Legislator Case Law & Legislation
1580/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against conviction for domestic threat due to statute of limitations expiration.

Case Number 1580/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal regarding the conviction of the defendant for domestic threats, while dismissing other grounds. The defendant argued that the five-year statute of limitations had expired, noting that the prosecution was interrupted by a suspension that ended prematurely. The court found that the prosecution had been reinstated after the suspension expired, meaning the limitation period had not run out at the time of the appeal, but the lower court erred in failing to recognize the subsequent expiration of the limitation period.

Legislator headnote

AI generated

Articles 111, 112, 113 of the Penal Code; Articles 368, 510, 511 of the Code of Criminal Procedure: The statute of limitations is a matter of public order that the court examines ex officio; if the limitation period expires, the criminal prosecution must be permanently terminated.

Keywords

AI generated
statute of limitations criminal prosecution domestic threats public order ex officio examination limitation period permanent termination

Cited Legislation

AI generated
Article 111 of the Penal Code
Article 112 of the Penal Code
Article 113 of the Penal Code
Article 368 of the Code of Criminal Procedure
Article 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 511 of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1580 / 2019 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1580/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B' Ποινικό Τμήμα Διακοπών

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέτα Στράτα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου, Σταματική Μιχαλέτου - Εισηγήτρια και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 3 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσου και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. - Θ. Λ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Δημακόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 69/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 5655/13.5.2019 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 839/2019.

Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτός ο 1ος λόγος της αναιρέσεως, να αναιρεθεί η απόφαση και, κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη τόσο κατά της αναιρεσείουσας, όσο και κατά του μη ασκήσαντος αναίρεση συγκατηγορούμενου της, κατ' άρθρο 469 ΚΠΔ και να απορριφθεί η ένδικη αίτηση κατά τα λοιπά και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθμ. 5655/2019 από 13-5-2019 αίτηση της Μ.-Θ. Λ. του Π., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της υπ' αριθμόν 69/ 2019 απόφασης του Β'Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473§§1 και 3 εδ.α του ΚΠΔ, βιβλίο, στις 23-4-2019, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 473§§1 και 3 του ΚΠΔ και επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή αναιρετικών λόγων.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111§§1,3 και 112 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πενταετής και η προθεσμία αυτής αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 113§§2 και 3 του ίδιου Κώδικα, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, αλλά η αναστολή δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από τρία χρόνια για τα πλημμελήματα.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 368 στοιχ. β' και 511 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο και οδηγεί, εφόσον αυτή διαπιστωθεί, στο τέλος της ποινικής δίκης, με την οριστική παύση της ποινικής δίωξης.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 320, 321, 340 και 344 ΚΠΔ, η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο κλήσης ή κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με τη χωρίς εναντίωση εμφάνισή του στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι η κατά το άρθρο 113 §2 ΠΚ αναστολή της παραγραφής, επέρχεται με την έναρξη της κύριας διαδικασίας, αφού έκτοτε η κατηγορία είναι εκκρεμής στο Δικαστήριο. Για την έναρξη δε της επιφέρουσας την αναστολή της παραγραφής κύριας διαδικασίας, αρκεί το επιδιδόμενο στον κατηγορούμενο κλητήριο θέσπισμα ή η κλήση να περιέχει, πλην άλλων, και προσδιορισμό του Δικαστηρίου, στο οποίο καλείται αυτός να εμφανιστεί, χωρίς να είναι αναγκαίο για την εγκυρότητά του, το αναγραφόμενο Δικαστήριο να είναι πράγματι το αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, καθόσον η τυχόν αναγραφή άλλου, αναρμόδιου, δεν καθιστά το εισαγωγικό έγγραφο (κλητήριο θέσπισμα ή κλήση) άκυρο και ανενεργές ως προς τις έννομες συνέπειές του.

Το έγγραφο αυτό, ως δηλωτικό του τέλους της προανάκρισης και του αμετάκλητου της εισαγωγής της υπόθεσης στο ακροατήριο, διατηρεί την ισχύ του και δεν επαναλαμβάνεται, ενώ στηρίζει τη διαδικασία και του επιλαμβανόμενου της υπόθεσης αναρμοδίου Δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο Δικαστήριο, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 502 §3 ΚΠΔ.

Σε περίπτωση, δηλαδή, που το Δικαστήριο κηρυχθεί αναρμόδιο και παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 120§2 του ΚΠΔ, η αναστολή της παραγραφής, που επήλθε με την επίδοση στον κατηγορούμενο της σχετικής κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος και την έναρξη της κύριας διαδικασίας, δεν ανατρέπεται, αλλά διατηρείται, αφού η κλήτευση ήταν νομότυπη με τον προσδιορισμό Δικαστηρίου.

Αντίθετα, στην περίπτωση, που το Δικαστήριο κηρύξει εαυτό αναρμόδιο και παραπέμψει την υπόθεση κατά τη διάταξη του άρθρου 120§3 ΚΠΔ στον Εισαγγελέα, ο οποίος μπορεί να παραγγείλει ανάκριση ή προανάκριση ή να εισαγάγει την υπόθεση στο δικαστικό Συμβούλιο ή να προκαλέσει τον κανονισμό αρμοδιότητας, σύμφωνα με τα άρθρα 132 επ.

ΚΠΔ, τότε, εφόσον ο Εισαγγελέας προβεί στις ανωτέρω ενέργειες, η υπόθεση επανέρχεται στο στάδιο της προδικασίας, με συνέπεια να ανατρέπεται η αναστολή της παραγραφής, αφού είναι πλέον δυνατόν να μην εισαχθεί η υπόθεση στο ακροατήριο, καθόσον υπάρχει δυνατότητα ακόμη και να εκδοθεί απαλλακτικό βούλευμα.

Στην περίπτωση όμως, που ο Εισαγγελέας κρίνει, ότι δεν παρίσταται ανάγκη να προβεί σε κάποια από τις ανωτέρω ενέργειες, που επαναφέρουν την υπόθεση στο στάδιο της προδικασίας, αλλά παραπέμψει τον κατηγορούμενο απευθείας στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου, τότε η αναστολή της παραγραφής, που άρχισε με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος δεν ανατρέπεται, αλλά διατηρείται.

Δηλαδή, μετά την παραπομπή από το αναρμόδιο Δικαστήριο στον Εισαγγελέα αναβιώνει η προδικασία, μόνον όταν ο τελευταίος παραγγείλει ανάκριση ή προανάκριση ή εισάγει την υπόθεση στο Δικαστικό Συμβούλιο ή προκαλέσει κανονισμό αρμοδιότητας, ενώ, αν ο Εισαγγελέας δεν προβεί σε κάποια από τις συγκεκριμένες αυτές ενέργειες, ακόμη και στην περίπτωση σύνταξης νέου (διορθωτικού ή συμπληρωματικού) κλητηρίου θεσπίσματος για την ίδια πράξη, υπάρχει συνέχεια της κύριας διαδικασίας, η οποία άρχισε με την επίδοση του αρχικού κλητηρίου θεσπίσματος, αφού εκείνο δεν ακυρώθηκε, με την επάνοδο της υπόθεσης στο στάδιο της προδικασίας, ενόψει του ότι μόνον με την ακύρωσή του υφίσταται ανατροπή των εννόμων συνεπειών της επίδοσης αυτού, μεταξύ των οποίων είναι και η ανατροπή της αναστολής της παραγραφής (ΑΠ 771/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510§1 στοιχ. Θ' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και η οποία διακρίνεται σε θετική και αρνητική. Θετική υπέρβαση υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική, όταν παρέλειψε να αποφανθεί για ζήτημα που είχε υποχρέωση να αποφασίσει, στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, όπως, μεταξύ άλλων, όταν προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση, ενώ έπρεπε, ενόψει της συνδρομής νόμιμης περίπτωσης, να παύσει οριστικά την κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατόπιν εγκλήσεων:α) της Γ. -Λ. Λ. του Π. κατά της Μ.-Θ. Λ. του Π. και β)της Μ.-Θ. Λ. του Π., κατά του Π. Λ. του Η., ασκήθηκε ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής (άρθρο 7§2 του Ν.3500/2006), η οποία διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος.

Οι ως άνω κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν με απ' ευθείας κλήση ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν, κατά τα αναγραφόμενα στο υπ' αριθμ.ΕΒ 2012/702/ 29-6-2015 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επιδόθηκε στις 27-7-2015 στην πρώτη τούτων και στις 15-7-2015 στο δεύτερο, σύμφωνα με το οποίο η ως άνω αξιόποινη πράξη για την οποία παραπέμφθηκε ο καθένας τούτων φέρεται τελεσθείσα στις 10-10-2011, στην ....

Επειδή όμως, η πρώτη κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, κατά το χρόνο τέλεσης της παραπάνω πράξης, είχε την ιδιότητα της δικηγόρου, το ως άνω Δικαστήριο (Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών), με την υπ' αριθ. 106851/1-11-2016 απόφασή του, κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης, αφού αρμόδιο, λόγω της ιδιάζουσας δωσιδικίας της πρώτης κατηγορουμένης ήταν το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών και παρέπεμψε αυτήν κατ' άρθρο 120§2 εδ.γ του ΚΠΔ, στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών,ο οποίος υπέβαλε πρόταση στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, προτείνοντας να παύσει οριστικά η εναντίον των ως άνω κατηγορουμένων ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, αφού µε την παραπομπή της υπόθεσης από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών στον αρμόδιο Εισαγγελέα επανήλθε η υπόθεση στο στάδιο της προδικασίας και επήλθε ανατροπή της αναστολής της παραγραφής που είχε επέλθει µε την αρχική επίδοση προς τους κατηγορουμένους του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος.

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, εξέδωσε το υπ' αριθµόν 313/ 2018 βούλευμα, με το οποίο, παραπέμποντας καθ' ολοκληρία, στην πρόταση του Εισαγγελέα, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων.Στη συνέχεια, ασκήθηκε κατά του ως άνω βουλεύματος έφεση από την Αντιεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθµόν 491/2018 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, µε το οποίο έγινε δεκτή η έφεση και διατάχθηκε η υποβολή της δικογραφίας από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και ακολούθως παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι, µε επίδοση σ' αυτούς στις 11-7-2018 του υπ' αριθμ.18-1495/7-3-2018 κλητηρίου θεσπίσματος, ενώπιον του αρμόδιου Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, για να δικαστούν ως υπαίτιοι των αυτών ως άνω αξιοποίνων πράξεων.

Το ως άνω Δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών), µε την υπ' αριθμόν 5809/2018 απόφασή του κήρυξε τον καθένα των ως άνω κατηγορουμένων ένοχο της αξιόποινης πράξης για την οποία κατηγορείτο και επέβαλε στον καθένα τούτων ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία.

Κατόπιν τούτου, οι κατηγορούμενοι άσκησαν, αυτοτελώς ο καθένας, έφεση κατά της ως άνω πρωτόδικης υπ' αριθμ.5809/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 19-12-2018, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά την ενώπιον του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου συζήτηση της υπόθεσης η πρώτη κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα προέβαλε παραδεκτά την ένσταση παραγραφής της αποδιδόμενης σ' αυτήν αξιόποινης πράξης, ισχυριζόμενη ότι μετά την έκδοση της αναφερθείσας και παραπάνω απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών λόγω αναρμοδιότητάς αυτού καθ' ύλην, την επακολουθήσασα παραπομπή της υπόθεσης στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και την υποβολή από αυτόν πρότασης στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, ανατράπηκε η αναστολή της παραγραφής που είχε επέλθει µε την επίδοση του αρχικού κλητηρίου θεσπίσματος και ενόψει του ότι μέχρι τη σύνταξη, τουλάχιστον, του νέου κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, στις 3-7-2018 είχε ήδη παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, η πράξη είχε υποπέσει σε παραγραφή.

Την ένσταση αυτή απέρριψε, κατά πλειοψηφία, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (Πενταμελές Εφετείο Αθηνών), με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 69/2019 απόφασή του, με την οποία στη συνέχεια κήρυξε, κατά πλειοψηφία, ένοχους τους κατηγορούμενους, κατά τα προαναφερόμενα και επέβαλε στον καθένα τούτων ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.

Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην πιο πάνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχους τους κατηγορούμενους και τους επέβαλε τις προαναφερόμενες ποινές, αν και όφειλε να παύσει οριστικά την εναντίον τους ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, για τον λόγο που η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου (Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών).

Με βάση όλα τα προαναφερόμενα και κατ' εφαρμογή όσων αναπτύχθηκαν στην παρατιθέμενη στην αρχή της παρούσας νομική σκέψη, έσφαλε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι οι ως άνω αξιόποινες πράξεις δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή ενόψει του ότι στην κρινόμενη περίπτωση, εφόσον ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, στον οποίο παρέπεμψε την υπόθεση το κηρυχθέν αναρμόδιο να δικάσει Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δεν παρέπεμψε τους ως άνω κατηγορούμενους απευθείας στο ακροατήριο του αρμόδιου καθ' ύλην Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, αλλά εισήγαγε την υπόθεση στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, αυτή επανήλθε στο στάδιο της προδικασίας, με συνέπεια την ανατροπή της αναστολής της παραγραφής που είχε επέλθει με την επίδοση του (πρώτου) υπ' αριθμ.

ΕΒ 2012/ 702/29-6-2015 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και ως εκ τούτου, οι τελεσθείσες την 10-10-2011 από καθένα των ως άνω κατηγορουμένων πράξεις είχαν υποπέσει από 10-7-2016 στην επικαλούμενη με το αναιρετήριο πενταετή παραγραφή, δηλαδή, πολύ πριν την 11-7-2018, που επιδόθηκε στους κατηγορούμενους το δεύτερο υπ' αριθμ.18-1495/3-7-2018 κλητήριο θέσπισμα, αλλά και πριν την έκδοση του υπ'αριθμόν 313/2018 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο, το τελευταίο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων, ώστε λόγω της ωστόσο, κατά τα προαναφερόμενα συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής, παρά την εξαφάνιση του ως άνω βουλεύματος με την έκδοση του υπ' αριθµ.491/2018 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, να μην επανέλθει η ανατραπείσα ήδη αναστολή της παραγραφής.

Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι οι ως άνω αξιόποινες πράξεις δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή και απορρρίπτοντας τη σχετική ένσταση της πρώτης κατηγορουμένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης και αφού κήρυξε αυτήν ένοχη της αξιόποινης πράξης της ενδοοικογενειακής απειλής, της επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών, ενώ όφειλε διαπιστώνοντας την επελθούσα παραγραφή, να παύσει οριστικά την εναντίον της ποινική δίωξη, υπέπεσε στην πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας όπως βάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης την οποία παραδεκτά αυτή άσκησε, ο οποίος θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 510§1 στοιχ.

Θ' του ΚΠΔ και, επομένως πρέπει αυτός να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της ως άνω αίτησης. Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξή της, που αφορά την καταδίκη της αναιρεσείουσας και να παύσει οριστικά η κατά αυτής ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής, λόγω εξάλειψης του αξιόποινου αυτής, με παραγραφή, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμόν 69/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τη διάταξή της, που αφορά την καταδίκη της αναιρεσείουσας Μ.-Θ. Λ. του Π., κατοίκου ... (οδός ...).

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά της ως άνω αναιρεσείουσας του ότι: Στην ..., στις 10-10-2011, απείλησε άλλους προκαλώντας τους τρόμο και ανησυχία με παράνομες πράξεις που θα επιχειρήσει εναντίον τους και μάλιστα μέλη της οικογένειάς της και δη την εγκαλούσα αδελφή της Γ. -Λ. Λ., καθώς και το τέκνο και την οικογένεια αυτής, με τις φράσεις: "θα σας σκοτώσω όλους ξεκινώντας πρώτα από το μούλικό σου" και έτσι προκάλεσε σ' αυτούς τρόμο και ανησυχία.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ