Legislator Case Law & Legislation
157/2015 AI generated

157/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 157/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

157/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, με το άρθρο 62 § 10 του ως άνω Ν. 947/1979, όπως η εν λόγω παράγραφος του άρθρου τούτου ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 6 § 14 εδάφ. γ' του ως άνω Ν. 2052/1992, οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, όπως αυτές έχουν συμπληρωθεί και ισχύουν, εφαρμόζονται και επί επαρχιακών και Δημοτικών ή Κοινοτικών οδών για το μέχρι είκοσι μέτρων πλάτος της οδού.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 157 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 157/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Καρακώστα, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. χας Ε. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γαβριήλ Ντούγια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 205/2008 μη οριστική, 32/ 2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 109/2011 μη οριστική και 96/2013 οριστική του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-1-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης διάβασε την από 22-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή των πρώτου, δεύτερου, τέταρτου και του αυτεπαγγέλτως προτεινόμενου λόγων της από 15-1-2014 και με αριθμό κατάθεσης 2/2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 96/2013 οριστικής απόφασης του Εφετείου Κερκύρας και της συμπροσβαλλομένης με αυτή υπ' αριθμ. 109/2011 μη οριστικής απόφασης του ιδίου Εφετείου, και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται οι υπ' αριθμ. 109/2011 και 96/2013, μη οριστική και οριστική, αντίστοιχα, αποφάσεις του Εφετείου Κερκύρας, οι οποίες εκδόθηκαν επί της από 10.3.2010 έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 32/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και με την πρώτη των οποίων έγινε δεκτή η προαναφερόμενη έφεση, εξαφανίσθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη η από 10.12.2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του ήδη αναιρεσείοντος, ανεστάλη η πρόοδος της δίκης μέχρι να εκδοθεί από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου απόφαση αφορώσα το ενδιαφέρον και την εν λόγω υπόθεση νομικό θέμα και στη συνέχεια, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 11/2011 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, εκδόθηκε η δεύτερη των πληττομένων αποφάσεων με την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία η προαναφερόμενη αγωγή της αναιρεσίβλητης.-

ΙΙ.- Με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παροδίων ιδιοκτητών δια την διάνοιξιν εθνικών οδών κ.λπ.", οι οποίες, κατά το άρθρο 62 § 9 του Ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών", εφαρμόζονται και για βελτιωτικές υφισταμένων οδών νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων τους, ορίζεται ότι "Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων (το οποίο με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 1349/1983 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 § 14 του Ν. 2052/1992 αυξήθηκε σε πενήντα μέτρα), οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται εκάστης πλευράς, υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων (που αυξήθηκε με τα αυτά άρθρα 14 § 1 του Ν. 1349/1983 και 6 § 14 εδάφ.

α' του Ν. 2052/1992 σε είκοσι πέντε μέτρα), δια συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανομένων υπό των οδών τούτων ακινήτων. Η επιβάρυνσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου" (§1), ότι "Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών" (§3) και ότι "Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως δια την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι δια την πληρωμήν αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων" (§4).

Περαιτέρω, με το άρθρο 62 § 10 του ως άνω Ν. 947/1979, όπως η εν λόγω παράγραφος του άρθρου τούτου ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 6 § 14 εδάφ. γ' του ως άνω Ν. 2052/1992, οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, όπως αυτές έχουν συμπληρωθεί και ισχύουν, εφαρμόζονται και επί επαρχιακών και Δημοτικών ή Κοινοτικών οδών για το μέχρι είκοσι μέτρων πλάτος της οδού.

Εισάγεται λοιπόν με τη διάταξη του άρθρου τούτου και ειδικότερα της ως άνω παραγράφου 3 αυτού, τεκμήριο ωφέλειας για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, τα οποία με τη διάνοιξη εθνικής κ.λπ. οδού αποκτούν πρόσωπο σ' αυτή. Το τεκμήριο αυτό κρίθηκε αρχικά ως αμάχητο, που σημαίνει ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν μπορούσαν να το ανατρέψουν αποδεικνύοντας την έλλειψη ωφέλειάς τους από τη διάνοιξη της εθνικής κ.λπ.

οδού. Παράλληλα κρίθηκε ότι η καθιέρωση του ίδιου τεκμηρίου ως αμάχητου δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 17 § 2 εδάφ. α' του Συντάγματος, που επιβάλλει την προηγούμενη πλήρη αποζημίωση του ιδιοκτήτη αναγκαστικά απαλλοτριούμενου ακινήτου προκειμένου αυτός να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, αφού με βάση το εν λόγω τεκμήριο προσδιορίζονται οι υπόχρεοι μόνο προς αποζημίωση για τη διάνοιξη εθνικής κ.λπ.

οδού, χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται το δικαίωμα αποζημίωσης όσων οι ιδιοκτησίες αναγκαστικά απαλλοτριώνονται για τη διάνοιξή της. Κατ' επέκταση η συνταγματικότητα του τεκμηρίου δεν αναιρείται από τη συνδρομή στο ίδιο πρόσωπο δικαιώματος αποζημίωσης και συγχρόνως υποχρέωσης προς αποζημίωση με συνέπεια τον αμοιβαίο συμψηφισμό τους.

Υπό την έννοια αυτή ναι μεν η αποζημίωση για την απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία εμφανίζεται τυπικά να είναι πλήρης, όμως αυτοτελώς η υποχρέωση αποζημίωσης για τη διάνοιξη εθνικής κ.λπ. οδού, δηλαδή ανεξάρτητα από τη σύμπτωση στο ίδιο πρόσωπο με δικαίωμα αποζημίωσης, συνιστά για τον υπόχρεο προσβολή της περιουσίας του, όταν το τεκμήριο ωφέλειας της παραγράφου 3 του άρθρου 1 Ν. 653/1977, στο οποίο βασίζεται, χαρακτηρίζεται ως αμάχητο, αφού τότε ανατρέπεται η αναγκαία ισορροπία μεταξύ της επιβάρυνσης του παρόδιου ιδιοκτήτη και του επιδιωκόμενου γενικού συμφέροντος, αν συμβεί η ωφέλειά του να είναι ανύπαρκτη ή σημαντικά μικρότερη από το μέγεθος της υποχρέωσής του προς αποζημίωση.

Συνεπώς, εφόσον η ύπαρξη ωφέλειας από τη διάνοιξη εθνικής κ.λπ. οδού δεν είναι δεδομένη για τους παρόδιους ιδιοκτήτες ακινήτων, ενώ και το μέγεθός της μπορεί να ποικίλει κατά περίπτωση, δεν επιτρέπεται να προσδιορίζεται κατά τρόπο αμάχητο με διάταξη γενικής εφαρμογής. Μια τέτοια διάταξη, η οποία εμποδίζει τον υπόχρεο να αποδείξει στη συγκεκριμένη περίπτωση την έλλειψη ωφέλειάς του ή το πραγματικό μέγεθός της από τη διάνοιξη εθνικής κ.λπ.

οδού, συνιστά υπερβολική (δυσανάλογη) γι' αυτόν επιβάρυνση και προσκρούει έτσι στη διάταξη του άρθρ. 1 εδάφ. α' του από 20.3.1952 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην από 4.11.1950 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που προστατεύει την περιουσία στην ευρύτερη δυνατή έννοιά της, ορίζοντας η διάταξη αυτή ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο και η ίδια η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κυρώθηκαν από κοινού αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ/μα 53/1974 και συνεπώς αποτελούν έκτοτε εσωτερικό δίκαιο που υπερισχύει κατά το άρθρ. 28 § 1 του Συντάγματος κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου. Παρέπεται ως εκ τούτου ότι το ως άνω τεκμήριο ωφέλειας μόνον ως μαχητό μπορεί να ισχύει, με συνέπεια ο ισχυριζόμενος την έλλειψη ωφέλειάς του από τη διάνοιξη εθνικής κ.λπ.

οδού να μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειάς του, να ανατρέψει το τεκμήριο, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή αποζημίωσης, είτε αξιώνεται αυτή ευθέως κατά την §1 του άρθρ. 1 Ν. 653/1977 είτε συμψηφιστικά κατά την §4 του ίδιου άρθρου, οπότε και δικαιούται στη δεύτερη αυτή περίπτωση να ζητήσει να αποζημιωθεί αντίστοιχα και για το τμήμα της ιδιοκτησίας του που απαλλοτριώθηκε μεν αναγκαστικά για τη διάνοιξη εθνικής κ.λπ.

οδού, θεωρήθηκε όμως ως προς αυτό ότι πρέπει να αυτοαποζημιωθεί ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης. Ήδη το ως άνω τεκμήριο ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό από τη διάταξη του άρθρου 33 § 1 του Ν. 2971/2001 και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού, με το οποίο ορίζεται περαιτέρω ότι "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης.

Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης" (§2) και ότι "Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή..." (§3).

Περαιτέρω, με το άρθρο 37 εδάφ. α' του ιδίου Ν. 2971/2001, που περιέχει κανόνα διαχρονικού δικαίου, ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων του ως άνω άρθρου 33 αρχίζει μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 285 τ. Α'/19.12.2001) και εφαρμόζονται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί, στις δε περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η προθεσμία της τρίτης παραγράφου του, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη της ισχύος του.

Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 33 §§ 1, 2, 3 και 37 εδάφ. α' του ως άνω Ν. 2971/2001 προκύπτει με σαφήνεια ότι από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του πρώτου των εν λόγω άρθρων καταλαμβάνονται οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και εκείνες οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχαν μέχρι τότε συντελεσθεί (ΑΠ 11/2011 Α' Τακτική Ολομέλεια, ΑΠ 7/2013 Β' Τακτική Ολομέλεια, ΑΠ 955/2012, ΑΠ 1056/2008).

Στη συνέχεια και όσον αφορά τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που συντελέσθηκαν πριν την έναρξη της ισχύος του ως άνω Ν. 2971/2001, αυτές, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο τούτο γνώμη, δεν υπόκεινται στις ρυθμίσεις του άρθρου 33 του νόμου αυτού και τούτο διότι οι διατάξεις του άρθρ. 37 εδάφ. α' του Ν. 2971/2001, με τις οποίες οι ρυθμίσεις του άρθρ. 33 του ίδιου νόμου επεκτάθηκαν και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, εφόσον όμως αυτές ήταν ακόμη τότε σε εξέλιξη και όχι ήδη συντελεσμένες, σκοπό είχαν να συμβάλλουν στη γρήγορη εκκαθάριση των σχετικών με το τεκμήριο ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών εκκρεμοτήτων, ορίζοντας προς το σκοπό αυτό, αμέσως ή κατά παραπομπή, ιδιαίτερα σύντομες προθεσμίες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανατροπής του τεκμηρίου και κατ' επέκταση για τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, αφού η έννοια της πλήρους αποζημίωσης, από την οποία εξαρτάται η συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού, διαφοροποιείται ανάλογα με την ύπαρξη ή όχι αντίστοιχης ωφέλειας για τους παρόδιους ιδιοκτήτες, δηλαδή ανάλογα με την ανατροπή ή όχι του σχετικού τεκμηρίου.

Εξυπηρετείται έτσι τόσο το συμφέρον του υπόχρεου προς αποζημίωση προκειμένου αυτός να έχει σε εύλογο χρόνο σαφή και οριστική αντίληψη του μεγέθους των υποχρεώσεών του όσο και το δημόσιο συμφέρον προκειμένου με τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης να καταστεί δυνατή η εκτέλεση του έργου που αυτή αφορά.

Ο παραπάνω όμως σκοπός δεν συντρέχει για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που είχαν ήδη συντελεσθεί κατά την έναρξη ισχύος του άρθρ. 33 του ν. 2971/2001, αφού ως προς αυτές ήταν πλέον δυνατή χωρίς άλλο η κατάληψη των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, η δε ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας μέσα στις εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες των άρθρων 33 και 37 εδάφ.

α' του ως άνω νόμου δεν εξυπηρετεί στην περίπτωση αυτή άξιο λόγου συμφέρον οποιασδήποτε πλευράς. Αντίθετα υπερακοντίζει το σκοπό του νόμου η άποψη ότι καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρ. 33 του Ν. 2971/2001 και οι συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, αφού καταλήγει σε δυσανάλογη επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης, αξιώνοντας απ' αυτόν, παρόλο που η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είχε τότε ουσιαστικά ολοκληρωθεί, να ήταν σε ετοιμότητα προκειμένου έγκαιρα να αντιλαμβανόταν τη σχετική νομοθετική μεταβολή και να ενεργούσε σύμφωνα μ' αυτή για την ανατροπή του νόμιμου σε βάρος του τεκμηρίου ωφέλειας, με στόχο την είσπραξη τελικά πλήρους της αποζημίωσής του.

Επομένως, όσον αφορά τις εν λόγω απαλλοτριώσεις, η αξίωση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου για άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας και καταβολή της αναλογούσας και αντιστοιχούσας στο φερόμενο ως αυτοαποζημιούμενο τμήμα της ιδιοκτησίας του εισάγεται προς κρίση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου (ΑΠ 11/2011 Α' Τακτική Ολομέλεια) και χωρίς, κατά λογική ακολουθία, την προσκομιδή της προβλεπόμενης από τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 33 Ν. 2971/2001 έκθεσης σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου, αφού η έκθεση αυτή προϋποθέτει εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω νόμου.

Κατά την γνώμη όμως του μειοψηφούντος μέλους του Δικαστηρίου και ειδικότερα του εισηγητή Π. Χατζηπαναγιώτη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 33 §§ 1, 2, 3, 6 και 37 εδάφ. α' του Ν. 2971/2001 προκύπτει ότι με αυτές α) καθιερώνεται το μαχητό του θεσπισθέντος ως αμαχήτου με το Ν. 653/1977 τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτητών των απαλλοτριουμένων ακινήτων, β) ορίζεται βραχεία (δίμηνη) ανατρεπτική προθεσμία - με αφετηρία τον προσωρινό ή απ' ευθείας οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης - μέσα στην οποία οφείλει ο ιδιοκτήτης να προσφύγει στην Τριμελή Επιτροπή για τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα ως προς το απαλλοτριούμενο, για το οποίο θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο ωφέλειας, αλλά και ακόμη βραχύτερη (30νθήμερη) προθεσμία για την έκδοση της απόφασης από το Εφετείο, στο οποίο διαβιβάζονται τα κτηματολογικά στοιχεία με την έκθεση της Τριμελούς Επιτροπής και γ) παρέχεται η ευχέρεια αξιοποίησης της δυνατότητας κατάρριψης του τεκμηρίου ωφέλειας, με την καθιερούμενη ως άνω διαδικασία, και στους ιδιοκτήτες απαλλοτριουμένων, για τα οποία δεν είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωση κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 2971/ 2001, μέσα σε ανάλογη (δίμηνη) προθεσμία από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού.

Η παράλειψη του νομοθέτη να περιλάβει ρύθμιση παρόμοια με εκείνη των άρθρων 33 και 37 εδάφ. α' του Ν. 2971/2001 και για τους ιδιοκτήτες απαλλοτριωθέντων, των οποίων είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωση κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, δεν μπορεί, με δικαιοκρατικά τουλάχιστον κριτήρια, να οδηγεί στην αναγνώριση δικαιώματος αυτών των ιδιοκτητών να προσφεύγουν χωρίς χρονικό περιορισμό στα δικαστήρια για την κατάρριψη του τεκμηρίου ωφέλειας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, αλλά πρέπει με διασταλτική ερμηνεία της διάταξης του άρθρ. 37 εδάφ.

α' του Ν. 2971/2001 (ή ανάλογη εφαρμογή της) να γίνει δεκτό ότι επεκτείνεται και σ' αυτούς το ίδιο και με τους ίδιους χρονικούς περιορισμούς δικαίωμα, που έχει παρασχεθεί και στους ιδιοκτήτες απαλλοτριωθέντων, ως προς τα οποία δεν είχε συντελεσθεί μέχρι τότε η απαλλοτρίωση. Ειδικότερα, από την ανάγκη που υπαγόρευσε τη θέσπιση της διάταξης του άρθρ. 37 εδάφ.

α' του Ν. 2971/2001 και το νομοθετικό σκοπό να επιλύονται όλα τα ζητήματα αποζημιώσεων από απαλλοτριώσεις σε βραχυχρόνιες προθεσμίες, η παράλειψη του νομοθέτη να μνημονεύσει ρητώς ότι την παρεχόμενη με την εν λόγω διάταξη δυνατότητα κατάρριψης του τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτητών απαλλοτριούμενων ακινήτων, για τα οποία δεν είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωση, έχουν (κατά μείζονα λόγο) και οι ιδιοκτήτες απαλλοτριωθέντων ακινήτων, για τα οποία είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωση (και μέχρι τότε, λόγω νομοθετικού κενού, προσέφευγαν στα δικαστήρια χωρίς περιορισμό προθεσμίας), ήταν ακούσια και πρέπει με διασταλτική ερμηνεία της εν λόγω διάταξης να ισχύσει αυτή και ως προς τους ιδιοκτήτες των τελευταίων αυτών ακινήτων.

Αλλά και αν ακόμη η παράλειψη μνείας των ιδιοκτητών των ακινήτων αυτών ήταν εκούσια από το νομοθέτη, τότε θα πρέπει, με ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 37 εδάφ. α' του Ν. 2971/2001, να επεκταθεί και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη της εφαρμογής του απαλλοτριώσεις, ως προς τις οποίες, πολύ περισσότερο από τις μη συντελεσμένες απαλλοτριώσεις, ήταν αναγκαία η ταχεία επίλυση των εκκρεμοτήτων αυτών.

Διαφορετικά τίθεται, χωρίς αποχρώντα λόγο, σε ιδιαίτερα προνομιακή θέση η κατηγορία αυτών των ιδιοκτητών, αφού έναντι αυτών φαίνεται να ατονούν οι λόγοι δημόσιου συμφέροντος που επέβαλαν βραχυχρόνιες παραγραφές και προθεσμίες (με τον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων και το Ν. 2971/2001) για την άρση της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των από την απαλλοτρίωση δημιουργούμενων σχέσεων μέσα σε εύλογο χρόνο.

Πέραν τούτου, η αναγνώριση μακροχρόνιων αξιώσεων αποζημίωσης για απαλλοτριώσεις που κρίθηκαν με το προγενέστερο δίκαιο ως συντελεσμένες, με συνέπεια να ανασύρονται αυτές και να ανακινούνται ακόμη και μετά από πολλά έτη από τη συντέλεσή τους, δεν είναι σύμφωνη και με τη νομοθετική βούληση κατά τη θέσπιση των διατάξεων των άρθρων 33 και 37 του Ν. 2971/2001, που συντελέσθηκε σε συμμόρφωση με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), ως προς την υποχρέωση εφαρμογής από τα κράτη μέλη του κυρωθέντος με το Ν.Δ/μα 53/1974 και έχοντος αυξημένη τυπική ισχύ (άρθρ. 28 § 1 του Συντάγματος) Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), σχετικά με το δικαίωμα σεβασμού της κυριότητας στα περιουσιακά αγαθά κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, τα οποία αποτελούν αντικείμενο απαλλοτρίωσης, με την παροχή υποχρεωτικά και δικαιώματος προσφυγής στο ίδιο δικαστήριο, που κρίνει για το ύψος της αποζημίωσης της απαλλοτριούμενης έκτασης, για να εξετάσει αν ο ιδιοκτήτης αυτής υφίσταται ή όχι ωφέλεια από την απαλλοτρίωση, ακόμη και όταν αυτή είχε συντελεσθεί πριν από την έναρξη εφαρμογής του Ν. 2971/ 2001 και παρά τα αντιθέτως οριζόμενα με το άρθρ. 17 § 1 του προϊσχύσαντος Ν.Δ/τος 797/1971 - αλλά και την προηγούμενη, για το ίδιο θέμα, νομολογία των δικαστηρίων της Χώρας μας (Ολ.ΑΠ 1/1988, 8/1999) - ως αντιτιθέμενα στις αυξημένης τυπικής ισχύος ως άνω διατάξεις (Ολ.ΑΠ 10/2004).

Η καθιέρωση προθεσμιών από τον κοινό νομοθέτη έναντι όλων των ενδιαφερομένων, χωρίς αδικαιολόγητες διακρίσεις, για την άσκηση του δικαιώματος αμφισβήτησης του τεκμηρίου ωφέλειας του Ν. 653/1977 ενώπιον των (εθνικών) δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους, δεν συνιστά αποκλεισμό του δικαιώματος και γι' αυτό δεν αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

ούτε στο άρθρ. 17 του Συντάγματος. Εξάλλου, η μεν νομική αοριστία της αγωγής, εκείνη δηλαδή που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ.ΑΠ 18/1998, ΑΠ 536/ 2011, ΑΠ 271/2007, ΑΠ 438/2002), η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 271/2007), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.

Περαιτέρω, με την συντέλεση της απαλλοτρίωσης κατά κάποιο από τους τρόπους που ορίζονται από το νόμο, ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση αποκτά την κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου (άρθρ. 7 §§ 1, 4 Ν. 2882/2001). Εν συνεχεία, η κληρονομία, ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, περιέρχεται στον κληρονόμο σε όποια κατάσταση βρισκόταν αυτή κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου (ΑΚ 1710).

Συνεπώς, επί απαλλοτριωθέντος ακινήτου, τμήμα του οποίου κρίθηκε ως αυτοαποζημιούμενο λόγω ωφέλειας του ιδιοκτήτη κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 και θανάτου αυτού μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, οι κληρονόμοι του ενοχική έχουν μόνο αξίωση προς υποβολή αίτησης άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας και καταβολής σ' αυτούς της αποζημίωσης, η οποία αναλογεί και αντιστοιχεί στο χαρακτηρισθέν ως αυτοαποζημιούμενο τμήμα της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας.

Κατά λογική ακολουθία αγωγή εγειρομένη από κληρονόμο του αποβιώσαντος ιδιοκτήτη απαλλοτριωθέντος ακινήτου, υπέρ του οποίου υφίστατο δικαίωμα υποβολής αίτησης άρσης του τεκμηρίου της αυτοαποζημίωσης και καταβολής της συναφούς αποζημίωσης, δέον, για το κατ' άρθρο 216 § 1 Κ.Πολ.Δ. ορισμένο αυτής, να διαλαμβάνεται και ο τρόπος κατά τον οποίο περιήλθε σ' αυτόν (κληρονόμο) η προαναφερόμενη απαίτηση του δικαιοπαρόχου του.- Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του περιεχομένου της από 10.12.2007 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι αυτή ιστορούσε ότι με την υπ' αριθμ. 1092975/9839/ 0010/4.11.1999 ΚΥΑ των Υφυπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ 875 τ.

Δ'/6.12.1999) κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας, υπέρ του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, έκτασης 3.795 τ.μ. που βρίσκεται στο Νομό Θεσπρωτίας, στην οποία περιλαμβανόταν και ακίνητο ιδιοκτησίας του συζύγου της Ε. Α., κείμενο στην κτηματική περιφέρεια Κοινότητας Γραικοχωρίου και ήδη Δήμου Ηγουμενίτσας.

Ότι με την υπ' αριθμ. 137/2001 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας του εδάφους και των επικειμένων των ιδιοκτησιών που απαλλοτριώθηκαν και με την υπ' αριθμ. 119/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας ο προαναφερόμενος σύζυγός της αναγνωρίστηκε δικαιούχος της καθορισθείσας για το απαλλοτριωθέν ακίνητό του αποζημίωσης.

Ότι εκ του όλου ακινήτου του συζύγου της, συνολικής επιφάνειας 2.312 τ.μ., απαλλοτριώθηκε τμήμα του, επιφανείας 822 τ.μ., εκ του οποίου ο σύζυγός της αποζημιώθηκε για τμήμα αυτού 513,50 τ.μ., την αποζημίωση του οποίου και εισέπραξε, ενώ για το υπόλοιπο απαλλοτριωθέν τμήμα, επιφανείας 308,50 τ.μ., εισέπραξε αυτός την αποζημίωση μόνο για τα επικείμενα (δένδρα), όχι όμως και για το έδαφος, διότι θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης.

Ότι ο εν λόγω σύζυγός της, που απεβίωσε στις 31.5.2002, με την από 2.2.2002 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, κατέλειπε στην ίδια το εμπράγματο δικαίωμα της επικαρπίας του ως άνω απαλλοτριωθέντος ακινήτου και του υπολοίπου ακινήτου και ότι η ίδια αποδέχθηκε νομότυπα την επαχθείσα σ' αυτή κληρονομία και μετέγραψε την περί αυτής δήλωση.

Με βάση δε αυτό το ιστορικό και επικαλούμενη περαιτέρω η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ότι η παρόδια ιδιοκτησία του συζύγου της, που δεν απαλλοτριώθηκε, όχι μόνο δεν ωφελήθηκε, αλλά και ζημιώθηκε από το έργο της απαλλοτρίωσης, ζήτησε, κατά την προσήκουσα εκτίμηση του περιεχομένου της, την άρση του τεκμηρίου της αυτοαποζημίωσης και την καταβολή του ποσού των 54.338,95 ευρώ, που αναλογεί και αντιστοιχεί στην οφειλόμενη αποζημίωση του ως άνω αυτοαποζημιούμενου τμήματος της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας, με βάση την καθορισθείσα οριστική τιμή ανά τ.μ.

εδάφους, προεχόντως υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου στην επικαρπία του ακινήτου και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Αυτό το περιεχόμενο και αίτημα έχουσα η ένδικη αγωγή, η οποία αφορά την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας του φερομένου ως αυτοαποζημιουμένου τμήματος της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας του θανόντος συζύγου της ενάγουσας και την καταβολή της αναλογούσας και αντιστοιχούσας σε τούτο αποζημίωσης, της οποίας απαλλοτρίωσης η συντέλεση είχε λάβει χώρα πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 2971/ 2001, παραδεκτά, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο τούτο γνώμη ασκείται και μετά την παρέλευση της προθεσμίας η οποία τάσσεται προς τούτο από τη διάταξη του άρθρου 37 εδάφ.

α' του ως άνω Ν. 2971/2001, αφού, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν υπάγεται στις διατάξεις του νόμου τούτου. Το Εφετείο, λοιπόν, το οποίο με την προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του απέρριψε σιωπηρά τον κατ' έφεση προταθέντα ισχυρισμό του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 33 και 37 εδάφ.

α' του Ν. 2971/2001, ούτε παρά τον νόμο δεν προέβη σε κήρυξη απαραδέκτου και, συνεπώς, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. τέταρτο κατά σειρά λόγο της αναίρεσης (υπό τον αριθμό 5 του δικογράφου αυτής), είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Κατά τη γνώμη, όμως, του κατά τα άνω μειοψηφούντος μέλους του Δικαστηρίου, ο λόγος αυτός της αναίρεσης έπρεπε, σύμφωνα με την προεκτεθείσα γνώμη του, να γίνει δεκτός, αφού και η προκειμένη υπόθεση εμπίπτει στις διατάξεις των άρθρων 33 και 37 εδάφ.

α' του Ν. 2971/2001 και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, ως υποκύψασα δηλαδή στην καθιερούμενη με τις διατάξεις αυτές αποσβεστική προθεσμία για την άσκησή της, η οποία και είχε παρέλθει κατά την τελευταία αυτή (άσκηση της αγωγής). Περαιτέρω, κατά την απολύτως κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, η εν λόγω αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας της, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, δεν εκτίθεται σ' αυτή ότι η ενάγουσα κατέστη και κατά ποίο τρόπο δικαιούχος της ενοχικής απαίτησης του αποβιώσαντος μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης συζύγου της, προς άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας του ακινήτου και της μετά ταύτα καταβολής της οφειλόμενης γι' αυτό (αυτοαποζημιούμενο τμήμα) αποζημίωσης.

Η τοιαύτη δε αοριστία της αγωγής δεν θεραπεύεται με την μνεία στο δικόγραφο αυτής της κληρονομικής διαδοχής της ενάγουσας στην επικαρπία του ακινήτου, αφού με τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την μετάσταση της κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί του ακινήτου στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση επέρχεται η απόσβεση κάθε επ' αυτού εμπραγμάτου δικαιώματος του καθ' ου η απαλλοτρίωση.

Δεν ήταν δηλαδή δυνατόν να μεταβιβάσει στην ενάγουσα ο αποβιώσας σύζυγός της εμπράγματο δικαίωμα (επικαρπία) το οποίο, εφόσον η συντέλεση της απαλλοτρίωσης επήλθε εντός του έτους 2001, δεν είχε ούτε κατά το χρόνο κατάρτισης της ιδιόγραφης διαθήκης του (2.2.2002), ούτε - πολύ περισσότερο - κατά το χρόνο του θανάτου του (31.5.2002), ούτε δε, ως εκ τούτου, δύναται να γίνει λόγος και περί επικαρπίας δικαιώματος.

Ούτε δε επικαλείται η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι συντρέχει αυτή ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της εν λόγω ενοχικής αξίωσης του συζύγου της, είτε μόνη είτε με άλλους κληρονόμους αυτού. Το Εφετείο, συνεπώς, το οποίο με την προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του και την συμπροσβαλλόμενη μη οριστική τοιαύτη δέχθηκε τα αντίθετα και απέρριψε τον πρωτοδίκως υποβληθέντα και νομοτύπως επαναφερθέντα στην κατ' έφεση δίκη σχετικό περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, έσφαλε, γι' αυτό και πρέπει ο ταύτα υποστηρίζων πρώτος κατά σειρά συναφής λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

ΙΙΙ.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση (και η συμπροσβαλλόμενη μη οριστική) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Εφετείο Κερκύρας), του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση με άλλους δικαστές πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, δικαστικά έξοδα υπέρ του νικώντος αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. και το οποίο δεν κατέθεσε προτάσεις, δεν επιδικάζονται λόγω μη υποβολής εκ μέρους αυτού του απαιτουμένου σχετικού αιτήματος.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 96/2013 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία. Και

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ