Legislator Case Law & Legislation
1580/2007 AI generated

1580/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1580/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Legislator headnote

AI generated

1580/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): της 13583/2003 ένορκης βεβαιώσεως... και όλων των εγγράφων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι", μεταξύ των οποίων και άλλα ιατρικά πιστοποιητικά ή γνωματεύσεις, και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικώς ή κυρίως στο προαναφερόμενο πιστοποιητικό.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1580 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1580/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Πετρουτσόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ....., 2. ......, 3. ...... και 4. ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Τσώνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1140/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4797/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-12-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 27-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως, υποστηρίζει ότι το Εφετείο Αθηνών υπέπεσε στην πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως, "με την παραμόρφωση του περιεχομένου του ...... πιστοποιητικού νοσηλείας του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Αθηνών Η ΕΛΠΙΣ". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι, όπως, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, συνάγεται, το ανωτέρω Δικαστήριο κατέληξε στο σαφές και πλήρες αποδεικτικό πόρισμά του για την ψυχική και διανοητική κατάσταση της διαθέτιδας και την ικανότητά της να συντάξει διαθήκη, μετά από συνεκτίμηση "των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων...

της 13583/2003 ένορκης βεβαιώσεως... και όλων των εγγράφων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι", μεταξύ των οποίων και άλλα ιατρικά πιστοποιητικά ή γνωματεύσεις, και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικώς ή κυρίως στο προαναφερόμενο πιστοποιητικό.

ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ΄ και 12 ΚΠολΔ, που ορίζουν, αντιστοίχως, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτουν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα:

α) Ο από την πρώτη των άνω διατάξεων (του αριθ. 11 περ. γ') λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται, ως κατ'ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται, από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως, δε αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη, πάντως, υπόψη δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα άλλα έγγραφα, εκτός του επιδίκου και β) ο λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά, ισοδύναμα κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα ή αν έκρινε ειδικότερα τους μάρτυρες του ενός διαδίκου περισσότερο αξιόπιστους από του άλλου.

Τα έγγραφα δεν έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη μόνο αν παράγουν πλήρη απόδειξη και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, δεν ελέγχεται, όμως, ή in concreto κρίση περί του περιεχομένου του εγγράφου, αφού αυτά εκτιμώνται ελευθέρως, με εξαίρεση, βεβαίως, την περίπτωση της παραμορφώσεως του περιεχομένου του εγγράφου.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της κρινομένης αιτήσεως, ισχυρίζεται ότι το ανωτέρω Δικαστήριο: "δεν έλαβε υπόψη τα τρία ιατρικά πιστοποιητικά κρατικών φορέων (Αιγινήτειο Νοσοκομείο, Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή και Νοσοκομείο Η ΕΛΠΙΣ)", άλλως, "κατά παράβαση του νόμου έκρινε ως ισχυρότερα αποδεικτικά μέσα τις προδήλως αναξιόπιστες καταθέσεις των δύο μαρτύρων των εκκαλούντων από την κατάθεση του μάρτυρά της και τα τρία ιατρικά πιστοποιητικά".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, κατά το πρώτο μεν μέρος του, ως αβάσιμος κατ'ουσία, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, αφού από την, στην προηγηθείσα σκέψη, βεβαίωση του πιο πάνω Δικαστηρίου, ότι συνεκτίμησε και "όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και νομίμως προσκόμισαν οι διάδικοι", συνάγεται αδιστάκτως ότι το Δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη και τα προαναφερόμενα ιατρικά πιστοποιητικά, τα οποία μάλιστα μνημονεύει και ρητώς στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.

Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του, είναι και αντιφατικός με τον προηγούμενο, όσο αφορά "το ..... πιστοποιητικό", για το οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενό του. Κατά το δεύτερο δε μέρος του (από τον αριθ. 12) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τα λεπτομερώς εκτιθέμενα παραπάνω, αφού μάλιστα δεν μνημονεύεται σ'αυτόν ποια η αποδεικτική δύναμη, που είχαν τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα, ποιά προσδόθηκε σ'αυτά από το Δικαστήριο και ποιό το σχετικό σφάλμα της αποφάσεως, δεδομένου ότι δεν αρκεί η απλή επανάληψη του θεσπιζομένου λόγου αναιρέσεως.

ΙΙΙ. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως, υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως "διότι δεν έλαβε υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας, που, εν προκειμένω, αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου αλλά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, σύμφωνα με τα οποία η ανοϊκή συνδρομή, από την οποία αποδεδειγμένα έπασχε η διαθέτις, αφενός μεν είναι χρόνια πάθηση, αφετέρου δε στερεί από τη φύση της στον πάσχοντα τη συνείδηση των πραττομένων...

Κατά συνέπεια, η αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε διδάγματα της κοινής πείρας, που αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου αλλά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, κατά παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 1 και πρέπει, για το λόγο αυτό να αναιρεθεί". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας, δεδομένου ότι η κρίση περί της διανοητικής κα ψυχικής υγείας κάποιου συγκεκριμένου προσώπου στο κρίσιμο χρονικό διάστημα και η τυχόν επίδραση σ'αυτές (ψυχική και διανοητική υγεία) οποιασδήποτε νόσου απαιτεί ιατρικές γνώσεις και δεν μπορεί να αντληθεί από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, εκτός του ότι η αναιρεσείουσα δεν διευκρινίζει τελικώς αν η παράβασή του, κατά τον ισχυρισμό της, άνω "διδάγματος κοινής πείρας" αφορά την ερμηνεία και ποιού κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε κάποιο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου και ποιό το σχετικό σφάλμα του Δικαστηρίου.

IV. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1-1-2002, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε, πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Με τη μορφή αυτή ο ανωτέρω λόγος συντρέχει ειδικότερα όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποιά έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποιά για έμμεση απόδειξη.

Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως, υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραπάνω διατάξεως "διότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ή με αρνητική απόδειξη ότι η θανούσα είχε συνείδηση των πραττομένων κατά τον χρόνο συντάξεως της ένδικης διαθήκης" και διότι "αν υπήρχαν αμφιβολίες ως προς την κατάσταση της υγείας της διαθέτιδας, αντί να στηριχθεί αρνητικά σε δήθεν ελλείψεις των ιατρικών πιστοποιητικών, όφειλε να διατάξει ιατρική πραγματογνωμοσύνη, όπως είχε αυτή (αναιρεσείουσα), ζητήσει επικουρικώς από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών". Όπως, όμως, αναφέρεται και στη σκέψη Ι της παρούσας το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ... την 13583/2003 ένορκη βεβαίωση... και όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και νομίμως προσκόμισαν οι διάδικοι".

Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως, από την προαναφερόμενη διάταξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, όσα αναφέρονται στο δεύτερο μέρος (με στοιχ. β΄) του λόγου αυτού αναιρέσεως, σχετικά με την "κατάθεση της μάρτυρα των εκκαλούντων - αναιρεσιβλήτων .....", απαραδέκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλονται. Συνακόλουθα και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 7 Δεκεμβρίου 2005, αίτηση της ....., για αναίρεση της 4797/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ