπο επέρχεται κατ' αρχή η επιμήκυνση της πενταετούς παραγραφής της ΑΚ 937 παρ. 1, καθώς και της διετούς παραγραφής του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 σε 20ετή, αρχόμενη από την τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως αποζημιώσεως για αποθετική ζημία (απώλεια προσόδων), της εναγομένης δηλαδή και σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε η αποζημίωση.
Και τούτο γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) στην περίπτωση αυτή με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η επιμήκυνση όμως του χρόνου της παραγραφής κατά τους όρους του άρθρου 268 ΑΚ, προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξιώσεως που δεν έχει υποκύψει ακόμη στην μέχρι την τελεσιδικία ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή. Τούτο γιατί η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεσθεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 ΑΚ, όπως τούτο συμβαίνει με την αξίωση περί επιδικάσεως διαφυγόντων εισοδημάτων μεταγενεστέρου χρόνου, η παραγραφή της οποίας, εφόσον αποτελεί προβλεπτή ζημία στα πλαίσια της ΑΚ 937 § 1 ή εκείνης του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, άρχισε από την κατά τα άνω έναρξη της παραγραφής της όλης αξιώσεως (ολ.
ΑΠ 38/1996, 23/1994). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 340, 346, 671 και 681 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά την εκδίκαση διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφαλιστής του, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο, αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ. Αυτός θεμελιώνεται όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα έγγραφα αυτά.
Πάντως, για να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής:
Ο αναιρεσείων, ο οποίος τραυματίστηκε στο αυτοκινητικό ατύχημα που έγινε στις 19-4-1997 από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατά την οδήγηση του ασφαλισμένου στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου του, άσκησε κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων τις παρακάτω αγωγές: α) την από 30-1-1998 αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, εξαιτίας της θανατώσεως κατά το ατύχημα του ανήλικου γιου του Α καθώς και για έξοδα κηδείας, β) την από 22-12-1998 κοινή αγωγή με άλλους, που επέβαιναν στο ...
ΙΧΕ αυτοκίνητό του που οδηγούσε ο ίδιος, για θετική και αποθετική ζημία που αφορά το χρονικό διάστημα από την ημέρα του ατυχήματος στις 19-4-1997 μέχρι 30-10-1998, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, γ) την από 31-3-2001 αγωγή για θετική και αποθετική ζημία για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-3-2001 και δ) την από 27-8-2002 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία ζήτησε ο αναιρεσείων (ενάγων) να του καταβάλουν οι αναιρεσίβλητοι - εναγόμενοι ως αποζημίωση τα ποσά που δαπάνησε κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2001 έως 31-8-2001 για φυσικοθεραπείες, αγορά φαρμάκων και μίσθωση ΤΑΧΙ, καθώς και ποσό 26.933,97 Ευρώ, που απώλεσε λόγω της ανικανότητάς του για εργασία, εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το ατύχημα.
Κατά των αξιώσεων, που άσκησε ο αναιρεσείων με την τελευταία από 27-8-2002 αγωγή οι αναιρεσίβλητοι - εναγόμενοι, προέβαλαν ενστάσεις παραγραφής για το λόγο ότι η προαναφερθείσα αγωγή επιδόθηκε σ'αυτούς στις 24-9-2002, ήτοι για μεν τον πρώτο αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) μετά την παρέλευση πενταετίας από το αδίκημα, για δε τη δεύτερη αναιρεσίβλητη (εναγομένη) ασφαλιστική εταιρεία μετά την πάροδο διετίας από το ατύχημα, αφότου και γνώριζε ο αναιρεσείων - ενάγων τις ένδικες επιζήμιες συνέπειες αυτού, καθόσον αυτές δεν οφείλονται σε απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, σημαντική επιδείνωση της υγείας του, με αποτέλεσμα οι αξιώσεις του να υποπέσουν στη βραχυχρόνια πενταετή και διετή παραγραφή, ενόψει του γεγονότος ότι δεν επήλθε επιμήκυνση του χρόνου τη παραγραφής σε 20ετία με την έκδοση στις 23-5-2002 της 4632/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, επί της προγενέστερης για αποθετική ζημία (απώλεια προσόδων) από 22-12-1998 αγωγής, αφού κατά τον ως άνω χρόνο οι ένδικες αξιώσεις είχαν ήδη παραγραφεί.
Ο ενάγων προς απόκρουση των ενστάσεων παραγραφής ισχυρίστηκε πρωτοδίκως και επανέφερε τους ίδιους ισχυρισμούς με την έφεσή του, όπως παρακάτω: Κυρίως μεν ότι έλαβε γνώση των επίδικων ζημιών, που ήταν, απρόβλεπτες αμέσως μετά το ατύχημα και τον τραυματισμό του, στις αρχές του 2001, οπότε άρχισε απρόβλεπτα η επί τα χείρω εξέλιξη της υγείας του, άλλως δε στις 15.9.1997 όταν έλαβε γνώση της από 15.9.1997 γνωμάτευσης, του νοσοκομείου της νοσηλείας του.
Οι ως άνω ενστάσεις, παρά την ανωτέρω άρνηση του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, έγιναν δεκτές και έτσι η από 27-8-2002 αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν με την 2871/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ως άνω απόφαση επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη 1583/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 26-7-2004 έφεση του αναιρεσείοντος, κρίνοντας ότι με την προγενέστερη 4632/2002 απόφασή του που δημοσιεύθηκε στις 23-5-2002 δεν επήλθε επιμήκυνση της παραγραφής των επίδικων αξιώσεων, οι οποίες είχαν υποκύψει στη βραχυχρόνια πενταετή και διετή παραγραφή που είχε συμπληρωθεί πριν από την άσκηση της από 27-8-2002 αγωγής, η οποία επιδόθηκε στις 24-9-2002, και πριν από την κατά τα άνω δημοσίευσή της 4632/2002 αποφάσεώς του, που εκδόθηκε επί της προγενέστερης από 22-12-1998 αγωγής, καθόσον οι επιζήμιες συνέπειες του ατυχήματος μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν ήτοι από τις 19-4-1997 (ημέρα ατυχήματος), οπωσδήποτε δε από τις 2-5-1997 που εξήλθε του νοσοκομείου και δεν οφείλονται σε απροσδόκητη σημαντική επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος.
Κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ο αναιρεσείων προβάλλει με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεώς του αιτιάσεις από το εδάφιο 11 παρ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο κατά την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα έγγραφα, τα οποία νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε για ν'αποδείξει τη βασιμότητα της εφέσεώς του καθόσον οι επίδικες ζημιές δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν αμέσως μετά το ατύχημα, αλλά για το είδος και την έκταση αυτών έλαβε γνώση πολύ αργότερα, όπως προεκτίθεται.
Συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη: α) την υπ' αριθ. 80/2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του νευρολόγου - ψυχιάτρου Β, ο οποίος προσδιόρισε την ανικανότητά του για εργασία, λόγω μετατραυματικής επιληψίας, σε ποσοστό 25%, β) την υπ' αριθ. ..... γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ν. Μαγνησίας με την οποία κρίθηκε, λόγω μετατραυματικής επιληψίας, ολικά ανίκανος για εργασία σε ποσοστό 67% και γ) την από 15-9-1997 ιατρική γνωμάτευση του Αχιλλοπούλειου Νοσοκομείου Βόλου, αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του.
Από την με ημερομηνία 26-7-2004 έφεση του αναιρεσείοντος και τις από 1-12-2004 εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει, από την εκτίμηση του περιεχομένου τους, ότι πράγματι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε τα ως άνω έγγραφα ενώπιον του Εφετείου, από την προσβαλλόμενη δε απόφασή του δεν διαπιστώνεται έλλειψη προσκομιδής των εν λόγω εγγράφων.
Όμως, από την αναιρεσιβαλλομένης απόφαση προκύπτει με σαφήνεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μόνο την προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης του νευρολόγου - ψυχιάτρου Β, την οποία ειδικώς μνημονεύει και, επομένως, ως προς το έγγραφο αυτό ο τρίτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Αντίθετα, από την ως άνω απόφαση και την καταχωρισμένη σ'αυτή γενική μνεία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι" δημιουργείται αμφιβολία αν το Εφετείο, κατά την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη τα ως άνω λοιπά δύο έγγραφα, τα οποία νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε ο εκκαλών - αναιρεσείων για ν' αποδείξει τη βασιμότητα της εφέσεώς του.
Πιο συγκεκριμένα, από την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα από τις αιτιολογίες της, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, κατά την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη: α) την από 15-9-1997 ιατρική γνωμάτευση του Αχιλλοπούλειου Νοσοκομείου Βόλου, στην οποία περιγράφεται η μετατραυματική κατάσταση της υγείας του αναιρεσείοντος και β) την υπ' αριθ. .....
γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ν. Μαγνησίας με την οποία αυτός κρίθηκε ολικά ανίκανος για εργασία κατά ποσοστό 67%, που επικαλέσθηκε, ισχυριζόμενος ότι πριν από τις αρχές του 2001, άλλως πριν την 15-9-1997, δεν μπορούσε να προβλέψει τις ένδικες επιζήμιες συνέπειες του ατυχήματος, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, οφείλονται σε απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα σημαντική επιδείνωση της υγείας του λόγω της μετατραυματικής επιληψίας.
Και τούτο διότι, ενώ στην αναιρεσιβαλλομένης απόφαση γίνεται ειδική μνεία στην από 28-3-2000 υπ' αριθ. 80/2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, με την οποία προσδιορίστηκε το ποσοστό αναπηρίας, λόγω της μετατραυματικής επιληψίας σε 25%, δεν γίνεται διόλου λόγος για την από 15-9-1997 ιατρική γνωμάτευση του Αχιλλοπούλειου Νοσοκομείου Βόλου όπου αναφέρεται αναλυτικά η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, ούτε για την μεταγενέστερη υπ' αριθ. .....
γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Ν. Μαγνησίας, η οποία έκρινε τον αναιρεσείοντα, λόγω μετατραυματικής επιληψίας, ολικά ανίκανο για εργασία επί δύο (2) έτη με ποσοστό αναπηρίας 67%, που υποδηλώνει σημαντική επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας αυτού. Ως εκ τούτου, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτούς στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω αιτίαση σε σχέση με τα δύο αυτά έγγραφα είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή αυτών, να αναιρεθεί η 1583/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, παρελκούσης, εντεύθεν της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1583/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) Ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ