Legislator Case Law & Legislation
1580/2025 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on insufficient reasoning regarding adverse possession claims against Greek public property.

Case Number 1580/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling establishing adverse possession over specific rural lands. The State argued that the lower court failed to verify if the owners acted as owners or merely with permission, but the Court found the reasoning insufficient to support the adverse possession finding. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the appellants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 974 and 1045 of the Civil Code; An appeal is inadmissible if the lower court's reasoning is insufficient to support the finding of adverse possession, preventing the appellate court from verifying the statutory requirements.

Keywords

AI generated
adverse possession insufficient reasoning appeal inadmissibility Greek Civil Code public property legal costs adverse possession elements

Cited Legislation

AI generated
Article 118 of the Code of Civil Procedure
Articles 974 and 1045 of the Civil Code
Articles 106, 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) and (3) of Law 3693/1957
Article 52(18) of Law 3693/1957
Article 5(12) of Law 1738/1987
Decision of the Ministers of Finance and Justice, No. 134423/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1580 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1580/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Λημνιώτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων-καθ' ων η κλήση: 1) Π. συζ. Α. Μ., το γένος Δ. και Α. Λ., 2) Α. Μ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Θεοδώρου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Κοινοποιούμενη στο Ίδρυμα με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ Χ. ΚΑΙ Μ. Δ.", που εδρεύει στη Νάουσα, νομίμως εκπροσωπούμενο, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και τις από 4-3-2009 προτάσεις-πρόσθετη παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 181/ΤΜ/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 438/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης (Τμήμα Δ'). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 14-10-2013 αίτηση και τους από 26-3-2014 (με αρ. κατ. 45/3-6-2020) προσθέτους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 749/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση το αναιρεσείον με την από 4-1-2024 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευαγγελία Στεργίου ανέγνωσε την από 9-3-2021 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρουλιώς Δαβίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 118 παρ. 5 ΚΠολΔ, τα δικόγραφα που επιδίδονται από τον ένα διάδικο στον άλλο ή υποβάλλονται στο δικαστήριο, πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχουν και την υπογραφή του διαδίκου ή του νομίμου αντιπροσώπου ή του δικαστικού πληρεξουσίου του και όπου είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο, την υπογραφή του δικηγόρου. Τα απαιτούμενα από το άρθρο 118 ΚΠολΔ στοιχεία του δικογράφου δεν αποτελούν, με εξαίρεση την υπογραφή, προϋπόθεση του κύρους της διαδικαστικής πράξεως που περιέχεται στο δικόγραφο. Αντιθέτως, ανυπόγραφο δικόγραφο καθιστά άκυρη την πιστοποιούμενη διαδικαστική πράξη. Η ακυρότητα θεραπεύεται με την αναπλήρωση της υπογραφής, που μπορεί να υπάρξει με την υπογραφή της πράξης κατάθεσης του δικογράφου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο (ΑΠ 1437/2008, ΑΠ1/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με την από 4-1-2024 κλήση του, επαναφέρει προς συζήτηση την από 14-10-2013 αίτηση αναίρεσής του κατά της υπ' αρ. 438/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και τους από 26-3-2014 πρόσθετους λόγους αυτής. Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αυτής κλήσης που προσκομίζεται στο δικαστήριο ως εισαγωγικό δικόγραφο της παρούσας συζήτησης, προκύπτει ότι το δικόγραφο αυτό, δεν φέρει την υπογραφή του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Νικολάου Πρίτσινα, παρά μόνο τα δια μηχανικού μέσου στοιχεία του ονοματεπώνυμου του, πλην όμως αυτός υπέγραψε, παρά πόδας αυτής της κλήσης, την με αριθμό 15/2024 πράξη κατάθεσης αυτού του δικογράφου, της Γραμματέως του Αρείου Πάγου, όπου η τελευταία παραδεκτώς ασκήθηκε και κατ'αυτό τον τρόπο θεραπεύτηκε η ακυρότητα αυτού, η οποία εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το παρόν δικαστήριο. Επομένως νομίμως επαφέρεται η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, με την παραπάνω, από 4-1-2024 κλήση του αναιρεσείοντος, μετά την έκδοση της με αριθμό 749/2022 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της κατά τη δικάσιμο της 1ης Δεκεμβρίου 2021, που είχε οριστεί αρχικά, για τον αναφερόμενο σε αυτή λόγο.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η με αριθμό 438/2013 τελεσίδικη απόφαση του τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με αυτήν έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Π. συζ. Α. Μ. και Α. Μ. του Μ., κατά το μέρος που στρέφονταν κατά του εναγομένου - εφεσίβλητου Ιδρύματος με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ Χ. ΚΑΙ Μ. Δ.", το οποίο εδρεύει στη Νάουσα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου Νάουσας, Δήμαρχο Νάουσας, και κατά του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών και προσθέτως παρεμβάντος υπέρ του ως άνω εναγομένου κοινωφελούς Ιδρύματος, στην πρωτοβάθμια δίκη. Ακολούθως, έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και αναγνωρίστηκαν αυτοί κύριοι (συγκύριοι) των επιδίκων ακινήτων, ενώ απορρίφθηκε η πρόσθετη παρέμβαση, κατόπιν της εξαφάνισης της πρωτόδικης με αριθμ. 181/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, που είχε απορρίψει στο σύνολο της την αγωγή και είχε δεχθεί την πρόσθετη παρέμβαση. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 § 1 στοιχ. β`, 556 § 1, 558 εδάφ. α`, 564 § 1, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 § 2 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 975, 976 εδ. α' , 983, 984παρ. 1 εδ. β', 987 και 1045 ΑΚ συνάγονται τα ακόλουθα : α) εκείνος που έχει στη νομή του κινητό ή ακίνητο πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως καλής ή κακής πίστης, για τη συμπλήρωση δε του χρόνου αυτού, δικαιούται να προσμετρήσει και τη νομή του δικαιοπαρόχου του, β) η νομή πράγματος αποκτάται και με ειδική διαδοχή, με άτυπη σύμβαση μη υποκείμενη σε μεταγραφή ακόμη και αν αφορά ακίνητο, μεταξύ του μέχρι τώρα νομέα και του αποκτώντας και παράδοση της νομής του πράγματος στον αποκτώντα.

Μεταβιβάζεται επίσης η νομή του κληρονομουμένου στους κληρονόμους αυτού, είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου, ακόμη και αν αυτοί δεν έχουν την φυσική εξουσία επί του πράγματος και δεν έχουν γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και των αντικειμένων της, θεωρούμενοι κατά πλάσμα του νόμου νομείς των κληρονομιαίων πραγμάτων, ο καθένας κατά τη μερίδα του και χωρίς να απαιτείται αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή, εφόσον ο κληρονομούμενος είχε κατά το χρόνο του θανάτου του νομή επί του κληρονομηθέντος.

Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ' αυτού, μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε πράξη που μαρτυρά, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Έτσι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Συνεπώς η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό (corpus) και το βουλητικό (animus domini), το πρώτο από τα οποία εκδηλώνεται με εμφανείς υλικές (όχι απλώς νομικές) πράξεις φυσικής εξουσίασης του πράγματος, το δε animus (το πνευματικό στοιχείο της νομής), δηλώνεται είτε ρητά είτε σιωπηρά, με πράξεις, τις οποίες επιχειρεί ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπός του.

Άσκηση νομής η οποία απαιτείται για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη (αλλά και με τακτική) χρησικτησία συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, επίβλεψη, επίσκεψη, εκμίσθωση σε τρίτο, φύλαξη, καλλιέργεια, οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η ανάθεση σύνταξης τοπογραφικών διαγραμμάτων, οι ενέργειες για ένταξή του στο σχέδιο πόλεως, η ανέγερση εντός αυτού κτισμάτων κ.α. , αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση και τον προορισμό του πράξεις εξουσίασης.

Τις υλικές αυτές πράξεις οφείλει ο ενάγων να επικαλεσθεί στην αγωγή του, που στηρίζεται στη χρησικτησία και, εφόσον αμφισβητούνται, να αποδεικνύονται από αυτόν χωρίς παράλληλα να απαιτείται να γίνεται σε αυτή (στην αγωγή) και ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 416/2020, ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 401/2018).

Για την έναρξη της εικοσαετίας δεν απαιτείται ο χρησιδεσπόζων, να γνωστοποιήσει την πρόθεσή του να νέμεται το πράγμα για δικό του λογαριασμό, γιατί το στοιχείο αυτό είναι απαραίτητο μόνο μεταξύ του χρησιδεσπόζοντος και άλλων όταν υπάρχει νόμιμη σχέση κοινωνίας. Επίσης, για τη διατήρηση της νομής απαιτείται να υφίσταται πάντοτε η θέληση του νομέα να κατέχει το πράγμα και η επ' αυτού άσκηση φυσικής εξουσίας (animus και corpus), η απώλεια της οποίας επέρχεται (άρθρο 931 ΑΚ) όταν παύσει η φυσική εξουσία επί του πράγματος ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα.

Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 994 ΑΚ προκύπτει σαφώς ότι το δίκαιο αναγνωρίζει νομή περισσοτέρων κατ' ιδανικά μέρη, με την έννοια ότι η επί του πράγματος μία νομή δεν αποκλείεται να ανήκει κατά το περιεχόμενό της σε περισσότερους του ενός, οπότε ως προς το δικαίωμα της νομής πρόκειται για κοινωνία κατ' ιδανικά μέρη (785 ΑΚ), ήτοι συννομή.

Επί της συννομής το δικαίωμα καθενός από τους συννομείς περιορίζεται στην ιδανική του μερίδα, γεγονός το οποίο έχει σημασία για τον προσδιορισμό του περαιτέρω δικαιώματος επί του οποίου στηρίζεται η νομή π.χ. για το μερίδιο της συγκυριότητας.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της με αριθμό 438/2013 προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την από 21 - 9 - 2003 ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθ.556/1- 4 - 2005 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο Χ.

Δ. του Κ., κάτοικος ..., ο οποίος απεβίωσε στη Νάουσα, στις ...2005, κατέλειπε στους ενάγοντες Π. και Α. Μ., κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία, κατά πλήρη κυριότητα 1) έναν αγρό - οπωρώνα, που βρίσκεται στη κτηματική θέση "ΜΠΛΑΝΑ" της αγροτικής περιοχής Νάουσας, της περιφέρειας του ομώνυμου Δήμου και Ειρηνοδικείου, εκτάσεως 4.000 τ.μ που συνορεύει ανατολικά με αγρό Ι.

Μ., δυτικά με αγρούς ιδιοκτησίας Α. Μ. και Μ. και Δ. Μ. του Π., βόρεια με αγροτικό δρόμο και νότια με ποταμό Αραπίτσα, καθώς και την επικαρπία εφ' όρου ζωής των 2) ενός αγρού -οπωρώνα που βρίσκεται στη κτηματική θέση "ΜΠΛΑΝΑ" και ειδικότερα στη θέση "Μπάκακας" της αγροτικής περιφέρειας Νάουσας, της περιφέρειας του ομώνυμου Δήμου και Ειρηνοδικείου, εκτάσεως 4.000 τ.μ.

και συνορεύει ανατολικά με αγρό ιδιοκτησίας Α. συζύγου Χ. Σ. , δυτικά με αγρό ιδιοκτησίας αδελφών Σ. , βόρεια με αγρό Χ. Τ. και νότια με ποταμό Αραπίτσα και 3) ενός αγρού οπωρώνα που βρίσκεται στη κτηματική θέση "ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΝΑΟΥΣΑΣ" ή στάση "ΓΙΑΤΣΟΥ" της αγροτικής περιοχής Νάουσας, της περιφέρειας του ομώνυμου Δήμου και Ειρηνοδικείου , εκτάσεως 13.000 τ.μ.

και συνορεύει ανατολικά με αγρούς ιδιοκτησίας Ν. Τ. και Β. Τ. , δυτικά με αγρό ιδιοκτησίας κληρονόμων Π. , βόρεια με αρδευτικό ποταμό και νότια με αγρούς ιδιοκτησίας Ι. Μ. και Π. Τ. Την ψιλή κυριότητα των ως άνω υπό στοιχεία 2 και 3 αγρών ο διαθέτης κατέλειπε στο εναγόμενο κοινωφελές ίδρυμα, που συστήθηκε με την ανωτέρω διαθήκη, με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ Χ.

ΚΑΙ Μ. Δ." με έδρα την πόλη της Νάουσας του Ν. Ημαθίας. Η σύσταση του παραπάνω κοινωφελούς Ιδρύματος εγκρίθηκε και κατοχυρώθηκε ο οργανισμός του... με το υπ'αριθ. .../ 2008 Προεδρικό Διάταγμα, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ ....) και ως εκ τούτου έκτοτε αυτό απέκτησε νομική προσωπικότητα.

Το τρίτο εναγόμενο και ήδη πρώτο εφεσίβλητο Ίδρυμα αποδέχθηκε την επαχθείσα σαυτό με την ως άνω διαθήκη κληρονομία, προέβη δε στη σύνταξη ......πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου...που μεταγράφηκε νόμιμα ...... Σύμφωνα με την ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη, η επικαρπία των ως άνω δύο αγρών καταλήφθηκε στους ενάγοντες κατ 'ισομοιρία υπό την αίρεση κατά την ημέρα του θανάτου του διαθέτη οι οπωρώνες να καλλιεργούνται από αυτούς, διαφορετικά η κατάληψη της επικαρπίας ματαιώνεται και η πλήρης κυριότητα των οπωρώνων περιέρχεται στο τρίτο εναγόμενο.

Τόσο o οπωρώνας που παραχωρήθηκε κατά συγκυριότητα στους ενάγοντες, όσο και οι δύο οπωρώνες , των οποίων την επικαρπία κατέλειπε o διαθέτης σ' αυτούς, ανήκαν αρχικά κατά κυριότητα στην Μ. συζ. Χ. Δ., το γένος Ι. και Ε. Μ., η οποία δυνάμει της υπ'αριθ, ......συμπληρωματικής δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Νάουσας μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε τα ως άνω ακίνητα, που ανήκαν στην κληρονομία του πατέρα της Ι.

Μ. του Γ. Ακολούθως η Μ. Δ. με την υπ' αριθμ. ...-1992 δημόσια διαθήκη της ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύθηκε νόμιμα ...... εγκατέστησε κληρονόμο της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της που ήθελε ευρεθεί κατά τον θάνατό της τον σύζυγό της Χ. Δ. και ο τελευταίος με την υπ'αριθμ. ...-2000 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε την επαχθείσα με την άνω δημόσια διαθήκη κληρονομία, όσον αφορά και τα ως άνω ακίνητα.

Οι ενάγοντες με την υπό κρίση αγωγή τους ισχυρίζονται ότι οι τρεις προαναφερθέντες αγροί - οπωρώνες παραχωρήθηκαν σ' αυτούς κατ ισομοιρίά κατά το έτος 1973 από την Μ. Δ. με άτυπη δωρεά και ότι έκτοτε νέμονται και κατέχουν αυτούς με διάνοια κυρίου, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα και ότι κατέστησαν συγκύριοι αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, η οποία (χρησικτησία) συμπληρώθηκε κατά το έτος 1993, πριν δηλαδή το θάνατο της Μ.

Δ. και ζήτησαν, όπως προεκτέθηκε, την αναγνώριση του εν λόγω δικαιώματός τους, λόγω της αμφισβήτησης που προβάλλεται από το εναγόμενο Ίδρυμα. Σχετικά με τη μοναδική αυτή βάση της αγωγής τους αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Το ζεύγος Χ. και Μ. Δ. ήταν άτεκνο, από το έτος δε 1967 η πρώτη ενάγουσα, ηλικίας τότε 14 ετών, ζούσε μαζί τους σαν ψυχοκόρη, κάνοντας τις δουλειές του σπιτιού και φροντίζοντας, τόσο τον Χ.

και την Μ. Δ., όσο και τους ηλικιωμένους γονείς της Μ. Δ. Στη συνέχεια η πρώτη ενάγουσα τέλεσε γάμο με τον δεύτερο ενάγοντα κατά το έτος 1973 και έκτοτε διέμεναν σε χωριστή μεν οικία στη Νάουσα, συνέχισαν όμως, τόσο η πρώτη ενάγουσα να φροντίζει καθημερινά το σπίτι του Χ. και της Μ. Δ., αλλά και ο δεύτερος ενάγων να τους εξυπηρετεί με διάφορες βοηθητικές εργασίες, Σε αναγνώριση της προσφοράς τους (κυρίως της πρώτης ενάγουσας μέχρι τότε) η Μ.

Δ. κατά το έτος 1973, δώρισε ατύπως κατ 'ισομοιρία στους ενάγοντες (με τους οποίους διατηρούσε αυτή και ο σύζυγός της άριστες σχέσεις που συνεχίστηκαν και μέχρι τον θάνατό τους) αμέσως μετά το γάμο τους, τους τρεις επίδικους αγρούς, οι οποίοι είχαν περιέλθει στην ίδια από κληρονομιά του πατέρα της Ι. Μ., που απεβίωσε το 1972.

Από το χρόνο αυτό οι ενάγοντες ασκούσαν σε αυτά συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους. Συγκεκριμένα τα επισκέπτονταν συχνά, τα όργωναν, προέβαιναν στον καθαρισμό τους και συγκέντρωναν τους καρπούς. Στη συνέχεια και λόγω γήρανσης των δένδρων προέβησαν κατ'επανάληψη στην αντικατάσταση των οπωροφόρων δένδρων με δικές τους αποκλειστικά δαπάνες και συγκεκριμένα στον μεν πρώτο αγρό στη θέση "ΜΠΛΑΝΑ" κατά το έτος 1990 εκρίζωσαν τις μηλιές και φύτευσαν ροδακινιές, στο δεύτερο αγρό στη θέση "Μπάκακας" κατά το έτος 1982 εκρίζωσαν τις μηλιές και φύτευσαν ροδακινιές, τις οποίες ακολούθως το έτος 2001 αντικατέστησαν με νέα δένδρα και τέλος στον τρίτο αγρό στη θέση "ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΝΑΟΥΣΑ" αντικατέστησαν τα δένδρα ροδακινιάς για πρώτη φορά κατά το έτος 1978 και για δεύτερη φορά κατά το έτος 1999 με νέες ποικιλίες ροδακινιάς, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα ή να αμφισβητηθεί η νομή και κατοχή τους επ' αυτών.

Κατά το παραπάνω διάστημα το ζεύγος Δ. όχι μόνο δεν είχε ζητήσει από τους ενάγοντες το παραμικρό ως αντάλλαγμα για την εκμετάλλευση των αγρών - οπωρώνων από εκείνους, αλλά, όπως ρητά ανέφεραν όλοι οι μάρτυρες από το έτος 1973 , που τα επίδικα δωρίσθηκαν άτυπα στους ενάγοντες από την Μ. Δ., οι τελευταίοι τα διαχειρίζονταν ως κύριοι, ανανεώνοντας τις δενδροκαλλιέργειες με δικές τους δαπάνες, Οι πιο πάνω δε πράξεις νομής και κατοχής που ασκούσαν με διάνοια κυρίου στα επίδικα οι ενάγοντες από το έτος 1973 συνεχώς (τις οποίες συνεχίζουν να ασκούν και μέχρι σήμερα) ήταν γνωστές στο ζεύγος Δ. , χωρίς ποτέ κανείς από αυτούς να διαμαρτυρηθεί ή να αμφισβητήσει τα δικαιώματα νομής και κατοχής τους επί των επιδίκων , όπως καταθέτουν όλοι οι παραπάνω μάρτυρες, οι οποίοι το ίδιο γνώριζαν, όπως και οι λοιποί κάτοικοι της Νάουσας, οι καταθέσεις των οποίων δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, ενόψει και του ότι το εναγόμενο δεν εξέτασε μάρτυρα.

Μάλιστα δε, όπως επί λέξει κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης Π. Α. στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ιδιοκτήτης γειτονικού αγρού στο υπό στοιχείο 2 αγρό) " Όταν σε μια συζήτηση του είπα του Χ. (εννοεί Δ.) , ότι έχουν καλή παραγωγή και ότι θα πάρουν καλά χρήματα, o Χ. είπε "o Τ. όχι εγώ"" περιστατικό που ενισχύει τον αγωγικό ισχυρισμό ότι τα εν λόγω ακίνητα δωρίσθηκαν ατύπως στους ενάγοντες από την Μ.

Δ.". Από την περικοπή της κατάθεσης του παραπάνω μάρτυρα ότι: "έρχονταν εκεί o Χ., αλλά πάντα έρχονταν με γραβάτα , αυτός που τα καλλιεργούσε ήταν ο Τ., αυτόν εμείς αναγνωρίζαμε ως αφεντικό..." δεν μπορεί να στηριχθεί κρίση ότι τόσο η Μ. Δ. , όσο και ο σύζυγός της Χ. Δ., ουδέποτε έπαψαν να ασκούν επίβλεψη επ' αυτών, όπως δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, καθόσον πρόκειται για απομόνωση του εν λόγω τμήματος της κατάθεσης, χωρίς να εκτιμηθεί αυτή στο σύνολό της, δεδομένου μάλιστα ότι στη συνέχεια o ίδιος μάρτυρας καταθέτει " Εγώ ήξερα ότι ήταν του Τ.

και της Π.... "όλη η Νάουσα γνωρίζει ότι τα χωράφια ήταν του Μ. Άλλαξε καλλιέργειες ο Τ. πρώτα είχε μήλα και μετά έβαλε ροδάκινα, τρεις φορές το λιγότερο άλλαξε καλλιέργειες. O Μ. έβαλε λεφτά στα χωράφια και είναι τώρα σε πλήρη παραγωγή με ροδάκινα, ξέρω για τα δύο μεγάλα χωράφια. Έβαλαν χρήματα γιατί τα θεωρούσαν δικά τους χωράφια...Δεν ενόχλησε κανείς μέχρι σήμερα τους ενάγοντες.

Οι ενάγοντες τα καλλιεργούσαν και τα καλλιεργούν ακόμα". Αν δεν είχε γίνει η παραχώρηση κατά τα παραπάνω στους ενάγοντες σε αναγνώριση της πολυετούς προσφοράς ως " ψυχοκόρης" στην οικογένεια Δ. της πρώτης ενάγουσας και για την αποκατάσταση αυτής (ενόψει του γάμου της κατά το ίδιο έτος με τον δεύτερο ενάγοντα) και υπήρχε άτυπη συμφωνία παραχώρησης της επικαρπίας αυτών, όπως ισχυρίζεται το εναγόμενο και δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση τότε αφενός μεν οι ενάγοντες δεν θα προέβαιναν σε αξιοποίηση των ακινήτων με δαπάνες και κόπο για δενδροφυτεύσεις, περιφράξεις κτλ, {τα περιστατικά καλλιέργειας και δενδροφύτευσης δεν αμφισβητούνται από το εναγόμενο} ,αλλά θα είχαν αρκεστεί μόνο στην καλλιέργεια και συγκομιδή των καρπών εν γένει, αφετέρου δε τόσο η κυρία αυτών Μ.

Δ., όσο και μετά το θάνατό της ο σύζυγός της {εκ διαθήκης κληρονόμος της} θα είχαν αντιδράσει στις βελτιώσεις και δενδροφυτεύσεις των ακινήτων, αφού αυτές καταδεικνύουν πράξεις νομέα και κυρίου των ακινήτων και όχι οιονεί νομή επικαρπωτή και χρήστη αυτών. Εξάλλου, αν το ζεύγος Δ. θεωρούσε ότι τα επίδικα ακίνητα μόνο κατ' επικαρπία είχαν παραχωρηθεί στους ενάγοντες τούτο θα αποτυπωθεί σε συμβολαιογραφικό έγγραφο ενόψει ότι είναι ασύνηθες, κατά τα της λογικής και της κοινής πείρας, να συνάπτεται προφορικά σύμβαση επικαρπίας ακινήτου για αόριστο χρονικό διάστημα.

Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες ασκούσαν τις προαναφερθείσες εμφανείς πράξεις νομής, ενδεικτικές της βούλησής τους να κατέχουν τα ακίνητα ως συγκύριοι με αδιάκοπη συνέχεια, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθούν από κανέναν, από το 1973 και εφεξής για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας και έτσι έγιναν συγκύριοι αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, αφού ο χρόνος χρησικτησίας συμπληρώθηκε το έτος 1993.

Επομένως το δικαίωμα κυριότητας επί των επιδίκων, που είχε αποκτήσει η Μ. Δ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα της, καταλύθηκε κατά τα ανωτέρω. Αλλά και μετά τη συμπλήρωση της εικοσαετίας (1993) οι ενάγοντες νεμήθηκαν τα επίδικα με τα ίδια ως άνω προσόντα μέχρι την άσκηση της αγωγής. Έτσι η Μ. Δ. δεν ήταν κυρία των επίδικων ακινήτων κατά το χρόνο του θανάτου της στις 29.8.1999 και επομένως, o εκ διαθήκης κληρονόμος σύζυγός της, Χ.

Δ., τον οποίο με την υπ'αριθμ. ...-1992 προαναφερθείσα δημόσια διαθήκη της εγκατέστησε κληρονόμο της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της που ήθελε ευρεθεί κατά τον θάνατο της, δεν απέκτησε την κυριότητα των τριών αυτών αγρών - οπωρώνων , με κληρονομική διαδοχή, αφού αυτά δεν περιλαμβάνονταν πλέον στην κληρονομιαία περιουσία, καθόσον είχαν εκφύγει της κυριότητας της παραπάνω, ήδη από το έτος 1993.

Το ότι η Μ. συζ. Χ. Δ., το γένος Ι. Ε. Μ., δυνάμει της υπ'αριθ. ...-1991 προαναφερθείσας συμπληρωματικής δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, αποδέχθηκε τα ως άνω ακίνητα, που ανήκαν στην κληρονομιά πατέρα της ...δεν αποτελεί διακοπτικό της έκτακτης χρησικτησίας των εναγόντων περιστατικό , αφού η χρησικτησία διακόπτεται με την απώλεια της νομής κατ' άρθρο 1048 ΑΚ, ενώ στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι επήλθε τέτοια απώλεια της νομής των εναγόντων , αφού ούτε έχει χαθεί η φυσική εξουσία από τους συννομείς στα ακίνητα, ούτε έπαυσαν να έχουν τη διάνοια κυρίου, τη θέληση δηλαδή να εξουσιάζουν τα επίδικα σαν δικά...Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι έλαβαν γνώση αυτής (συμπληρωματικής αποδοχής) οι ενάγοντες, η δε ως άνω αποδοχή έγινε τυπικά προκειμένου να επιδιώξει η προαναφερθείσα σύνταξη από τον ΟΓΑ , καθόσον είχε απορριφθεί αρχικά σχετική αίτησή της, όπως κατέθεσαν όλοι οι προαναφερθέντες μάρτυρες, δεδομένου μάλιστα ότι στην αρχική υπ' αριθμ. ...-1980 δήλωση αποδοχής κληρονομίας....η Μ.

Δ. δεν είχε συμπεριλάβει και τους επίδικους αγρούς - οπωρώνες. Εξάλλου το ότι τόσο η Μ. Δ. , όσο και ο κληρονόμος σύζυγός της στις προαναφερθείσες διαθήκες τους αναφέρουν και τα επίδικα ακίνητα και μάλιστα ο τελευταίος καταλείπει την κυριότητα του πρώτου και την επικαρπία των δύο άλλων στους ενάγοντες, δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω καθόσον , όπως αποδείχθηκε, δεν περιλαμβάνονταν πλέον αυτά στην κληρονομιαία περιουσία, αλλά η κυριότητα είχε περιέλθει στους ενάγοντες με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ο χρόνος της οποίας, όπως προεκτέθηκε, είχε συμπληρωθεί πριν το θάνατο της άλλοτε κυρίας αυτών Μ.

Δ. Σημειώνεται δε ότι οι ενάγοντες, παρότι συνέχισαν να προσφέρουν στο ζεύγος Δ. συνεχώς και μέχρι το θάνατό τους, ακόμα κατά τη νοσηλεία τους στη Θεσσαλονίκη [όπου ναι μεν ήταν η κύρια κατοικία τους αλλά πολύ χρόνο διέμεναν στη Νάουσα, όπου επίσης διατηρούσαν κατοικία ] , αφού ήταν οι μοναδικοί που τους φρόντιζαν και τους περιποιούνταν [γεγονός που ουδόλως αμφισβητείται], πληροφορήθηκαν μεν την ύπαρξη της προαναφερθείσας διαθήκης της Μ.

Δ., αλλά μετά και το θάνατο του Χ. Δ., το πρώτον έλαβαν γνώση για τα αναφερόμενα στις εν λόγω διαθήκες σχετικά με τα επίδικα ακίνητα, γεγονός που δικαιολογεί και τις άριστες σχέσεις τους και την επιδειχθείσα αμέριστη φροντίδα του προσώπου του μέχρι το χρόνο θανάτου του, ενώ αντίθετα, αν γνώριζαν ότι ο τελευταίος αμφισβητούσε την από τη σύζυγό του άτυπη δωρεά σ'αυτούς των επιδίκων ακινήτων κατά το έτος 1973, προφανώς θα είχαν διαταραχθεί οι σχέσεις τους.

Συνεπώς, η σύνταξη και μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς από το εναγόμενο Ίδρυμα με βάση την ...από 21-9-2003 ιδιόγραφη διαθήκη του Χ. Δ. δεν προσπόρισε στο τελευταίο την ψιλή κυριότητα των υπό στοιχείο 2 και 3 επίδικων ακινήτων, αφού ο άμεσος δικαιοπάροχός του δεν είχε αποκτήσει την κυριότητα αυτών με τη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συζύγου του, καθόσον η τελευταία δεν ήταν κυρία αυτών, όπως και του υπό στοιχείου 1 ακινήτου γιατί η κυριότητά της είχε καταλυθεί με την πρωτοτύπως κτηθείσα κυριότητα των εναγόντων επ' αυτών πριν από το θάνατό της...

αφού για τη μεταβίβαση της κυριότητας αυτών απαιτείται αυτός που κληρονομείται να είναι κύριος και ως εκ τούτου το εναγόμενο εξαιτίας της έλλειψης αυτής ουδέν επ'αυτών δικαίωμα απέκτησε. Πρέπει δε εδώ να λεχθεί σχετικά με το υπό στοιχείο 1 ακίνητο, που πράγματι καταλήφθηκε με τη διαθήκη του Χ. Δ. κατά πλήρη κυριότητα στους ενάγοντες, είναι προφανές το έννομο συμφέρον των τελευταίων για αναγνώριση της κυριότητάς τους σ' αυτό με βάση την έκτακτη χρησικτησία, στην οποία στηρίζεται η αγωγή τους, την οποία {χρησικτησία} αμφισβητεί πράγματι το εναγόμενο, υποστηρίζοντας ότι αυτό ανήκε στην κληρονομιαία περιουσία του παραπάνω δικαιοπαρόχου του και περιήλθε σε αυτούς ως εκ διαθήκης κληρονόμων, καθόσον τούτο θα ασκούσε έννομη επιρροή αν η αγωγή στηριζόταν στον παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), προϋπόθεση όμως που δεν συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση,,αφού μοναδική βάση αυτής είναι η εδ.

α' ΑΚ αναγνώριση της κυριότητας με βάση τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. οι δε ενάγοντες ουδόλως αποδέχθηκαν την επαχθείσα με την άνω διαθήκη του Χ. Δ. κληρονομία.

Περαιτέρω ο ισχυρισμός του δεύτερου εφεσίβλητου-παρεμβαίνοντος ότι τα περί άτυπης δωρεάς των ακινήτων αναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά δεν είναι ικανά να προσπορίσουν κυριότητα στους ενάγοντες για το λόγο ότι κατ άρθρο 498 εδ. α' για τη σύσταση δωρεάς απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι βάση της αγωγής είναι ο παράγωγος τρόπος κτήσης της συγκυριότητας των εναγόντων επί των επιδίκων (σύμβαση δωρεάς} , περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού η επικαλούμενη δια της αγωγής κτήση κυριότητας στηρίζεται στον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας κατά τα προδιαληφθέντα.

Αλλά και ο έτερος ισχυρισμός του ότι απαιτείται γνωστοποίηση της πρόθεσης αντιποίησης της νομής από τους ενάγοντες και ότι τέτοια γνωστοποίηση προς τους Μ. και Χ. Δ. δεν αποδείχθηκε, επικαλούμενο τη διάταξη του άρθρου 982 ΑΚ , είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος επίσης σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι κατά τα γενόμενα δεκτά παραπάνω η νομή των ακινήτων παραδόθηκε στους ενάγοντες από την Μ.

Δ. λόγω άτυπης δωρεάς και δεν προέκυψε ότι νέμονταν τα επίδικα με βάση κάποια έννομη σχέση (χρησιδάνειο κλπ,) ως αντιπρόσωποι του νομέα , ούτε και ως επικαρπωτές, ώστε να απαιτείται η επιβαλλόμενη από τη διάταξη άνω άρθρου γνωστοποίηση της αντιποίησης της νομής νομέα. Με βάση τα προαναφερθέντα, αφού αποδείχθηκε τουλάχιστον εικοσαετής συννομή των εναγόντων με διάνοια κυρίου επί των ακινήτων, οι τελευταίοι κατέστησαν συγκύριοι αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος και ενόψει της αμφισβήτησης του εν λόγω δικαιώματός τους από το εναγόμενο Ίδρυμα, είναι προφανές το έννομο συμφέρον τους για αναγνώριση της συγκυριότητας τους και ως εκ τούτου αποδεικνύεται και ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή τους.".

Στη συνέχεια των παραδοχών του αυτών το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκληθείσα με αριθμό 181/2009 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δέχθηκε την αναγνωριστική των επιδίκων ακινήτων αγωγή τούτων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ, 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου , στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει o νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης , η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε , αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της προαναφερόμενης διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης , λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αναγνώρισης των αναιρεσιβλήτων ως συγκυρίων των επιδίκων ακινήτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με τους δε προσθέτους λόγους αναιρέσεως προβάλλονται οι ίδιες αιτιάσεις κατά της πληττόμενης απόφασης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Επίσης με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης υπό την επίκληση της ως άνω διατάξεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, αποδίδεται η πλημμέλεια στην ίδια πληττόμενη απόφαση της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου με φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις εκείνες των άρθρων 974, 976 , 981 , 1045, 1048 , 1049, 1 193, 1198. 1732 ΑΚ , συνισταμένη στο ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων οι προϋποθέσεις για την απόκτηση κυριότητας επί των επιδίκων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και οι παραδοχές της δεν καλύπτουν επαρκώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων ή μη των συγκεκριμένων κανόνων δικαίου.

Ειδικότερα αιτιάται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ότι αν το Εφετείο ερμήνευε ορθά τις άνω διατάξεις και διελάμβανε στο σκεπτικό της πληττόμενης αποφάσεώς του επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τα περιστατικά που αφορούν το ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως ή μη κυριότητας των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία επί των επιδίκων ακινήτων, θα κατέληγε στο ορθό συμπέρασμα, ότι αφού η Μ.

Δ. πριν χωρήσει η αποδοχή και μεταγραφή της κληρονομίας του πατέρα της το έτος 1991, οπότε και μόνο κατέστη κυρία των επιδίκων ακινήτων με παράγωγο τρόπο, δεν είχε δυνατότητα διαθέσεως τούτων και επομένως το έτος 1973 δεν είχε τη δυνατότητα να τα παραχωρήσει με άτυπη δωρεά στους αναιρεσίβλητους, παρά μόνο μετά την αποδοχή της κληρονομίας του πατέρα της και την μεταγραφή της , γεγονότα που έγιναν το έτος 1991, η παραχώρηση στους αναιρεσίβλητους ήταν άκυρη , με αποτέλεσμα να μην συντρέξουν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις της κτήσεως της κυριότητας τούτων με την άσκηση εικοσαετούς νομής από το έτος 1973 μέχρι το έτος 1993 με διάνοια συγκυρίων, καθώς και ότι η ως άνω συμπληρωματική δήλωση αποδοχής κληρονομίας και η ....1992 δημόσια διαθήκη , με την οποία η Μ.

Δ. εγκατέστησε ως κληρονόμο επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας της τον σύζυγό της , αποτέλεσαν διακοπτικά περιστατικά της χρησικτησίας των αναιρεσιβλήτων επί των επιδίκων ακινήτων, αφού έγιναν πριν από τη συμπλήρωση της εικοσαετούς νομής τους επ 'αυτών. Πλην όμως το Εφετείο, που έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά τα όσα εκτέθηκαν: 1) ότι η αποδοχή της κληρονομίας και η μεταγραφή αυτής αποτελούν κατά το νόμο αναγκαία προϋπόθεση μόνο για τη κτήση της κυριότητας των κληρονομιαίων, όχι δε και για την κτήση της νομής αυτών, που επέρχεται αυτοδικαίως από το θάνατο του κληρονομούμενου, μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομίας, και συνεπώς η Μ.

Δ. είχε αποκτήσει τη νομή των επιδίκων ακινήτων ως καθολική κληρονόμος του πατέρα της που αποβίωσε το έτος 1972 και εγκύρως παρέδωσε τη νομή τούτων με άτυπη δωρεά στους αναιρεσίβλητους το έτος 1973, οι οποίοι έκτοτε ασκούσαν όλες τις αναλυτικά αναφερόμενες εμφανείς πράξεις νομής και κατοχής με διάνοια κυρίου στα επίδικα ακίνητα χωρίς ουδέποτε να ενοχληθούν από κανέναν, συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1973 και εφεξής τουλάχιστον μέχρι το έτος 1993, αλλά και μετέπειτα δηλαδή για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας, με αποτέλεσμα να γίνουν συγκύριοι αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, 2) ότι η ως άνω από 28.8.1991 συμπληρωματική δήλωση αποδοχής κληρονομίας της Μ.

Δ. και η ....1992 δημόσια διαθήκη , που δημοσιεύθηκε το έτος 1999, οπότε αποβίωσε η διαθέτης με την οποία αυτή εγκατέστησε ως κληρονόμο επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας της τον σύζυγό της δεν αποτελούν περιστατικά που διέκοψαν την χρησικτησία των αναιρεσίβλητων επί των επιδίκων ακινήτων , διότι, κατά τους ορισμούς του νόμου, αυτή διακόπτεται με την απώλεια της νομής, προϋπόθεση που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε ότι επήλθε στην συγκεκριμένη περίπτωση, με το σκεπτικό ότι οι αναιρεσίβλητοι ουδέποτε απώλεσαν, την φυσική εξουσία των επιδίκων ούτε έπαυσαν να έχουν τη διάνοια κυρίου, τη θέληση δηλαδή να εξουσιάζουν τα επίδικα σαν δικά τους και ότι οι ίδιοι έλαβαν γνώση του περιεχομένου της προαναφερθείσας διαθήκης της Μ.

Δ., μετά και τον θάνατο του Χ. Δ. το έτος 2005, οπότε ήδη είχαν καταστεί συγκύριοι τούτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεν παραβίασε κάποια διάταξη ουσιαστικού δικαίου και δη τις διατάξεις των άρθρων 974, 976 981, 1045, 1048 , 1049, 1193, 1198, 1732 ΑΚ, επιπλέον δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σε αυτή, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κυριότητας των επιδίκων ακινήτου, εκθέτοντας με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν με βάση τα οποία τα επίδικα ανήκουν στην κυριότητα των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, με την συνεχή και αδιάλειπτη νομή χρησικτησίας επ' αυτών πέραν της εικοσαετίας, με διάνοια κυρίων χωρίς ποτέ να ενοχληθούν, στην άσκηση της νομής σε αυτά, από κανένα.

Έτι περαιτέρω οι παραδοχές αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, και επομένως ο σχετικός λόγος αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα της Προέδρου του, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αγάπης Τζουλιαδάκη, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά παραδοχή, ως βασίμου του, εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Και τούτο διότι οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης:

α)ότι η φερόμενη ως δικαιοπάρχος των εναγόντων Μ. συζ. Χ. Δ. δυνάμει της υπ'αρ. ...-1991 συμπληρωματικής δήλωσης αποδοχής κηρονομιάς ενώπιον της συμβ/φου Νάουσας Α. Μ., νομίμως μεταγραφείσης, αποδέχθηκε τα επίδικα ακίνητα, που ανήκαν στην κληρονομία του πατέρα της Ι. Μ.. β)ότι η ως άνω Μ. Δ. με την υπ'αρ....-1992 δημόσια διαθήκη της ενώπιον του συμβ/φου Θεσσαλονίκης Ε.

Μ., νομίμως δημοσιευθείσης, εγκατέστησε κληρονόμο της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της που ήθελε ευρεθεί κατά το θάνατό της τον σύζυγό της Χ. Δ., χωρίς όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση να αναφέρεται εάν στη διαθήκη αυτή γίνεται μνεία στα επίδικα ακίνητα ή εάν η ακίνητη περιουσία της Μ. Δ. περιελάμβανε και άλλα ακίνητα, πλήν των επιδίκων.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι κατά τις παραδοχές του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η ακίνητη περιουσία που η ως άνω διαθέτης κατέλιπε στο σύζυγό της περιελάμβανε και τους τρείς επίδικους οπωρώνες, και ότι σύμφωνα με όρο της διαθήκης, σε περίπτωση συναποβιώσεως της διαθέτιδος και του συζύγου της, η επιθυμία της ήταν οι δύο επίδικοι οπωρώνες στη θέση "ΜΠΛΑΝΑ" και "ΜΠΑΚΑΚΑΣ" να δοθούν κατ'ισομοιρία στους ενάγοντες, ενώ ο επίδικος οπωρώνας στη θέση "ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΝΑΟΥΣΑΣ" να δοθεί στον αθλητικό σύλλογο "ΝΑΟΥΣΑ" για κατασκευή γυμναστηρίου.

γ)ότι ο Χ. Δ. με την υπ'αρ....-2000 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του ίδιου ως άνω συμβ/φου, νομίμως μεταγραφείσης, αποδέχθηκε την επαχθείσα, με την ως άνω δημόσια διαθήκη της συζύγου του, κληρονομία, όσον αφορά και τα επίδικα ακίνητα και δ)ότι ο ως άνω σύζυγος της Μ. Δ., ο οποίος κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, αναγνώριζε ως κυρίους των επιδίκων τους ενάγοντες, συμπεριέλαβε στην από 21-9-2003 ιδιόγραφη διαθήκη του τα επίδικα ακίνητα, εκ των οποίων το πρώτο (αγρό οπωρώνα στη θέση "ΜΠΛΑΝΑ" εκτάσεως 4.000 τ.μ.) κατέλιπε κατά πλήρη κυριότητα στους ενάγοντες και τα λοιπά (αγρό-οπωρώνα στη θέση "Μπάκακας", εκτάσεως 4.000 τ.μ.

και αγρό - οπωρώνα στη θέση "ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΝΑΟΥΣΑΣ", εκτάσεως 13.000 τ.μ.) κατέλιπε κατ'επικαρπία στους ενάγοντες και κατά ψιλή κυριότητα στο εναγόμενο κοινωφελές ίδρυμα, δεν στηρίζουν, αναμφίβολα το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ότι η Μ. Δ. κατά το έτος 1973 δώρισε ατύπως κατ'ισομοιρία στους ενάγοντες τα επίδικα ακίνητα και ότι έκτοτε αυτοί (ενάγοντες) ασκούσαν σε αυτά με διάνοια κυρίου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό τους πράξεις νομής για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας (συμπληρωθείσης το έτος 1993) γενόμενοι έτσι συγκύριοι των επιδίκων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Επιπλέον, το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι ενάγοντες καλλιεργούσαν τα επίδικα ακίνητα προβαίνοντας κατ'επανάληψη στην αντικατάσταση των οπωροφόρων δένδρων με δικές τους δαπάνες και αποκομίζοντας τους καρπούς των δι'εαυτούς, γεγονός στο οποίο εν πολλοίς στηρίχθηκε η κρίση του Εφετείου ότι οι ενάγοντες νέμονταν τα επίδικα ακίνητα "διανοία κυρίου" δεν αναιρεί, κατ'ανάγκη, την κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι οι προαναφερόμενες πράξεις νομής εκ μέρους των εναγόντων ασκούνταν όχι "διάνοι συγκυρίων", αλλά κατόπιν αδείας της Μ.

Δ., η οποία σε αναγνώριση της προσφοράς τους το έτος 1973 επέτρεψε σ'αυτούς να καλλιεργούν τους τρείς επίδικους αγρούς αποκομίζοντας τους καρπούς των αποκλειστικά για λογαριασμό τους. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται ανεπαρκής, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά αν συνέτρεχαν οι όροι των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ, που εφαρμόστηκαν.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της κατά πλειοψηφία και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), τα οποία θα επιβληθούν μειωμένα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ.1 και 3 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της υπ' αρ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-10-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της με αριθ. 438/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ