Supreme Court dismisses appeal against appellate court's ruling on mediation deadline calculation and procedural inadmissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Netshop.gr against the Athens Court of Appeal's decision regarding a mediation deadline. The appellant argued the deadline was incorrectly calculated as two months from the mediator's replacement decision rather than four months from service, citing a prior first-instance ruling. The court rejected this claim because the lower court did not rule on the merits but dismissed the request as inadmissible due to the expiration of the agreement period, and provided sufficient reasoning for the two-month timeline. Consequently, the appeal was rejected, costs were imposed on the appellant, and the appeal bond was returned to the state treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 255 of the Civil Code; The Supreme Court holds that an appellate court's determination of a procedural deadline is valid when based on clear reasoning regarding the non-merits dismissal of a claim due to procedural expiration, even if the court does not explicitly address the appellant's specific argument regarding the calculation method.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 157 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 157/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας- καλούσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "NETSHOP.GR ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ" (πρώην "E-SHOP.GR ΑΕ"), τελούσης υπό εκκαθάριση, η οποία εδρεύει στις Αχαρνές Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Παναγιώτη Γραμματικόπουλο και Ιωάννη Κυπριωτάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των καθών η κλήση: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑΪΚΟΙ ΜΙΚΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ Α.Ε.Β.Ε." και τον διακριτικό τίτλο Α.Μ.Υ. ΑΕΒΕ, η οποία εδρεύει στον Δήμο Βριλησσίων Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Γ. και ΣΙΑ Ο.Ε.", η οποία εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Super Case Εξαρτήματα Υπολογιστών HELLAS ΕΠΕ", η οποία εδρεύει στο Πέραμα Πειραιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "BRAINTRUST Συστήματα Πληροφορικής ΑΕΒΕ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ.
Α. και ΣΙΑ Ε.Ε.", η οποία εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Sun Α.Ε.", η οποία εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Eurobank Factors Ανώνυμη Εταιρεία Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 8) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα E.F.G.
Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία", και με τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias" η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 9) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "ALPHABANK", ως καθολικής διαδόχου της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και 10) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Fujitsu Λύσεις Τεχνολογίας Α.Ε.", η οποία εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα.
Η έβδομη καθού η κλήση εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου, οι όγδοη και ένατη καθών η κλήση εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο -Μάρκο Αχουζαρίδη, ενώ άπασες οι λοιπές καθών η κλήση δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14-10-2013 και 15-10-2013 αιτήσεις της ήδη αναιρεσείουσας - καλούσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν με τις ασκηθείσες διά δηλώσεων στο ακροατήριο κύριες παρεμβάσεις καθώς και τις ασκηθείσες διά δηλώσεων στο ακροατήριο πρόσθετες παρεμβάσεις.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2922/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 16-2-2017 αίτησή της και τους από 22-8-2017 πρόσθετους αυτής λόγους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 1881/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και διέταξε την κλήτευση όσων παρενέβησαν ενώπιον του Εφετείου. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 29-12-2019 κλήση της αναιρεσείουσας - καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων καθών η κλήση ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 762 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει την παθητική νομιμοποίηση της έφεσης κατά των αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, "αν περισσότεροι έλαβαν μέρος στην πρωτόδικη δίκη, η έφεση που ασκεί ένας από αυτούς απευθύνεται κατά των άλλων ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους", ενώ κατά το άρθρο 769 εδ.
γ' ΚΠολΔ, η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται και για την παθητική νομιμοποίηση της αναίρεσης κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα (άρθρο 760 εδ. α' ΚΠολΔ), το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο, επομένως και την αναίρεση, κατ' αποφάσεως που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη.
Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι το ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση, κατ' αποφάσεως που εκδίδεται κατά την εκουσία δικαιοδοσία, πρέπει μεν να απευθύνεται καθ' όλων εκείνων που έλαβαν μέρος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, όχι όμως με κύρωση το απαράδεκτο. Ωστόσο, το δικαστήριο, που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο, μπορεί, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, να επιβάλει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη, επομένως και του διαδίκου που είχε λάβει μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, κατά του οποίου δεν απευθύνεται το ένδικο μέσο (ΑΠ 16/2019, ΑΠ 1881/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 29-12-2019 κλήση της αναιρεσείουσας (με την οποία αυτή παραιτήθηκε της προγενέστερης από 3-12-2018 όμοιας κλήσης), νόμιμα φέρεται για συζήτηση η από 16-2-2017 αίτηση αυτής, μετά των από 22-8-2017 προσθέτων λόγων, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2922/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1881/2017 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε, κατ' άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, η κλήτευση των παρακάτω εταιρειών, που είχαν ασκήσει παρέμβαση (κύρια ή πρόσθετη) στο Εφετείο, και ειδικότερα: 1) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α.Μ.Υ- Α.Ε.", 2) της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ.
Γ. & Σία ΟΕ", 3) της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Super Case Εξαρτήματα Υπολογιστών Hellas Ε.Π.Ε.", 4) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Brain Trust Συστήματα Πληροφορικής A.E.B.E.", 5) της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Α. & Σία Ε.Ε.", 6) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Sun Α.Ε.", 7) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Eurobank Factors Ανώνυμη Εταιρεία Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων", 8) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank - Ergasias Α.Ε., 9) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε" και 10) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "FUJITSU Λύσεις Τεχνολογίας Α.Ε.".
Από τις ανωτέρω παρεμβάσες και ήδη καθών η κλήση, οι εβδόμη, ογδόη και ενάτη εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο και κατέθεσαν προτάσεις, ζητώντας να απορριφθούν η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική τους δαπάνη. Όσον αφορά δε τις λοιπές παρεμβάσες - καθών η κλήση, από τις υπ' αριθμ. 5764/5-10-2020, 5755/5-10-2020, 5721/28-9-2020, 5765/5-10-2020, 5738/30-9-2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Α.
Κ. (για τις πρώτη, τρίτη, τετάρτη, πέμπτη και δεκάτη των καθών, αντίστοιχα), τις υπ' αριθμ. 2939Γ, 2940Γ, 2941Γ, 2942Γ/1-10-2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Ηρακλείου Κρήτης Ά. Μ. (για τη δεύτερη) και την υπ' αριθμ. 14166/29-9-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Ε.
Π. (για την έκτη), τις οποίες με επίκληση προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 16-2-2017 αίτησης αναίρεσης και των από 22-8-2017 προσθέτων λόγων, καθώς και της πιο πάνω από 29-12-2019 κλήσης, με την επ' αυτής πράξη του αρμοδίου Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος προς συζήτηση της υπόθεσης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (14-12-2020), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, σε όλες τις ως άνω παρεμβάσες - καθών η κλήση.
Εφόσον, όμως, αυτές δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 741 ΚΠολΔ), οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, ως χρόνος συζήτησης της αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, θεωρείται η αρχικώς οριζόμενη δικάσιμος, κατά το άρθ. 568 παρ. 2 ΚΠολΔ και όχι τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, η οποία έχει ορισθεί από το δικαστήριο κατόπιν ματαιώσεως ή αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, κατά το άρθρο 575 ΚΠολΔ.
Η μη κοινοποίηση του δικογράφου προ της προθεσμίας αυτής συνεπάγεται το απαράδεκτο των προσθέτων λόγων για έλλειψη προδικασίας (ΟλΑΠ 143/1984, ΑΠ 358/2012). Όμως, όπως ήδη εκτέθηκε, στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, το δικαστήριο, που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο, μπορεί, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, να επιβάλει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη, επομένως δε και του διαδίκου που είχε λάβει μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, κατά του οποίου δεν απευθύνεται το ένδικο μέσο.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, επί αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως που εκδόθηκε κατά την εκούσια δικαιοδοσία, σε περίπτωση που το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου διατάξει την κλήτευση διαδίκου που είχε λάβει μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αναβάλλει προς τούτο τη συζήτηση της υπόθεσης, το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων που κατατέθηκε εμπροθέσμως, δηλαδή τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να επιδοθεί στον κλητευθέντα ως άνω διάδικο τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν την ορισθείσα νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο.
Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης ως άνω από 16-2-2017 αίτησης ορίστηκε η 25-9-2017 (αρχική δικάσιμος), η δε αιτούσα άσκησε πρόσθετους λόγους με το από 22-8-2017 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 23-8-2017, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο.
Στη συνέχεια, όπως αναφέρθηκε, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1881/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης και των προσθέτων λόγων, προκειμένου να κλητευθούν, κατ' άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, οι ασκήσαντες στο Εφετείο κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, ορίστηκε δε, κατόπιν της από 29-12-2019 κλήσης της αναιρεσείουσας νέα δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (14-12-2020).
Από τις πιο πάνω αναφερόμενες εκθέσεις επιδόσεως προκύπτει, κατά τα ήδη εκτιθέμενα, ότι αντίγραφο του δικογράφου των ως άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε την 5-10- 2020 στην πρώτη των καθών η κλήση, την 1-10-2020 στην δεύτερη των καθών, την 5-10-2020 στην τρίτη των καθών, την 28-9-2020 στην τετάρτη των καθών, την 5-10-2020 στην πέμπτη των καθών, την 29-9-2020 στην έκτη των καθών και την 30-9-2020 στην δεκάτη των καθών (που ερημοδικούν), ενώ από τις υπ' αριθμ. 5720, 5724 και 5722/28-9-2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α.
Κ. προκύπτει ότι αντίγραφο του ίδιου δικογράφου επιδόθηκε την 28-9-2020 και στις εβδόμη, ογδόη και ενάτη των καθών η κλήση, αντίστοιχα, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω, μετ' αναβολή, νέα δικάσιμο. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω.
Με τα άρθρα 99 έως 106ι του ν. 3588/2007 (ΠτΚ), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 του ν. 4013/2011 (ΦΕΚ Α 204/15.9.2011), προβλέπεται η διαδικασία εξυγίανσης, η οποία αποτελεί συλλογική προπτωχευτική διαδικασία που αποσκοπεί στη διατήρηση, αξιοποίηση, αναδιάρθρωση και ανόρθωση της επιχείρησης με τη συμφωνία που προβλέπεται στις εν λόγω διατάξεις, χωρίς να παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των δανειστών.
Στις διατάξεις των άρθρων αυτών προβλέπονται, μεταξύ άλλων, ο σκοπός της διαδικασίας εξυγίανσης και τα πρόσωπα που μπορούν να υπαχθούν σ` αυτή (άρθρο 99), το άνοιγμα της διαδικασίας με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη (άρθρα 100, 101), ο διορισμός μεσολαβητή προς διευκόλυνση της επίτευξης συμφωνίας εξυγίανσης μεταξύ οφειλέτη και πιστωτών του (άρθρο 102), η προθεσμία προς επίτευξη συμφωνίας και το περιεχόμενο της συμφωνίας (άρθρα 104, 106ε), η επικύρωσή της από το πτωχευτικό δικαστήριο, που δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μετά από αίτηση του οφειλέτη, οποιουδήποτε πιστωτή ή του μεσολαβητή (άρθρα 106στ, 106ζ και 99 παρ. 10) και τα αποτελέσματα της επικύρωσης (άρθρα 106η).
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 101 του ν. 3588/2007, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 Ν.4013/2011 και η παράγραφος 1 αντικαταστάθηκε ακολούθως με το άρθρο 234 παρ. 3 του ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α 86/11.4.2012), προτού δηλαδή η παράγραφος 1 τροποποιηθεί εκ νέου με την παρ. 9 υποπαρ. Γ.3 του άρθρου 2 ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14.8.2015) και το ως άνω άρθρο αντικατασταθεί με το άρθρο 6 παρ. 3 ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22.12.2016), "1.
Το πτωχευτικό δικαστήριο, εφόσον προβλέπει ότι η επίτευξη της συμφωνίας είναι δυνατή, ότι υπάρχουν βάσιμες προσδοκίες επιτυχίας της προτεινόμενης εξυγίανσης και ότι δεν παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 99 παρ. 2, αποφασίζει το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης για περίοδο όχι μεγαλύτερη των δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ορίζει μεσολαβητή, σύμφωνα με το άρθρο 102.
Ο πρόεδρος του πτωχευτικού δικαστηρίου δύναται με πράξη του ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, του μεσολαβητή ή πιστωτή να παρατείνει την περίοδο αυτή για ένα (1) ακόμη μήνα". 2. Η Απόφαση του δικαστηρίου δημοσιεύεται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ) και στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Τομέας Νομικών). 3.
Κατά της Απόφασης που απορρίπτει την αίτηση επιτρέπεται έφεση κατά τις κοινές διατάξεις". Πριν αντικατασταθεί ως άνω, με το άρθρο 234 παρ. 3 του ν. 4072/2012, η παράγραφος 1 του ανωτέρω άρθρου, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 12 του ν. 4013/2011, προέβλεπε το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης για περίοδο όχι μεγαλύτερη των τεσσάρων (4) μηνών από την έκδοση της απόφασης, με δυνατότητα παράτασης αυτής για ένα ακόμη μήνα.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 102 παρ. 4 και 5 του ν. 3588/2007 (ΠτΚ), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 ν. 4013/2011, ο μεσολαβητής έχει ως αποστολή να επιτύχει τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών του, που να είναι ικανή να επικυρωθεί από το δικαστήριο, ενώ, αν διαπιστώσει ότι η επίτευξη συμφωνίας είναι ανέφικτη ή ότι ο οφειλέτης εγκαταλείπει την προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας εξυγίανσης, ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση τον πρόεδρο του πτωχευτικού δικαστηρίου, ο οποίος εισάγει αμελλητί την υπόθεση στο δικαστήριο, προκειμένου να ανακαλέσει την απόφαση που άνοιξε τη διαδικασία και να θέσει τέλος στην αποστολή του μεσολαβητή.
Επίσης, το άρθρο 104 παρ. 1 του ΠτΚ ορίζει ότι "Η συμφωνία εξυγίανσης συνάπτεται εντός της προθεσμίας του άρθρου 101 παράγραφος 1. Εντός της ίδιας προθεσμίας κατατίθεται η αίτηση για την επικύρωσή της από το πτωχευτικό δικαστήριο. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, η διαδικασία θεωρείται αυτοδικαίως λήξασα και το λειτούργημα του τυχόν διορισθέντος μεσολαβητή και του τυχόν διορισθέντος ειδικού εντολοδόχου του άρθρου 102 παράγραφος 6 περαιωμένο".
Τέλος, στο άρθρο 99 παρ. 6 εδ. δ' του ως άνω Πτωχευτικού Κώδικα, "ως λήξη της διαδικασίας εξυγίανσης θεωρείται η επικύρωση ή η απόρριψη της αίτησης επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης, η πάροδος της κατά το άρθρο 101 παράγραφος 1 προθεσμίας, καθώς και η ανάκληση της απόφασης που άνοιξε τη διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 102 παράγραφος 5".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι η τιθέμενη από το πτωχευτικό δικαστήριο προθεσμία, η οποία δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των δύο (2) μηνών και αρχίζει από την έκδοση της απόφασης, δυνάμενη να παραταθεί για έναν (1) ακόμη μήνα, αποβλέπει, κυρίως, στην ανάγκη άμεσης έναρξης και ταχείας ολοκλήρωσης της ανοιγόμενης, με την απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου, διαδικασίας εξυγίανσης και, δευτερευόντως μόνον, στο λειτούργημα του μεσολαβητή, ο οποίος, εφόσον διοριστεί, ανεξαρτήτως του χρόνου επίδοσης σ' αυτόν της απόφασης, οφείλει να ολοκληρώσει το (επιβοηθητικό) έργο του εντός της ανωτέρω (δίμηνης ή τρίμηνης κατά παράταση) προθεσμίας, που, ως εκ τούτου, έχει το χαρακτήρα προθεσμίας ενεργείας.
Η υποβολή δε αίτησης για παράταση της αρχικής προθεσμίας, που ορίστηκε από το δικαστήριο για περάτωση της διαδικασίας συνδιαλλαγής, δεν αναστέλλει, για όσο χρόνο εκκρεμεί αυτή, τη λήξη της ως άνω προθεσμίας, η οποία επέρχεται αυτοδικαίως και παρατείνεται μόνο με την έκδοση απόφασης που δέχεται τη σχετική αίτηση (βλ.
ΑΠ 2262/2014). Η προθεσμία αυτή είναι αποκλειστική και δεσμευτική για το πτωχευτικό δικαστήριο, στο οποίο δεν παρέχεται ευχέρεια για ορισμό χρόνου μεγαλύτερου του διμήνου ή του κατά παράταση τριμήνου, λόγω της ανάγκης ταχείας περάτωσης της διαδικασίας συνδιαλλαγής, ώστε να αποφεύγεται ο μακροχρόνιος εγκλωβισμός των πιστωτών.
Η άπρακτη πάροδος της ανωτέρω προθεσμίας (αρχικής ή κατά παράταση), καθιερούμενης από τον ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιφέρει αυτοδικαίως από το νόμο τη λήξη της διαδικασίας εξυγίανσης και την περάτωση του λειτουργήματος του μεσολαβητή (άρθρο 104 παρ. 1). Επομένως, τυχόν υπογραφείσα συμφωνία, μετά την πάροδο της αρχικώς καθορισθείσας για τη σύναψη αυτής προθεσμίας ή της παράτασής της, στερείται οποιασδήποτε νομικής σημασίας ως συμφωνία εξυγίανσης, και δεν μπορεί να επικυρωθεί από το αρμόδιο δικαστήριο, εφόσον ήδη πριν από την υπογραφή της είχε επέλθει αυτοδικαίως περάτωση της διαδικασίας εξυγίανσης αλλά και του λειτουργήματος του μεσολαβητή, ο οποίος είχε, πλέον, απωλέσει την ιδιότητά του αυτή, καθώς και κάθε αρμοδιότητα και δικαίωμα διαμεσολάβησης για την σύναψη της ως άνω συμφωνίας.
Περάτωση δε της ως άνω διαδικασίας μπορεί, επίσης, να επέλθει και με απόφαση του δικαστηρίου, μετά από ενημέρωση εκ μέρους του μεσολαβητή ότι δεν κατόρθωσε να επιτύχει συμφωνία (πρβλ. 2262/2014, ΑΠ 432/2012). Περαιτέρω, σε αντίθεση με το γενικό κανόνα του άρθρου 309 ΚΠολΔ, το άρθρο 758 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ ορίζει ότι οι κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας οριστικώς αποφαινόμενες αποφάσεις, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, μπορούν κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, μετά τη δημοσίευσή τους ν' ανακληθούν ή να μεταρρυθμισθούν από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβληθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν, δυνάμενο μάλιστα το δικαστήριο, κατ' άρθρο 758 παρ. 2, να ορίσει ότι η ανακλητική ή μεταρρυθμιστική απόφαση έχει αναδρομική δύναμη.
Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής σε περαιτέρω ανάκληση ή μεταρρύθμιση υπόκεινται, όταν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις οι κατά την προαναφερόμενη διαδικασία εκδιδόμενες οριστικές αποφάσεις, ακόμη και όταν αυτές είναι ανακλητικές ή μεταρρυθμιστικές προηγούμενων ανακλητικών ή μεταρρυθμιστικών (αποφάσεων), διότι με την εν λόγω διάταξη επιδιώχθηκε η ανάκληση ή μεταρρύθμιση όλων των αποφάσεων έστω και τελεσίδικων ή αμετάκλητων της παραπάνω διαδικασίας και τούτο ως εκ της φύσεώς τους και, ειδικότερα, ως εκ του δυναμικού χαρακτήρα των ρυθμιστικών μέτρων που διατάσσονται με τέτοιες αποφάσεις, ως μέτρων παρεμφερών μ' εκείνα που διατάσσει η δημόσια διοίκηση.
Προϋπόθεση, όμως, για το παραδεκτό της αιτήσεως για την ανάκληση ή μεταρρύθμιση μιας τέτοιας αποφάσεως, πέραν του οριστικού της χαρακτήρα, είναι να δέχθηκε την αίτηση λήψεως ορισμένου μέτρου ή διαπλάσεως ορισμένης νομίμου καταστάσεως (ΑΠ 1395/2018, ΑΠ 1003/2013). Η ανάκληση μπορεί να είναι και σιωπηρή, δυναμένου δηλαδή του δικαστηρίου να απομακρυνθεί, ολικά ή μερικά, των πρότερον αποφασισθέντων και χωρίς αναφορά ρητής ανάκλησης (ΑΠ 780/2015, ΑΠ 1708/2014).
Επομένως, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, η απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου, που διατάσσει το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης και τάσσει προθεσμία για την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής, μπορεί να ανακληθεί ή να μεταρρυθμιστεί ως προς τη διάρκεια της προθεσμίας, καθώς, επίσης, και σε περίπτωση αντικατάστασης του μεσολαβητή λόγω αποποίησης ή κωλύματος αυτού.
Στην τελευταία αυτή, περίπτωση, όμως, λόγω ενδεχόμενης παρόδου ολόκληρης ή σημαντικού μέρους της ταχθείσας προθεσμίας και λαμβάνοντας υπόψη το σκοπό της διαδικασίας εξυγίανσης, που είναι η επίτευξη συμφωνίας μεταξύ οφειλέτη και πιστωτών του, για διευκόλυνση της οποίας, άλλωστε, ορίζεται και ο μεσολαβητής, θα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι η αντικατάσταση του μεσολαβητή συνεπιφέρει αναγκαστικά και τη μεταρρύθμιση της απόφασης ως προς την ταχθείσα προθεσμία, με τον ορισμό εκ νέου έναρξης αυτής από το χρόνο δημοσίευσης της μεταρρυθμιστικής αυτής απόφασης.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".. Κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της από 15-10-2013 αίτησης και της κρινόμενης έφεσης, η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία (αναιρεσείουσα) άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 12-7-2012 και με αριθμό κατάθεσης 127635/1471/18-7-2012 αίτηση ανοίγματος της διαδικασίας εξυγίανσης των άρθρων 99 επ.
του Ν. 3588/2007 "Πτωχευτικός Κώδικας". Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 750/15-7-2013 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο όρισε μεσολαβητή τον Γ. Κ. του Ι. και έταξε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από την επίδοση της απόφασης σ' αυτόν, προκειμένου ο τελευταίος να συντάξει έγγραφη αιτιολογημένη γνωμοδότηση και να την καταθέσει στη Γραμματεία του ίδιου Δικαστηρίου.
Η ανωτέρω απόφαση επιδόθηκε στον ορισθέντα μεσολαβητή με επιμέλεια της αιτούσας την 1-10-2013 και με επιμέλεια της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Αθηνών την 2-10-2013. Επειδή κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 101 παρ. 1 Ν. 3588/2007, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο κατάθεσης της ανοίγματος της διαδικασίας εξυγίανσης, η προθεσμία για την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας ήταν δύο (2) μήνες από την έκδοση της σχετικής απόφασης με δυνατότητα παράτασης για ένα (1) ακόμη μήνα, η αιτούσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εντός της ανωτέρω δίμηνης προθεσμίας την από 11-9-2013...
αίτηση παράτασης, η οποία έγινε δεκτή με την αριθ. 731/2014 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου και παρατάθηκε η προθεσμία για τη σύναψη της συμφωνίας εξυγίανσης για ένα μήνα από τη λήξη της, ήτοι μέχρι 15-10-2013, αφού ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο ως αφετηρία της προθεσμίας η ημερομηνία δημοσίευσης της υπ' αριθ, 750/15-7-2013 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 101 παρ. 1 του Ν. 3588/2007, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 Ν. 4013/2011 και η παρ. 1 αυτού ακολούθως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 234 παρ. 3 Ν. 4072/11-4-2012.
Μετά την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παράτασης και εντός της (παραταθείσας για ένα μήνα) προθεσμίας της ως άνω διάταξης του άρθρου 101 παρ. 1 Ν. 3588/2007, η αιτούσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 2-10-2013 και με αριθμό κατάθεσης... /8-10-2013 αίτηση, με την οποία και για λόγους που ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτή ζητούσε την αντικατάσταση του διορισθέντος μεσολαβητή Γ.
Κ.. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 1279/11-12-2013 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία ορίστηκε ως μεσολαβητής ο Ε. Μ. του Β. σε αντικατάσταση του Γ. Κ.. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον ορισθέντα μεσολαβητή με επιμέλεια της αιτούσας στις 24-1-2014, κατά την άποψη δε που το Δικαστήριο τούτο δέχεται ως ορθότερη, από τη δημοσίευση αυτής, ήτοι από 11-12-2013, άρχισε νέα δίμηνη προθεσμία για τη σύναψη συμφωνίας εξυγίανσης, η οποία έληξε στις 11-2-2014, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 101 παρ. 1 Ν. 3588/2007, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της περί νέας τετράμηνης προθεσμίας που άρχισε από την επομένη της επίδοσης της απόφασης (24-1-2014) και έληξε στις 25-5-2014 κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί έναρξης νέας δίμηνης προθεσμίας από τη δημοσίευση της απόφασης αντικατάστασης του αρχικά ορισθέντος μεσολαβητή δεν αντίκειται στο σκοπό της διάταξης του άρθρου 101 παρ. 1 του Ν. 3588/2007, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 N. 4013/2011 και η παρ. 1 αυτού ακολούθως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 234 παρ. 3 Ν. 4072/11-4-2012, ο οποίος (σκοπός) είναι η επιτάχυνση της διαδικασίας εξυγίανσης....
Αντιθέτως, η γενομένη δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο άποψη ότι η (τρίμηνη μετά τη χορηγηθείσα παράταση ενός μήνα) προθεσμία σύναψης της συμφωνίας εξυγίανσης άρχισε στις 15-7-2013 (ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης για το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης), ακολούθως ανεστάλη από 8-10-2013 (ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης αντικατάστασης του μεσολαβητή) έως 16-12-2013 (ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης περί αντικατάστασης του μεσολαβητή) και έληξε στις 23-12-2013, περιορίζει υπερβολικά την προθεσμία εντός της οποίας ο νέος μεσολαβητής θα έπρεπε να προβεί στις κατ' άρθρο 102 Ν. 3588/2007 ενέργειες, ώστε να επιτύχει τη σύναψη συμφωνίας εξυγίανσης μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών του, καθιστώντας ανέφικτη την εκπλήρωση της αποστολής του, συνεπώς η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο τούτο.
Ήδη, άλλωστε, με το άρθρο 2 παρ. Γ υποπαρ. Γ. 3 παρ. 9 του Ν. 4336/2015, ο οποίος εφαρμόζεται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του, αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 101 Ν. 3588/2007 και ορίστηκε η διάρκεια της περιόδου διαπραγμάτευσης σε τέσσερις (4) μήνες από την έκδοση της σχετικής απόφασης με δυνατότητα παράτασης, ώστε η συνολική διάρκεια της περιόδου να φθάνει έως δώδεκα (12) μήνες.
Σύμφωνα δε, με την εισηγητική έκθεση του Ν. 4336/2015... η τροποποίηση αυτή ήταν αναγκαία, καθώς η σχετική πρακτική έχει αναδείξει την αδυναμία ευόδωσης των διαπραγματεύσεων στο προβλεπόμενο από την προϊσχύουσα διάταξη μικρό χρονικό διάστημα (δύο μηνών). Με αυτές τις παραδοχές, στις 11-2-2014 έληξε αυτοδικαίως η διαδικασία εξυγίανσης και περαιώθηκε το λειτούργημα του διορισθέντος μεσολαβητή Ε.
Μ., σύμφωνα με το άρθρο 104 παρ. 1 Ν. 3588/2007, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 Ν. 4013/2011. Δεδομένου δε ότι οι επιμέρους συμφωνίες που συνήψε η αιτούσα με τους πιστωτές της φέρουν ημερομηνίες από 15-5-2014 έως 2-6-2014, η σύναψη της συμφωνίας εξυγίανσης έλαβε χώρα μετά τη λήξη της σχετικής διαδικασίας και την περαίωση του λειτουργήματος του διορισθέντος μεσολαβητή, συνεπώς δεν είναι δυνατή η επικύρωσή της από το Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 106ζ Ν. 3588/2007, όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 12 N. 4013/2011....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες της εκκαλουμένης, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αίτησή της (και) ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης σύναψης της συμφωνίας εξυγίανσης, ως συναφθείσας δηλαδή μετά τη λήξη της σχετικής διαδικασίας και την παύση του λειτουργήματος του διορισθέντος μεσολαβητή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η ανοιγείσα διαδικασία εξυγίανσης έληξε αυτοδικαίως στις 11-2-2014 και ότι, συνεπώς, οι συναφθείσες από 15-5-2014 έως 2-6-2014 επί μέρους συμφωνίες της αιτούσας με τους πιστωτές της έλαβαν χώρα μετά τη λήξη της εν λόγω διαδικασίας και την περάτωση του λειτουργήματος του διορισθέντος μεσολαβητή, με αποτέλεσμα να στερούνται αυτές οποιασδήποτε νομικής σημασίας και να μην είναι δυνατή η επικύρωσή τους από το πτωχευτικό δικαστήριο, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 3588/2007 (ΠτΚ), αλλά ορθώς υπήγαγε τα εκτιθέμενα στην αίτηση πραγματικά περιστατικά στους κανόνες των άρθρων 101 παρ. 1, 102 και 104 παρ. 1 και 106ζ του ΠτΚ, τους οποίους ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Και τούτο, διότι τα περιστατικά αυτά, δηλαδή α) ότι το πτωχευτικό δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 750/15-7-2013 απόφασή του έταξε, αρχικά, για την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης, προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από την επίδοση της απόφασης αυτής στο διορισθέντα μεσολαβητή, η οποία έλαβε χώρα την 1-10-2013, β) ότι, στη συνέχεια, όμως, ενόψει του ότι κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης ανοίγματος της διαδικασίας εξυγίανσης, η προθεσμία για την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας ήταν, σύμφωνα με το άρθρο 101 παρ. 1 του ν. 3588/2007, όπως αυτό τότε ίσχυε, δύο (2) μήνες από την έκδοση της σχετικής απόφασης με δυνατότητα παράτασης για ένα (1) ακόμη μήνα, το πτωχευτικό δικαστήριο, κατόπιν της υποβληθείσας από την αναιρεσείουσα, εντός του ανωτέρω διμήνου, αίτησης παράτασης της ταχθείσας προθεσμίας, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 731/2014 απόφασή του, με την οποία, λαμβάνοντας ως αφετηρία της ανωτέρω, πράγματι, ισχύουσας κατά το νόμο δίμηνης προθεσμίας την ημερομηνία δημοσίευσης της υπ' αριθμ. 750/2013 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, δηλαδή την 15-7-2013, παρέτεινε την περίοδο της διαδικασίας εξυγίανσης για έναν ακόμη μήνα από τη λήξη της, δηλαδή μέχρι 15-10-2013, και γ) ότι κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσείουσας, που υποβλήθηκε εντός της ως άνω (όπως παρατάθηκε) τρίμηνης προθεσμίας, διορίστηκε νέος μεσολαβητής, σε αντικατάσταση του αρχικώς ορισθέντος, με την υπ' αριθμ. 1279/2013 απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου, που δημοσιεύτηκε στις 11-12-2013, δικαιολογούν την απόρριψη της αίτησης και στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό των κανόνων δικαίου που εφάρμοσε, για την άρνηση της επικύρωσης της συμφωνίας συνδιαλλαγής από το πτωχευτικό δικαστήριο.
Και τούτο, διότι το πτωχευτικό δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 731/2014 απόφασή του, που δεν προσβλήθηκε με ένδικο μέσο ούτε και ανακλήθηκε, δεχόμενο ότι η προθεσμία που προβλεπόταν από το νόμο, κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης για το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης, ήταν δύο (2) μηνών από την έκδοση (στις 15-7-2013) της υπ' αριθμ. 750/2013 απόφασης, την οποία (προθεσμία) και παρέτεινε για έναν ακόμη μήνα από τη λήξη της, δηλαδή μέχρι 15-10-2013, προέβη, με αναδρομική δύναμη, σε σιωπηρή ανάκληση - μεταρρύθμιση της απόφασης αυτής σχετικά με το χρόνο διάρκειας της διαδικασίας εξυγίανσης, με αποτέλεσμα τη δέσμευση του δικαστηρίου που επιλήφθηκε, ακολούθως, της αιτήσεως για επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης από την ως άνω ανακλητική - μεταρρυθμιστική υπ' αριθμ. 731/2014 απόφαση και όχι από την αρχική υπ' αριθμ. 750/2013 απόφαση, με την οποία είχε ταχθεί προθεσμία τεσσάρων μηνών από την επίδοση αυτής στο μεσολαβητή.
Εξάλλου, η ως άνω υπ' αριθμ. 750/2013 απόφαση μεταρρυθμίστηκε και με την υπ' αριθμ. 1279/2013 απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου, με την οποία διορίστηκε νέος μεσολαβητής, σε αντικατάσταση του αρχικού ορισθέντος, με αποτέλεσμα από τη δημοσίευση αυτής, ήτοι από 11-12-2013, να αρχίσει νέα δίμηνη προθεσμία για τη σύναψη συμφωνίας εξυγίανσης, η οποία έληξε στις 11-2-2014 (κατά την προσβαλλόμενη, ορθώς όμως 12-2-2014), και, σε κάθε περίπτωση, υπό την άποψη ότι η προθεσμία αυτή είναι τρίμηνη (2 μήνες η αρχική και 1 μήνας η παράταση), στις 12-3-2014, χωρίς μέχρι τότε να έχει επιτευχθεί συμφωνία.
Επομένως, οι δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης και πρώτος πρόσθετος λόγος, αμφότεροι, κατ' εκτίμηση, από τον αρ. 1 (και όχι από το 14 ο ως άνω πρόσθετος λόγος) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 2270/2014), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015).
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1620/2005).
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 64/2017).
Εξάλλου, κατά μεν το άρθρ. 279 του ΑΚ, στις περιπτώσεις που ο νόμος ή τα μέρη τάσσουν προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα (αποσβεστική προθεσμία) εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή, κατά δε το άρθρ. 255 εδ. α` του ίδιου κώδικα, που έχει ανάλογη εφαρμογή και στην αποσβεστική προθεσμία, η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής (ΑΠ 1314/2013, ΑΠ 1544/2012, ΑΠ 1284/2010, ΑΠ 1247/2008).
Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, ανώτερη βία, κατά τη διάρκεια της οποίας αναστέλλεται η παραγραφή των αξιώσεων, αποτελεί κάθε γεγονός απρόβλεπτο, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με άκρα επιμέλεια και σύνεση και εξ αιτίας του οποίου καθίσταται ανέφικτο στον δικαιούχο να προβεί ο ίδιος ή με τη συνδρομή άλλου προσώπου στην επιβαλλόμενη σε αυτόν ενέργεια.
Συνέπεια της αναστολής είναι ότι το χρονικό διάστημα αυτής δεν υπολογίζεται στον χρόνο της παραγραφής και όταν πάψει η αναστολή η παραγραφή συνεχίζεται, σε καμία όμως περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες (ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 1544/2012, ΑΠ 1284/2010). Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του δικαιούχου περί αναστολής της αποσβεστικής προθεσμίας συνιστά καταχρηστική ένσταση, προβαλλόμενη ως αντένσταση, στην προτεινόμενη ή αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη, ένσταση περί συμπλήρωσης της αποσβεστικής προθεσμίας (ΑΠ 1458/2019, ΑΠ 1280/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η ανοιγείσα διαδικασία εξυγίανσης έληξε αυτοδικαίως στις 11-2-2014, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 279 και 255 ΑΚ, καθόσον η ταχθείσα προθεσμία ανεστάλη σωρευτικά: (α) τόσο με την από 02.10.2013 αίτησή της περί αντικαταστάσεως μεσολαβητή και μέχρι την δημοσίευση της υπ' αριθμ. 1279/2013 αποφάσεως, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 02.10.2013, που κατατέθηκε η αίτηση αυτή, μέχρι τις 11.12.2013, που δημοσιεύτηκε η προαναφερόμενη απόφαση, και (β) όσο και με την από 11.09.2013 αίτησή της για παράταση επί ένα μήνα της προθεσμίας επιτεύξεως συμφωνίας εξυγίανσης, δηλαδή από 11-9-2013 μέχρι 26.06.2014, που δημοσιεύτηκε η υπ' αριθμ. 731/2014 απόφαση, δεδομένου ότι κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα επισυνέβησαν απρόβλεπτα γεγονότα, που δεν ηδύναντο να αποτραπούν στην συγκεκριμένη περίπτωση, ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας, ήτοι συνέτρεξε στο πρόσωπό της το στοιχείο της ανώτερης βίας, που την εμπόδισε να ασκήσει το δικαίωμά της προς κατάρτιση συμφωνίας εξυγιάνσεως εντός του προβλεπόμενου από το νόμο χρόνου, ενόψει του ότι μέχρι την έκδοση των πιο πάνω αποφάσεων ήταν υποχρεωμένη να συμμορφωθεί με το διατακτικό της υπ' αριθμ. 750/2013 απόφασης του πτωχευτικού δικαστηρίου.
Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, αφενός μεν διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και στον οποίο στηρίζονται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο Εφετείο, αφετέρου δε, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), της έφεσης και των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, πράγματι, δεν είχε προταθεί από αυτήν ο ως άνω ισχυρισμός, ότι δηλαδή από ανώτερη βία δεν κατέστη δυνατή η επίτευξη της συμφωνίας εξυγίανσης εντός της ταχθείσας και παραταθείσας νόμιμης προθεσμίας.
Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, είναι αβάσιμος, αφού, όπως ήδη εκτέθηκε, η υποβολή της αίτησης για παράταση της προθεσμίας που ορίστηκε από το δικαστήριο για περάτωση της διαδικασίας συνδιαλλαγής δεν αναστέλλει, για όσο χρόνο εκκρεμεί αυτή τη λήξη της ως άνω προθεσμίας, η οποία επέρχεται αυτοδικαίως και, απλώς, παρατείνεται με την έκδοση απόφασης που δέχεται τη σχετική αίτηση και για όσο χρόνο αυτή ορίζει (βλ.
ΑΠ 2262/2014), ενώ, κατά το πρώτο σκέλος αυτού είναι αλυσιτελής, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως προσμέτρησε το χρόνο που παρήλθε από τη δημοσίευση της (αρχικής) υπ' αριθμ. 750/2013 απόφασης, με την οποία διορίστηκε ο πρώτος μεσολαβητής, μέχρι την αντικατάσταση αυτού, αλλά δέχθηκε (νέα) δίμηνη προθεσμία από την έκδοση στις 11-12-2013 της υπ' αριθμ. 1279/2013 απόφασης, από την έναρξη δε αυτής τίποτα δεν εμπόδιζε την αναιρεσείουσα να ξεκινήσει και να ολοκληρώσει τη διαπραγμάτευση με την επίτευξη συμφωνίας εντός της προθεσμίας αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 19/2005). Tο δεδικασμένο, αν και σύμφωνα με το άρθρο 322 Κ.Πολ.Δ. λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά τη δημόσια και συνεπώς ο ισχυρισμός ότι δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο η ύπαρξη δεδικασμένου, για να θεμελιώσει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, πρέπει, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να έχει προβληθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και όχι, απλώς, να έγινε επίκληση κάποιας τελεσίδικης απόφασης και να αναφέρεται ρητώς στο αναιρετήριο ότι έγινε τέτοια προβολή (ΑΠ 541/2014, 294/2014).
Επομένως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου. 'Αρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 169/2019, ΑΠ 542/2017, ΑΠ 591/2017).
Αν η απόφαση που προσβάλλεται δεν ποιείται μνεία για ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., τότε μόνον, αν ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το δεδικασμένο που απορρέει απ' αυτή προς απόδειξη της βάσεως της αγωγής ή την απόκρουση αυτής και το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη, επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 1339/1985, ΑΠ 1089/2017). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 321 ΚΠολΔ δεδικασμένο δημιουργούν μόνο οι οριστικές αποφάσεις, που έχουν καταστεί τελεσίδικες, μη δυνάμενες να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Εξάλλου, στην εκουσία δικαιοδοσία δεν είναι, ούτε επιτρέπεται να είναι αντικείμενο της δίκης η δεσμευτική διάγνωση ιδιωτικών δικαιωμάτων, αλλά σκοπός αυτής είναι η λήψη ρυθμιστικών μέτρων.
Η εκουσία δικαιοδοσία συνίσταται στη διάπλαση ορισμένης έννομης σχέσης, καθώς και στη σιωπηρή αυθεντική διάγνωση της διάπλασης αυτής, χωρίς προηγούμενη αυθεντική αναγνώριση ιδιωτικού δικαιώματος, όχι δηλαδή η δεσμευτική διάγνωση της ισχύος ή μη ισχύος κάποιου ιδιωτικού δικαιώματος. Ακόμη και όταν, η εξέταση ιδιωτικού δικαιώματος αποτελεί προδικαστικό ζήτημα για τη λήψη του ζητουμένου ρυθμιστικού μέτρου εκούσιας δικαιοδοσίας, η παρεμπίπτουσα εξέταση του προδικαστικού αυτού ζητήματος από το δικαστήριο δεν εξοπλίζεται με δεδικασμένο.
Συνεπώς, εφόσον στην εκουσία δικαιοδοσία δεν κρίνονται δικαιώματα, η διάγνωση των οποίων αποτελεί υπόθεση της δημιουργίας δεδικασμένου, οι αποφάσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν αναπτύσσουν δεδικασμένο, ούτε ως προς το κύριο, ούτε ως προς το προδικαστικό ζήτημα, γι' αυτό και δεν έχουν εφαρμογή σ' αυτήν τα άρθρα 322, 324 και 331 ΚΠολΔικ.
Διαπλάσσουν, ωστόσο, νέα κατάσταση erga omnes (ΑΠ 829/1981), την οποία είναι υποχρεωμένος να δεχθεί κάθε τρίτος, δικαιούμενος αν έχει έννομο συμφέρον, να ασκήσει τριτανακοπή και να ισχυριστεί ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση της απόφασης ή ότι αν ακούγονταν και οι απόψεις του η απόφαση θα ήταν διαφορετική (ΑΠ 2262/2014, ΑΠ 1040/2009).
Οι αποφάσεις, όμως, που εκδίδονται επί υποθέσεων, που υπάγονται κατά παραπομπή μόνο στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αν ενέχουν αναγνώριση δικαιώματος, έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, παράγουν δεδικασμένο, όταν καταστούν τελεσίδικες, όπως και οι αποφάσεις που αφορούν υποθέσεις αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 321 επόμ.
του Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1297/2019, ΑΠ 1358/2018, ΑΠ 560/2016, ΑΠ 385/2001). Στις μη γνήσιες αυτές υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας υπάγονται, μεταξύ άλλων, και αυτές, που αφορούν στην επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης επιχείρησης με τους πιστωτές της, αφού πρόκειται για υποθέσεις που υπήχθησαν από λόγους σκοπιμότητας στην εκούσια δικαιοδοσία, καίτοι, κατά τη φύση τους, ανήκουν στην αμφισβητούμενη δικαιοδοσία και η διαδικασία διεξάγεται κατ' αντιδικία.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον με την παραδοχή της, ότι ο μεσολαβητής είχε προθεσμία δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης αντικατάστασής του προκειμένου να ολοκληρώσει το έργο του, παραβίασε παρά το νόμο το δεδικασμένο που προκύπτει από την υπ' αριθμ. 750/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης της αναιρεσείουσας, αφού αυτή έταξε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από την επίδοσή της στο μεσολαβητή, προκειμένου αυτός να συντάξει έγγραφη αιτιολογημένη γνωμοδότηση και να την καταθέσει στη γραμματεία δυο ανωτέρω δικαστηρίου.
Ο λόγος αυτός είναι διττώς απαράδεκτος και συγκεκριμένα, προεχόντως, λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το ζήτημα που επικαλείται η αναιρεσείουσα ούτε και ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι δεδικασμένου, ώστε να δύναται η κρίση αυτή να υποβληθεί στον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθότητάς της ή μη, σε κάθε δε περίπτωση, διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της έφεσης και των προτάσεων της αναιρεσείουσας στο Εφετείο δεν προκύπτει προβολή ενώπιον αυτού τέτοιου ισχυρισμού.
Ανεξαρτήτως αυτών, εφόσον ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως ήθελε θεωρηθεί, κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, ότι ενέχει αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ,, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί υπάρξεως δεδικασμένου ως προς το πιο πάνω ζήτημα, είναι επίσης απαράδεκτος ως αόριστος, αφού, κατά τα ανωτέρω, δεν αναφέρεται ότι προεβλήθη νομίμως από την αναιρεσείουσα τέτοιος ισχυρισμός ενώπιον του Εφετείου.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος είναι αβάσιμος, αφού, όπως αναφέρθηκε, το πτωχευτικό δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 731/2014 απόφασή του, προέβη, με αναδρομική δύναμη, σε σιωπηρή ανάκληση - μεταρρύθμιση της αρχικής υπ' αριθμ. 750/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τη διάρκεια της προθεσμίας εξυγίανσης και το χρόνο έναρξης αυτής και, ως εκ τούτου, το δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης επικύρωσης της συμφωνίας δεσμεύεται από την ανακλητική αυτή απόφαση, που όρισε δίμηνη προθεσμία από την έκδοση της αρχικής απόφασης και παράταση αυτής κατά ένα ακόμη μήνα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (ΑΠ 1326/2018, ΑΠ 866/2018, ΑΠ 701/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι, το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον δεν εξηγεί για ποιο λόγο η προθεσμία είναι δίμηνη και αρχίζει από την έκδοση της απόφασης αντικατάστασης του μεσολαβητή και όχι τετράμηνη αρχόμενη από την επίδοση της απόφασης, όπως όρισε η υπ' αριθμ. 750/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με συνέπεια να στερείται νομίμου βάσεως, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση και επομένως δεν εκτίμησε πραγματικά περιστατικά, αλλά απέρριψε την αίτηση της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη, με βάση τα εκτιθέμενα στην αίτηση περιστατικά, λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας προς επίτευξη συμφωνίας εξυγίανσης και λήξης της ανοιγείσας σχετικής διαδικασίας.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τους λόγους για τους οποίους κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή η προθεσμία ήταν δίμηνη από την έκδοση της απόφασης αντικατάστασης του μεσολαβητή και ότι παρήλθε αυτή χωρίς την επίτευξη συμφωνίας μέσα σ' αυτή.
Επίσης, με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, επίσης, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 255 ΑΚ, καθόσον δεν διαλαμβάνει αιτιολογία ως το ζήτημα της αναλογικής εφαρμογής αυτής και της αναστολής της ταχθείσας προθεσμίας εξυγίανσης.
Και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή ή μη της εν λόγω διάταξης, ούτε και ήταν αυτή εφαρμοστέα, καθόσον το δικαστήριο δεν αντιμετώπισε, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, ισχυρισμό θεμελιούμενο στη συγκεκριμένη διάταξη, χωρίς μάλιστα να προσάπτεται στην απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των 7ης, 8ης και 9ης των καθών η κλήση, που είχαν ασκήσει παρέμβαση στο Εφετείο και στην παρούσα δίκη κατέθεσαν ιδιαίτερο δικόγραφο προτάσεων, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-2-2017 αίτηση και τους από 22-8-2017 πρόσθετους λόγους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "NETSHOP.GR ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ" (πρώην "E-SHOP.GR ΑΕ"), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2922/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των 7ης, 8ης και 9ης των καθών η κλήση, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ