Supreme Court dismisses appeal on copyright infringement, upholding lower court's rejection of actor's claims against TV company.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant, an actor, argued that his contractual rights regarding the exploitation of his performance were violated by the TV company. The court found the contract valid and not exploitative, noting the actor received a high monthly fee compared to the minimum theater wage at the time. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 46 et seq. of Law 2121/1993; Article 179 of the Civil Code: A contract granting a performer the right to exploit their interpretation does not violate good faith or contractual customs if the remuneration is fair and the agreement does not unduly restrict the performer's contractual freedom.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1580 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1580/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. (Τ. Θ.) του Σ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευάγγελου Αθανασόπουλου, που ανακάλεσε την από 5/1/2014 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΤΕΝΝΑ TV ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΝΤΕΝΝΑ TV ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε." (πρώην "ΑΝΤΕΝΝΑ TV Α.Ε."), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα Παναγουλέα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/9/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2801/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1160/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/3/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 1160/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδικάζοντας αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, κατά της 2801/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος, για αξιώσεις του από την προσβολή των συγγενικών του δικαιωμάτων, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με τις διατάξεις των άρθρων 46 επομ. του ν. 2121/1993, ''πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και πολιτιστικά θέματα'', προστατεύονται τα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία δικαιώματα, ήτοι τα δικαιώματα σε εργασίες (εισφορές), που σχετίζονται με την πνευματική δημιουργία ή ακόμα έχουν και κάποιες ομοιότητες με αυτήν, δεν μπορούν, όμως, να αναχθούν σε αυτοτελή έργα, διότι δεν εμφανίζουν τα κρίσιμα στοιχεία της πνευματικής δημιουργίας, συμβάλλουν, όμως, και μάλιστα πολλές φορές καθοριστικά, στη δημόσια εκτέλεση ή στην αναπαραγωγή και γενικά τη διάδοση των έργων.
Ο καθορισμός των δικαιούχων των συγγενικών δικαιωμάτων προκύπτει από τους κανόνες, οι οποίοι αναγνωρίζουν τα σχετικά δικαιώματα. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ. 1 του άνω ν. 2121/1993, εισφορές παρέχουν οι ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες που ερμηνεύουν ή εκτελούν με οποιονδήποτε τρόπο έργα του πνεύματος, όπως οι ηθοποιοί.
Το συγγενικό δικαίωμα αυτών αποκτάται πρωτογενώς με την ερμηνεία του έργου, ενόψει δε του ότι ο ερμηνευτής καλλιτέχνης, όπως και οι υπόλοιποι φορείς συγγενικών δικαιωμάτων, δεν απολαύει ενός γενικού περιεκτικού περιουσιακού δικαιώματος, εφόσον αυτό συντίθεται από τις μεμονωμένες και αποκλειστικές περιουσιακές εξουσίες που απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 46 παρ. 2 του ν. 2121/1993, έχει το δικαίωμα να επιτρέπει ή να απαγορεύει τη διενέργεια καθεμιάς από τις απαριθμούμενες στην ανωτέρω διάταξη πράξη και μόνο αυτές, δηλαδή:
α) την εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσής τους σε υλικό φορέα, β) την άμεση ή έμμεση, προσωρινή ή μόνιμη αναπαραγωγή, με οποιοδήποτε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει, όσον αφορά την εγγραφή σε υλικό φορέα της ερμηνείας ή εκτέλεσής τους, γ) τη διανομή στο κοινό του υλικού φορέα με την εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσης, με πώληση ή με άλλους τρόπους.
Το δικαίωμα διανομής δεν αναλώνεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τον υλικό φορέα με την εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσης, εκτός από την περίπτωση της πρώτης πώλησης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που πραγματοποιείται από το δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του, δ) την εκμίσθωση και το δημόσιο δανεισμό του υλικού φορέα με την εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσης.
Τα δικαιώματα αυτά δεν αναλώνονται από οποιαδήποτε πώληση ή άλλη πράξη διανομής των ως άνω υλικών φορέων, ε) τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση με οποιονδήποτε τρόπο, όπως ηλεκτρομαγνητικά κύματα, δορυφόροι καλώδια, καθώς και την παρουσίαση στο κοινό του υλικού φορέα με την παράνομη εγγραφή της ζωντανής ερμηνείας ή εκτέλεσης, στ) τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση με οποιονδήποτε τρόπο, όπως ηλεκτρομαγνητικά κύματα, δορυφόρους, καλώδια, τη ζωντανή ερμηνείας ή εκτέλεσής τους, εκτός αν η μετάδοση αυτή αποτελεί αναμετάδοση νόμιμης μετάδοσης, ζ) την παρουσίαση στο κοινό της ζωντανής ερμηνείας ή εκτέλεσής τους, που γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο, εκτός από ραδιοτηλεοπτική μετάδοση, και η) τη διάθεση στο κοινό, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση στην εγγραφή σε υλικό φορέα της ερμηνείας ή εκτέλεσής τους, όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος.
Το δικαίωμα αυτό δεν αναλώνεται με οποιαδήποτε πράξη διάθεσης στο κοινό με την έννοια της παρούσας ρύθμισης (άρθρα 2, 3 παρ. 2 και 3, 4 Οδηγίας 2001/29).
Σε περίπτωση, κατά την οποία η άδεια χρήσης ή εκμετάλλευσης μιας από τις ανωτέρω εκφάνσεις του δικαιώματος του ερμηνευτή λαμβάνει χώρα σε εκτέλεση σύμβασης εργασίας, οπότε και πάλι βεβαίως οι περιουσιακές και ηθικές εξουσίες γεννώνται στο πρόσωπο του ερμηνευτή, είναι, όμως, και προφανές το συμφέρον του εργοδότη του να εκμεταλλευτεί κατά τον ευρύτερο δυνατό τρόπο την ερμηνεία αυτού, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 46 παρ. 3 εδ.
α του ν. 2121/1993, που αποτελεί ειδική έκφανση της προβλεπόμενης από το άρθρο 15 παρ. 4 του ίδιου νόμου αρχής του σκοπού της μεταβίβασης. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, ''η άδεια που απαιτείται για την ενέργεια των πράξεων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία στην οποία να ορίζονται συγκεκριμένα οι πράξεις για τις οποίες δίνεται η άδεια, θεωρείται ότι έχει δοθεί, όταν ο ερμηνευτής ή εκτελεστής καλλιτέχνης συνδέεται με εκείνον που επιχειρεί αυτές τις πράξεις με σύμβαση εργασίας, που έχει ως σκοπό την ενέργεια αυτών των συγκεκριμένων πράξεων''.
Με βάση τον εισαγόμενο δηλαδή με την ανωτέρω διάταξη κανόνα, σε περίπτωση που δεν υπάρχει αντίθετη ρητή συμφωνία, που να ορίζει συγκεκριμένες πράξεις για τις οποίες δίδεται η άδεια από τον καλλιτέχνη, θεωρείται ότι αυτός έχει μεταβιβάσει στον αντι-συμβαλλόμενο εργοδότη, εκείνες που εξυπηρετούν και εντάσσονται στο σκοπό της καταρτισθείσας μεταξύ τους σύμβασης (ΑΠ 670/2007).
Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 52 α του ν. 2121/1993, οι δικαιοπραξίες που αφορούν τα δικαιώματα που προβλέπονται στα άρθρα 46 (άδεια από ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες) έως 51Β, ισχύουν μόνο εφόσον έγιναν γραπτώς, ενώ αντίστοιχα έγγραφος τύπος απαιτείται και για την παροχή συναίνεσης των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών για πράξεις, που διαφορετικά θα αποτελούσαν προσβολή του ηθικού τους δικαιώματος (αρθρ. 50 παρ. 3 ν. 2121/1993).
Οι λοιποί κανόνες που αφορούν γενικά τις συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν εφαρμόζονται αναλογικά και στα συγγενικά δικαιώματα. Αντίθετα, οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται αναλογικά, όπου το ορίζει ρητά ο νόμος, όπως στο άρθρο 52 (τύπος άδειας, περιορισμοί και διάρκεια δικαιωμάτων, καθώς και ρύθμιση άλλων θεμάτων), στο εδάφιο β του οποίου ορίζεται ότι οι περιορισμοί που προβλέπονται για το περιουσιακό δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας, ισχύουν αναλόγως και γ' αυτά, στο άρθρο 50 παρ. 3, στο οποίο ορίζεται ότι οι διατάξεις των άρθρων, 12 παρ. 2 (που αφορά τη μεταβίβαση του ηθικού δικαιώματος του δημιουργού) και 16 (που αφορά τη συναίνεση του δημιουργού, ως άσκηση του ηθικού δικαιώματος), εφαρμόζονται αναλογικά και στο ηθικό δικαίωμα των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών και στο άρθρο 58, όπου ορίζεται ότι οι διατάξεις των άρθρων 54 έως 57 (που αφορούν τη διαχείριση και προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων δημιουργών) εφαρμόζονται αναλόγως και στα συγγενικά δικαιώματα των ερμηνευτών.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η προστασία που προβλέπεται για τους ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες είναι αυτοτελής και διακεκριμένη έναντι της προστασίας που προβλέπεται για το δημιουργό ενός έργου. Ειδικότερα, για την προστασία των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών ισχύει αποκλειστικά η ρύθμιση του άρθρου 46 παρ. 3 του άνω νόμου.
Έτσι, στην περίπτωση προσβολής του συγγενικού δικαιώματος με κάποιον από τους αναφερόμενους στην παράγραφο 2 του άρθρου 46 του ν. 2121/1993 τρόπους, ο ερμηνευτής καλλιτέχνης δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση ή και ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης κατά τους όρους του άρθρου 65 παρ. 2 και 3 του ίδιου νόμου (ΑΠ 607/2007).
Επειδή δε, η προσβολή των δικαιωμάτων αυτών αποτελεί πράξη παράνομη και, εφόσον γίνεται υπαίτια, συνιστά και αδικοπραξία, διότι ενέχει και εναντίωση προς την αποκλειστική εξουσία του δικαιούχου, ο ενάγων, δικαιούχος του συγγενικού δικαιώματος, δεν οφείλει να αποδείξει το γεγονός ότι η προσβολή έγινε χωρίς την άδεια του, καθόσον η ίδια πράξη της προσβολής συνεπάγεται και το παράνομο, αλλά ο εναγόμενος προσβολέας, που αρνείται τη συνδρομή της προσβολής, διότι επικαλείται νόμιμη άδεια εκμετάλλευσης, θα πρέπει να ισχυριστεί κατ' ένσταση και να αποδείξει τα γεγονότα που αποκλείουν τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής (ΑΠ 498/2019, ΑΠ 552/2015).
Περαιτέρω, με το άρθρο 68 παρ. 3 του ως άνω νόμου (2121/1993), που φέρει τον τίτλο ''μη αναδρομικότητα νόμου'' θεσπίζεται διαχρονικό δίκαιο, καθόσον ορίζεται ότι, ''συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου διέπονται από το προγενέστερο δίκαιο για ένα χρόνο από την έναρξη ισχύος του νόμου''. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι βασική γραμμή της ρύθμισης του άρθρου 68 παρ. 3 του ν. 2121/1993 είναι να υπαχθούν στο νόμο αυτό και προγενέστερες δημιουργίες και εκτελέσεις, αλλά μόνο για τον εφεξής (μετά την έναρξη ισχύος του νόμου) χρόνο. Απορρίπτεται δηλαδή η λύση της γνήσιας αναδρομικότητας του νόμου, (όπως, άλλωστε, σαφώς δηλώνεται με τον τίτλο του ως άνω άρθρου), κατά την οποία τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της νέας ρύθμισης θα ίσχυαν και για τον παρελθόντα χρόνο (πχ θα οφείλονταν αμοιβές και για το χρόνο αυτό) και επιλέγεται η λύση της άμεσης εφαρμογής του νόμου (μη γνήσια αναδρομικότητα), κατά την οποία, περιλαμβάνονται στην προστασία του νέου νόμου (2121/1993) και παλαιά μεν έργα αλλά μόνο για την εκμετάλλευσή τους κατά τον εφεξής (μετά την έναρξη ισχύος του νόμου) χρόνο.
Ειδικότερα, σχετικά με τις συμβάσεις που είχαν καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, για τον παρελθόντα χρόνο, οι δικαιούχοι θα περιορισθούν σε όσα δικαιώματα τους έδινε το προϊσχύσαν δίκαιο και οι υπόχρεοι δεν θα έχουν αναδρομική αύξηση των υποχρεώσεών τους. Μετά την παρέλευση, όμως, έτους από την ισχύ του ως άνω νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 3 αυτού, δηλαδή από 5-3-1994 (ο νόμος 2121/1993 δημοσιεύθηκε στις 4-3-1993, ΦΕΚ 25/4-3-1993 τ.
Α, και άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του, κατ' άρθρο 77 αυτού και επομένως η εφαρμογή του προγενέστερου δικαίου για τις παλαιές συμβάσεις λήγει στις 4-3-1994 - βλ. και άρθρο 243 παρ. 3 ΑΚ), οι σχέσεις των δικαιούχων και των υπόχρεων διέπονται πλέον από το νέο νόμο, χωρίς, όμως, να καταλαμβάνεται από αυτόν και ο τύπος των σχετικών δικαιοπραξιών, ως προς τον οποίο εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο δίκαιο (ΑΠ 498/2019, ΑΠ 1065/2014).
Οι συμβάσεις στις οποίες αναφέρεται η διάταξη του άρθρου 68 παρ. 3 του ν. 2121/1993, εφόσον δεν γίνεται σ' αυτήν καμιά διάκριση, αφορούν όλες τις συμβάσεις που είχαν καταρτισθεί για την εκμετάλλευση κάθε είδους, υπό την ευρύτερη έννοια του όρου, πνευματικού έργου και επομένως, τόσον τις ''συμβάσεις μεταβίβασης'' του (περιουσιακού) δικαιώματος, όσο και τις ''συμβάσεις εκμετάλλευσης'' του έργου ή ''άδειας εκμετάλλευσής'' του.
Ο σκοπός της παραπάνω διάταξης συνίσταται στην προστασία του δημιουργού πνευματικής ιδιοκτησίας από παλαιότερες συμβατικές ρυθμίσεις που δεσμεύουν το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας με ολική ή μερική απαλλοτρίωση του περιουσιακού δικαιώματος ή με συμβατικούς περιορισμούς του ηθικού δικαιώματος του δημιουργού κατά τρόπο που δεν γίνεται αποδεκτός από το σύγχρονο νομοθέτη (ΑΠ 1141/2023, ΑΠ 395/2022, ΑΠ 498/2019, ΑΠ 1065/2014).
Εξάλλου, στη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 15 του ως άνω ν. 2121/1993, η οποία εντάσσεται στο τρίτο κεφάλαιο του ν. 2121/1993, που αφορά στη μεταβίβαση, εκμετάλλευση και άσκηση των δικαιωμάτων των δημιουργών επί των έργων τους, ορίζεται ότι, "Αν δεν καθορίζεται η διάρκεια της μεταβίβασης ή των συμβάσεων ή της άδειας εκμετάλλευσης και αν κάτι διάφορο δεν προκύπτει από τα συναλλακτικά ήθη, η διάρκεια αυτή θεωρείται ότι περιορίζεται σε πέντε χρόνια". Ως στοιχεία δε, που συνεκτιμώνται προς διαπίστωση της συνδρομής συναλλακτικής συνήθειας, ικανής να αποκλείσει την εφαρμογή του (ενδοτικού) κανόνα της παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 2121/1993, προτάσσονται τα ακόλουθα: α) η ύπαρξη ή μη συνήθους διάρκειας των συμβάσεων (μεταβίβασης ή εκμετάλλευσης), που καταρτίζονται στο πλαίσιο του οικείου επαγγελματικού κλάδου, σε συνάρτηση με το είδος του υπό εκμετάλλευση έργου, β) το γενικότερο πλέγμα των σχέσεων και της συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλόμενων (λ.χ. συνεργασία με μόνιμο ή περιουσιακό χαρακτήρα) και γ) οι ιδιαιτερότητες της συμφωνηθείσας εκμετάλλευσης, όπως η αναγνωρισιμότητα, η φήμη του δημιουργού, η έκταση της επένδυσης, το είδος και το ύψος της συμφωνημένης αμοιβής.
Στην περίπτωση, που δεν καθορίζεται στο συμβατικό κείμενο, ρητά ή κατά τρόπο ανεπίδεκτο αμφισβήτησης, η διάρκεια της σύμβασης μεταβίβασης περιουσιακών εξουσιών του πνευματικού δικαιώματος ή παροχής άδειας εκμετάλλευσης αυτών, προκρίνεται, κατά σύμπλευση με τη γενική αρχή προστασίας και εύνοιας του δημιουργού που διαπνέει το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας, ευθέως η εφαρμογή του ειδικού συμπληρωματικού κανόνα (ενδοτικού δικαίου) της παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 2121/1993, χωρίς να προηγείται αυτής η, κατ' άρθρο 173 και 200 ΑΚ, εξηγητική και συμπληρωματική ερμηνεία των δηλώσεων βούλησης των μερών προς διαπίστωση κενού, σχετικά με τη χρονική διάρκεια της σύμβασης και, σε περίπτωση κατάγνωσης τέτοιου, η πλήρωσή του με τη συμπληρωματική ερμηνεία του άρθρου 200 ΑΚ.
Ακολούθως, κατά το άρθρο 178 ΑΚ, ''δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν ή το σκοπό, στον όποιο αυτοί αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των περιστάσεων και των συνθηκών που τη συνοδεύουν.
Κατά δε το άρθρο 179 του ίδιου κώδικα, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγούμενου άρθρου 178 ΑΚ, ''άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία, με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή''.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, και εκείνων των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, προκύπτει ότι για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και, συνεπώς άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται - να συντρέχουν σωρευτικά, οι εξής προϋποθέσεις: α) φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλόμενους και γ) εκμετάλλευση από το συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας, ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του.
Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας, όμως, δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός από αυτά. Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές.
Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.
Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ' αυτόν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου.
Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως θεμιτό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία του άλλου (ΑΠ 751/2023, ΑΠ 27/2022, ΑΠ 269/2022, ΑΠ 748/2021, ΑΠ 904/2019).
Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της (περιεχόμενο, σκοπός, αξία, παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, και ως εκ τούτου η κρίση περί της ύπαρξης αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 714/1973, ΑΠ 1380/2017, ΑΠ 2095/2009).
Η κρίση, όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικά (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 1380/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ίδιου δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 18/2018, ΑΠ 521/2023).
Τέλος, σε περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό της και με την αναίρεση πλήττεται η μια μόνο από αυτές, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει, όταν με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ 1261/2021, ΑΠ 232/2020, ΑΠ 436/2020, ΑΠ 559/2019, ΑΠ 1442/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία, α) τις διατάξεις των άρθρων, 68 παρ. 3 του ν. 2121/1993 και 2 του ΑΚ, κρίνοντας ότι δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του ν. 2121/1993, ''πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και πολιτιστικά θέματα'', οι ήδη καταρτισθείσες πριν από τη θέση του σε ισχύ, σχετικές συμβάσεις, όπως ή ένδικη, με συνέπεια να μην εφαρμόσει τη νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 15 παρ. 2 του ν. 2121/1993, που καθιερώνει την πενταετία ως μέγιστη διάρκεια ισχύος των συμβάσεων μεταβίβασης των περιουσιακών δικαιωμάτων ή παραχώρησης της άδειας εκμετάλλευσης (με τον πρώτο λόγο) και β) τις διατάξεις του άνω άρθρου 15 παρ. 2 του ίδιου ως άνω νόμου, κρίνοντας εσφαλμένα ότι η διάταξη αυτή, η οποία εντάσσεται στο κεφάλαιο του νόμου που ρυθμίζει τα δικαιώματα των δημιουργών, δεν τυγχάνει αναλογικής εφαρμογής και επί των αδειών εκμετάλλευσης των ερμηνευτών - εκτελεστών, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 1 ΑΚ, κατά την υπαγωγή στην έννοια των συναλλακτικών ηθών, που περιλαμβάνεται στο πραγματικό της άνω διάταξης (15 παρ. 2 ν. 2121/1993), των περιστατικών που θεωρήθηκαν ως αποδεδειγμένα (με το δεύτερο λόγο).
Επίσης, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ομοίως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 179 ΑΚ, με τις παραδοχές ότι η επίδικη σύμβαση εκχώρησης του δικαιώματος εκμετάλλευσης και αναμετάδοσης της ερμηνείας του στη σειρά ''ΛΑΜΨΗ'', δεν είναι καταπλεονεκτική.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τους πιο πάνω αναιρετικούς λόγους, μέρος, τα ακόλουθα: Ο εκκαλών - εφεσίβλητος - ενάγων (αναιρεσείων) είναι ηθοποιός από το έτος 1982 και έχει αναπτύξει καλλιτεχνική δράση στο χώρο του θεάτρου, του κινηματογράφου και της ιδιωτικής τηλεόρασης.
Η εκκαλούσα - εφεσίβλητη - εναγοµένη ανώνυμη εταιρία, µε την επωνυμία "ΑΝΤΕΝΝΑ ΤV AΕ" (αναιρεσίβλητη), έχει στην ιδιοκτησία της τον εθνικής εμβέλειας τηλεοπτικό σταθµό "ΑΝΤ1", τον οποίο λειτουργεί και εκμεταλλεύεται από το έτος 1989 και είναι παραγωγός της γνωστής καθηµερινής τηλεοπτικής σειράς η "ΛΑΜΨΗ", σκηνοθεσίας Ν.
Φ., η οποία µεταδιδόταν από τον άνω τηλεοπτικό σταθµό σε καθημερινή βάση από το έτος 1991 έως το 2005, οπότε και σταμάτησε η µετάδοσή της στην Ελλάδα. Από τα πρώτα έτη της λειτουργίας του εν λόγω τηλεοπτικού σταθμού το ελληνικό πρόγραµµα µεταδιδόταν τηλεοπτικά µέσω δορυφόρου σε χώρες του εξωτερικού, όπου υπήρχε ελληνική ομογένεια (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, Κύπρος, Γερμανία, Γαλλία) σε υλοποίηση της ιδέας και της επιθυμίας του ιδρυτή και προέδρου της εναγοµένης Μ.
Κ. Η µετάδοση του ελληνικού προγράµµατος του άνω τηλεοπτικού σταθμού, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και η ένδικη τηλεοπτική σειρά "ΛΑΜΨΗ" είχε ξεκινήσει µέσω τρίτων εταιριών µε δορυφορική μετάδοση στην Κύπρο και στις άνω χώρες της Ευρώπης από το έτος 1992, στις ΗΠΑ και στον ΚΑΝΑΔΑ από το έτος 1995 και στην Αυστραλία από το έτος 1997.......
Στην άνω τηλεοπτική σειρά (ΛΑΜΨΗ) συμμετείχε και ο ενάγων ενσαρκώνοντας τον ρόλο του "Σ.". Με την άνω ιδιότητά της η εναγοµένη, ήτοι της παραγωγού της άνω τηλεοπτικής σειράς (οπτικοακουστικού έργου) και ως χρηματοδότης αυτής, για να µπορεί να διαθέτει το προϊόν της επιχειρηµατικής της δραστηριότητας, του οποίου δεν αναγνωρίζεται πρωτογενής πνευματική δηµιουργία, υπό την ισχύουσα ανέκαθεν στο ημέτερο δίκαιο αρχή, κατήρτιζε συμβάσεις µε όλους όσους συνεργάζονταν στην παραγωγή τηλεοπτικού έργου και, ιδίως, µε τους καλλιτεχνικούς συντελεστές και αποκτούσε, κατά παράγωγο τρόπο, εξουσίες συγκεκριμένες, αναγκαίες για την εκμετάλλευση του έργου, σύμφωνα µε το σκοπό της σύμβασης ή και το σύνολο των εξουσιών από το περιουσιακό δικαίωμα επί του τηλεοπτικού έργου, ως πνευματικού δηµιουργήµατος, µε εξαίρεση τους μουσικοσυνθέτες και τους στιχουργούς που πρέπει, είτε ρητά να συμφωνήσουν στις σχετικές μεταβιβάσεις, είτε να παρέχουν τη συναίνεσή τους για κάθε εκμετάλλευση του οπτικοακουστικού έργου (άρθρο 34 Ν. 2121/1993).
Είναι δηλαδή η εναγοµένη, υπό την έννοια του άρθρου 47 παρ. 2 του ν. 2121/1993, το πρόσωπο µε πρωτοβουλία και ευθύνη του οποίου πραγματοποιείται η πρώτη εγγραφή σειράς εικόνων µε ή χωρίς ήχο και ως παραγωγός έχει από το νόµο συγγενικό δικαίωμα επί των παραγωγών της, ήτοι απόλυτες εξουσίες συγγενικού δικαιώματος όπως αναφέρονται στο άρθρο 47 παρ. 2 του Ν. 2121/1993.
Έτσι µε βάση το από 12/6/1991 ιδιωτικό συμφωνητικό των διαδίκων, ο ενάγων - ηθοποιός ανέλαβε να προσφέρει τις καλλιτεχνικές υπηρεσίες του, υποδυόμενος τον "Σ.", (μη πρωταγωνιστικός ρόλος) στην τηλεοπτική σειρά η "ΛΑΜΨΗ", ήτοι να εκτελεί σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και τις εντολές του παραγωγού και του σκηνοθέτη το ανατιθέµενο σ? αυτόν έργο, προσερχόµενος και μετέχοντας σ? όλες ανεξαιρέτως τις τυχόν δοκιµές, λήψεις εικόνων, µαγνητοσκοπήσεις, ηχογραφήσεις κ.λ.π, στις οποίες βάσει σεναρίου απαιτούνταν η συµµετοχή του.
Ρητώς συνομολογήθηκε ότι το σενάριο, το καλλιτεχνικό και τεχνικό προσωπικό, ο τρόπος, ο τόπος και ο χρόνος παραγωγής, η μέθοδος λήψης (µαγνητοσκόπηση ή κινηματογράφηση) και η εν γένει οργάνωση και εκτέλεση της εργασίας καθοριζόταν από τον παραγωγό κατά την απόλυτη κρίση του και χωρίς καµία ανάμειξη του ηθοποιού, ο οποίος οφείλει να προσέρχεται στο γύρισμα ακριβώς κατά τον εκάστοτε προσδιοριζόµενο χρόνο από τον παραγωγό και να γνωρίζει άριστα το ρόλο του ώστε ο?δέποτε να προκληθεί εξ αιτίας του καθυστέρηση.
Ως αντάλλαγμα για την εκτέλεση των υπηρεσιών του και για τη συµµετοχή του µέχρι (21) επεισόδια των (25) λεπτών ανά µήνα κατά ανώτατο όριο και σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση πάσης αξίωσής του ο ενάγων συμφωνήθηκε να λαμβάνει το ποσό των 500.000 δραχμών μικτά για όσους µήνες συνεχίζονταν τα γυρίσματα της τηλεοπτικής σειράς.
Την άνω αμοιβή ο ενάγων ελάμβανε για το χρονικό διάστηµα από τον Ιούνιο του 1991 έως και τον Ιούνιο του 1994, ενώ για το μετέπειτα χρονικό διάστηµα έως και τον Μάιο του 2002 οι μηνιαίες μικτές αποδοχές του ανήλθαν στο ποσό των 1.000.000 δραχμών. Ο ενάγων, κατά τη συμφωνία τους υποχρεούταν στην έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών από την αξία του οποίου θα αφαιρούνται οι νόμιμες κρατήσεις.
Από το περιεχόµενο του άνω συμφωνητικού προκύπτει ότι η σύμβαση που συνέδεε τον ενάγοντα µε την εναγοµένη ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δεδομένου ότι ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να προσφέρει τις καλλιτεχνικές του υπηρεσίες σε στούντιο, όπου πραγματοποιούνταν τα γυρίσματα της τηλεοπτικής σειράς, σε προκαθορισμένο από την εργοδότρια εναγοµένη χρόνο, σύμφωνα µε τους κανόνες της τέχνης και τις εντολές του παραγωγού και του σκηνοθέτη, χωρίς αυτός να έχει την παραμικρή ανάμιξη στο σενάριο, στο καλλιτεχνικό και τεχνικό προσωπικό, στον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο της παραγωγής, στη µέθοδο λήψης και στην εν γένει οργάνωση και εκτέλεση της παραγωγής, που καθοριζόταν αποκλειστικά από την εναγοµένη.
Στην δε αμοιβή του γινόταν κρατήσεις και δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι ο ενάγων εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών για την αμοιβή καθώς και το ότι στο ιδιωτικό συμφωνητικό γίνεται λόγος για σύμβαση έργου [..........), δεδοµένου ότι ο χαρακτηρισμός της σύμβασης εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου, το οποίο για το σχηματισμό της λαμβάνει υπόψητου όλα τα ανωτέρω στοιχεία.
Εξάλλου, και ο ίδιος ο ενάγων στην από 15/7/2002 εξώδικη δήλωσή του προς την εναγοµένη αναφέρει ότι συνδεόταν µε την εναγοµένη µε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και αξίωνε αποζηµίωση απόλυσης, δώρα εορτών και επιδόματα αδείας. Τα αυτά αναφέρει και στην επακολουθήσασα µετά το άνω εξώδικο υπ' αρ. κατ. 3814/2002 αγωγή του κατά της εναγοµένης, ενώ µε τις υπ? αρ. 1669/2006 και 4013/2007 αποφάσεις αυτού του Δικαστηρίου κρίθηκε για άλλους ηθοποιούς (Χ.
Π., Α. Π.) που συμμετείχαν στην άνω τηλεοπτική σειρά ότι η σύμβαση που τους συνέδεε µε την εναγοµένη ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Στον 5ο όρο του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού προβλεπόταν τα ακόλουθα: "Στην πιο πάνω συμφωνηθείσα αμοιβή του ηθοποιού περιλαμβάνεται και η αποζηµίωσή του για την εμπορική χρήση της εικόνας του, της φωνής του και όλων γενικών των σκηνών στις οποίες θα συμμετέχει.
Συνεπώς, µε την παρούσα σύμβαση ο ηθοποιός πωλεί, εκχωρεί, παραχωρεί και µεταβιβάζει εις τον παραγωγό και τους τυχόν ειδικούς διαδόχους του, κάθε πνευματικό, συγγενικό ή οποιασδήποτε άλλης προέλευσης δικαίωμά του που έχει επί της εικόνας, της φωνής του σε όλες γενικώς τις σκηνές στις οποίες θα συμμετάσχει, όπως και στις δι? οιασδήποτε συνθέσεως των εικόνων και των σκηνών αυτών τελικώς παραχθησοµένης τηλεοπτικής σειράς, είτε για την τηλεοπτική και δορυφορική προβολή στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο, είτε για την μεταγραφή σε βιντεοκασσέτες ή κινηματογραφική ταινία ή οποιοδήποτε άλλο υλικό φορέα που θα εφευρεθεί στο µέλλον.
Καθιστάµενος έτσι ο παραγωγός απόλυτος ιδιοκτήτης των πνευματικών δικαιωμάτων των ως άνω εικόνων και σκηνών και της δι? οιασδήποτε συνθέσεώς τους τελικώς παραχθησοµένης σειράς, μπορεί να µεταβιβάζει περαιτέρω σε τρίτους τα δικαιώµατα αυτά, να την επαναμοντάρει, να αλλάζει τον τίτλο της σειράς, να επιφέρει οιασδήποτε µεταβολές, τροποποιήσεις και περικοπές, να μεταφράζει και μεταγλωττίζει τα κείµενα, να ντουμπλάρει την φωνή του ηθοποιού στην ελληνική ή ξένη γλώσσα και γενικά να εκδίδει, δημοσιεύει, αναπαράγει, πολλαπλασιάζει, διαθέτει κι εκμεταλλεύεται το έργο που θα παραχθεί σε όλο τον κόσµο, άνευ περιορισμού".
Η εν λόγω σύμβαση μεταξύ των διαδίκων µε το ως άνω περιεχόµενο λειτούργησε κανονικά µέχρι τον Ιούνιο του 2002, χωρίς την παραμικρή ένσταση, διαμαρτυρία ή επιφύλαξη εκ µέρους του ενάγοντος. Το πρώτον ο τελευταίος µε την από 11/12/2003 εξώδικη δήλωσή του προς την εναγοµένη (........), ήτοι µετά τη λύση της συνεργασίας τους, πληροφορηθείς, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι η ένδικη τηλεοπτική σειρά στην οποία συμμετείχε προβάλλεται και στο εξωτερικό αξιώνει αμοιβή, όχι του άρθρου 46 του Ν. 2121/1993 (αποζηµίωση λόγω προσβολής των συγγενικών του δικαιωμάτων δι? εκμισθώσεως υπό της εναγοµένης άνευ της συγκατάθεσής του), αλλά την εύλογη αμοιβή του άρθρου 49 του νόµου αυτού (η αμοιβή του άρθρου 49 αφορά την εκμετάλλευση της νομίμως εγγεγραμµένης σε υλικό φορέα ερμηνείας εκτέλεσής τους], ήτοι τις λεγόμενες δευτερεύουσες χρήσεις.
Η διαλαμβανόµενη στον όρο 5 του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού μεταβίβαση των συγγενικών δικαιωμάτων του ενάγοντος στην εναγοµένη µετά την έναρξη ισχύος του ν. 2121/1993 είναι άκυρη για το χρονικό διάστηµα από 05/3/1994 και εντεύθεν, ως αντικείµενη στο άρθρο 46 παρ. 5 του ν. 2121/1993, γιατί οδηγεί στην πλήρη αποξένωση του ενάγοντος - ηθοποιού από τα συγγενικά του δικαιώµατα.
Κατά τα λοιπά, όµως, η σύμβαση είναι έγκυρη και ισχυρή. Με βάση, όµως, (α) το περιεχόµενο του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, (β) το ότι ο ενάγων συνδεόταν µε την εναγοµένη µε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, (γ) ότι ο όρος 5 της συµβάσεως επαναλαμβανόταν σταθερά σε όλες ανεξαιρέτως τις γραπτές συμβάσεις των ηθοποιών που μετείχαν στην τηλεοπτική σειρά "ΛΑΜΨΗ" (βλ.
προσκομιζόµενες συμβάσεις τους). (δ) ότι ρητά είχε προβλεφθεί η καταβαλλόμενη προς τους ηθοποιούς αμοιβή καλύπτει εκτός από τη μετάδοση της σειράς στην Ελλάδα και την περαιτέρω τηλεοπτική μετάδοση στο εξωτερικό, καθώς και ότι η εναγοµένη μπορούσε να διαθέτει και να εκμεταλλεύεται το έργο σε όλο τον κόσμο, (ε) ότι η εναγοµένη ως παραγωγός εταιρία συνάπτει συμβάσεις µε όλους όσους συνεργάζονται στην παραγωγή του τηλεοπτικού έργου και ιδίως µε τους καλλιτεχνικούς συντελεστές για να µπορεί να διαθέτει το προϊόν της επιχειρηματικής της δραστηριότητας καταβάλλοντας και επενδύοντας σηµαντικά προς τούτο ποσά, στ) ότι η αμοιβή που ελάμβανε ο ενάγων ιδίως µετά τον Ιούνιο του 1994 (1.000.000 δραχμές μηνιαίως) ήταν ιδιαίτερα υψηλή για τα δεδοµένα της εποχής, ώστε να αφορά µόνο την παροχή των υπηρεσιών του σε µία τηλεοπτική σειρά, στην οποία δεν εμφανιζόταν σε όλα τα επεισόδια και δεν είχε πρωταγωνιστικό ρόλο και ζ) η ερμηνεία του στην τηλεοπτική σειρά δεν διατηρούσε την παραμικρή αυτονομία ως "έργο", ώστε να µπορεί να τύχει αυτοτελούς και ανεξάρτητης από την εκμετάλλευση της σειράς εκ µέρους του τηλεοπτικού σταθμού της εναγοµένης και εμπορικής αξιοποίησης από τον ίδιο τον ενάγοντα ή σε συνεργασία µε άλλους φορείς, δηλαδή δεν είχε κανένα λόγο ο ενάγων να κρατήσει εκτός συμφωνίας µία ή περισσότερες περιουσιακές εξουσίες επί της ερμηνείας του ως ηθοποιού στην ένδικη τηλεοπτική σειρά, προκύπτει σύμφωνα µε τη βούληση των συμβαλλομένων και µε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ότι ο ενάγων σε πλήρη γνώση και µε τη βούλησή του παραχώρησε στην εναγοµένη εγγράφως την άδεια της καθοιονδήποτε τρόπο εκμετάλλευσης των συγγενικών του δικαιωμάτων στην Ελλάδα και το εξωτερικό και την εξουσία αυτής να παραχωρήσει περαιτέρω το δικαίωµα τηλεοπτικής μετάδοσης της ένδικης σειράς στην Ελλάδα και το εξωτερικό, δοθέντος ότι αυτή διαθέτει άδεια μετάδοσης του προγράµµατός της και στο εξωτερικό και ότι η δραστηριότητά της αυτή εντασσόταν σαφώς στον κύκλο της οικονοµικής της δραστηριότητας, αλλά και στο σκοπό της ένδικης σύμβασης εργασίας μεταξύ του ενάγοντος και της εναγοµένης, σύμφωνα µετις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις.
Πράγματι, ο σκοπός της σύμβασης εργασίας που συνήψε η εναγοµένη µε τον ενάγοντα και µε όλους τους ηθοποιούς που συμμετείχαν στην εν λόγω τηλεοπτική σειρά ήταν η εκμετάλλευση αυτής δια της προβολής της στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, σε όλο τον κόσµο, δορυφορικά και µε οποιονδήποτε άλλο τρόπο (καλωδιακά κ.λ), αφού η προβολή του προγράµµατος της εναγοµένης στο εξωτερικό εντασσόταν στο κύκλο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της και δεν αποτελούσε αυτοτελή µορφή εκμετάλλευσης, γεγονός γνωστό στον ενάγοντα και σε όλους τους συντελεστές της ένδικης σειράς.
Συνεπώς, η τηλεοπτική αναμετάδοση, µέσω δορυφόρου της νόµιµα εγγεγραµµένης ερμηνείας του ενάγοντος σε υλικό φορέα ήχου και εικόνας επί της εν λόγω τηλεοπτικής σειράς στο εξωτερικό, έγινε επιτρεπτώς µε βάση την εγκύρως χορηγηθείσα άνω γραπτή άδεια του ενάγοντος περί εκμετάλλευσης του συνόλου των εξουσιών του συγγενικού του δικαιώματος επί της ερμηνείας του για όλο τον κόσµο και για όσο χρόνο διαρκεί η προστασία των συγγενικών του δικαιωμάτων.
Συνακόλουθα τούτων, ο τηλεοπτικός σταθµός της εναγοµένης κάνοντας χρήση της εξουσίας που συμβατικά είχε αποκτήσει από τον ενάγοντα και τους λοιπούς συμμετέχοντες ηθοποιούς στην ένδικη τηλεοπτική σειρά παρέσχε νομίμως την ?δεια περαιτέρω τηλεοπτικής δορυφορικής αναμετάδοσης της επίµαχης σειράς κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 47 παρ. 2 εδ.
στ του Ν. 2121/1993, στις εταιρίες, (Α) ΑΝΤΕΝΝΑ SATELLITE USA INC για την Αμερική και τον Καναδά, (Β) ΑΝΤΕΝΝΑ PACIFIC BROAD CASTS LTD για τον Καναδά, (Γ) ΑΝΤΕΝΝΑ CYPROUS για την Κύπρο και (Δ) ΑΝΤΕΝΝΑ EUROPE για τις προαναφερθείσες χώρες της Ευρώπης. Η τηλεοπτική μετάδοση µέσω δορυφόρου της νόμιμα εγγεγραµµένης ερμηνείας του ενάγοντος, που ρητά µνηµόνευε η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση για την ένδικη τηλεοπτική σειρά, εμπίπτει στο πεδίο εφαρµογής του άρθρου 49 του Ν. 2121/1993 (εύλογη αμοιβή) και όχι στο πεδίο εφαρµογής του άρθρου 46 του ίδιου νόµου (εκμετάλλευση οιασδήποτε απόλυτης εξουσίας του συγγενικού δικαιώματος του ενάγοντος ηθοποιού).
Η δορυφορική τηλεοπτική μετάδοση της ένδικης σειράς λάμβανε χώρα µε τη µεταφορά του σήματος (link) από επίγειο σταθµό (uplink) σε δορυφόρο τοποθετηµένο σε γεωσύγχρονη τροχιά, ο οποίος κατόπιν ενίσχυε και αναµετάδιδε το σήμα σε ένα σταθµό λήψης στη γη σε διαφορετική συχνότητα (κατιούσα σύνδεση), χωρίς έτσι να αποστέλλεται ή να αναπαράγεται ή να παραχωρείται ή να εκµισθώνεται ή να διατίθεται στο κοινό οιοσδήποτε υλικός φορέας και συνεπώς δεν εμπίπτει η αναμετάδοση αυτή στην έννοια της έµµεσης αναπαραγωγής, όπως αυτή αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη.
Αλλά και στην περίπτωση που παραδιδόταν από την εναγοµένη σε τρίτο µεταδίδοντα σταθμό (ΑΝΤΕΝΝΑ SΑΤΕLLΙΤΕ, ΑΝΤΕΝΝΑ ΡΑCIFIC κ.λ.π.), βάσει μεταξύ τους σύμβασης παροχής αδείας τηλεοπτικής αναμετάδοσης, υλικός φορέας της ένδικης τηλεοπτικής σειράς µε σκοπό να πραγματοποιήσει ο τρίτος σταθµός τηλεοπτική μετάδοση - λαμβάνοντας η εναγοµένη προς τούτο αμοιβή για την εκ µέρους των συνεργαζόμενων σταθμών χρήση και εκμετάλλευση του δικαιώματος ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης της ένδικης εκπομπής και όχι για την παραχώρηση του οπτικοακουστικού υλικού - αυτό δεν συνιστά εκµίσθωση ή διάθεση στο κοινό του συγγενικού δικαιώματος του ενάγοντος, αλλά αντίθετα απλή παράδοση του υλικού φορέα σε εκτέλεση σύμβασης παροχής αδείας τηλεοπτικής αναμετάδοσης που είχε καταρτίσει η εναγοµένη µε τους προαναφερθέντες σταθμούς, (υλική πράξη που δεν έχει οικονομική αυθυπαρξία και δεν συνιστά αυτοτελή µορφή οικονοµικής εκμετάλλευσης της ταινίας), µε σκοπό την τηλεοπτική αναμετάδοση, για την οποία ο ενάγων δικαιούταν να εισπράττει από τον χρήστη µόνο την εύλογη αμοιβή του άρθρου 49 παρ. 5 του ν. 2121/1993 (βλ. .......).
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι και αν ακόµη µε το άνω ιδιωτικό συμφωνητικό και δη µε τον όρο (5) συμφωνήθηκε η παραχώρηση αποκλειστικής άδειας των συγγενικών του δικαιωμάτων επί της ερμηνείας του στην επίµαχη τηλεοπτική σειρά, αυτή ισχύει για µία πενταετία, κατ' αναλογική εφαρµογή του άρθρου 15 παρ. 2 του Ν. 2121/1993, πρέπει να απορριφθεί για τους εξής λόγους.
Η άνω διάταξη αφορά περιοριστικά τους δημιουργούς. Η αναλογική εφαρµογή των ερμηνευτικών κανόνων των συµβάσεων εκμετάλλευσης του δημιουργού στις συμβάσεις του ερμηνευτή εκτελεστή δεν είναι δυνατή γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε την ταύτιση του ερμηνευτή εκτελεστή µε το δημιουργό. Η εφαρµογή αυτής της ερµηνευτικής διάταξης στην περίπτωση του δημιουργού είχε λογική και σκοπιμότητα, δεδομένου ότι στο προϊσχύσαν δίκαιο ο δημιουργός δεν ελάµβανε ποσοστιαία αμοιβή και ως εκ τούτου οι δημιουργοί έργων πριν από το νέο νόµο έπρεπε να ανακτήσουν σύνδεση µε την εκμετάλλευση των έργων τους, γι αυτό προβλέφθηκε ερμηνευτικά η πενταετής διάρκεια των παλαιών συµβάσεων των δημιουργών, έτσι ώστε να αποκτήσουν σύνδεση µε την εκμετάλλευση των έργων τους.
Στην περίπτωση, όµως, των δικαιούχων συγγενικών δικαιωμάτων, δεν υφίσταται καµία ανάλογη αναγκαιότητα, αφού ο ν. 2121/1993 µε το άρθρο 49 προστατεύει τη σχέση τους µε την ερμηνεία τους και είναι αδύνατη η αποξένωσή τους από αυτήν. Με την καταβολή της εύλογης αμοιβής συμμετέχουν στο προϊόν της εκμετάλλευσης της ερμηνείας - εκτέλεσης.
Όπου ο νομοθέτης ήθελε να θέσει ερμηνευτικό κανόνα ή να παράσχει πληρέστερη προστασία στον ερμηνευτή - εκτελεστή σε σχέση µε τους υπόλοιπους συγγενείς του δημιουργού δικαιούχους το έκανε και το προέβλεψε ρητά, όπως στο άρθρο 52 περ. β σχετικά µε τους περιορισμούς του περιουσιακού δικαιώματος, στο άρθρο 58 όσον αφορά στη συλλογική διαχείριση των συγγενικών δικαιωμάτων και ρητά αναγνώρισε ηθικά δικαιώµατα για τον ερμηνευτή - εκτελεστή και την εφαρµογή της θεωρίας του σκοπού της συµβάσεως (βλ.......).
Άλλωστε, η διάταξη 15 παρ. 2 του νόµου περί πνευματικής ιδιοκτησίας ορίζει την ισχύ της σύμβασης για µία πενταετία µόνον εφόσον δεν ορίζεται κάτι διαφορετικό από τη σύμβαση ή αν δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό από τα συναλλακτικά ήθη.
Σε κάθε περίπτωση, η διάταξη αυτή δεν µπορεί να τύχει εφαρµογής στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον η παγιωµένη συναλλακτική πρακτική που επικρατεί στην τηλεοπτική αγορά τόσο πριν από την ισχύ του ν. 2121/1993 όσο µετά την ισχύ του, είναι η απεριόριστη χρονικά παραχώρηση της εκμετάλλευσης των συγγενικών δικαιωμάτων από τους επιµέρους συντελεστές προς την παραγωγή και όχι η επαναδιαπραγµάτευση ανά πενταετία.
Το ίδιο ίσχυε ως προς όλες τις συμβάσεις που κατήρτιζε η εναγοµένη, όπως και άλλοι παραγωγοί, µε όλους τους ηθοποιούς τόσο στην επίµαχη τηλεοπτική σειρά όσο και στις άλλες παραγωγές του σταθμού της τόσο πριν απ? την ισχύ του άνω νόµου όσο και µετά (βλ. σχετικές προσκομιζόµενες συμβάσεις για άλλες τηλεοπτικές σειρές).
Όλες ανεξαιρέτως οι συμβάσεις ρητά περιελάμβαναν και περιλαμβάνουν την εξουσία της εναγοµένης να εκμεταλλεύεται την ερμηνεία των καλλιτεχνών - ερμηνευτών µε βάση τη σύμβαση εργασίας που κατήρτιζε µαζί τους µε κάθε τρόπο και µέσο, συμπεριλαμβανοµένης ρητώς της δορυφορικής τηλεοπτικής μετάδοσης τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό για όσο χρόνο διαρκεί η προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων, καθώς και το δικαίωµα αυτής να παραχωρήσει περαιτέρω το δικαίωμα τηλεοπτικής μετάδοσης της σειράς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό σε τρίτους.
Η πρακτική συνδέεται ακριβώς µε τη λειτουργία και την επιχειρηματική δραστηριότητα των τηλεοπτικών σταθμών που είναι να διαθέτει ελεύθερα τα προγράµµατα παραγωγής του στην εγχώρια και στην διεθνή τηλεοπτική αγορά. Η παραδοχή της άποψης του ενάγοντος ότι έληξε η πενταετής ισχύς της ρήτρας του όρου (5) της σύμβασής του, θα σήμαινε ότι ακόµα και η τηλεοπτική μετάδοση στην Ελλάδα της νομίμως εγγραφείσας επίµαχης σειράς από το 1996 και µετά ήταν παράνομη, µη καλυπτόµενη από την λήξασα ως άνω συμβατική ρήτρα.
Όμως, ο ενάγων από το 1996 δεν διαμαρτυρήθηκε, ούτε κινήθηκε κατά της εναγοµένης αμφισβητώντας την εγκυρότητα της μεταξύ τους σύμβασης εν όλω, είτε αναφορικά µε τον όρο (5). Το έπραξε το πρώτον µετά τη λήξη της συνεργασίας του µε την εναγοµένη, όταν έπαψε να αμείβεται µε 1.000.000 δραχμές μηνιαίως, αποστέλλοντας το άνω εξώδικο ισχυριζόμενος ότι η αναμετάδοση της επίµαχης τηλεοπτικής σειράς είναι µη νόµιµη µόνο για ξένες χώρες.
Ο σκοπός, όµως, της μεταξύ τους σύμβασης ήταν απόλυτα σαφής και αφορούσε την τηλεοπτική και δορυφορική προβολή της εν λόγω τηλεοπτικής σειράς στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο και για όσο χρόνο διαρκούσε η προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων. Εξάλλου, όπως προανα-φέρθηκε, η διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 του Ν. 2121/1993 προβλέπει τη µη γνήσια αναδρομή, κατά την οποία ο τύπος των συµβάσεων που καταρτίστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του άνω νόμου, ως νομικά και ιστορικά γεγονότα που έχουν ήδη λάβει χώρα και έχουν συντελεσθεί στο παρελθόν θα αντιμετωπιστούν υπό το πρίσμα του προϊσχύσαντος δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας.
Στην προκείµενη περίπτωση, η ένδικη σύμβαση ως νοµικό - ιστορικό γεγονός που έχει ήδη λάβει χώρα και συντελεστεί σε χρόνο προγενέστερο της 04/3/1993, οπότε τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 2121/1993 δημιούργησε έννομη σχέση ανάµεσα στον ενάγοντα και στην εναγοµένη, που δεν εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο του κανόνα του άρθρου 15 παρ. 2 του ν. 2121/1993, αποτελώντας αυτή περίπτωση µη γνήσιας αναδρομής, µε συνέπεια να τυγχάνει εφαρµογής το προϊσχύσαν δίκαιο για την πνευματική ιδιοκτησία, το οποίο ρυθµίζει τον τύπο των συµβάσεων αυτών, τη διάρκεια και την εν γένει βούληση των συμβαλλομένων µερών, αποκλειοµένης της αναδροµικότητας ενόψει και της κρατούσας στο πεδίο του αστικού δικαίου αρχής της ασφάλειας του δικαίου και των συναλλαγών κατά τα ειδικότερα εκτιθέµενα στη μείζονα σκέψη, απορριπτοµένου του ισχυρισμού του ενάγοντος ότι η σύμβαση δεν καθορίζει τη διάρκεια της μεταβίβασης των συγγενικών δικαιωμάτων του επί της επίµαχης τηλεοπτικής σειράς.
Με βάση τα παραπάνω, ο ενάγων δεν αποξενώθηκε των συγγενικών του δικαιωμάτων και η σύμβαση που κατάρτισε µε την εναγοµένη δεν αντιβαίνει στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη, ήτοι στις αντιλήψεις που επικρατούν στον κύκλο των τηλεοπτικών συναλλαγών, ούτε δεσμεύτηκε υπερβολικά η συμβατική του ελευθερία ως προς την εκμετάλλευση των συγγενικών του δικαιωμάτων, δεδομένου ότι το 1993 ο κατώτατος µισθός ηθοποιού του ελεύθερου θεάτρου ανερχόταν μηνιαίως στο ποσό των 130.000 δραχμών και ο ενάγων από το 1994 ελάμβανε 1.000.000 δραχμές μηνιαίως.
Και τούτο γιατί συμβατικά ρητά συμφωνήθηκε ότι η εναγοµένη θα έχει κάθε δικαίωμα να προβαίνει σε κάθε δυνατή εμπορική εκμετάλλευση της ερμηνείας του, όπως αυτή είχε ενσωματωθεί στην ένδικη τηλεοπτική σειρά, για όλη τη διάρκεια της προστασίας των συγγενικών του δικαιωμάτων. Με βάση τα παραπάνω, δεν υπήρξε προσβολή των απόλυτων συγγενικών δικαιωμάτων του ενάγοντος επί της ερμηνείας του στην επίµαχη τηλεοπτική σειρά, ώστε να δικαιούται αυτός αποζημίωση µε βάση τα άρθρα 46 και 65 του Ν. 2121/1993, παρά µόνο δικαιούται εύλογη αμοιβή του άρθρου 49 του άνω νόµου (σχετικά συγγενικά δικαιώµατα] αξιώσιµη µόνο από τον οργανισμό συλλογικής διαχείρισης ο "ΔΙΟΝΥΣΟΣ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία, είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος και είχε αναγνωριστεί ότι η αναιρεσίβλητη υποχρεούται να του καταβάλει, ως προβλεπόμενη από το άρθρο 65 παρ. 1 και 2 του ν. 2121/1993 αμοιβή, το ποσό των 57.578,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή, στις 12-6-1991, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων με το από 12-6-1991 συμφωνητικό, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δυνάμει της οποίας ο αναιρεσείων, ηθοποιός, παρέσχε ρητά στην αναιρεσίβλητη την άδεια της τηλεοπτικής μετάδοσης και εκμετάλλευσης της ερμηνείας του (σε δευτερεύοντα ρόλο) στην προεκτεθείσα καθημερινή τηλεοπτική σειρά για αόριστο χρόνο, έναντι της σ' αυτή αναφερόμενης αμοιβής, ότι η εναγοµένη μπορούσε να διαθέτει και να εκμεταλλεύεται το έργο σε όλο τον κόσμο, και ότι δεν εφαρμόζεται αναλογικά η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 του ν. 2121/1993, περί της πενταετούς διάρκειας της σύμβασης παραχώρησης της εκμετάλλευσης της ερμηνείας του αναιρεσείοντος, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την τελευταία διάταξη.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο στήριξε το απορριπτικό του πόρισμα, περί μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 2 του ν. 2121/1993, σε τρεις επάλληλες κύριες αιτιολογίες. Σύμφωνα με την πρώτη κύρια αιτιολογία, το Εφετείο δέχθηκε ότι η εν λόγω διάταξη (15 παρ. 2 του ν. 2121/1993), δεν εφαρμόζεται στην επίδικη σύμβαση που αφορά ερμηνευτή (ηθοποιό), διότι η διάταξη αυτή αφορά αποκλειστικά τους δημιουργούς πνευματικού έργου και δεν χωρεί αναλογική εφαρμογή αυτής και επί των ερμηνευτών, δικαιούχων συγγενικών δικαιωμάτων, των οποίων ο νόμος προστατεύει την ερμηνεία, με την καταβολή εύλογης αμοιβής από το άρθρο 49 του άνω νόμου, με την οποία συμμετέχουν στο προϊόν της εκμετάλλευσης της ερμηνείας - εκτέλεσης.
Επιπροσθέτως, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε με δεύτερη (επάλληλη) αιτιολογία ότι, ''η διάταξη αυτή δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον η παγιωμένη συναλλακτική πρακτική που επικρατεί στην τηλεοπτική αγορά, τόσο πριν από την ισχύ του ν. 2121/1993, όσο µετά την ισχύ του, είναι η απεριόριστη χρονικά παραχώρηση της εκμετάλλευσης των συγγενικών δικαιωμάτων από τους επιµέρους συντελεστές προς την παραγωγή και όχι η επαναδιαπραγµάτευση ανά πενταετία και ότι το ίδιο ίσχυε ως προς όλες τις συμβάσεις που κατήρτιζε η εναγοµένη, όπως και άλλοι παραγωγοί, µε όλους τους ηθοποιούς τόσο στην επίµαχη τηλεοπτική σειρά όσο και στις άλλες παραγωγές του σταθμού της τόσο πριν απ’ την ισχύ του άνω νόµου (2121/1993) όσο και µετά, ενώ, με τρίτη αιτιολογία, δέχθηκε ότι, ''η διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 του ν. 2121/1993 προβλέπει τη µη γνήσια αναδρομή, κατά την οποία ο τύπος των συµβάσεων που καταρτίστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του άνω νόμου, ως νομικά και ιστορικά γεγονότα που έχουν ήδη λάβει χώρα και έχουν συντελεσθεί στο παρελθόν θα αντιμετωπιστούν υπό το πρίσμα του προϊσχύσαντος δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας και ότι στην προκείµενη περίπτωση, η ένδικη σύμβαση ως νοµικό - ιστορικό γεγονός που έχει ήδη λάβει χώρα και συντελεστεί σε χρόνο προγενέστερο της 04/3/1993, οπότε τέθηκε σε ισχύ ο ν. 2121/1993, δημιούργησε έννομη σχέση ανάµεσα στον ενάγοντα και στην εναγοµένη, που δεν εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο του κανόνα του άρθρου 15 παρ. 2 του ν. 2121/1993, αποτελώντας αυτή περίπτωση µη γνήσιας αναδρομής, µε συνέπεια να τυγχάνει εφαρµογής το προϊσχύσαν δίκαιο για την πνευματική ιδιοκτησία, το οποίο ρυθµίζει τον τύπο των συµβάσεων αυτών, τη διάρκεια και την εν γένει βούληση των συμβαλλομένων µερών, αποκλειοµένης της αναδροµικότητας.
Σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η εν λόγω διάταξη (15 παρ. 2 ν. 2121/1993), η οποία ορίζει την ισχύ της σύμβασης για µία πενταετία, µόνον εφόσον δεν ορίζεται κάτι διαφορετικό από τη σύμβαση ή αν δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό από τα συναλλακτικά ήθη και η οποία πράγματι έχει ενταχθεί στο κεφάλαιο που αφορά τους δημιουργούς, δεν τυγχάνει αναλογικής εφαρμογής και στους ερμηνευτές καλλιτέχνες, η προστασία των οποίων, είναι αυτοτελής και διακεκριμένη έναντι της προβλεπόμενης για τους δημιουργούς και εξαντλείται στην καταβολή της εύλογης αμοιβής του άρθρου 49 του ν. 2121/1993, μέσω της οποίας συμμετέχουν στο προϊόν της εκμετάλλευσης της ερμηνείας τους, όπως ορθά έκρινε το Εφετείο με την πρώτη ως άνω (κύρια) αιτιολογία.
Επομένως, ο άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το σχετικό σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατόπιν δε αυτού, αφού η πρώτη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, δεν πλήττεται επιτυχώς με την αναίρεση, οι παραπάνω πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης κατά το σκέλος τους, με το οποίο πλήττονται οι, δεύτερη και τρίτη επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεχόμενο ότι η ένδικη σύμβαση δεν είναι αισχροκερδής - καταπλεονεκτική, ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, η οποία υπό τις ως άνω παραδοχές του, ότι δηλαδή η σύμβαση που κατάρτισε ο αναιρεσείων με την αναιρεσίβλητη, ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ότι στα πλαίσια της σύμβασης αυτής παρέσχε ρητά στην τελευταία την άδεια της τηλεοπτικής μετάδοσης και εκμετάλλευσης της ερμηνείας του (σε δευτερεύοντα ρόλο) στην προεκτεθείσα καθημερινή τηλεοπτική σειρά, έναντι αμοιβής, η οποία κατά το έτος 1994 ανερχόταν σε 1.000.000 δραχμές μηνιαίως, ενώ το έτος 1993, ο κατώτατος µισθός ηθοποιού του ελεύθερου θεάτρου, ανερχόταν μηνιαίως στο ποσό των 130.000 δραχμών, ότι αντίστοιχες συμβάσεις κατάρτισε η αναιρεσίβλητη, όπως και άλλοι παραγωγοί τηλεοπτικών σειρών και ότι συμφωνήθηκε ρητά ότι η αναιρεσίβλητη θα έχει κάθε δικαίωμα να προβαίνει σε κάθε δυνατή εμπορική εκμετάλλευση της ερμηνείας του αναιρεσείοντος, όπως αυτή είχε ενσωματωθεί στην ένδικη τηλεοπτική σειρά, για όλη τη διάρκεια της προστασίας των συγγενικών του δικαιωμάτων, δεν αντιβαίνει στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη, ήτοι στις αντιλήψεις που επικρατούν στον κύκλο των τηλεοπτικών συναλλαγών, ούτε δεσμεύτηκε υπερβολικά η συμβατική ελευθερία του αναιρεσείοντος ως προς την εκμετάλλευση των συγγενικών του δικαιωμάτων.
Οι λοιπές αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον ίδιο λόγο, κατά τις οποίες η αναιρεσίβλητη δέσμευσε υπερβολικά τη συμβατική ελευθερία του αναιρεσείοντος, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι αυτός ήταν ανίσχυρος συμβαλλόμενος και ότι η επίδικη σύμβαση ήταν σύμβαση προσχώρησης, χωρίς να του δοθεί δυνατότητα να διαπραγματευθεί, πλήττουν τις αποδείξεις.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-3-2018 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 1160/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ