Legislator Case Law & Legislation
157/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal dismissing second instance for lack of jurisdiction in private labor dispute.

Case Number 157/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of the plaintiff's claim. The plaintiff argued the dispute concerned a private labor contract, whereas the Second Instance Court incorrectly applied administrative jurisdiction rules. The Court ruled that jurisdiction depends on the nature of the legal relationship, which was a private labor contract, thus the claim belonged to civil courts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; Jurisdiction is determined by the nature of the legal relationship, not by the procedural rules cited, meaning private labor disputes fall under civil courts regardless of administrative law citations.

Keywords

AI generated
jurisdiction civil courts private labor contract administrative jurisdiction error appeal admissibility nature legal relationship

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 157 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 157/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. Φ. του Η., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Μαουσίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "..., που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευτυχία Σταματέλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 290/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2020 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-4-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 6-4-2021 και με αριθ. κατ. 16/15-4-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 26/15-1-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών επί: α) της από 17-7-2017 και με αριθ. κατ. 172/2017 έφεσης του εναγομένου, ήδη αναιρεσίβλητου και β) της από 19-7-2017 και με αριθ. κατ. 183/2017 έφεσης της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας, στρεφομένων αμφοτέρων κατά της με αριθ. 290/17-5-2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία, επί της από 28-12- 2016 και με αριθ. κατ. 632/28-12-2016 αγωγής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: με την ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας από 28-12-2016 και με αριθ. κατ. 632/28-12-2016 αγωγή, η ενάγουσα Χ. Φ., ισχυρίσθηκε ότι προκηρύχθηκε από το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "..." η πλήρωση, με τη διαδικασία του άρθρου 18 ν. 2190/1994, θέσεων με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κλάδου, μεταξύ άλλων, ΠΕ1 Γεωπόνων, σε διάφορες Νομαρχίες. Ότι ενώ η ίδια, κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης, κατετάγη στον προσωρινό κύριο πίνακα του κλάδου από την αρμόδια επιτροπή του εναγομένου και εφέρετο ως διοριστέα στην Περιφερειακή Διεύθυνση Θεσσαλίας, που ήταν η πρώτη προτίμηση της, το Α.Σ.Ε.Π., κατά τον προβλεπόμενο αυτεπάγγελτο έλεγχο, με την αναφερόμενη από 17-1-2005 απόφασή του, μείωσε τη βαθμολογία της, με συνέπεια να μεταβληθεί η σειρά κατάταξής της και να μην φέρεται έτσι διοριστέα σε θέση της παραπάνω υπηρεσίας.

Ότι οι αντιρρήσεις που άσκησε ενώπιον του Α.Σ.Ε.Π. απορρίφθηκαν με την από 13-4-2005 απόφαση του τελευταίου, την οποία, όπως και το σχετικό οριστικό πίνακα διοριστέων, προσέβαλε με αίτηση ακύρωσης, η οποία έγινε δεκτή με τη με αριθ. 2412/2014 ανέκκλητη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναπέμφθηκε η υπόθεση στο Α.Σ.Ε.Π.

για να προβεί στις νόμιμες ενέργειες. Οτι το τελευταίο, δεσμευόμενο από την, ως άνω, απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με νέα απόφασή του, δέχθηκε τις αντιρρήσεις της και διέθεσε αυτήν προς διορισμό στην, ως άνω, υπηρεσία της πρώτης προτίμησής της, δηλαδή στην Περιφερειακή Διεύθυνση Θεσσαλίας. Ότι ακολούθως το εναγόμενο, με την από 28-6-2016 απόφαση του Προέδρου αυτού και την με ίδια ημερομηνία έγγραφη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων προέβη στην αναδρομική πρόσληψή της από 10-9-2004, ημερομηνία κατά την οποία αυτή είχε αναλάβει υπηρεσία με τα προσωρινά αποτελέσματα της προκήρυξης του εναγομένου, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Ότι παρόλο που το τελευταίο αποφάσισε την αναδρομική πρόσληψή της, δεν προέβη, ούτε και μετά την υποβολή των από 18-12-2015 και 3-3-2016 αιτήσεών της στην πλήρη αναδρομική μισθολογική αποκατάστασή της, σε πλήρη συμμόρφωση προς την, ως άνω, απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, παραλείποντας παρανόμως και υπαιτίως διά των αρμοδίων οργάνων του, να της καταβάλει το σύνολο των αποδοχών που εδικαιούτο για το χρονικό διάστημα από 10-9-2004 έως 28-3-2016, συνολικού ποσού 317.867,97 ευρώ, κατά το οποίο ζημιώθηκε.

Ζήτησε δε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να της καταβάλει, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, ως αποζημίωση το παραπάνω ποσό και ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη το ποσό των 10.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, με την, ως άνω, με αριθ.290/2017 οριστική απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως παραδεκτή, νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 241.116,86 ευρώ με το νόμιμο τόκο για το Δημόσιο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 26/2020 απόφαση, συνεκδίκασε και δέχθηκε τυπικά τις, ως άνω, αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, περαιτέρω δε, δεχόμενο ότι η ένδικη διαφορά αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών και όχι των πολιτικών δικαστηρίων απέρριψε κατ' ουσίαν την από 19-7-2017 έφεση της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας, δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 17-7-2017 έφεση του εναγομένου, ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε τη με αριθ. 290/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, κράτησε, δίκασε και απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.

Με το άρθρο 13 ν. 2637/1998 (ΦΕΚ Α 200/27-8-1998) συστάθηκε ο "...", αρχικά ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, στη συνέχεια όμως με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 2732/1999 (ΦΕΚ Α' 154/30-7-1999) μεταβλήθηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού Γεωργίας, ενώ στο άρθρο 23 παρ. 1α'του, ως άνω, ν. 2637/1998 ορίζεται ότι η πρόσληψη του προσωπικού, που απασχολείται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γίνεται από τον ίδιο τον Οργανισμό, κατά τις διατάξεις περί προσλήψεων, που ισχύουν κάθε φορά.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001, μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).

Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) ο" διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)... γ)... Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος που αφορά τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές οι οποίες προκύπτουν από τη διατάραξη εννόμων σχέσεων ή καταστάσεων διεπομένων από κανόνες του δημοσίου δικαίου και ειδικότερα οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993, ΑΠ 159/2021, 356/2020, 543/2020).

Στις διαφορές αυτές υπάγονται και εκείνες που προκύπτουν από υλικές ενέργειες που τελέσθηκαν σε συνάρτηση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξ αιτίας της και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα του οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 5/1995, ΑΠ 159/2021, 356/2020, 543/2020).

Αντίθετα ιδιωτικές είναι οι διαφορές, οι οποίες προκύπτουν από την αμφισβήτηση περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης συγκεκριμένου προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα (ΑΠ 159/2021, 356/2020, 543/2020). Εξ άλλου, σε εφαρμογή των αντιστοίχων Συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ.1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την πιο πάνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο ν. 1406/1983, με τα άρθρα 1 παρ. 1 και 9 του οποίου, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11 Ιουνίου 1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ η παρ.2 του άρθρου 1 αυτού διέλαβε ενδεικτικά διάφορες κατηγορίες διοικητικών διαφορών ουσίας που υπήχθησαν στη ρύθμιση αυτή.

Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ. η'του ν. 1406/1983 ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας^ που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ.

θ' του ιδίου νόμου, όπως στη συνέχεια το εδάφιο θ' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.3 του ν. 2721/1999, ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται και οι διαφορές που αφορούν τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.

Ως "αποδοχές", κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ' αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α ή τα Ν.Π.Δ.Δ, με σύμβαση ή σχέση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 159/2021, 356/2020, 543/2020, 533/2018).

Επίσης από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι εάν ανέκυψε διαφορά προς καταβολή αποζημίωσης για παράνομη ενέργεια (πράξη ή παράλειψη) οργάνων του δημοσίου, εξ αιτίας της οποίας προκλήθηκε ζημία από τη μη καταβολή αποδοχών ή άλλων παροχών σε πρόσωπο συνδεόμενο με το Δημόσιο κλπ με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (λ.χ.

με την παράλειψη έκδοσης της αναγκαίας προς τούτο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή με την έκδοση αυτής με μη σύννομο περιεχόμενο), οπότε η επικαλούμενη παράνομη ενέργεια συντελέσθηκε ή έχει ως υπόβαθρο σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή έργου, η ούτω προκύψασα διαφορά συνιστά διαφορά ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004 ΑΠ 159/2021, 356/2020, 543/2020), είναι δε αδιάφορο το αν γενεσιουργός λόγος της διαφοράς είναι εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών, επί των οποίων (εκτελεστών πράξεων) η αρμοδιότητα προς ακύρωση αυτών ανήκει στο ΣτΕ ή στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, διότι κρίσιμη από την άποψη της συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας είναι η φύση του δικαιώματος και γενικότερα η φύση της έννομης σχέσης που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς και όχι η εκτελεστή πράξη της διοίκησης, από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό ή η σχέση (ΑΠ 533/2018).

Τέλος, υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 4 του ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου, ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει εσφαλμένα την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου του αριθ. 14 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 406/2023, 781/2019, 741/2017).

Στην περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, που στηρίζονται αντιστοίχως στην επίκληση της πλημμέλειας της ευθείας και της εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις δεν είναι ουσιαστικού αλλά δικονομικού δικαίου, τούτο δε, δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο την περί δικαιοδοσίας κρίση του έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι, επίσης, παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, ΑΠ 406/2023, 1319/2022, 1826/2022, 1002/2020, 1529/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, ισχυριζόμενη ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και, για το λόγο αυτό, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας, ενώ ορθά κρίνοντας έπρεπε να δεχθεί ότι αυτή (διαφορά) έχουσα υπόβαθρο τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αποτελεί διαφορά ιδιωτικού δικαίου υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος. Και τούτο διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, που προαναφέρθηκαν, η ενάγουσα, προς θεμελίωση των ενδίκων αξιώσεών της κατά του εναγομένου για αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από τη μη καταβολή αποδοχών και για χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, επικαλέσθηκε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων του τελευταίου, που συντελέσθηκε στα πλαίσια της συνδέουσας τους διαδίκους σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, έχει δηλαδή ως υπόβαθρο την, ως άνω, ιδιωτικού δικαίου, έννομη σχέση.

Δεδομένου δε ότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, κρίσιμη από την άποψη της συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας είναι η φύση της έννομης σχέσης που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς και, στη συγκεκριμένη περίπτωση η φύση αυτής ως σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, η ένδικη διαφορά δεν είναι διοικητική, αλλά αποτελεί διαφορά ιδιωτικού δικαίου υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Έσφαλε επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που έκρινε αντιθέτως, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί τη με αριθ. 26/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

-Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.

-Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ