Legislator Case Law & Legislation
157/2020 AI generated

157/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 157/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/12/2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3948/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2071/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/2/2011 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

157/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθμ. 2071/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 30-6-2008 έφεση της αναιρεσειούσης κατά της, επίσης κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσης υπ' αριθμ. 3948/2007 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Keywords

AI generated
escrow deposit contract obligation to post security exposure to danger detention pending extradition current threat act of accession of Greece
AI generated
1606/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
1487/2018
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/6/2011 ανακοπή του αρχικά αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 191/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 123/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/9/2016 αίτησή του.
2117/2014
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10/6/2005 ανακοπές του ήδη αναιρεσείοντος και του τετάρτου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2612/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 872/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/2/2012 αίτησή του.
1159/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
1058/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 157 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 157/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της πρώην Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου και Αγγελική Βαλσαμάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην … και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ..., 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην … και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Μουκαζή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποίηση: Κ. Π., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/12/2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3948/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2071/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/2/2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 1/11/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιες της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθμ. 2071/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 30-6-2008 έφεση της αναιρεσειούσης κατά της, επίσης κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσης υπ' αριθμ. 3948/2007 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την πρωτόδικη αυτή απόφαση, είχε απορριφθεί ως αβάσιμη η από 8-12-2005 ανακοπή της τελευταίας (αναιρεσειούσης), με την οποία ζητούσε, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, την ακύρωση του υπ' αριθμ. .../2005 πίνακα κατατάξεως δανειστών της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Π., ως προς την κατάταξη των υπό του καθ' ου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου εκπροσωπουμένων ...

και ..., στο πλειστηρίασμα, που επιτεύχθηκε από τον αναγκαστικό πλειστηριασμό, που η ίδια επέσπευσε, ακινήτου του οφειλέτη αυτής (ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας) και των τελευταίων Κ. Β., ώστε, αποβαλλομένων αυτών, να καταταγεί η ιδία (ανακόπτουσα). Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Από τις διατάξεις των άρθρων 36 παρ. 4 εδ.

β', 37, 38 παρ. 1 και 2, 39 παρ. 1 εδ. 1 και 4 εδ. 1 και 61 του ν.δ. 356|1974 "περί κώδικος εισπράξεως δημοσίων εσόδων (ΚΕΔΕ) προκύπτει, ότι σε περίπτωση επιβολής κατασχέσεως από το Ελληνικό Δημόσιο κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ σε ακίνητο οφειλέτη του, η εγγραφή προσημειώσεως ή υποθήκης από τρίτον στο ακίνητο αυτό, η οποία γίνεται μετά την εγγραφή στο οικείο βιβλίο της κατασχέσεως του Δημοσίου, είναι αυτοδικαίως άκυρη, μόνον όμως ως προς το Δημόσιο που επέβαλε την κατάσχεση, έναντι του οποίου δεν αναπτύσσει καμμία απολύτως ενέργεια.

Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται, τόσο στην περίπτωση που ο πλειστηριασμός του ακινήτου έγινε με βάση την κατάσχεση του Δημοσίου, όσο και στην περίπτωση που έγινε με βάση κατάσχεση άλλου δανειστή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η υπέρ του Δημοσίου και μόνο ακυρότητα της προσημειώσεως ή της υποθήκης που ενεγράφη μετά την κατάσχεση, την οποία αυτό επέβαλε, μπορεί να αντιταχθεί μόνο υπέρ της αξιώσεως εκείνης, για την οποία το Δημόσιο επέβαλε την προηγούμενη κατάσχεσή του, όχι δε και υπέρ άλλων απαιτήσεών του, για τις οποίες δεν επέβαλε μεν την κατάσχεση, αναγγέλθηκε όμως στην διαδικασία του πλειστηριασμού του ίδιου ακινήτου, που έγινε με βάση άλλη κατάσχεση (ΟλΑΠ 29/1997).

Διάφορη εκδοχή θα ήταν ασυμβίβαστη προς την αρχή της δημοσιότητας των εμπραγμάτων σχέσεων επί των ακινήτων και προς την επιδιωκόμενη με αυτήν ασφάλεια των συναλλαγών, γιατί θα κατέληγε σε ακυρότητα της διάθεσης ή επιβάρυνσης χάριν άδηλων απαιτήσεων, οι οποίες δεν είχαν αναγγελθεί μέχρι τη μεταγραφή της διάθεσης ή την εγγραφή της επιβάρυνσης και δεν προέκυπταν από το οικείο δημόσιο βιβλίο (ΟλΑΠ 38/1998, ΑΠ 3/1988, ΑΠ 104/1997).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένως, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.

Έτσι με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσον η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσον και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντιθέτως, η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διατάξεως ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της αποφάσεως δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στην δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υποθέσεως πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε, αναφορικά με τον εν προκειμένω ερευνώμενο πρώτο λόγο της αιτήσεως, τα εξής: ".....η προσημείωση υποθήκης της εκκαλούσας ενεγράφη στα βιβλία υποθηκών του εν λόγω υποθηκοφυλακείου στις 12.11.2001 ήτοι μετά την κατάσχεση του Β' Ταμείου Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αθηνών που ενεγράφη στις 5.10.2001 και πριν την κατάσχεση της Σ.

το γένος Σ. Χ. που ενεγράφη στις 14.2.2003 και στο περιθώριο της οποίας έχει σημειωθεί στις 30.7.2003 δήλωση επίσπευσης πλειστηριασμού της εκκαλούσας κατά του οφειλέτη Κ. Β.. Επομένως, ανεξαρτήτως του ότι τελικώς ο πλειστηριασμός έλαβε χώρα στις 20.4.2005, όχι με βάση την κατάσχεση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αθηνών, αλλά με βάση την κατάσχεση της ως άνω ιδιώτου δανείστριας που επιβλήθηκε επιτρεπτά κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, όπως επίσης δεν αμφισβητείται, η προσημείωση υποθήκης της εκκαλούσας δεν μπορεί να αντιταχθεί έναντι του κατασχόντος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αθηνών και του αναγγελθέντος δια των προϊσταμένων των ...

και ΦΑΒΕ Αθηνών στις 21.4.2005 και 27.4.2005 αντιστοίχως Ελληνικού Δημοσίου ήτοι εντός της προθεσμίας του άρθρου 972 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η απαίτηση της εκκαλούσας, ως εγχειρόγραφη, έπεται στην κατάταξη των απαιτήσεων του Δημοσίου οι οποίες απολαμβάνουν του γενικού προνομίου της περίπτωσης 5 του άρθρου 975 ΚΠολΔ.". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον δεύτερο λόγο εφέσεως της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας, με τον οποίο, επαναφέροντας τον απορριφθέντα πρωτοδίκως, αντίστοιχο λόγο ανακοπής, ισχυριζόταν, ότι η εγγραφείσα από την ίδια στις 12-11-2001 προσημείωση υποθήκης δε είναι άκυρη έναντι του καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου, οι απαιτήσεις του οποίου αναγγέλθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο από εκείνον, που εχώρησε η εν λόγω εγγραφή προσημειώσεως.

Με τις ανωτέρω παραδοχές, και την κρίση του αυτή, το δικάσαν Εφετείο παρεβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 36 παρ. 4 εδ. β', 37, 38 παρ. 1 και 2, 39 παρ. 1 εδ. 1 και 4 εδ. 1 και 61 του ν.δ. 356|1974 "περί κώδικος εισπράξεως δημοσίων εσόδων (ΚΕΔΕ) και 997 παρ. 3 ΚΠολΔ, δεχόμενο, ότι η κατά τα ανωτέρω εγγραφείσα προσημείωση υποθήκης της αναιρεσειούσης δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά των ως άνω, μετά την εγγραφή της προσημειώσεως υποθήκης της αναιρεσειούσης, αναγγελθεισών απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, ως προς τις οποίες, όμως όπως από το σύνολο των παραδοχών του, προκύπτει το Εφετείο δέχεται ότι το τελευταίο (Ελληνικό Δημόσιο) δεν είχε επιβάλει κατάσχεση, για τις ως άνω αναγγελθείσες επίδικες απαιτήσεις του, προ της εν λόγω εγγραφής προσημειώσεως από της αναιρεσείουσα.

Επομένως, τα αυτά υποστηρίζων ο πρώτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα, κατά παραδοχή του ανωτέρω κριθέντος βασίμου πρώτου αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 36 παρ. 4 εδ.

β', 37, 38 παρ. 1 και 2, 39 παρ. 1 εδ. 1 και 4 εδ. 1 και 61 του ν.δ. 356|1974 "περί κώδικος εισπράξεως δημοσίων εσόδων (ΚΕΔΕ) και 997 παρ. 3 ΚΠολΔ, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ.12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423 Οικ/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2071/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.-

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ