157/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ι. Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated157/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθεί στο ηττώμενο αναιρεσείον η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους (άρθρ. 176, 183, 191 § 2 Κ.Πολ.Δ., 22Ν 2693/57, ως ισχύει), σύμφωνως προς το διατακτικό.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 157 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 157 / 2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ι. Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Δεκεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ηλία Νίκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Α. Λ. του Ά., κατοίκου ..., 2.Α. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Σφυρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2008 αγωγή της 1ης ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 12/1/2011 πρόσθετη παρέμβαση του 2ου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220ΤΜ/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 179/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-1-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο από τον αρ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την εκτέλεση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Περαιτέρω, αναιρετικός λόγος θεμελιώνεται κατ' άρθρ. 559 αρ.11γ Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επιδικάσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του εξεταζομένου λόγου αναιρέσεως απαιτείται νόμιμη επίκληση, (που γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση) και προσκομιδή του αποδεικτικού μέσου, το οποίο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη.
Τα δε επικληθέντα και μη ληφθέντα υπόψιν αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν, (για να θεμελιώσουν λόγο αναιρέσεως) πρέπει να αφορούν στην απόδειξη ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι μόνο τέτοια πραγματικά γεγονότα επηρεάζουν ουσιωδώς το αποτέλεσμα της δίκης. Ως ουσιώδεις ισχυρισμοί θεωρούνται εκείνοι που συνιστούν τις προϋποθέσεις γενέσεως της διαγνωστέας έννομης συνέπειας, καθώς και εκείνοι που στηρίζουν την έμμεση απόδειξη με δικαστικά τεκμήρια.
Έτι περαιτέρω, κατά το άνω άρθρο αρ. 13, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως. Στην προκείμενη περίπτωση πρέπει να εκτέθεται στο αναιρετήριο ο (ουσιώδης) ισχυρισμός ως προς τον οποίον εφαρμόσθηκε εσφαλμένα ο ορισμός του νόμου για το βάρος αποδείξεως η αντίστοιχη παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας και το αποδεικτέο θέμα.
Προσέτι, το βάρος αποδείξεως από υποκεμενική μεν άποψη προσδιορίζει τον έχοντα το καθήκον προσαγωγής του αποδεικτικού υλικού διάδικο, ενώ από αντικειμενικής απόψεως καθορίζονται οι συνέπειες της μη αποδείξεως κάποιου πραγματικού γεγονότος, καθώς και το πρόσωπο του θα υποστεί τον κίνδυνο των συνεπειών αυτών.
Τέλος, κατά την έννοια, της διατάξεως του άρ. 19 του ίδιου άρθρου, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε της κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι, δεν μπορεί να ελεγθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
ΙΙ. Η προσβαλλομένη απόφαση, 179/2017, του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση, διαλαμβάνει τα εξής: "Ότι από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεων Α. Α., τις μη αμφισβητηθείσης γνησιότητος μετ' επικλήσεως προσκομησθείσες φωτογραφίες, την νομοτύπως ληφθείσα …54/3-3-2017 ένορκη βεβαίωση με πρωτοβουλία των εφεσιβλήτων ενώπιον της συμβολαιογράφου Α. Π., (βλ. την υπ' αριθμ. …99/28-2-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ι. Κ.), που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι και από όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα (άρθρα 339 σε συνδυασμό με το άρθρα 395 του Κ.Πολ.Δ.) προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για ορισμένα από τα οποία (νομίμως προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα) γίνεται ακολούθως μνεία, χωρίς όμως, η ρητή αναφορά των εν λόγω εγγράφων, να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, εκτός από
α) την από Μαΐου 2014 υπεύθυνη δήλωση της Α. Γ. και
β)την από 14-1-2010 δήλωση της Σ. Δ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι, οι οποίες δεν λαμβάνονται υπόψη, ως ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, αφού λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στην παρούσα δίκη, κατά παράβαση των διατάξεων για την εξέταση των μαρτύρων και τη λήψη ένορκων βεβαιώσεων (ΑΠ 431/2002, Εφ.Λαρ. 115/2006 ΝΟΜΟΣ) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Το επίδικο ακίνητο είναι μια ακάλυπτη εδαφική έκταση, εμβαδού 23,63 τ.μ., που βρίσκεται εντός ορίων οικισμού του ... του Δήμου ..., αποτυπώνεται στο συνημμένο στην αγωγή από Νοεμβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα (με συντεταγμένες ΕΓΣΑ 87) του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Θ. Χ., με τα στοιχεία 17-Α-Β-14-13-12-11-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-32-31-30-29-28-27-26-25-24-23-22-21-20-19-18-17 και συνορεύει γύρωθεν με το ακίνητο με ΚΑΕΚ ...3039 (ιδιοκτησίας της - πρώτης εφεσίβλητης - ενάγουσας), με το ακίνητο με ΚΑΕΚ ...3027 (ιδιοκτησίας του δεύτερου εφεσιβλήτου - προσθέτως παρεμβαίνοντος), με το ακίνητο με ΚΑΕΚ ...3040 (ιδιοκτησίας της πρώτης εφεσίβλητης - ενάγουσας), με το ακίνητο με ΚΑΕΚ ...3042 και με δημόσιο δρόμο με ΚΑΕΚ 2...112.
Η πρώτη εφεσίβλητη - ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα, που έχει καταχωρισθεί στο Κτηματολόγιο, ως τμήμα του δημοσίου δρόμου με ΚΑΕΚ 2...112, αποτελεί τμήμα του ακινήτου της, που στο Κτηματολόγιο έχει καταχωρισθεί με ΚΑΕΚ ...3040 και συγκεκριμένα αποτελεί την αυλή της ευρισκομένης στο ακίνητο αυτό οικίας της (προαύλιο χώρο).
Ειδικότερα δυνάμει της από 5-6-1996 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος στις 11-11-1996 πατέρα της, Ά. Λ., που δημοσιεύθηκε με το 805/21-2-1997 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, ο κληρονομούμενος - διαθέτης κατέλειπε στην πρώτη εφεσίβλητη - ενάγουσα - υπερ'ης η πρόσθετη παρέμβαση, "το πατρικό του στη ... με τον κήπο". Η δε τελευταία (ενάγουσα - πρώτη εφεσίβλητη), εκπροσωπούμενη με ειδικό πληρεξούσιο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτή κληρονομιά του πατέρα της, με τη νόμιμα μεταγραφείσα (τ. 79 αρ. 541) με αριθμό …01/20-2-2003 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου, Γ.
Π., στην οποία (δήλωση αποδοχής) το ως άνω κληρονομιαίο ακίνητο (πατρικό του με τον κήπο στη ...), που της κατέλειπε ο κληρονομούμενος - διαθέτης πατέρας της περιγράφεται ως: 1) ένα οικόπεδο με την υπάρχουσα επ' αυτού παλιά οικία κείμενο στη θέση "..." εντός ορίων οικισμού "..." του δημοτικού διαμερίσματος ... ..., που εμφαίνεται στο από 25-2-2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού, Κ.
Γ. (το οποίο δεν προσκομίζεται και κατά το συμβολαιογραφικό έγγραφο φέρει την υπογραφή της ενάγουσας), με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Η-Θ-Ι-Κ-Α-Μ-Α, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, έχει εμβαδόν 68 τ.μ. και η υπάρχουσα σ' αυτό παλαιά οικία έχει εμβαδόν 65 τ.μ. και συνορεύει βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Σ.
Μ. ( πρώην Ι. Δ. ), ανατολικά με ιδιοκτησία Σ. Μ. (πρώην Ι. Δ.), νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Α. Γ. (πρώην Ν. Ψ.), νοτιοδυτικά με "δρόμο προς ιδιοκτησία Σ. Δ." (πρόκειται για μέρος του επιδίκου εδαφικού τμήματος) και βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Σ. Δ. (πρώην Ι. Δ.). Η υπάρχουσα σ' αυτό παλαιά οικία, έχει εμβαδόν 65 τμ, εμφαίνεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα και αποτελείται από ισόγειο σε δύο επίπεδα, τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους με εσωτερική σκάλα, ήτοι α ισόγειο Α' επιπέδου, το οποίο αποτελείται από W.C., κουζίνα, διάδρομο και εσωτερική σκάλα και έχει επιφάνεια 17,83 τμ και β ισόγειο Β' επιπέδου, το οποίο αποτελείται από δύο δωμάτια ύπνου, τραπεζαρία σαλόνι, διάδρομο, εσωτερική σκάλα και εξώστη, επιφανείας 47,17 τμ και 2) ένα οικόπεδο (κηπάριο) με το υπάρχον επ' αυτού κτίσμα (επιφανείας το κτίσμα 3 τμ), κείμενο στη θέση "..." εντός ορίων οικισμού "..." του δημοτικού διαμερίσματος ... ..., που εμφαίνεται στο από 25-2-2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού, Κ.
Γ., με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Ξ-Ο-Π-Ν-Ξ, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, έχει εμβαδόν 35 τ.μ. που συνορεύει ανατολικά με "δρόμο προς ιδιοκτησία Σ. Δ." (δηλαδή τμήμα του επιδίκου) και πέραν αυτού με την 040 ιδιοκτησία της ενάγουσας (δηλαδή το προαναφερόμενο με ΚΑΕΚ ...3040 ακίνητο), νοτιοανατολικά με "δρόμο προς ιδιοκτησία Σ.
Δ." (δηλαδή τμήμα του επιδίκου), νοτιοδυτικά με δρόμο πλάτους 0,60 μ. και πέραν αυτού με την 037 ιδιοκτησία Π. Κ., και βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Σ. Δ. (ΚΑΕΚ ...3027 ακίνητο, ήδη ιδιοκτησίας δεύτερου εφεσιβλήτου - προσθέτως παρεμβαίνοντος). Δηλαδή, στην ως άνω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, το αναφερόμενο στην ιδιόγραφη διαθήκη κληρονομιαίο ακίνητο "πατρικό μου με τον κήπο στη ..." περιγράφεται ως δύο ξεχωριστά οικόπεδα, όπως άλλωστε είχε καταχωρηθεί και στο Κτηματολόγιο, τα οποία διαχωρίζονται μεταξύ τους από τον δρόμο προς ιδιοκτησία Σ.
Δ.. Το πρώτο ως άνω περιγραφόμενο στην προαναφερόμενη δήλωση αποδοχής κληρονομιαίο ακίνητο, που αντιστοιχεί στο "πατρικό" της διαθήκης, έλαβε με την καταχώρηση στο Κτηματολόγιο ΚΑΕΚ ...3040 και το δεύτερο, που αντιστοιχεί στον "κήπο" στην διαθήκη, έλαβε ΚΑΕΚ ...3039. Η περιγραφή του ΚΑΕΚ ...3040 ακινήτου της πρώτης εφεσίβλητης - ενάγουσας στην ως άνω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, είναι εν μέρει σύμφωνη με τις καταχωρίσεις στο Κτηματολόγιο, αφού δεν περιλαμβάνει και μέρος της επίδικης έκτασης, που αναφέρεται ως (εκτός του περιγραφόμενου ακινήτου) δρόμος προς ιδιοκτησία Σ.
Δ. (ΚΑΕΚ ...3027 ακίνητο). Βέβαια τον διαχωριστικό των δύο οικοπέδων της δρόμο τον χαρακτηρίζει στην δήλωση αυτή, ως "δρόμο προς ιδιοκτησία Σ. Δ." και δεν αναφέρει μόνο δρόμο, όπως ανέφερε το όριο νοτιοδυτικά του δευτέρου οικοπέδου της (ΚΑΕΚ ...3039), που είναι δημόσιος. Τρία έτη αργότερα η πρώτη εφεσίβλητη - ενάγουσα, εκπροσωπούμενη και πάλι με ειδικό πληρεξούσιο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, προέβη στη σύνταξη της υπ' αριθμ.
…62/23-2-2006 διορθωτικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου, Γ. Π., με την οποία διόρθωνε την προαναφερόμενη με αριθμό 1701/20-2-2003 πράξη αποδοχής κληρονομιάς, ως προς την περιγραφή και την έκταση του περιελθόντος σ' αυτή κληρονομιαίου ακινήτου, που έχει ΚΑΕΚ ...3040, αναφέροντας ότι αυτό αποτυπώνεται ορθώς στο από Νοεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού, Θ.
Χ. (όμοιο με αυτό της αγωγής), με τα στοιχεία 4-5-6-7-8-9-10-11-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-32-31-30-29- 28-27-26-25-24-23-22-21-20-19-18-17-Α-Β-14-1-2-3-4, ότι έχει έκταση 87,52 τ.μ. και όχι 68 τ.μ., η δε επ'αυτού υπάρχουσα παλαιά οικία έχει επιφάνεια 68 τμ και όχι 65 τμ. και ότι περιλαμβάνει και το επίδικο εδαφικό τμήμα, αφού αναφέρει ότι το εν λόγω κληρονομιαίο ακίνητο απεικονίζεται με τα παραπάνω στοιχεία στο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού, Θ.
Χ., όπου περιλαμβάνεται και το επίδικο και ότι συνορεύει το ακίνητο αυτό νοτιοδυτικά με το κηπάριο (ΚΑΕΚ ...3039), που περιήλθε σ' αυτή με την ίδια διαθήκη, και όχι με δρόμο προς ιδιοκτησία Σ. Δ., όπως είχε αναφέρει στην με αριθμό …01/2003 συμβολαιογραφική πράξη, ενώ εντός του επίδικου εδαφικού τμήματος, που ανήκει στην ιδιοκτησία της, αναφέρει ότι υφίσταται εδαφική λωρίδα, επί της οποίας η όμορη βορειοδυτικά ιδιοκτησία Δ. (ΚΑΕΚ ...3027) έχει δικαίωμα δουλείας διόδου και πρόκειται για τον δρόμο προς ιδιοκτησία Σ.
Δ., που είχε αναφερθεί στην με αριθμό …01/2003 συμβολαιογραφική πράξη. Στον δικαιοπάροχο της πρώτης εφεσίβλητης - ενάγουσας, Ά. Λ., περιήλθε η κυριότητα του κληρονομιαίου ακινήτου, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, με το με αριθμό …28/22-9-1957 δωρητήριο αιτία θανάτου συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ..., Ν. Λ., νόμιμα μεταγραμμένο (58 αρ. 5146), με το οποίο η αποβιώσασα στις 28-3-1987 μητέρα του, Μ.
συζ. Α. Λ., δώρισε σ' αυτόν τα εν λόγω ακίνητα αιτία θανάτου. Στο εν λόγω συμβόλαιο τα ως άνω ακίνητα περιγράφονται ως ενιαίο ακίνητο (οικία, προαύλιο και κηπάριο) και ειδικότερα περιγράφεται σ'αυτό ως μία οικία αποτελούμενη από μία αίθουσα (σάλα), ένα υπνοδωμάτιο, μαγειρείο και αποθήκη, με το προαύλιο και το κηπάριό της, που βρίσκεται στη θέση "..." της ομωνύμου Κοινότητας ... ..., που συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες Ι.
Δ., Ν. Ψ. και κοινοτική οδό. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι με βάση τον παραπάνω τίτλο κτήσης, το 1957 δεν υπήρχε μεταξύ της οικίας (ΚΑΕΚ ...3040) και του κηπαρίου (ΚΑΕΚ ...3039) δημόσιος, δημοτικός ή κοινοτικός δρόμος, αλλά τα εν λόγω ακίνητα αναφέρονταν ως ενιαίο ακίνητο, το οποίο συνορεύει το όλο ακίνητο και με κοινοτική οδό, που πρόκειται για την οδό με ΚΑΕΚ 2...112, η οποία στο σημείο που αρχίζει το ακίνητο (κηπάριο), στενεύει αρκετά και έχει ΚΑΕΚ 2...64 (βλ.
κτηματογραφικό διάγραμμα). Περαιτέρω, για το ΚΑΕΚ ...3039 ακίνητο (κηπάριο) γίνεται λόγος και στο από 10-5-1957 ιδιωτικό έγγραφο, με το οποίο η Φ. Φ., κυρία του κηπαρίου, μεταβίβασε άτυπα, λόγω πώλησης με το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό, στην προαναφερόμενη απώτερη δικαιοπάροχο της πρώτης εφεσίβλητης - ενάγουσας, Μ.
συζ. Α. Λ., το ακίνητο αυτό. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο εν λόγω ιδιωτικό έγγραφο, το κηπάριο (ΚΑΕΚ ...3039) συνορεύει με κτήμα Ι. Δ. (ΚΑΕΚ ...3027 ακίνητο, ιδιοκτησίας σήμερα του δεύτερου εφεσιβλήτου - προσθέτως παρεμβαίνοντος) και με την οικία του Α. Λ. (ΚΑΕΚ ...3040 ακίνητο), χωρίς να γίνεται αναφορά σε ύπαρξη δημόσιου, δημοτικού ή κοινοτικού δρόμου ανάμεσά τους.
Επίσης, σχετικά με το όμορο του επιδίκου με ΚΑΕΚ ...3027 ακίνητο, ιδιοκτησίας σήμερα του δεύτερου εφεσιβλήτου - προσθέτως παρεμβαίνοντος, αυτό, σύμφωνα με τα κτηματολογικά διαγράμματα, συνορεύει και δυτικά - νοτιοδυτικά με δρόμο (ΚΑΕΚ 2...064), ενώ στον τίτλο κτήσης αυτού της Σ. Δ., που είναι η υπ'αριθμ. ...8/1-8-1996 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Σ.
Π., αυτό συνορεύει περιμετρικά με ιδιοκτησίες Μ. Λ., κληρονόμων Α. Λ. και κληρονόμων Β. Π. και με αγροτικό δρόμο, ήτοι γίνεται επίσης αναφορά για ύπαρξη αγροτικού δρόμου, που είναι ο αναφερόμενος στα κτηματολογικά διαγράμματα δρόμος με ΚΑΕΚ 2...064, ενώ στον τίτλο κτήσης του δεύτερου εφεσίβλητου - προσθέτως παρεμβαίνοντος με αριθμό …67/23-9- 2008 συμβόλαιο πώλησης, η επίδικη έκταση χαρακτηρίζεται ως δημοτική οδός, ενώ δεν αναφέρεται καθόλου η δημοτική οδός με ΚΑΕΚ 2...064, που αναφερόταν στον τίτλο της δικαιοπαρόχου του (...8/1-8-1996), αλλά και στα κτηματολογικά διαγράμματα.
Ο δεύτερος εφεσίβλητος - προσθέτως παρεμβαίνων αποδέχεται με την πρόσθετη παρέμβασή του ότι η επίδικη έκταση δεν αποτελεί δημόσια οδό, αλλά τμήμα του ακινήτου της πρώτης εφεσίβλητης - ενάγουσας, επί του οποίου υφίσταται δικαίωμα δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου του. Ακολούθως, η επίδικη έκταση είναι μεν απερίφρακτη προς την πλευρά της μη αμφισβητούμενης δημοσίας με ΚΑΕΚ 2...112 οδού, ωστόσο επ' αυτής (επίδικης) βρίσκονται κατασκευές (πέργκολα, χτιστό τραπέζι, πεζούλι, υπόγειος βόθρος οικίας, σκαλοπάτια), που έγιναν από την πρώτη εφεσίβλητη - ενάγουσα και τον δικαιοπάροχο της για τη διαμόρφωση του προαυλίου της οικίας, αφού επ' αυτής βρίσκεται η πόρτα και το παράθυρο της οικίας τους.
Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι ο χαρακτηρισμός της επίδικης έκτασης ως δρόμου (είτε δημόσιου είτε δημοτικού) και όχι ως τμήματος του ακινήτου της πρώτης εφεσίβλητης - ενάγουσας, έχει ως αποτέλεσμα, η οικία της να μην έχει προαύλιο, παρά τη ρητή και σαφή αναφορά γιαυτό (προαύλιο) στο με αριθμό …28/22-9-1957 συμβόλαιο δωρεάς αιτία θανάτου, που αποτελεί τον τίτλο κτήσης του δικαιοπαρόχου της, ενώ η θεώρηση της επίδικης έκτασης ως προαυλίου της οικίας της ενάγουσας είναι συμβατή με τον παραπάνω τίτλο κτήσης (που αναφέρεται σε οικία με προαύλιο), καθώς και σε αυτή την περίπτωση το ακίνητο της πρώτης εφεσίβλητης - ενάγουσας με ΚΑΕΚ ...3040, συνορεύει με δημόσιο δρόμο στο σημείο επαφής του προαυλίου αυτού με το υπόλοιπο τμήμα του με ΚΑΕΚ ... 112 δημοσίου δρόμου.
Άλλωστε γιαυτό και στην με αριθμό 1701/2003 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, η πρώτη εφεσίβλητη - ενάγουσα ανέφερε ότι το παραπάνω ακίνητο της συνόρευε με δρόμο προς την ιδιοκτησία Σ. Δ., αναφερόμενη στη δίοδο, που άτυπα είχε αφεθεί από τους δικαιοπαρόχους της για να διέρχεται μόνο η ιδιοκτήτρια της όμορης ιδιοκτησίας, Σ.
Δ., η οποία στο σημείο εκείνο είχε και θύρα, δεδομένου ότι η ιδιοκτησία της τελευταίας είχε πρόσβαση μεν στο δημόσιο δρόμο με ΚΑΕΚ 2...064, όπως προαναφέρθηκε, όμως σε ένα σημείο ήταν πολύ στενός (0,50μ), που δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της επικοινωνίας της με τους λοιπούς κοινόχρηστους χώρους του οικισμού.
Επίσης και ο κύριος του όμορου ΚΑΕΚ ...3027 ακινήτου, που έχει άμεσο έννομο συμφέρον για τη διατήρηση του χαρακτηρισμού της επίδικης έκτασης ως δρόμου, παρεμβαίνει προσθέτως υπέρ αυτής, αναγνωρίζοντας το επίδικο, ως τμήμα (προαύλιο) της δικής της (ενάγουσας) ιδιοκτησίας. Από δε το με αριθμό …28/22-9-1957 ως άνω συμβόλαιο, με το οποίο η μητέρα του δικαιοπαρόχου της πρώτης εφεσίβλητης - ενάγουσας, δώρισε, αιτία θανάτου, στον υιό της, Ά.
Λ., το ακίνητο, που κατέλειπε ο τελευταίος με τη παραπάνω ιδιόγραφη διαθήκη του στην πρώτη εφεσίβλητη - ενάγουσα, στο οποίο αναφέρεται αυτό ως ένα ενιαίο ακίνητο ( οικία με το προαύλιο και το κηπάριο), χωρίς να χωρίζεται σε δύο τμήματα από δρόμο, αποδεικνύεται ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ ...3040, η δε αναφερόμενη στο εν λόγω συμβόλαιο, ως όριο του ενιαίου ακινήτου, κοινοτική οδός, δεν αφορά το επίδικο τμήμα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αλλά την κοινοτική οδό με ΚΑΕΚ 2...064, που πράγματι αποτελεί όριο του οικοπέδου (κηπάριο) με ΚΑΕΚ ...3039, που στον εν λόγω τίτλο ήταν ενιαίο με το υπόλοιπο συνεχόμενο ακίνητο (οικία με προαύλιο), το οποίο έλαβε στο κτηματολόγιο μετέπειτα ΚΑΕΚ ...3040.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το επίδικο βρίσκεται εντός του οικισμού ... του ομώνυμου δημοτικού διαμερίσματος του Δήμου ...υ και για την επίδικη έκταση δεν υφίσταται διάταγμα, που να την χαρακτηρίζει ως εθνική ή επαρχιακή οδό, ενώ δεν συντρέχουν, με βάση τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, και οι προϋποθέσεις απόκτησης της ιδιότητας του κοινοχρήστου για την επίδικη έκταση, ως κοινοτικής και δημόσιας οδού, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεδομένου ότι α)δεν υφίσταται πράξη της διοίκησης για ρυμοτομία στον εν λόγω οικισμό, σύμφωνα με τους νόμους περί σχεδίων πόλεων και .αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, όπως αναφέρει και το εκκαλούν - εναγόμενο, β)η επίδικη έκταση δεν αφέθηκε στην κoινή χρήση με νομότυπη δικαιοπραξία ή με παραίτηση από την κυριότητα, και γ)δεν αποδεικνύεται η άσκηση της κοινής χρήσης επ' αυτής για ογδόντα έτη μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ, δηλαδή τις 23-2-1946, δεδομένου ότι χρήση της επίδικης έκτασης έκανε μόνο η πρώτη εφεσίβλητη - ενάγουσα και οι δικαιοπάροχοι της και μάλιστα με διανοία κυρίου, προβαίνοντας σε διάφορες αναγκαίες για την χρήση αυτής και της οικίας κατασκευές, όπως πέργκολα, χτιστό τραπέζι, πεζούλι, υπόγειος βόθρος, σκαλοπάτια, που έγιναν από αυτούς για τη διαμόρφωση του προαυλίου της οικίας, αφού επ' αυτής βρίσκεται η πόρτα και το παράθυρο της οικίας, όπως και οι εκάστοτε κύριοι του όμορου με ΚΑΕΚ ...3027 ακινήτου, με διάνοια δικαιούχου δουλείας διόδου και όχι οποιοσδήποτε τρίτος, αφού μάλιστα κατέληγε (ως αδιέξοδη) στην είσοδο της ιδιοκτησίας τους, που υπήρχε θύρα.
Ομοίως, δεν αποδείχθηκε και ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγομένου ότι η επίδικη έκταση ήταν ανέκαθεν αδέσποτη, δεδομένου ότι, πέραν της αναφοράς της ως προαυλίου της οικίας της πρώτης εφεσίβλητης-ενάγουσας στους τίτλους κτήσης, είναι εμφανείς και οι πράξεις φυσικής εξουσίασης επ' αυτής από την τελευταία με την ανέγερση και διατήρηση κατασκευασμάτων, όπως προαναφέρθηκε.
Επομένως η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα του ακινήτου της πρώτης εφεσίβλητης - ενάγουσας με ΚΑΕΚ ...3040, το οποίο απέκτησε με παράγωγο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο. Κατά συνέπεια, η καταχώριση της επίδικης έκτασης στο Κτηματολόγιο ως τμήμα της ΚΑΕΚ 2...0112 δημόσιας οδού, είναι εσφαλμένη, καθώς αυτή αποτελεί τμήμα του ακινήτου της πρώτης εφεσίβλητης - ενάγουσας, που έλαβε ΚΑΕΚ ...3040 και έχει μετά την ενσωμάτωση και του επιδίκου, συνολικό εμβαδόν 87,52 τ.μ., όπως ορθώς αναφέρεται και στην υπ'αριθμ.
…62/23-2-2006 διορθωτική πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου, Γ. Π., της οποίας (ως διορθωτικής της ήδη νόμιμα μεταγραφείσας …01/20-2-2003 πράξης αποδοχής κληρονομιάς) εκκρεμεί η εγγραφή στο κτηματολογικό φύλλο του οικείου ακινήτου, κατά το άρθρο 7Α Ν. 2664/1998, λόγω της άσκησης της κρινόμενης αγωγές, που την αναπληρώνει.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η αγωγή ;κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη και μόνο εκκαλείται, καθώς και η πρόσθετη παρέμβαση, έπρεπε να γίνουν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες, να αναγνωριστεί η ενάγουσα κυρία της επίδικης έκτασης και να διορθωθούν σχετικά οι ανακριβείς αρχικές πρώτες εγγραφές στα οικεία κτηματολογικά φύλλα με την αποτύπωση της επίδικης έκτασης, ως τμήματος του με ΚΑΕΚ ...3040 ακινήτου.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του δέχθηκε τα ίδια παραπάνω πραγματικά περιστατικά και με βάση αυτά και τις ίδιες αιτιολογίες, οι οποίες συμπληρώνονται, όπου απαιτείται, από τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης, έκανε κατ'ουσία εν μέρει δεκτές την αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση, δεν έσφαλε και ορθά εφαρμόζοντας το νόμο προέβη στη συνέχεια σε ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και όλοι οι υπόλοιποι αντίθετοι λόγοι της υπό κρίση εφέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση στο σύνολο της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".
ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, αφού εσφαλμένα δεν εφήρμοσε τις διατάξεις 15 του ν. 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", (στην οποία προβλέπονται τα θεωρούμενα ως δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων είναι και οι οδοί), ως και τα άρθρα του ΑΚ 967, (που αναφέρεται στις οδούς και λοιπά κοινής χρήσεως πράγματα) και 968 ΑΚ, που προβλέπει για την επί των κοινοχρήστων κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον δεν ανήκουν σε Δήμο ή Κοινότητα.
Ειδικότερα, το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα κατωτέρω: "Στην προκειμένη περίπτωση η επίδικη έκταση βρίσκεται εντός των διοικητικών ορίων της κοινότητας ... και ήδη Δήμου ...υ, για τον οποίο, όμως δεν υφίσταται εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο. Επομένως, η επίδικη έκταση, αποτελούσα τμήμα με ΚΑΕΚ ... 112 κοινόχρηστης οδού, και δοθέντος ότι δεν υφίσταται εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου ...υ, ώστε η οδός αυτή να ανήκει στην κυριότητά του, ανήκει, βάσει των προαναφερομένων διατάξεων περί διακρίσεως δημοσίων κτισμάτων και κοινοχρήστων πραγμάτων, στην κυρίοτητα του Ελληνικού Δημοσίου (βλ.
σχετικά την υπ' αριθμόν 313/6.2.1992 απόφαση του Νομάρχη ... (Φ.Ε.Κ. 236/12.3.1992, τεύχος: Δ') "Για τον καθορισμό ορίων κεντρικών οικισμών ..., ... - ...) Ν. ... ... και χαρακτηρισμός αυτών"). Άλλωστε από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι κρίσιμη προϋπόθεση, για τον χαρακτηρισμό ενός δρόμου ως κοινής χρήσεως (δημόσιος δρόμος), αποτελεί και η ανεμπόδιστη και αδιάλειπτη χρησιμοποίησή του για μεγάλο χρονικό διάστημα από ευρύτατο αριθμό ανθρώπων (αόριστος αλλά όχι κατ' ανάγκη απεριόριστος αριθμός προσώπων) και κυρίως από κατοίκους της περιοχής.
Στην προκειμένη δε περίπτωση από όλα τα προσαχθέντα αποδεικτικά στοιχεία απεδείχθη πλήρως ότι ο επίδικος δρόμος, ο οποίος είναι άγνωστο πότε και σε ποιες διαστάσεις διανοίχθηκε το πρώτον (τούτο και μόνο κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποδεικνύει την από αμνημονεύτου χρόνου χάραξή και διάνοιξή του), χρησιμοποιήθηκε ανεμπόδιστα και αδιάλειπτα για τα χρονικά διάστημα άνω πενήντα ετών από ευρύτερο αριθμό ανθρώπων και κυρίως κατοίκων της περιοχής, ως δημόσιος δρόμος".
Περαιτέρω, το αναιρεσείον επικαλείται και τα ακολούθα: Ότι άλλως το επίδικο εδαφικό τμήμα ανήκει στην κυριότητά του ως αδέσποτο δυνάμει του άρθρου 16 του άνω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, το οποίο επίσης εσφαλμένα δεν εφήρμοσε. Εξάλλου, κατά το αναιρεσείον, το επίδικο "ως κοινόχρηστο και εκτός συναλλαγής πράγμα δεν ήταν δυνατόν να περιέλθει στην κυριότητα οιουδήποτε ιδιώτη, συμπεριλαμβανομένης της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της, ενώ περαιτέρω ουδεμία χρησικτησία μπορεί να θεμελιωθεί σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου εφόσον αυτή δεν είχε συμπληρωθεί πριν από την 11η Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12.9,1915 μέχρι και την 16.5.1926 και αφ'ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ.
της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του Αν. Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτισμάτων", διατηρηθέντων σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 Εισ.Ν. αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά." Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, στηριζόμενος στην λανθασμένη προϋπόθεση του κοινοχρήστου χαρακτήρος του επιδίκου.
Εν τούτοις, κατά τα δεκτά υπό του Εφετείου γενόμενα, για την επίδικη έκταση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις απόκτησης της ιδιότητος ως κοινοτικής και δημόσιας (κοινόχρηστης) οδού αλλά αυτή αποτελεί τμήμα του ακινήτου της ενάγουσας (πρώτης αναιρεσίβλητης), παρά τα αντίθετα, αδοκίμως υπό του αναιρεσείοντος επικαλούμενα, κατά τα άνω εκτεθέμενα.
Ήτοι, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης μη εφαρμογής των προαναφερθεισών ουσιαστικών διατάξεων.
ΙV. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον καταλογίζει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ., υπό την έννοια, ότι εσφαλμένα απέρριψε το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως σε αυτό (αναιρεσείον), από το οποίο ζήτησε να αποδείξει περισσότερα από όσα αυτό όφειλε για την θεμελίωση των παραγωγικών του δικαιώματος του λόγων.
Όπως δε περαιτέρω τον λόγο αναιρέσεως αναπτύσσει, οι αναιρεσίβλητοι δεν ανταποκρίθηκαν στο αντικειμενικό βάρος αποδείξεως που είχαν, αφού δεν μπόρεσαν να αποδείξουν πότε και σε ποιες αρχικά διαστάσεις ανοίχθηκε ο επίδικος δρόμος, ενώ αντιθέτως επικαλέστηκαν τόσο την από 05.06.1996 ιδιόγραφη διαθήκη του πατρός της πρώτης των αναιρεβλήτων, Ά.
Λ. , που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 805/21.02.1997 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία η ως άνω αποδέχθηκε με την νόμιμα μεταγραφείσα υπ' αριθμ. …01/20-02-2003 αποδοχή κληρονομίας, όσο και το υπ' αριθμ. …28/22-09-1817 συμβόλαιο δωρεάς αιτία θανάτου του Συμβολαιογράφου ... Ν. Λ., πράξεις στις οποίες, αμφότερες, το επίδικο εδαφικό τμήμα αναφέρεται "ως δρόμος προς ιδιοκτησία Σ.
Δ." και ως "Κοινοτική οδός" αντίστοιχα. Κατά συνέπεια, οι αναιρεσίβλητοι δεν θεμελίωσαν τα συγκροτούντα την αντικειμενική βάση της αγωγής της πρώτης εξ αυτών πραγματικά περιστατικά" Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι, υπό τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα, αποδείχθηκαν, κατά τα περί αντικειμενικού βάρους αποδείξεως ισχύοντα, τα συγκροτήσαντα τα την ιστορική βάση πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα και συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων το Εφετείο δεν εξέθεσε την (προσβαλλόμενη) απόφασή του στην αντιστοίχως καταλογιζομένη πλημμέλεια.
V. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε την κατ' άρθρο 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, καθόσον δεν προκύπτει αναμφιβόλως και αδιστάκτως, ότι λήφθηκαν υπόψη "το υπ' αριθμ. 152/15.01.2010 έγγραφο Δήμου ... - Τοπικό Συμβούλιο ... και την υπ' αριθ. 313/06.02.1992 απόφαση του Νομάρχη ... (Φ.Ε.Κ. 236/12.3.1992, Τεύχος: Δ') "Για τον καθορισμό ορίων κεντρικών οικισμών ..., ...ς - ...) Ν. ...υ ... και χαρακτηρισμός αυτών. Στο υπ' αριθμ. 152/15.01.2010 έγγραφο Δήμου ...υ - Τοπικό Συμβούλιο ... αναγνωρίζεται από τον ίδιο το Δήμο, η κυριότητα του Δημοσίου επί των δρόμων στη ... και αναφέρεται ότι στη ... γενικότερα η κυριότητα σε όλους τους δρόμους που έχουν καταχωρηθεί στο Κτηματολόγιο έχει αποδοθεί στο Ελληνικό Δημόσιο, δεδομένου ότι δεν υφίσταται εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου ...". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος αφού από την βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση του ότι λήφθηκαν υπόψιν όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα (δημόσια και ιδιωτικά) σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της πιο πάνω απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψιν και τα προαναφερόμενα έγγραφα.
VI. Με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον ψέγει το Εφετείο, ότι υπέπεσε στην κατ' άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, καθότι στέρησε από την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμη βάση, ένεκα ανυπαρξίας αιτιολογιών, άλλως ένεκα ανεπαρκών, άλλως αντιφατικών τοιούτων, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο επί κρίσιμων ζητημάτων για τη διάγνωση του επίδικου δικαιώματος της αντιδίκου, αλλά και ημών και ειδικότερα:
α)τον ισχυρισμό του Δημοσίου ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 21-6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" και 967 και 968 Α.Κ. και
β)τον ισχυρισμό της αντιδίκου περί κτήσεως κυριότητας της ιδίας και των δικαιοπαρόχων της με την επίκληση της υπ' αριθ. …01/2003 Πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Γ. Π. (τίτλος κτήσεως της πρώτης εφεσίβλητης) όσο και της υπ' αριθ. 3108/1.8.1996 Πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς (τίτλος κτήσης του δεύτερου εφεσίβλητου) όσο και του υπ' αριθ.
…67/23.09.2008 συμβολαίου πώλησης (τίτλος κτήσης του ανωτέρω) και της υπ' αριθμ. …28/22.9.1957 δωρεάς αιτία θανάτου και το υπ' αριθ. …67/23.09.2008 συμβόλαιο πώλησης (τίτλος κτήσης του ανωτέρω) και του υπ' αριθ. …28/22.9.1957 δωρεά αιτία θανάτου και το υπ' αριθμ.5167/23.09.2008 συμβόλαιο πώλησης, από τα οποία όμως, σαφώς προκύπτει ότι το ακίνητο της αντιδίκου συνορεύει με δρόμο, ο οποίος άλλοτε χαρακτηρίζεται ως "δημοτική ή κοινοτική οδός" (βλ.
την υπ' αριθ. …28/22.9.1957 δωρεά αιτία θανάτου και το υπ' αριθ. …67/23.9.2008 συμβόλαιο πώλησης, στο οποία αναφέρεται η εκκαλουμένη) και άλλοτε ως "δρόμος προς ιδιοκτησία Σ. Δ." (βλ. την υπ'αριθ.…01/2003 πράξη δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Γ. Π., στην οποία επίσης αναφέρεται η εκκαλουμένη), καταλήγοντας ωστόσο, στο αντιφατικό και αναιτιολόγητο με βάση τα ανωτέρω, συμπέρασμα, ότι δεν πρόκειται περί δρόμου αλλά περί τμήματος της ιδιοκτησίας της πρώτης εφεσίβλητης." Ακόμη, το αναιρεσείον, κατά περαιτέρω ανάλυση του περιεχομένου του λόγου αυτού αναιρέσεως, εκθέτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ανωτέρω δίχως να διευκρινίζει
α)σε ποιόν ανήκε η κυριότητα της επίδικης εδαφικής έκτασης πριν την κατάρτιση των προαναφερομένων συμβολαίων, τα οποία εξικνούνται μέχρι του 1957,
β) πότε διενοίχθη ο δρόμος και ποιες οι διαστάσεις αυτού,
γ) με βάση ποια στοιχεία, ενώ σε όλους σχεδόν τους τίτλους που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αντίδικοι, τα ακίνητα τους (ΚΑΕΚ ...3040 και ΚΑΕΚ ...3027) φαίνεται να συνορεύουν με δρόμο, ο οπoίος άλλοτε χαρακτηρίζεται ως "δημοτική ή κοινοτική οδό" ( βλ. την υπ' αριθ. …28/22.9.1957 δωρεά αιτία θανάτου και το υπ' αριθ. …67/23.09.2008 συμβόλαιο πώλησης.
στα οποία αναφέρεται η εκκαλουμένη) και άλλοτε ως "δρόμος προς ιδιοκτησία Σ. Δ." (βλ. την υπ' αριθ. …01/2003 Πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Γ. Π., στην οποία επίσης αναφέρεται η εκκαλουμένη). κρίθηκε τελικά ότι το επίδικο είναι τμήμα της ιδιοκτησίας της πρώτης αναιρεσίβλητης και όχι δρόμος δ)πως παρά τη διαπίστωση ότι τόσο στην υπ' αριθ.
…01/2003 Πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογοάφου Γ. Π. (τίτλος κτήσης της πρώτης εφεσίβλητης) όσο και στην υπ' αοιθ. …08/1.8.1996 Πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας (τίτλος κτήσης της δικαιοπαρόχου του δεύτερου εφεσίβλητου) και το υπ' αριθ. …67/23.09.2008 συμβόλαιο πώλησης (τίτλος κτήσης του ανωτέρω), τα όρια όπως εμφανίζονται σήμερα στο Κτηματολόγιο συμφωνούν με την περιγραφή των γεωτεμαχίων στους τίτλους κτήσεως, αναγνωρίστηκε η πρώτη αναιρεσίβλητη κυρία του επιδίκου εδαφικού τμήματος (ΚΑΕΚ ...3040) ε) γιατί δεν ελήφθη υπόψη το περιεχόμενο της υπ' αριθ. .01/2003 Πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Καλλιθέας Γ.
Π. (πρώτος τίτλος κτήσης της πρώτης εφεσίβλητης), στην οποία πράξη, ως περιερχόμενη στην αντίδικο κληρονομά αναφέρονται ρητά όχι ένα (1) αλλά δύο (2) ξεχωριστά ακίνητα, διαχωριζόμενα από δρόμο στ) ποιος ο λόγος σύνταξης. μετά από πέντε έτη, διορθωτικής της ανωτέρω (υπ' αριθμ. …01/2003) πράξης (υπ' αριθ. …62/23.02.2006 του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου), με την οποία η ανωτέρω διόρθωνε την προαναφερόμενη αποδοχή κληρονομίας ως προς την περιγραφή και την έκταση του περιελθόντος σ' αυτήν ακινήτου και ζ) ποιος ο λόγος που η επίδικη έκταση είναι απερίφρακτη προς την πλευρά του δρόμου, παρότι είναι προφανές ότι έχουν γίνει προσπάθειες ιδιοποίησης αυτού με μεταγενέστερες κατασκευές (πέργκολα.
χτιστό τραπέζι, πεζούλι).
Επιπλέον, με την προαναφερθείσα κρίση, το δικάσαν Εφετείο, με ανεπαρκή αιτιολογία εκλαμβάνει ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε κυριότητα στο επίδικο, παρά το γεγονός ότι αυτό ως κοινόχρηστο και εκτός συναλλαγής πράγμα δεν ήταν δυνατόν να περιέλθει στην κυριότητα οιουδήποτε ιδιώτη, συμπεριλαμβανομένης της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της, ενώ περαιτέρω ουδεμία χρησικτησία μπορεί να θεμελιωθεί σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου εφόσον αυτή δεν είχε συμπληρωθεί πριν από την 11η Σεπτεμβρίου 1915.
όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ '/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12.9.1915 μέχρι και την 16.5.1926 και αφ' ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του Αν.
Ν.1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" διατηρηθέντων σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 Εισ. Ν, αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματα του άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά.
Εν κατακλείδι δε των προπαρατεθεισών αιτιάσεων το ανερεσείον τονίζει και πάλι την έλλειψη αιτιολογίας, άλλως την ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την επιδίκαση στην πρώτη αναιρεσίβλητη της κυριότητος του επιδίκου εδαφικού τμήματος. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι, ως προς μεν τις αιτιάσεις που αφορούν στον κοινόχρηστο χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι, το εν λόγω ακίνητο δεν αποτελεί κοινόχρηστη οδό, ως προς δε τις λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι πλήττουν την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, αναφορικά με την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητος της πρώτης αναιρεσίβλητης (άρθρ. 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.).
VII. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθεί στο ηττώμενο αναιρεσείον η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους (άρθρ. 176, 183, 191 § 2 Κ.Πολ.Δ., 22Ν 2693/57, ως ισχύει), σύμφωνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-1-2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 179/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Και
Επιβάλλει στο αναιρεσείον την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσό της οποίας ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ