1580/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.117/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1580/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εσφαλμένη αιτιολογία συνίσταται στο ότι ουδεμία ενέργεια έγινε από μένα σχετική με την πράξη που καταδικάσθηκα δια της αναιρεσειομένης αποφάσεως, αφού από το σύνολο των αποδεικτικών εγγράφων και τις καταθέσεις των μαρτύρων, προκύπτει ότι ο ίδιος ο μηνυτής και πολιτικώς ενάγων Κ. Δ. έθεσε την υπογραφή του επί της επίδικης επιταγής ενώπιον τόσο εμού όσο και του συγκατηγορούμενου μου Α. Τ..
Full text
Απόφαση 1580 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1580/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.117/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδημητρίου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 136/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Δ. του Δ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, από 24-7-2015 και υπ’ αυξ. αριθμ. κατάθεσης …/2015 αίτηση του κατηγορουμένου Κ. Μ. του Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθ.136/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών με την οποία καταδικάσθηκε αυτός (αναιρεσείων) σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα εμπρόθεσμα και παραδεκτά, περιέχουσα ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρθ.510 παρ.1Δ ΚΠΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ.2, 474 παρ.1-2, 476 παρ.1, 484, 509 παρ.1-2, 510 και 513 παρ.1 ΚΠΔ προκύπτει ότι, για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης ή βουλεύματος, πρέπει στη δήλωση άσκησής της, να περιέχονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι αναίρεσης. Διαφορετικά αν δεν περιέχεται σ’ αυτή ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης από όσους αναφέρονται περιοριστικά στα άρθρα 484 και 510 Κ.Π.Δ., η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Δεν αρκεί η απλή επανάληψη του κειμένου της διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς παράθεση περιστατικών που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της επικαλούμενης νομικής πλημμέλειας. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ ΚΠΔ, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτείται:
α)αν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ή το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει καμμία αιτιολογία ως προς συγκεκριμένο κεφάλαιο ή τα κεφάλαια που πλήττει η σχετική αιτίαση και β)αν υπάρχει αιτιολογία που δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη (απαιτείται) να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι συνίσταται η προβαλλόμενη έλλειψη, ασάφεια ή αντίφαση αιτιολογίας ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο ή τα κεφάλαια της απόφασης η του βουλεύματος που πλήττονται ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολομ.ΑΠ 2/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως ήδη αναφέρθηκε, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθ.136/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Η αναίρεση αυτή, για την οποία συντάχθηκε νόμιμη έκθεση έχει το εξής, κατά πιστή μεταφορά, περιεχόμενο: "Α. Με την προσβαλλομένη απόφαση καταδικάσθηκα ότι την 25η/8/2009 κατήρτισα πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσω με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα: στην … την 25η/8/2009 έθεσα κατ’ απομίμηση και χωρίς εντολή ή τη συναίνεση του-την υπογραφή του Κ. Δ. στην θέση του πρώτου οπισθογράφου της υπ’ αριθμ. ... επιταγή της ... ΤΡΑΠΕΖΑΣ εκδόσεως Κ. Μ. και ποσού 60.000 ευρώ. Σκοπός δε της κατάρτισης του παραπάνω πλαστού εγγράφου ήταν να κυκλοφορήσει η επιταγή ως γνήσια και παραπλανήσω άλλους σχετικά με το πρόσωπο του πρώτου οπισθογράφου και οφειλέτη, μεταξύ των οποίων και το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Εν συνεχεία δε και εν γνώσει του ότι η παραπάνω αναφερόμενη επιταγή ήταν πλαστή, έκανα χρήση αυτής, ήτοι στην … σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα ημερομηνία του 2009 και μεταβίβασα αυτή στον Α. Τ., με σκοπό να κυκλοφορήσει περαιτέρω ως γνήσια και να παραπλανήσω σχετικά με το πρόσωπο του οφειλέτη μεταξύ των οποίων και τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας.
Η εσφαλμένη αιτιολογία συνίσταται στο ότι ουδεμία ενέργεια έγινε από μένα σχετική με την πράξη που καταδικάσθηκα δια της αναιρεσειομένης αποφάσεως, αφού από το σύνολο των αποδεικτικών εγγράφων και τις καταθέσεις των μαρτύρων, προκύπτει ότι ο ίδιος ο μηνυτής και πολιτικώς ενάγων Κ. Δ. έθεσε την υπογραφή του επί της επίδικης επιταγής ενώπιον τόσο εμού όσο και του συγκατηγορούμενου μου Α. Τ..
Επιπροσθέτως δε η προσβαλλόμενη στερείται επαρκούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, άλλως φέρει εσφαλμένη τοιαύτη καθώς πραγματοποιεί λογικό άλμα στην δικανική της σκέψη και αγνοεί το γεγονός ότι ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΟΥ Ο ΜΗΝΥΤΗΣ Κ. Δ. [τόσο στο Πρωτοβάθμιο όσο και στο Δευτεροβάθμιο] δεν κατονόμασε ρητά εμέ ως υπαίτιο πλην άπασες οι καταθέσεις του περιορίζοντο στην άρνηση του ότι υπέγραψε ο Ίδιος την επιταγή και ουχί στο ότι ΕΓΩ ΥΠΕΓΡΑΨΑ ΑΥΤΗΝ - θέτοντας μάλιστα κατ’ απομίμηση την υπογραφή του- και έκανα χρήση αυτής εν γνώσει της πλαστότητας της το δε γεγονός ότι αναφέρονται ως αιτιολογία της απόφασης πραγματικά γεγονότα που δεν υποστηρίχθηκαν ούτε καν από το μηνυτή-δεδομένου ότι και ο ίδιος κατά τις καταθέσεις του σε Πρωτοβάθμιο και Δευτεροβάθμιο παραδέχθηκε ότι είχαμε μακροχρόνια εμπορική συνεργασία και βάσει αυτής ούτος υπέγραφε συχνά επιταγές εκδόσεως μου, οπισθογραφούσε προς τρίτους προκειμένου η επιταγή να γίνεται δεκτή από τρίτους [τραπεζικά ιδρύματα] ώστε να μου χορηγείται ρευστότητα προς εξυπηρέτηση της εμπορίας μου, καθιστά αυτήν [την απόφαση] εξαφανιστέα και για τους λόγους αυτούς πρέπει να αναιρεθεί.
Β. Εν συνεχεία, η ως άνω απόφαση τυγχάνει αναιρετέα και για λόγους νομικούς. Συγκεκριμένα το Δευτεροβάθμιο έλαβε υπ’ όψιν του πριν προχωρήσει στην καταδίκη μου την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσης πραγματογνώμονα Μ.-Μ. Κ. αλλά και την βεβαίωση της ειδικής δικαστικής γραφολογου Λ.
Α.-Α., αμφότερες οι οποίες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν η υπογραφή του Κ. Δ. αυτή που είχε τεθεί στην επίδικη επιταγή. Ούτω, το Δευτεροβάθμιο πραγματοποιώντας για ακόμα μια φορά λογικό άλμα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αφού δεν είναι ο Κ. Δ. ο υπογράψας την επιταγή εγώ είμαι αυτός που την υπέγραψε για λογαριασμό του και θέτοντας παράνομα την υπογραφή του.
Αντικείμενο της διαταχθείσης πραγματογνωμοσύνης όμως έπρεπε να είναι εάν ο κατηγορούμενος και καταδικασθείς έθεσα την υπογραφή μου επί του σώματος αυτής κατ’ απομίμηση της υπογραφής του Κου Δ. και για το λόγο αυτό έδει όπως ο διορισθείς πραγματογνώμονας λάβει αντίγραφο της υπογραφής μου, και την συγκρίνει με την υπογραφή που έφερε πάνω της η επίδικη επιταγή.
Μόνον τότε θα ήτο δυνατή η διαπίστωση ότι και ο α κατηγορούμενος τέλεσε τα αδικήματα που αποδόθηκαν εις εμέ χωρίς ουδέποτε να έχει διακριβωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι εγώ έθεσα την υπογραφή μου στην επίδικη επιταγή και δη με σκοπό παραπλάνησης σχετικά με τη γνησιότητα αυτής. Το δευτεροβάθμιο έδει όπως και αυτεπαγγέλτως διατάξει τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης με αντικείμενο αυτής τη σύγκριση της υπογραφής μου με την υπογραφή που φέρεται να έβαλε ο Κος Δ., ως οπισθογράφος αυτής η αδράνεια δε αυτή και η μετέπειτα καταδίκη μου, την στιγμή που υπήρχαν ξεκάθαρες ενδείξεις αθωότητάς μου, άλλως σε κάθε περίπτωση σοβαρότατες αμφιβολίες, καθιστά την απόφαση αυτή αναιρετέα και εξαφανιστέα...
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
...Η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατ’ άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας και ύπαρξη νομικών σφαλμάτων". Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όπως έχει διατυπωθεί, είναι αόριστος. Δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η επικαλούμενη πλημμελής αιτιολογία. Περιορίζεται ο αναιρεσείων να διαλάβει στην αίτηση αναιρέσεως γενικές νομικές διαπιστώσεις ως προς την απόφαση, χωρίς, όμως, α) να παραθέτει την αιτιολογία της απόφασης, σχετιζόμενη με συγκεκριμένες, αναφερόμενες πλημμέλειες, β) να προσδιορίζει συγκεκριμένα τις νομικές πλημμέλειες (ελλείψεις, ασάφειες ή αντιφάσεις) και γ) να αναφέρει πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν τις αιτιάσεις του.
Οι αιτιάσεις που συνάπτονται με τον λόγο αναιρέσεως συνιστούν, στην πραγματικότητα, αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης του Εφετείου και απλά επιχειρήματα υπέρ της αντίθετης άποψης του αναιρεσείοντα ως προς τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης και δεν στοιχειοθετούν παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Στις τελευταίες αυτές αιτιάσεις εντάσσεται και η απ’ αυτές αναφερόμενη σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και ιδίως της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και της γραφολογικής εξέτασης της γραφολόγου Λ.
Α.-Α., την οποία στην ουσία, αμφισβητεί ο αιτών, με βάση της αμφισβητήσεως του μόνο τα ερωτήματα που τέθηκαν στην πραγματογνώμονα. Όμως με επίκληση του προβαλλόμενου λόγου της έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αμφισβητεί, ο ίδιος, την ουσία των άνω παραδοχών του δικαστηρίου, δηλαδή ανεπίτρεπτα προσβάλλεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-7-2015, υπό κρίση αίτηση του κατηγορουμένου Κ. Μ. του Γ., για αναίρεση της υπ’ αριθ.136/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Νοεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ