Legislator Case Law & Legislation
1580/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds and failure to prove procedural error under Article 559 of Civil Procedure Code.

Case Number 1580/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute. The appellant argued the lower court violated the principle of res judicata and procedural rules, but the court found the appeal grounds insufficiently detailed to verify these claims. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible due to vagueness, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact procedural error and the specific grounds relied upon by the appellant to be admissible for review.

Keywords

AI generated
res judicata violation procedural error appeal inadmissible appeal vague grounds legal costs award labor dispute Civil Procedure Code

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1580 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1580/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Τ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευτυχία Τσιτσίκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Π. του Τ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2010 και με αριθμό κατάθεσης 226084/8028/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 2754/2013 του ιδίου Δικαστηρίου και η 4725/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-1-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 3η Ιανουαρίου 2020 με αριθ. κατάθ. 58/9/7.1.2020 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 4725/26.8.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 29η Δεκεμβρίου 2015 με αριθ.

κατάθ. 8192/2015 έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 2754/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου απορρίφθηκε η από 20η Δεκεμβρίου 2010 με αριθ. καταθ. 226084/8028/2010 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και γιατί ασκήθηκε με το ίδιο, τελεσιδίκως κριθέν, δικονομικό ελάττωμα με την από 17η Φεβρουαρίου 2006 προγενέστερη αγωγή του ενάγοντος που είχε απορριφθεί ως προς τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ως αόριστη με την υπ' αριθμ. 3424/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (4725/2019) το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την ως άνω έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δικάζοντας επί της από 20.12.2010 αγωγής, την οποία έκρινε επαρκώς ορισμένη, δέχθηκε αυτή ως βάσιμη κατ' ουσία και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στον ενάγοντα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τους σ' αυτή εκτιθέμενους λόγους το ποσό των 50.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1361/2019, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 319/2017).

Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι αναιρετικά ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 355/2020, ΑΠ 968/2018, ΑΠ 1098/2011).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1361/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 884/2017, ΑΠ 1184/2015).

Στην περίπτωση αυτή δεν αρκεί και πάλι η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010).

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 319/2017). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι ερμηνεύοντας τη φράση του από 8.9.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού που συνήψε αυτός με τον Σ.

Φ. ότι "οι εργασίες που θα εκτελεσθούν τελούν υπό την επίβλεψη του πολιτικού μηχανικού Δ. Π. και ότι ο εργολάβος υπόσχεται την καλή εκτέλεση του έργου, σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και της τεχνικής" δέχθηκε εσφαλμένα ότι αυτός (αναιρεσείων) είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του την εποπτεία, τον έλεγχο και τη διεύθυνση των εκτελούμενων οικοδομικών εργασιών με αυτεπιστασία και ότι ενώ διέγνωσε αμφίβολη έννοια και ασάφεια του συγκεκριμένου όρου της σύμβασης παρέλειψε να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ προς αναζήτηση της αληθούς βούλησης των συμβαλλομένων μερών.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι στο οικείο δικόγραφο της αίτησης δεν διαλαμβάνονται, παρά μόνο επιλεκτικά και αποσπασματικά, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο ως θεμελιωτικά του αποδεικτικού του πορίσματος ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ως κύριος του έργου, που αφορούσε ανέγερση οικοδομής ιδιοκτησίας του, είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του την εποπτεία, τον έλεγχο και τη διεύθυνση των εκτελούμενων οικοδομικών εργασιών με αυτεπιστασία και ότι υπήρχε αμέλειά του ως προς τον τραυματισμό του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου στο εργατικό ατύχημα που συνέβη κατά την εκτέλεση αυτών.

Σε κάθε, δε, περίπτωση ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης (ΑΠ 288/2020, ΑΠ 58/2018), αφού το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ερμήνευσε το αναγραφόμενο στο αναιρετήριο από 8.9.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό καθότι δεν γίνεται καμία αναφορά στην ως άνω απόφαση για έγγραφη σύμβαση μεταξύ του αναιρεσείοντος και του ως άνω εργολάβου (Σ.

Φ.), ούτε, άλλωστε προκύπτει από αυτή ότι είχε προσκομισθεί το ως άνω έγγραφο μετ' επικλήσεως, αλλά ούτε και από τις από 7.5.2019 προτάσεις του αναιρεσείοντος τις οποίες κατέθεσε ως εφεσίβλητος ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, που παραδεκτά επίσης επισκοπούνται κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με αυτές επικαλέσθηκε το ως άνω έγγραφο.

Αντίθετα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ως αναγόμενη στην εκτίμηση εκ των πραγμάτων κρίση του ότι υπήρχε προφορική και όχι έγγραφη συμφωνία μεταξύ του αναιρεσείοντος και του εργολάβου οικοδομών Σ. Φ. να αναθέσει ο αναιρεσείων ως κύριος του ακινήτου στον ως άνω εργολάβο την κατασκευή του φέροντος οργανισμού και των τούβλων, ότι αυτός (αναιρεσείων) ανέθεσε στον υπεργολάβο Κ.

Β. την κατασκευή των επιχρισμάτων και στον υπεργολάβο Σ. Γ. τις σχετικές υδραυλικές εγκαταστάσεις, έχοντας επιφυλάξει για τον εαυτό του την εποπτεία, τον έλεγχο και τη διεύθυνση των εκτελούμενων οικοδομικών εργασιών. Περαιτέρω ο αναιρεσείων με τον πέμπτο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης και ειδικότερα ότι δέχθηκε χωρίς αιτιολογία ότι συντρέχει στο πρόσωπο αυτού ως κυρίου της οικοδομής αμέλεια ως προς τον τραυματισμό του αναιρεσίβλητου και ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.1 του Ν. 1396/1983 με την οποία ορίζεται ότι "σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση του έργου σε ένα μόνο εργολάβο ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί όσο διαρκεί το έργο αυτού όλα τα μέτρα ασφαλείας τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο" δεδομένου ότι με το από 8.9.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό αυτός είχε αναθέσει στον εργολάβο Σ.

Φ. την ανέγερση όλης της οικοδομής του και όχι τμήμα αυτής και ότι συνεπώς ουδεμία αμέλεια τον βαρύνει. Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσίαν παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου ως κατ' ουσία βάσιμης και ειδικότερα διότι διαλαμβάνεται σ' αυτό (αναιρετήριο) μόνο αποσπασματικά και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος η εξής παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης : "η αμέλεια των ανωτέρω (κυρίου του έργου, πολιτικού μηχανικού εργολάβου οικοδομών και υπεργολάβου επιχρισμάτων) συνίστατο αφενός στη μη τήρηση των μέτρων ασφαλείας" και όχι όλες οι παραδοχές αυτής ούτως ώστε να κριθεί από το σύνολο αυτών, αν πράγματι στερείται νόμιμης βάσης σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων περί ευθύνης του αναιρεσείοντος ως κυρίου του έργου για τον τραυματισμό του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, ούτε εκτίθενται σ' αυτό (αναιρετήριο) ποίες είναι οι ανεπάρκειες που προσάπτονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει αυτή προς θεμελίωση του αποδεικτικού της πορίσματος ότι συντρέχει πταίσμα (αμέλεια) του αναιρεσείοντος ως κυρίου του έργου για τον τραυματισμό του αναιρεσίβλητου.

Επιπρόσθετα ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος, που με αυτόν πλήττεται η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι συνέτρεχε αμέλεια του αναιρεσείοντος ως κυρίου του έργου ως κατ' ουσίαν εσφαλμένη, με την αιτιολογία ότι με το από 8.9.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε ανατεθεί στον εργολάβο Σ. Φ. η ανέγερση όλης της οικοδομής είναι, κατά το μέρος αυτό, απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση συνδρομής του ως άνω εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, ενόψει του ότι κατά τα ήδη προεκτεθέντα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 573/2018).

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996 ΑΠ 1446/2019).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 790/2020, ΑΠ 85/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1446/2019,ΑΠ 76/2016).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 76/2016), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 771/2017).

Ο ως άνω ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 892/2019, ΑΠ 1305/2019, ΑΠ 739/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τον προταθέντα από αυτόν, με τις προτάσεις του, ισχυρισμό ότι ως ιδιοκτήτης της υπό ανέγερση οικοδομής δεν είχε διαφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση των εργασιών καθότι αυτός τις είχε αναθέσει σε εξειδικευμένα συνεργεία.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέτασε τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος τον οποίο απέρριψε κατ' ουσία, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων πραγματικών γεγονότων, αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και συγκεκριμένα με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων ως ιδιοκτήτης της οικοδομής είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του την εποπτεία, τον έλεγχο και τη διεύθυνση των εκτελούμενων εργασιών με αυτεπιστασία δια των προστηθέντων υπ' αυτού κατά την εκτέλεση του έργου πολιτικού μηχανικού, εργολάβου και υπεργολάβου στους οποίους έδινε δεσμευτικές οδηγίες και εντολές.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. του 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, συγκεκριμένου ισχυρισμού, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 950/2019, ΑΠ 449/2019, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016) Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (ΑΠ 1020/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχθηκε ότι αυτός είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του την εποπτεία, τον έλεγχο και τη διεύθυνση των εκτελούμενων εργασιών με αυτεπιστασία δια των προστηθέντων υπ'αυτού κατά την εκτέλεση του έργου πολιτικού μηχανικού εργολάβου και υπεργολάβου χωρίς απόδειξη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνεται μνεία (7ο φύλλο αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη τα αναγραφόμενα σε αυτήν αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τα με επίκληση από τους διαδίκους προσκομισθέντα έγγραφα είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων προκειμένου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσείων ως κύριος του οικοδομικού έργου, που είχε επιφυλάξει για τον εαυτό την εποπτεία, τον έλεγχο και τη διεύθυνση των εκτελούμενων εργασιών με αυτεπιστασία, ήταν υπαίτιος (από αμέλεια) για τον τραυματισμό του αναιρεσίβλητου και συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση έκδοσης της προσβαλλομένης απόφασης "χωρίς απόδειξη".

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 555/2019 ΑΠ 275/2017, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 7/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τον επίδικο χρόνο και πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190) με έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού από 1.1.2022 (άρθρο 120 του ως άνω νόμου), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από στην ως άνω διάταξη προβλεπόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 179/2019).

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται.

Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία) και ελέγχεται, ως παραβίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δηλαδή, εάν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση, κυριαρχικώς, του δικογράφου της αγωγής, όπως ανταποκρίνεται στο πραγματικό της περιεχόμενο, έκρινε το δικόγραφο ορισμένο και την αγωγή παραδεκτή, παρά τη μη επαρκή έκθεση στο δικόγραφο των στοιχείων, τα οποία απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, θεωρώντας ότι αυτά τα στοιχεία εκτίθενται, με επάρκεια ή, αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη για αοριστία του δικογράφου της (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 18/2020).

Σε κάθε περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στα δικαστήρια της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 441/2020, ΑΠ 131/2020 ΑΠ 1914/2014) και να αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης ότι είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα αυτής (ΑΠ 441/2020, ΑΠ 1321/2015, ΑΠ 220/2012).

Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει δε, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης, που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το δεδικασμένο, ο τρόπος με τον οποίο, συγκεκριμένως, παραβιάστηκε αυτό και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ, για το δεδικασμένο (ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1311/2018, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 945/2008).

Ειδικότερα, μολονότι κατά το άρθρο 332 του ΚΠολΔ το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο, δεν αφορά ωστόσο τη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές μ' αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά, πρωτίστως, συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα. Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός, με το δεδικασμένο, ισχυρισμός προτάθηκε, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι και πάλι αόριστος (ΑΠ 296/2020, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 1177/2019).

Αντίθετα, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16, αλλά από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την προϋπόθεση, που πρέπει, επίσης, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέσθηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής (ΑΠ 81/2020, ΑΠ 1177/2019, ΑΠ 1311/2018)..

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 14 και 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες και ειδικότερα ότι έκρινε ορισμένη την από 20.10.2010 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, ενώ αυτή είχε το ίδιο δικονομικό ελάττωμα με την από 17.2.2006 προγενέστερη αγωγή του ενάγοντος κατά αυτού (αναιρεσείοντος) που τον είχε εναγάγει με την ιδιότητά του ως ιδιοκτήτη ακινήτου και πλασματικού εργοδότη ζητώντας την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από τραυματισμό του, που είχε απορριφθεί ως αόριστη με την υπ' αριθμ. 3424/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ότι ως εκ τούτου μη κρίνοντας ότι στην ένδικη υπόθεση υφίσταται δεδικασμένο που απορρέει από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση και μη απορρίπτοντας την από 20.12.2010 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ως αόριστη παραβίασε τις σχετικές με το δεδικασμένο και το ορισμένο της αγωγής διατάξεις.

Ο λόγος αυτός, κατά το σκέλος που ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού, δεν αναφέρονται, στο αναιρετήριο, αν υπήρχε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αρνητική κρίση για τη συνδρομή του (δεδικασμένου) και οι σχετικές αιτιολογίες της ως προς αυτή και, ακόμη, αν ο σχετικός ισχυρισμός περί δεδικασμένου προτάθηκε, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, από αυτόν (αναιρεσείοντα) νόμιμα στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αρνητική του κρίση περί μη ύπαρξης δεδικασμένου υπέπεσε στην από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Σημειωτέον, αν και εκ περισσού, ότι ούτε η από το αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια θα μπορούσε να θεμελιωθεί, στην προκειμένη περίπτωση, υπό τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτό, ότι ο αναιρεσείων προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την υπ' αριθμ. 3424/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, από την οποία, όπως ισχυρίζεται αυτός, απορρέει το δεδικασμένο, ότι επικαλέσθηκε το δεδικασμένο αυτό, προς απόρριψη της αγωγικής αξίωσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να διερευνήσει τον ισχυρισμό του αυτόν.

Απορριπτέος, επίσης, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, κρίνεται και ο ως άνω αναιρετικός λόγος, κατά το σκέλος που ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τον οποίον υποστηρίζει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να απορρίψει την από 20.10.2010 αγωγή του αναιρεσίβλητου ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας καθότι επανασκήθηκε με το ίδιο δικονομικό ελάττωμα, με την από 17.2.2006 προγενέστερη αγωγή του που είχε απορριφθεί ως αόριστη.

Και τούτο διότι, δεν αναφέρονται, στο αναιρετήριο, με πληρότητα, οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, το ακριβές περιεχόμενο της από 17.2.2006 προγενέστερης αγωγής του αναιρεσίβλητου και το ακριβές περιεχόμενο της από 20.10.2010 αγωγής αυτού ώστε από την αντιπαραβολή τους να καθίσταται εφικτό να ελεγχθεί αν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, πράγματι, υπέπεσε ή όχι στην επικαλουμένη αναιρετική παράβαση και, ακόμη, δεν αναφέρεται σ' αυτό (αναιρετήριο) ότι ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον ήδη αναιρεσείοντα, νόμιμα στο ως άνω Δικαστήριο της ουσίας.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3η Ιανουαρίου 2020 και με αριθ. κατάθ. 58/9/7.1.2020 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 4725/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ