Supreme Court dismisses bank's appeal against eviction notice for lack of specific debt description.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the bank's appeal challenging the lower court's acceptance of an eviction notice. The bank argued the notice was indefinite and procedurally flawed, but the court found the notice sufficiently specific regarding the debt. The court ruled that evidence submitted during the hearing cured any initial lack of detail, validating the eviction proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 972(1)(b), 159(3), 559(1), 559(8) of the Code of Civil Procedure; An eviction notice must describe the claim and privilege, but evidence submitted later to cure initial indefiniteness does not constitute a procedural defect under Article 559(8).
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1580 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1580/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS Ανώνυμη Εταιρία" η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Ελένη Πασαμιχάλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-4-2008 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 214/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 395/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 11-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 972 παρ.1 περ. β` του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι η αναγγελία πρέπει να περιέχει, πλην άλλων και περιγραφή της απαιτήσεως του δανειστού που αναγγέλλεται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 159 αριθ. 3 του ιδίου Κώδικος, κατά την οποία η παράβαση διατάξεως που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξεως συνεπάγεται ακυρότητα, αν προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητος, προκύπτει ότι η αναγγελία, ως πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, πρέπει να περιέχει περιγραφή της απαιτήσεως που αναγγέλλεται και του προνομίου της.
Ενόψει όμως του ότι η αναγγελία αποτελεί την πρώτη επιθετική, εξώδικη διαδικαστική πράξη και το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, και ειδικότερα της κατατάξεως, η απαίτηση του αναγγελλομένου δανειστή, στο περιεχόμενο δε του αναγγελτηρίου, οφείλουν να απαντήσουν, με τις παρατηρήσεις τους (άρθρο 974 Κ.Πολ.Δ.) και την ανακοπή (άρθρο 979 Κ.Πολ.Δ.), ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που έχουν αναγγελθεί και με βάση το περιεχόμενο αυτό ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής να προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της αναγγελθείσης απαιτήσεως, το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και τους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνα τους στοιχεία, στον δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα και βασιμότητα της απαιτήσεως.
Μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών είναι και η ύπαρξη του προνομίου, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, όταν μάλιστα αυτά δεν συμπίπτουν με εκείνα στα οποία στηρίζεται η απαίτηση. Το δικόγραφο της αναγγελίας είναι άκυρο λόγω αοριστίας της αναφερομένης σ` αυτό απαιτήσεως μόνον όταν η περιγραφή αυτής, καθώς και του τυχόν υφισταμένου προνομίου της είναι τόσον ελλιπής, ώστε να μην μπορούν ο οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία, κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπερασπίσεώς των, κατά τα άρθρα 974 και 979 Κ.Πολ.Δ., και να υφίστανται έτσι βλάβη.
Δεν είναι όμως αναγκαία η εξειδίκευση, στο βαθμό που απαιτείται επί ανακοπής (άρθρα 216 παρ. 1 και 585 Κ.Πολ.Δικ), για τον αναγγελθέντα δικαιούχο της απαιτήσεως, ανεξαρτήτως της δικονομικής θέσεώς του στη δίκη της ανακοπής, διότι το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κυρίας ή παρεμπιπτούσης αιτήσεως για δικαστική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 111 του Κ.Πολ.Δ.
Για την πληρότητα της περιγραφής της αναγγελλομένης απαιτήσεως αρκεί η μορφολογική εξατομίκευσή της ως προς το είδος και το προνόμιο κατατάξεώς της, μπορεί δε να συμπληρώνεται με παραπομπή σε άλλο, συνυποβαλλόμενο έγγραφο. Εάν ο αναγγελλόμενος δανειστής δεν ανταποκρίνεται στην επιβαλλομένη από τη διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 εδ.
γ` και δ` του Κ.Πολ.Δικ υποχρέωσή του να καταθέσει μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 15 ημερών από την ημέρα του πλειστηριασμού στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση και το τυχόν προνόμιο που την ασφαλίζει, αποκλείεται να τα καταθέσει μεταγενέστερα (άρθρο 151 Κ.Πολ.Δ.) και μπορεί να καταταγεί τυχαία από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.
Η πάροδος όμως απράκτου της δεκαπενθημέρου προθεσμία του άρθρου 972 παρ.1 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ., δεν επιφέρει έκπτωση από το δικαίωμα προσκομιδής των εγγράφων ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της ανακοπής κατά του πίνακος κατατάξεως, το οποίο είναι υποχρεωμένο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ.., να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν ενώπιόν του οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 949/2011. 31/2010, 1340/2006, 472/2005, 195/2003,119/2003).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π.7/2006, 4/2005, Α.Π.282/2010, 1756/2011). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ.Α.Π. 96/1985, Α.Π.862/2011, 1735/2008).
Εξάλλου η προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 972 παρ.1 εδ.2 στοιχ.β` του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει το αναγκαίο περιεχόμενο της αναγγελίας ως πράξεως της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως και ειδικότερα της κατατάξεως των δανειστών, είναι δικονομική και συνεπώς η παραβίασή της από το δικαστήριο της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικώς με τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ.1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά μόνο με το λόγο αναιρέσεως από την με αριθμό 14 διάταξη του ιδίου άρθρου (Α.Π.472/2005, 119/2003, 1700/2002, 286/2000).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρους της αποφάσεώς του, δέχθηκε τα εξής: "Με επίσπευση της ανακόπτουσας διενεργήθηκε την 9-1-2008 πλειστηριασμός ενώπιον του συμβολαιογράφου Κιλκίς Θεμιστοκλή Μανασσή, βάσει της υπ' αριθμό .../9-1-2008 έκθεσης πλειστηριασμού η περιγραφομένη σ' αυτή ακίνητη περιουσία της οφειλέτριας της ανακόπτουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΔΟΜΗ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" ..., ήτοι ένα ακίνητο συνολικής έκτασης 27.023,00 τετραγωνικών μέτρων μετά των ...
επ' αυτού κτισμάτων..., το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιοχή της κοινότητας ....., αντί του επιτευχθέντος πλειστηριάσματος των 1.220.001,00 ευρώ. Στον ανωτέρω πλειστηριασμό αναγγέλθηκαν, μεταξύ άλλων: 1... η ανακόπτουσα "Εurobank Ergasias",...ως ενυπόθηκος δανείστρια, για απαίτησή της συνολικού ποσού 1.294.960,67 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας και εξόδων, προερχόμενη από...
σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό..., για την εξασφάλιση της οποίας (απαίτησης) διατάχθηκε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του παραπάνω ακινήτου ...και 2) το καθ ού Ελληνικό Δημόσιο, δια του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Β.Ε. Αθηνών, το οποίο ζήτησε να καταταγεί προνομιακώς σύμφωνα με το άρθρο 61 του ΚΕΔΕ, για απαίτησή του συνολικού ποσού 1.997.071,53 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθμό .../17-1-2008 έγγραφης αναγγελίας του, για κεφάλαιο, τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής , όπως τα ποσά αυτά θ' αναφερθούν παρακάτω.
Επειδή το επιτευχθέν πλειστηρίασμα ποσού 1.220.001,00 ευρώ δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των αναγγελθέντων δανειστών, ο ανωτέρω επί του πλειστηριασμού υπάλληλος..., συνέταξε τον ανακοπτόμενο υπ' αριθμό .../7-3-2008 πίνακας κατάταξης πιστωτών, στον οποίο, αφού αφαίρεσε τα έξοδα εκτέλεσης, συνολικού ύψους 3.496,00 ευρώ, για το εναπομείναν πλειστηρίασμα των 1.216.505,00 ευρώ, κατέταξε κατά τα άρθρα 975, 976, 1007 παρ.1 και 977 του Κ.Πολ.Δ. :
Α) στο 1/3 αυτού, ήτοι σε ποσό 405.501,67 ευρώ, το καθ' ου η ανακοπή, προνομιακά, οριστικά και τελεσίδικα για μερική ικανοποίηση της απαιτήσεώς του και Β) στα 2/3 αυτού, ήτοι στο εναπομείναν ποσό των 811.003,33 ευρώ, την ανακόπτουσα προνομιακά και τυχαία, ως προσημειούχο δανείστρια, για μερική ικανοποίηση της προαναφερθείσας απαίτησής της.
Από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι η αναγγελθείσα απαίτηση του καθ' ου εξειδικεύεται με την αναφορά των επί μέρους χρεών της οφειλέτριας και κατά το ποσό του κεφαλαίου, το ποσό των προσαυξήσεων, το έτος που αφορά, το έτος και τον αριθμό βεβαίωσής του και το είδος αυτού. Ειδικότερα δε, στον από 17-1-2008 πίνακα χρεών που επισυνάπτεται στην υπ' αριθμό .../17-1-2008 αναγγελία του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
Φ.Α.Β.Ε. Αθηνών οι αναγγελθείσες απαιτήσεις του καθού, συνολικού ύψους 1.997.071,53 ευρώ προσδιορίζονται ως εξής: 1. ΑΦΜ ..., στοιχ. βεβαίωσης: .../11-3-2004, οικ. έτος: 1995, είδος οφειλής: αχρεωστήτως καταβληθέν, κεφάλαιο τόκοι: 1.329.659,33 ευρώ, προσαύξ.- λοιπά συν.: 664.829,67 ευρώ. Συγκεκριμένα όσον αφορά το είδος της οφειλής (αχρεωστήτως καταβληθέν κεφάλαιο-τόκοι), από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από το καθ' ου έγγραφα:
α)την 9876/ 18-2-2004 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (διεύθυνση έγκρισης, και ελέγχου ιδιωτικών επενδύσεων, τμήμα ελέγχου και εκταμίευσης), και β) τον με αριθμ. πρωτ. .../11-3-2004 χρηματικό κατάλογο της Δ.Ο.Υ. ΦΑΒΕ Αθηνών με αριθμό ταμειακής βεβαίωσης .../11-3-2004, προκύπτει ότι πρόκειται για επιστροφή καταβληθείσης επιχορήγησης κατόπιν της υπ' αριθμ. 83787/ΝΝ 416/12-12-2003 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών με την οποία ανεκλήθη η υπ' αριθμ. 19375/ΝΝ416/29-11-1995 Υπουργική απόφαση και εγκρίθηκε η έντοκη επιστροφή από την οφειλέτρια εταιρία "ΒΙΟΔΟΜΗ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." της καταβληθείσης σ' αυτήν επιχορήγησης, λόγω ουσιαστικής διακοπής της υλοποίησης της επένδυσης και μη εμπρόθεσμης ολοκλήρωσης αυτής, όπως προβλέπεται στην παρ. 5 του άρθρου 6 του Ν. 1892/1990.
Το παραπάνω ποσό, για την είσπραξη του οποίου εκδόθηκε ο παραπάνω κατάλογος, προκύπτει από την κύρια οφειλή ποσού 791.841,52 ευρώ μετά την αφαίρεση του ποσού των 395.920,76 ευρώ που εισεπράχθη από την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής στις 20-1-2004 από επιβαρύνσεις νομίμων τόκων μέχρι 1-12-2003 ποσού 919.962,57 ευρώ, καθώς επίσης από νόμιμους τόκους για το χρονικό διάστημα από 2-12-2003 μέχρι 17-2-2004 (ημερομηνία σύνταξης του χρηματικού καταλόγου) ποσού 13.776 ευρώ.
Τα προαναφερθέντα (υπό στοιχείο α και β) έγγραφα, αποδεικτικά της άνω προνομιακής απαίτησής του καθ' ου, δεν κατέθεσε μεν αυτό στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, τα προσκόμισε, όμως, ήδη, με επίκληση στις νόμιμα κατατεθείσες στην έδρα προτάσεις του κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (βλ.
την από 20-5-2009 επισημείωση της γραμματέως του ως άνω δικαστηρίου), και επιτρεπτά, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην παραπάνω νομική σχετική σκέψη, συνεκτιμώνται για το ορισμένο της αναγγελθείσης απαίτησης. Περαιτέρω, αναφέρονται, στον επισυναφθεντα στην αναγγελία του καθ' ου πίνακα χρεών και τα παρακάτω (παρατίθενται στοιχεία για καταταγείσες απαιτήσεις του αναιρεσιβλήτου, συνολικού ύψους 2.582,53 ευρώ, ως προς τις οποίες δεν πλήττεται με την αναίρεση η προσβαλλομένη απόφαση) ...
Σύνολα: Κεφάλαιο - τόκοι: 1.331.983,41 ευρώ. Προσαύξ. - Λοιπά Συν.: 665.088,12 ευρώ. Γεν. Σύνολο:1.997.071,53 ευρώ". ... Τέλος, μετά την επίκληση όλων των παραπάνω υποβάλλεται με την αναγγελία του καθ' ου, ρητά, αίτημα προνομιακής κατάταξης του καθ ού, δεδομένου ότι ζητείται να ληφθεί υπόψη κατά τη διανομή του πλειστηριάσματος το Δημόσιο, "σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΚΕΔΕ και να καταταγεί στον πίνακα κατάταξης, στη νόμιμη σειρά για όλα τα οφειλόμενα σαν προνομιούχο".
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η αναγγελία του καθ' ού είναι πλήρως ορισμένη, εφόσον αυτή περιγράφει επαρκώς τα απαιτούμενα προσδιοριστικά στοιχεία του χρέους της οφειλέτιδος, καθώς και ότι οι απαιτήσεις κατέστησαν ληξιπρόθεσμες, κατά το άρθρο 61 του ΚΕΔΕ (όπως αυτό ισχύει) και τέλος περιέχει αίτημα προνομιακής κατάταξής τους...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και εξαφανίζοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία είχε κρίνει αόριστη την αναγγελία και είχε μεταρρυθμίσει τον ανακοπτόμενο πίνακα κατατάξεως, εχώρησε στην έρευνα των λόγων της ανακοπής και στην απόρριψη αυτής ως κατ' ουσίαν αβασίμου.
Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα ούτε παρεβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 972 Κ.Πολ.Δ. καθόσον η αναγγελία του αναιρεσιβλήτου, με βάση το ανωτέρω περιεχόμενό της, όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν νομίμως ενώπιον του δικάσαντος την ανακοπή της αναιρεσειούσης πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι πλήρης κατά τη έννοια της εφαρμοσθείσης, ως άνω, διατάξεως (972 Κ.Πολ.Δ.).
Ειδικότερα, από την επίμαχη αναγγελία και τον επισυναπτόμενο σ' αυτήν πίνακα χρεών, προκύπτει σαφώς ότι η αναγγελθείσα απαίτηση του αναιρεσιβλήτου προσδιορίζεται επαρκώς ως προς το είδος της, το ύψος αυτής, κατά κεφάλαιο και προσαυξήσεις, το έτος που αφορά, το έτος και τον αριθμό βεβαιώσεώς της και τον προνομιακό της χαρακτήρα, σύμφωνα με το άρθρο 61 του ΚΕΔΕ.
Με τα έγγραφα δε που νομίμως κατετέθησαν από το αναιρεσίβλητο, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά την εκδίκαση της ασκηθείσης από την αναιρεσείουσα ανακοπής, και συγκεκριμένα από την υπ' αριθμ. 9876/ 18-2-2004 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και τον με αριθμ. πρωτ. .../11-3-2004 χρηματικό κατάλογο της Δ.Ο.Υ.
Φ.Α.Β.Ε. Αθηνών, εξατομικεύθηκε έτι περαιτέρω η εξ αχρεωστήτου καταβολής (κυρία) απαίτηση του αναιρεσιβλήτου, με την διευκρίνιση ότι πρόκειται για έντοκη επιστροφή καταβληθείσης στην οφειλέτρια επιχορηγήσεως, λόγω διακοπής της υλοποιήσεως της επενδύσεως και μη εμπροθέσμου ολοκληρώσεως αυτής, όπως προβλέπεται στην παρ. 5 του άρθρου 6 του ν. 1892/1990.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως , με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, και κατ' εκτίμηση 14, Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, λόγω μη κηρύξεως απαραδέκτου ως αορίστου της επιδίκου αναγγελίας, τυγχάνει αβάσιμος.
Περαιτέρω η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι ενώ το αναιρεσίβλητο, με τον μοναδικό λόγο εφέσεώς του ισχυρίσθηκε ότι η επίμαχη αναγγελία ήταν εξ αρχής ορισμένη και δεν επικαλέσθηκε θεραπεία της αοριστίας αυτής με την προσκομιδή των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως άνω, εγγράφων, το Εφετείο δέχθηκε παρά ταύτα ότι η αρχική αοριστία της αναγγελίας θεραπεύθηκε με τα έγγραφα αυτά, κατά την συζήτηση της ανακοπής, λαμβάνοντας έτσι υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι πέραν του ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε αρχική αοριστία της αναγγελίας και θεραπεία αυτής δια των προειρημένων εγγράφων, αλλά περαιτέρω εξατομίκευση ταύτης και απόδειξή της, με τα έγγραφα αυτά, τα τελευταία δεν συνιστούν πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς θεμελιωτικούς της αναγγελθείσης απαιτήσεως, αλλά αποδεικτικά της απαιτήσεως αυτής στοιχεία, τα οποία παραδεκτώς ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, μολονότι δεν είχε γίνει ειδική επίκλησή των με το λόγο εφέσεως.
Επομένως, το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη τα έγγραφα αυτά για την διαμόρφωση του σχετικού αποδεικτικού του πορίσματος, δεν υπέπεσε στην προσαπτομένη σ' αυτό, ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, και ο αντίστοιχος λόγος τυγχάνει αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η ένδικη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους, πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, μειωμένων όμως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/57, της υπ' αριθμ. 134423/28-12-1992 Κ.Υ.Α.
των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και του άρθρου 28 παρ. 5 του ν. 2579/98, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-6-2012 αίτηση της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", για αναίρεση της υπ' αριθμ.395/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εκ τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ