Legislator Case Law & Legislation
1580/2012 AI generated

1580/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1580/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1580/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όταν οι περισσότερες εργασίες του εργαζόμενου παρέχονται όχι στον ίδιο αλλά σε διαφορετικούς εργοδότες, τότε δεν υπάρχει μικτή επαγγελματική απασχόληση, αλλά πρόκειται για παροχή δύο αυτοτελών και ανεξάρτητων μεταξύ τους εργατικών σχέσεων του ίδιου εργαζόμενου σε διαφορετικούς εργοδότες, οπότε η λειτουργία και η τύχη της μιας, αφήνει τελείως αδιάφορη την άλλη.

Keywords

AI generated
overtime exceeding statutory hours excessive remuneration weekly commuter allowance increased income wage supplement pay policy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1580 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1580/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Λ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΤΕΞ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "HOTEL A...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Λυμπεράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1572/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5316/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-9-2011 αίτησή του και τους από 10-8-2012 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 6-9-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 651 ΑΚ που ορίζει ότι "αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη συμφωνία ή από τις περιστάσεις, ο εργαζόμενος οφείλει να εκτελέσει αυτοπροσώπως την υποχρέωσή του και η αξίωση του εργοδότη είναι αμεταβίβαστη", σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 361 και 648 ΑΚ προκύπτει ότι είναι νόμιμη η συμφωνία δυνάμει της οποίας ο εργοδότης, ο οποίος έχει στη διάθεσή του τις υπηρεσίες κάποιου μισθωτού, παραχωρεί με τη συναίνεση του τελευταίου, τις υπηρεσίες αυτού σε άλλον εργοδότη, ολικά ή κατά ένα μέρος, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, γιατί η σχέση αυτή στηρίζεται στη βούληση και των τριών μερών.

Στην περίπτωση αυτή του δανεισμού των υπηρεσιών του μισθωτού, η αρχική σύμβαση εργασίας παραμένει ενεργός και ο αρχικός εργοδότης είναι ο μόνος υπόχρεος να καταβάλλει το μισθό στον εργαζόμενο εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 Α.Κ. προκύπτει ότι εάν κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, είτε με την αρχική είτε με μεταγενέστερη συμφωνία, η παροχή από το μισθωτό, εντός του νομίμου ωραρίου, πρόσθετης εργασίας διαρκούς φύσεως η οποία, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής δεν είναι συναφής με την συμφωνηθείσα αρχικώς κύρια απασχόλησή του, ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ των καθηκόντων του μισθωτού που προβλέπονται από κανόνα δικαίου και κατά τις συνήθεις περιστάσεις, παρέχεται μόνο με μισθό χωρίς συγχρόνως να καθορισθεί και ο πρόσθετος αυτός μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του και χωρίς να συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβληθεί πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει στον μισθωτό τον συνηθισμένο για τέτοια εργασία μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται σε άλλους μισθωτούς που παρέχουν την ίδια εργασία, κάτω από τις ίδιες συνθήκες.

Όταν οι περισσότερες εργασίες του εργαζόμενου παρέχονται όχι στον ίδιο αλλά σε διαφορετικούς εργοδότες, τότε δεν υπάρχει μικτή επαγγελματική απασχόληση, αλλά πρόκειται για παροχή δύο αυτοτελών και ανεξάρτητων μεταξύ τους εργατικών σχέσεων του ίδιου εργαζόμενου σε διαφορετικούς εργοδότες, οπότε η λειτουργία και η τύχη της μιας, αφήνει τελείως αδιάφορη την άλλη.

Εκτός εάν η παροχή από τον ίδιο εργαζόμενο της δεύτερης απασχόλησης γίνεται στο πλαίσιο σύμβασης δανεισμού των υπηρεσιών του, κάτι το οποίο μπορεί να συμβεί και στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες ένα τμήμα της εργασιακής δραστηριότητας του εργαζόμενου παρέχεται σε άλλη επιχείρηση του αυτού εργοδοτικού ομίλου.

Τέλος, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ. "Αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της". Εσφαλμένο αιτιολογικό με την έννοια της παραπάνω διατάξεως υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως.

Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν την μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (Ολ.ΑΠ 30/1998). Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 27/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο αναιρεσείων που ήταν απόφοιτος της Ανωτέρας Βρετανικής Σχολής Επισιτισμού (FAB) προσελήφθη στις 13-3-1978 από τον νόμιμο εκπρόσωπο της Α.Ε. με την επωνυμία "ΓΕΚΕ ΑΕ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί ως σερβιτόρος τραπεζαρίας στο ξενοδοχείο "P..." που η εταιρία αυτή διατηρεί και εκμεταλλεύεται στη λεωφόρο … αρ. 43, στην Αθήνα και που απασχολεί περίπου 130 εργαζομένους διαφόρων ειδικοτήτων, με πλήρες ωράριο εργασίας (40 ώρες εβδομαδιαίως) επί πενθήμερο.

Μετά την πάροδο έξι (6) μηνών ο αναιρεσείων προήχθη στη θέση του captain (βοηθού μετρ) εστιατορίου, ενώ παράλληλα του ανατέθηκαν και καθήκοντα υπευθύνου της παράθεσης πρωινών φαγητών στους πελάτες και του υπευθύνου του τμήματος προσωπικού. Τα καθήκοντα αυτά του captain εστιατορίου του υπεύθυνου της παράθεσης πρωινών φαγητών στους πελάτες και του υπευθύνου του τμήματος προσωπικού, άσκησε ο αναιρεσείων στο παραπάνω ξενοδοχείο (P...) επί μία δεκαετία δηλαδή μέχρι το έτος 1989, οπότε ο Διευθύνων Σύμβουλος της παραπάνω εταιρίας Γ.

Κ., τον διόρισε και τυπικά πλέον προϊστάμενο του τμήματος προσωπικού (προσωπάρχη) του ξενοδοχείου "Ρ…". Έκτοτε ο αναιρεσείων άσκησε τα καθήκοντα του προσωπάρχη του εν λόγω ξενοδοχείου συνεχώς μέχρι την απόλυσή του από την εταιρία στις 9-6-2004, οπότε η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του και του κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως που ανήλθε στο ποσό των 2451,45 ευρώ.

Τα καθήκοντα του προϊσταμένου του τμήματος προσωπικού (προσωπάρχη) ήταν: α) η έρευνα της αγοράς εργασίας για την εξεύρεση του κατάλληλου προσωπικού στον ξενοδοχειακό κλάδο, προς επάνδρωση των τμημάτων του ξενοδοχείου, β) η εισήγηση των εκάστοτε προς πρόσληψη υπαλλήλων και εργατών, γ) η αξιολόγηση του προσωπικού του ξενοδοχείου σε τακτά χρονικά διαστήματα και η αντικατάσταση όσων δεν πληρούσαν τις απαιτήσεις της εργοδότριας εταιρίας, δ) ο μηνιαίος προϋπολογισμός και η έγκριση από το Δ.Σ.

της δύναμης του προσωπικού που χρειαζόταν για τη σωστή λειτουργία του και τον απολογισμό στο τέλος εκάστου έτους, ε) ο καθημερινός έλεγχος του προσωπικού μέσω των προϊσταμένων τους, αλλά και απευθείας για την παραγωγικότητά τους μέσω των δεικτών παραγωγικότητας που όρισε η διοίκηση της ως άνω εταιρίας σε συνεργασία με τον προσωπάρχη, στ) η έκδοση των προγραμμάτων εργασίας όλου του προσωπικού και η αποστολή προς θεώρηση στην Επιθεώρηση Εργασίας, ζ) ήταν υπεύθυνος έναντι όλων των δημοσίων υπηρεσιών και αρχών (ΙΚΑ, ΟΑΕΔ, Επιθεώρηση Εργασίας, Υγειονομική Υπηρεσία) που εμπλέκονται με το προσωπικό της επιχείρησης, η) η χορήγηση αδειών ανάπαυσης στο προσωπικό και ενημέρωση του βιβλίου αδειών, θ) η ενημέρωση και τακτοποίηση των ασφαλιστικών βιβλιαρίων ενσήμων των εργαζομένων του ξενοδοχείου, ι) η χορήγηση βεβαιώσεων εργασίας, πιστοποιητικών προϋπηρεσίας, ια) η συνεργασία με το λογιστήριο και τα λοιπά τμήματα της επιχείρησης για την έκδοση της μισθοδοσίας, τον έλεγχο και την έγκριση των υπερωριών, την παρακολούθηση της εργασίας των εκτάκτων υπαλλήλων, των ασκουμένων μαθητευόμενων από διάφορες σχολές, και γενικά κάθε εργασία που άπτεται των καθηκόντων του προσωπάρχη.

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η παραπάνω εταιρία "ΓΕΚΕ ΑΕ" ανέθεσε στον αναιρεσείοντα και αυτός εκτέλεσε από το έτος 1985 έως την απόλυσή του (9-6-2004) και εντός του νομίμου ωραρίου του, αλλά και πέραν αυτού, αφού όντας υψηλόβαθμο στέλεχος της επιχείρησης του ξενοδοχείου "P..." δεν τηρούσε το νόμιμο ωράριο εργασίας, αλλά εργαζόταν καθημερινά και πέραν αυτού και τις παρακάτω πρόσθετες εργασίες:

α) από τα μέσα του έτους 1989 η εταιρία αυτή του ανέθεσε την παρακολούθηση δύο σημαντικών αποθηκών της, δηλαδή εκείνης των οινοπνευματωδών ποτών και εκείνης του ηλεκτρολογικού υλικού, εργασία που εκτέλεσε μέχρι την 31-1-2004, β) στις 25-11-1985 ορίστηκε υπεύθυνος απάντων των παραγγελιών όπως προκύπτει από το επικαλούμενο ιδιόχειρο σημείωμα της διοίκησης της εταιρίας, γ) του ανατέθηκε η παραλαβή, ο έλεγχος και η υπογραφή των τιμολογίων των προμηθευτών (μετρητοίς και επί πιστώσει) και η προώθησή τους στο λογιστήριο προς καταχώρηση, διορίστηκε μέλος της τριμελούς επιτροπής παραλαβής των κρεάτων, αποτελούμενης απ' αυτόν, τον Χ.

Ν. και τον Ι. Α., καθώς επίσης υπεύθυνος για τον εφοδιασμό της επιχείρησης της εταιρίας μόνο για ποτά και ηλεκτρικά είδη. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η παραπάνω εταιρία "ΓΕΚΕ ΑΕ" που εκμεταλλεύεται το ξενοδοχείο "P..." όπως και η αναιρεσίβλητη εταιρία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΌΥΡΙΣΤΊΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΤΕΞ" που εκμεταλλεύεται το ξενοδοχείο "A..." που βρίσκεται επί της οδού ...

αρ. 16 στην Αθήνα (περιοχή Συντάγματος) είναι κοινών συμφερόντων, έχοντας τους ίδιους κυρίους μετόχους, τα δε γραφεία και λογιστήρια και των δύο επιχειρήσεων στεγάζονται στο παραπάνω ξενοδοχείο "P...", ο δε Γ. Κ. ήταν ο Διευθύνων Σύμβουλος και των δύο παραπάνω εταιριών, ο τελευταίος δε ως Διευθύνων Σύμβουλος της "ΓΕΚΕ ΑΕ" αρχικά ανέθεσε στον ενάγοντα από το έτος 1979 να εκτελεί και καθήκοντα Διευθυντή Προσωπικού της εταιρίας "ΑΤΕΞ ΑΕ" που διαχειριζόταν το ξενοδοχείο "A...".

Στα πλαίσια των καθηκόντων του αυτών ο αναιρεσείων ασχολείτο με τα ίδια ακριβώς καθήκοντα που ασκούσε και στο ξενοδοχείο "P..." ως προϊστάμενος του τμήματος Προσωπικού (προσωπάρχης). Το ξενοδοχείο "A..." απασχολούσε περί τα 35 άτομα προσωπικό, διαφόρων ειδικοτήτων κατά μέσο όρο. Επιπλέον ο αναιρεσείων επέβλεπε στην συντήρηση και επισκευή των εγκαταστάσεων, ενώ στις 9-11-2001 εκπροσώπησε την εναγομένη με τον Διευθυντή του ξενοδοχείου A...

στην Επιθεώρηση Εργασίας επί σχετικής εργατικής διαφοράς. Ο αναιρεσείων διεκπεραίωνε τα προαναφερθέντα καθήκοντα ως Διευθυντής Προσωπικού του ξενοδοχείου A... κυρίως από το γραφείο του που βρισκόταν στο ξενοδοχείο P... όπου και τηρούσε τις καρτέλες των εργαζομένων στο εν λόγω ξενοδοχείο (A...) και μόνο για την αρτιότερη επίβλεψη του προσωπικού μετέβαινε κατά μέσον όρο μία φορά την εβδομάδα στο ξενοδοχείο A...

όπου και παρέμενε για λίγες ώρες χρησιμοποιώντας προς τούτο το γραφείο του Διευθυντή. Είναι γεγονός ότι ο αναιρεσείων εκτέλεσε τα καθήκοντα του Διευθυντή Προσωπικού του ξενοδοχείου A... που του ανέθεσε προφορικά από το έτος 1979 ο παραπάνω Διευθύνων Σύμβουλος των δύο εταιριών και μέχρι της απολύσεώς του (9-6-2004) πλην όμως δεν αποδείχτηκε ότι για την εκπλήρωση των εν λόγω καθηκόντων απασχολήθηκε επί πλέον επί έξι (6) ώρες ημερησίως, σε σταθερή πενθήμερη εβδομαδιαία βάση και κάθε μήνα, παράλληλα με τα καθήκοντά του στο ξενοδοχείο P...

όπως ισχυρίζεται αβάσιμα και τούτο συνάγεται εκ του γεγονότος ότι εφόσον εργαζόταν αναμφισβήτητα ως προσωπάρχης στο ξενοδοχείο P... όπως προκύπτει και από την από 1-11-1994 έγγραφη σύμβαση εργασίας του που υπεβλήθη στο Υπουργείο Εργασίας, πως ήταν δυνατόν να μεταβαίνει στην συνέχεια επί 6ωρο στο ξενοδοχείο "A..." για την εκτέλεση των καθηκόντων του ως Διευθυντής Προσωπικού, όπου υπήρχε προσωπάρχης αρμόδιος για την άμεση διεκπεραίωση των παραπάνω καθηκόντων.

Επιπλέον το υπερβολικό και ως εκ τούτου το αναληθές των αξιώσεών του έγκειται και στο ότι με άλλη αγωγή του ισχυριζόταν μεταξύ των άλλων ότι κατά την διάρκεια των ετών 1999 μέχρι της απολύσεώς του (9-6-2004) εκτελούσε και καθήκοντα Διευθυντή Επισιτισμού επί 4ωρο ημερησίως και έτσι εμφανιζόταν να εργάζεται τουλάχιστον επί 18 ώρες ημερησίως (8ωρο ως προσωπάρχης, 6ωρο ως Διευθυντής προσωπικού, 4ωρο ως Διευθυντής Επισιτισμού).

Αληθές πραγματικό γεγονός είναι ότι η προσφορά εργασίας του αναιρεσείοντος ως Διευθυντής Προσωπικού στο ξενοδοχείο της αναιρεσίβλητης γινόταν στα πλαίσια της παραπάνω σύμβασης εργασίας που είχε συνάψει με την εταιρία "ΓΕΚΕ ΑΕ" και χωρίς να υφίσταται πραγματικά αυτοτελής συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων, δηλαδή αποδείχτηκε ότι συμφωνήθηκε μεταξύ τους, όπως ο αναιρεσείων κατά την εκτέλεση της κύριας απασχολήσεως του ως προσωπάρχης κυρίως στο ξενοδοχείο "P..." διεκπεραιώνει και τα καθήκοντα του Διευθυντή Προσωπικού για το ξενοδοχείο "A...", στη δε αμοιβή του (μηνιαίο μισθό) που ελάμβανε καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων και ειδικότερα κατά το έτος 2004 που ανερχόταν σε 2451,45 ευρώ και που ήταν αυξημένος πάντοτε, δεδομένου ότι δικαιούνταν να λάβει με βάση τις ισχύουσες το επίδικο διάστημα σ.σ.ε, μαζί με το επίδομα γάμου και το επίδομα σχολής το ποσό των 960,85 ευρώ ως νόμιμες μηνιαίες αποδοχές στις οποίες προστίθεντο και ο πρόσθετος μισθός των 1490,61 ευρώ, για την πρόσθετη αυτή απασχόλησή του, η οποία σημειωτέον ήταν συναφής με την αρχικά συμφωνηθείσα μεταξύ του ενάγοντος και της εταιρίας "ΓΕΚΕ ΑΕ".

Έτσι ο πέραν του νομίμου μισθός που έπαιρνε υπερκάλυπτε την ειθισμένη αμοιβή που δικαιούνταν να λάβει για την πρόσθετη παραπάνω εργασία του (Διευθυντής Προσωπικού) που η εργοδότρια αρχική εταιρία "ΓΕΚΕ ΑΕ" του είχε αναθέσει, δηλαδή την αμοιβή που θα καταβαλλόταν σε άλλο εργαζόμενο της ηλικίας του, ο οποίος θα παρείχε στην αναιρεσίβλητη την ίδια εργασία.

Συνεπώς, κατέληξε το Εφετείο, ο αναιρεσείων δεν δικαιούται να αξιώσει τις επίδικες εργατικές αξιώσεις από την αναιρεσίβλητη εταιρία, τις οποίες εξάλλου ουδέποτε κατά οποιονδήποτε τρόπο, αξίωσε κατ' αυτής κατά την διάρκεια της επιδίκου εργασιακής σχέσης (1979 - 2004), ειμή μόνον μετά την συνταξιοδότησή του λόγω αναπηρίας του από το ΙΚΑ και την αναγκαστική ως εκ τούτου καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του στις 9-6-2004 από την εργοδότρια εταιρία "ΓΕΚΕ ΑΕ".

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε αποφανθεί ομοίως, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχτηκε ως αποδειχθέντα στην κρινόμενη περίπτωση δεν πρόκειται περί παροχής πρόσθετης εργασίας που παρασχέθηκε στην εργοδότρια εταιρία, αλλά περί δανεισμού των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος από την εργοδότρια αυτού εταιρία "ΓΕΚΕ ΑΕ" στην κοινών συμφερόντων αναιρεσίβλητη εταιρία, δυνάμει της καταρτισθείσας συμβάσεως μεταξύ αυτού (αναιρεσιβλήτου) και του Γ.

Κ., νομίμου εκπροσώπου αμφοτέρων των ως άνω εταιριών, κατά την οποία (σύμβαση) κατά τα αναφερόμενα στο πιο πάνω αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, συμφωνήθηκε να παρέχει ο αναιρεσείων εντός του νομίμου ωραρίου του ή και εκτός αυτού τις εν λόγω υπηρεσίες του στην αναιρεσίβλητη, σε ορθό τελικά αποτέλεσμα κατέληξε, δεδομένου ότι περιέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τους όρους και τις συνθήκες παροχής της εργασίας του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη, με βάση τις οποίες η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού ανεξάρτητα από τη νομική θεμελίωση της αγωγής ο αναιρεσίβλητος νομίμως έλαβε τις συμφωνηθείσες για την εν λόγω εργασία του αποδοχές του από την μόνη υπόχρεο για την καταβολή τους εργοδότρια του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 361, 648 του ΑΚ και δεν δικαιούται να αξιώσει τις επίδικες εργατικές απαιτήσεις και από την αναιρεσίβλητη εταιρία.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αμφότερα τα μέρη του από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ, καθώς και οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι από τις ίδιες διατάξεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθμ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ο οποίος αποκρούεται η γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης ουδέποτε υπήρξε αυτοτελής σχέση εργασίας, όπως ο ίδιος υποστήριζε με την αγωγή, δεχόμενη ότι στη συμφωνημένη αμοιβή που ελάμβανε ως προσωπάρχης στο ξενοδοχείο "P…" περιλαμβάνονταν και η ειθισμένη αμοιβή του για την πρόσθετη εργασία που παρείχε στην αναιρεσίβλητη αν και τα περιστατικά αυτά δεν τα είχε επικαλεστεί η αναιρεσίβλητη, ενώ με τον τρίτο πρόσθετο λόγο με την επίκληση της ίδιας διάταξης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων κατά την εκτέλεση της κύριας απασχόλησης του στο ξενοδοχείο P… διεκπεραίωνε παράλληλα και τα καθήκοντα του Διευθυντή προσωπικού στο ξενοδοχείο Α… στον μηνιαίο δε μισθό του περιλαμβάνονταν και η ειθισμένη αμοιβή για την πρόσθετη αυτή εργασία αν και η αναιρεσίβλητη δεν είχε προβάλλει με τις προτάσεις της τέτοιο ισχυρισμό.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, αφού τα εν λόγω περιστατικά δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως. Εξάλλου απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε τα παραπάνω περιστατικά περί παραλλήλου ασκήσεως των προσθέτων καθηκόντων που του ανατέθηκαν και καταβολής πρόσθετης αμοιβής χωρίς απόδειξη, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο σχημάτισε την εν λόγω κρίση του από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα.

Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις.

Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά την ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ.

γ' αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, τον από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο πρόσθετο αναιρέσεως από την πιο πάνω διάταξη προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα εσφαλμένα έλαβε υπόψη την με αριθμό 4590/6-5-2008 ένορκη βεβαίωση των αναφερομένων μαρτύρων ανταποδείξεως, αφενός μεν γιατί δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση αυτής από την αναιρεσίβλητη και αφετέρου γιατί η εν λόγω βεβαίωση (την οποία δεν προσκομίζει ο αναιρεσείων) είχε δοθεί στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ άλλων διαδίκων.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και κατά τα δύο μέρη του και πρέπει να απορριφθεί, αφού όπως προκύπτει από τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου, έγινε με αυτές νόμιμη επίκληση της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, ενώ όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η ένορκη αυτή βεβαίωση λήφθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσείοντος για τη ένδικη υπόθεση.

Τέλος, με τον έκτο πρόσθετο λόγο από την ίδια διάταξη προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα γιατί δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του ο αναιρεσείων και δη τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης και την κατάθεση του ενώπιον αυτού εξετασθέντος μάρτυρος του, καθώς και τις υπ' αριθμ. 10348/2005, 10347/2005, 10359/2005 και 4413/2007 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του.

Όμως όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα τα οποία μάλιστα ρητώς μνημονεύει. Επομένως και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.

Απορρίπτει την από 12-9-2011 αίτηση αναιρέσεως του Δ. Λ. και τους από 10-8-2012 πρόσθετους λόγους αυτής, κατά της υπ' αριθμ. 5316/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ