157/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-11-2009, 18-12-2009, 20-4-2010,9-12-2010 και 29-1-2011 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 826/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1785/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-4-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός ανέγνωσε την από 20-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Legislator headnote
AI generated157/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του π.δ/τος 237/1986 "Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος". Επίσης το άρθρο 11α του π.δ/τος 237/1986, όπως προστέθηκε με το άρθρο 3557/2007 (ΦΕΚ Α 100/14-5-2007), ορίζει τα εξής: "1.
Full text
Απόφαση 157 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 157/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείοντος: Της εδρεύουσας στην Αθήνα ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία Α.Ε.Ε.Γ.Α. "Η ΕΘΝΙΚΗ" νόμιμα εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τσατσάνη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Π. Π. Ζ., κατοίκου ..., 2. Σ. Α.Α., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικόλαου Αθανασιάδη και κατέθεσαν προτάσεις, 3. Σ. Σ.,4 Ρ. συζ. Σ.Σ., 5 Β. Σ. Σ. και 6 Β. χήρα Γ. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γλυνό και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-11-2009, 18-12-2009, 20-4-2010,9-12-2010 και 29-1-2011 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 826/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1785/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-4-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός ανέγνωσε την από 20-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 9/2013).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικό περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, Α.Π. 9/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του π.δ/τος 237/1986 "Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος". Επίσης το άρθρο 11α του π.δ/τος 237/1986, όπως προστέθηκε με το άρθρο 3557/2007 (ΦΕΚ Α 100/14-5-2007), ορίζει τα εξής: "1.
Τα μέρη που συμβάλλονται στην Ασφαλιστική σύμβαση μπορούν να λύουν αυτήν, οποτεδήποτε, με έγγραφη συμφωνία. Η λύση της σύμβασης γνωστοποιείται, με επιμέλεια του ασφαλιστή, στο Κέντρο Πληροφοριών, που προβλέπεται στο όρθρο 27β και ισχύει έναντι των τρίτων μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή. 2.
α) Ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος μπορούν να καταγγέλλουν την ασφαλιστική σύμβαση, οποτεδήποτε, με γραπτή δήλωση η οποία επιδίδεται στον ασφαλιστή ή σε εξουσιοδοτημένο από αυτόν διαμεσολαβητή, επί αποδείξει. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερών από την περιέλευση αυτής στον ασφαλιστή, β) Ο ασφαλιστής μπορεί, με γραπτή δήλωση, να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση μόνο για παράβαση ουσιώδους όρου αυτής από τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο, βαρυνόμενος με την απόδειξη της παράβασης.
Με τη δήλωση της καταγγελίας, η οποία επιδίδεται στον λήπτη της ασφάλισης και τον ασφαλισμένο με συστημένη επιστολή ή επί αποδείξει, γνωστοποιείται ότι, η μη συμμόρφωση τους με τον παραβιασθέντα ουσιώδη όρο εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας, επιφέρει τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης.
γ) Η καταγγελία επιδίδεται στη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο. Ως κατοικία ή διαμονή θεωρείται και η τελευταία διεύθυνση που ο λήπτης της ασφάλισης και ο ασφαλισμένος δήλωσαν εγγράφως στον ασφαλιστή. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται ανεξάρτητα από την άρνηση του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου να παραλάβουν αυτήν ή τη μη ανεύρεση τους στις διευθύνσεις κατοικίας ή διαμονής του προηγούμενου εδαφίου ή τη μη προσέλευση τους στο Ταχυδρομείο για την παραλαβή της, εκτός εάν ο λήπτης της ασφάλισης και ο ασφαλισμένος αποδείξουν ότι, ανυπαιτίως, δεν είχαν τη δυνατότητα να λάβουν γνώση της καταγγελία δ) Αν την καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης ασκεί ο ασφαλιστής, υποχρεούται να κοινοποιεί αυτήν στο Κέντρο Πληροφοριών, η σχετική βεβαίωση του οποίου αποτελεί πλήρη απόδειξη του περιεχομένου της.
Αν την καταγγελία ασκεί ο λήπτης της ασφάλισης, ο ασφαλιστής γνωστοποιεί τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης στο Κέντρο Πληροφοριών.3. Ο ασφαλιστής μπορεί να επικαλεσθεί τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση της στο Κέντρο Πληροφοριών, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο δ' της προηγούμενης παραγράφου. 4.
Η Ασφαλιστική σύμβαση ισχύει για όσο χρόνο ορίζεται στο ασφαλιστήριο και ανανεώνεται κάθε φορά, αυτοδικαίως, για ίσο χρόνο, εκτός εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη γνωστοποιήσει στο άλλο, με συστημένη επιστολή ή επί αποδείξει, την εναντίωσή του τριάντα (30) ημέρες πριν από τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης.
Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής μπορεί να επικαλεσθεί τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την εκ μέρους του γνωστοποίηση της στο Κέντρο Πληροφοριών. 5. Η ισχύς της ασφαλιστικής σύμβασης αναστέλλεται από την έκδοση πρόσθετης πράξης του ασφαλιστή, μετά από έγγραφη αίτηση του λήπτη της ασφάλισης.
Ο ασφαλιστής μπορεί να επικαλεσθεί την αναστολή αυτή έναντι του ζημιωθέντος τρίτου μετά την έκδοση της πρόσθετης πράξης και την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την εκ μέρους του γνωστοποίηση της στο Κέντρο Πληροφοριών. Η ανωτέρω αναστολή ισχύει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο και πάντως για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των τριάντα (30) ημερών.
Εάν η αναστολή χορηγείται για αόριστο χρόνο, η Ασφαλιστική σύμβαση επανέρχεται σε ισχύ από την παραλαβή, εκ μέρους του ασφαλιστή, σχετικής έγγραφης αίτησης του λήπτη της ασφάλισης. Εάν η αναστολή χορηγείται για ορισμένο χρόνο, η ισχύς της ασφαλιστικής σύμβασης παρατείνεται για χρόνο ίσο με το χρόνο της αναστολής ή επιστρέφονται τα ασφάλιστρα που αντιστοιχούν στο χρόνο της αναστολής, κατά τη συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών".
Κατά τις διατάξεις δε του άρθρου 11 παρ. 1 και 2 του ίδιου π.δ/τος "1.Με την επιφύλαξη του δικαιώματος άσκησης αγωγής κατά του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου και του οδηγού, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου, όταν αυτός ασκεί την αξίωση της παραγράφου 1 του άρθρου 10, ενστάσεις που απορρέουν από την Ασφαλιστική σύμβαση. 2.
Κατά ζημιωθέντος τρίτου, η ακύρωση, η λύση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να αντιταχθούν, μόνο εάν το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση, εκ μέρους του ασφαλιστή, της ακύρωσης, της λύσης, της λήξης ή της αναστολής της ασφαλιστικής σύμβασης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11α.".
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του π.δ/τος 237/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 3557/2007, και ίσχυσε μέχρι την αντικατάσταση της με το άρθρο 36 ν. 3746/2009 (ΦΕΚ Α 27/16-2-2009), ήτοι και κατά τον κρίσιμο, κατά τα κατωτέρω διαλαμβανόμενα, χρόνο, "Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα ή η κατοχή του αυτοκινήτου οχήματος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, η ασφάλιση εξακολουθεί να ισχύει μέχρι την αναγραφόμενη στο ασφαλιστήριο ημερομηνία λήξης της.
Από την ημερομηνία αυτή επέρχεται αυτοδικαίως η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του ασφαλιστή οποιαδήποτε ενέργεια". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι : Α) Στην τελευταία αυτή περίπτωση μεταβίβασης της κυριότητας του αυτοκινήτου, μετά την αναγραφόμενη στο ασφαλιστήριο ημερομηνία λήξης της σύμβασης, επέρχεται λύση αυτής αντιτεινομένη και κατά του ζημιωθέντος τρίτου, χωρίς να απαιτείται καμμία περαιτέρω ενέργεια του ασφαλιστή, όπως στις περιπτώσεις λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης για άλλο λόγο, είτε αναστολής κ.λ.π.
κατά τα ως άνω οριζόμενα στα άρθρα 11 και 11Α του π.δ/τος 237/1986. Β) Η αυτοδίκαιη ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης για ίσο χρόνο με τον οριζόμενο στο ασφαλιστήριο, που προβλέπει το άρθρο 11α παρ.4, επέρχεται υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι δεν έχει επέλθει λύση της εν λόγω σύμβασης για κάποιο νόμιμο λόγο.
Στην προκειμένη περίπτωση ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ακόλουθες πέντε αγωγές αποζημίωσης για το ίδιο αυτοκινητικό ατύχημα ,και συγκεκριμένα : α) η από 18-11-2009 (αρ.κατ.δικ. 9956/09) αγωγή του 1ου αναιρεσιβλήτου Π. Ζ. κατά των εναγόμενων 1) Μ. Μ. ως προσωρινής δικαστικής συμπαραστάτριας του Γ.-Α. Κ.-Μ. και 2)της αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Η Εθνική Α.Ε.ΓΑ.", β) η από 18-12-2009 (αρ.κατ.δικ. 10978/09) αγωγή του 2ου αναιρεσιβλήτου Σ. Α. κατά των εναγόμενων 1) Μ. Μ. ως προσωρινής δικαστικής συμπαραστάτριας του Γ.-Α. Κ.-Μ. και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την εποονυμία "Η Εθνική Α.Ε.ΓΑ.", γ) η από 20-4-2010 (αρ.κατ.δικ. 3423/10) αγωγή των 3ου, 4ης, 5ης και 6ης των αναιρεσιβλήτων 1) Σ. Σ. ,2) Ρ. συζ. Σ. Σ., 3) Β. Σ. και 4) Β. χήρας Γ. Σ. κατά των εναγόμενων 1) Γ.-Α. Κ.-Μ.,2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Η Εθνική Α.Ε.ΓΑ.",3) Π. Ρ.,4) Γ. Κ., και 5) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Intesalonica A.E.", δ) η από 9-12-2010 (αρ.κατ.δικ. 10051/10) αγωγή των εναγόντων 1) Π. Ζ. και 2) Σ. Α. κατά του εναγόμενου ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων" και ε) η από 29-1-2011 (αρ.κατ.δικ. 1664/11) αγωγή των εναγόντων 1) Σ. Σ. ,2) Ρ. συζ. Σ. Σ., 3) Β. Σ. και 4) Β. χήρας Γ. Σ. κατά του εναγόμενου ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων".
Με την υπ' αρ. 826/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συνεκδικάσθηκαν οι ανωτέρω αγωγές, απορρίφθηκαν οι δύο τελευταίες αγωγές, που στρέφονταν κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, με την παραδοχή ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην, ήδη αναιρεσείουσα, ασφαλιστική εταιρεία, έγιναν εν μέρει δεκτές οι λοιπές αγωγές και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση των εναγομένων (πλην των τρίτου, τέταρτου και πέμπτης της 3423/2010 αγωγής, ως προς τους οποίους οι ενάγοντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αγωγής) να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό αυτής ποσά.
Κατ' αυτής άσκησε την υπ' αρ. εκθ. καταθέσεως 2194/2012 έφεση η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, η οποία από την πρωτοβάθμια δίκη είχε αρνηθεί την ύπαρξη ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ αυτής και του υπαίτιου οδηγού, ισχυριζόμενη ότι ο προηγούμενος κάτοχος και ιδιοκτήτης του ζημιογόνου οχήματος, Χ. Μ., με τον οποίο είχε συνάψει στις 23-5-1997 σύμβαση ασφάλισης του εν λόγω οχήματος, η οποία μετά από πολλές αυτοδίκαιες ανανεώσεις, ανανεώθηκε για τελευταία φορά και στις 24-7-2008 με έναρξη την ως άνω ημερομηνία και λήξη την 24-1-2009, μεταβίβασε το ανωτέρω αυτοκίνητο στις 14-11-2008 στον υπαίτιο οδηγό Γ. - Α.
Κ. -Μ., χωρίς η αλλαγή αυτή να της γνωστοποιηθεί, με συνέπεια να επέλθει από τις 24-1-2009, ημερομηνία λήξης της ασφάλισης ,η λύση της σύμβασης. Τον ισχυρισμό αυτό προέβαλε η αναιρεσείουσα και στο Εφετείο. Έφεση κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης άσκησε και ο έτερος των εναγομένων Γ.-Α. Κ. - Μ., ενώ άσκησαν αντεφέσεις με τις προτάσεις οι τρίτος και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων.
Επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 1785/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το ως άνω Δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις και αντεφέσεις, αφού δέχθηκε ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος στην αναιρεσείουσα. Ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση τις κατωτέρω αιτιολογίες: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ζημιογόνο ΙΧΕ όχημα δυνάμει του προσαγομενου και επικαλούμενου υπ, αριθμ. ...
ασφαλιστηρίου συμβολαίου ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην εκκαλούσα-εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ - Η ΕΘΝΙΚΉ", για το χρονικό διάστημα από 24-1-2009 έως 24-7-2009 με λήπτη της ασφάλισης ή ασφαλισμένο τον Χ. Μ.. Ο τελευταίος στις 14-11-2008 μεταβίβασε το επίδικο όχημα κατά κυριότητα λόγω πώλησης στον εκκαλούντα-εναγόμενο Γ.-Α.
Κ.-Μ. , όπως τούτο αποδεικνύεται από το προσαγόμενο και επικαλούμενο σχετικό έγγραφο του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και την άδεια κυκλοφορίας του. Κατά τη ρύθμιση του ισχύοντος στην ένδικη περίπτωση νόμου (άρ.5παρ.2 ν. 3557/2007) όταν μεταβιβαστεί καθ' οιονδήποτε νόμιμο τρόπο η κυριότητα ή η κατοχή του αυτοκινήτου, η υπάρχουσα ασφαλιστική σύμβαση συνεχίζεται και λήγει αυτοδίκαιους κατά την αναγραφόμενη στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ημερομηνία έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται καμία περαιτέρω ενέργεια, και ειδικότερα είτε η αποστολή συστημένης επιστολής επί αποδείξει προς τον λήπτη της ασφάλισης τριάντα (30) ημέρες πριν από τη λήξη της ασφάλισης (άρ. 11α'παρ.4 ν.489/1976) για τη λύση της σύμβασης είτε η γνωστοποίηση στο κέντρο πληροφοριών από την ασφαλιστική εταιρεία που προβλέπεται στο άρ.27 β του ν.489/1976.
Συνεπώς, το ζημιογόνο ΙΧΕ όχημα κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (12-3-2009) ήταν ασφαλισμένο στην εκκαλούσα-εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και έως τη λήξη της ανωτέρω ασφαλιστικής περιόδου στις 24-7-2009, οπότε και επήλθε αυτοδικαίως η λύση της έως τότε ασφαλιστικής σύμβασης έναντι πάντων, δηλαδή τόσο έναντι του λήπτη της ασφάλισης ή ασφαλισμένου Χ.
Μ. όσο και έναντι των ζημιωθέντων εναγόντων-εφεσιβλήτων, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια εκ μέρους της εναγόμενης - εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία σημειωτέον δέχθηκε τη δήλωση περί του ενδίκου ατυχήματος του εκκαλούντος-εναγόμενου-εφεσίβλητου Γ.-Α. Κ.-Μ., ο οποίος την ημέρα του συμβάντος κατείχε το ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο και γι' αυτό το ζημιογόνο όχημα του καταγράφηκε στην συνταχθείσα από 12-3-2009 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος ως ασφαλισμένο σ' αυτήν.
Εξάλλου, κατ' άρ. 11 παρ.1 του ν.489/1976 η εκκαλούσα-εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία δεν μπορεί να αντιτάξει κατά των εφεσιβλήτων-εναγόντων ζημιωθέντων τρίτων ενστάσεις της από τη σύμβαση ασφάλισης του επιδίκου οχήματος. Ως εκ τούτου, ο λόγος για τον οποίο αναγράφηκε στο ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως ασφαλισμένος ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του ζημιογόνου οχήματος Χ.
Μ. και όχι ο νέος ιδιοκτήτης του και οδηγός εναγόμενος Γ.-Α. Κ.-Μ., καθώς και ο λόγος για τον οποίο η εκκαλούσα-εναγόμενη παρέλειψε να προβεί σε αντίστοιχη αλλαγή του ονόματος του ασφαλισμένου ,ενόψει της ως άνω μεταβίβασης της κυριότητας του ζημιογόνου οχήματος, είναι ζήτημα που αφορά στις σχέσεις μεταξύ εκκαλούσας-εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, εναγόμενου-εφεσίβλητου Γ.-Α.
Κ.-Μ. και Χ.Μ. και πρέπει να επιλυθεί μεταξύ τους, και όχι στη σχέση μεταξύ της πρώτης και των ζημιωθέντων εναγόντων-εφεσιβλήτων. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την προβληθείσα εκ μέρους της εκκαλούσας - εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας ένσταση περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής της, την οποία παραδεκτά επαναφέρει (αρθ.527 ΚΠολΔ) και εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με την έφεσή της πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα".
Ήτοι το Εφετείο δέχθηκε ότι, παρά τη μεταβίβαση του ζημιογόνου οχήματος από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη Χ. Μ. στον Γ. - Α. Κ. - Μ. στις 14-11-2008, δεν επήλθε αυτοδικαίως την 24-1-2009, ήτοι την αναγραφομένη στον ισχύον τότε ασφαλιστήριο ημερομηνία λήξης του (αν και δέχεται ότι η σύμβαση συνεχίζεται και λήγει αυτοδικαίως κατά την αναγραφομένη στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ημερομηνία λήξης του έναντι παντός), αλλά συνεχίσθηκε έως και τη λήξη της επόμενης εξάμηνης ασφαλιστικής περιόδου, δηλαδή έως 24-7-2009, θεωρώντας προφανώς ότι στις 24-1-2009 ανανεώθηκε αυτοδικαίως η (ήδη λήξασα) σύμβαση, αφού δεν παραθέτει περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο προηγούμενος ιδιοκτήτης, που δεν ήταν πλέον κύριος του αυτοκινήτου κατά την ως άνω ημερομηνία, ασφάλισε το όχημα υπό άλλη ιδιότητα ( π.χ.
ως κάτοχος). Περαιτέρω δέχθηκε ότι η αναγραφή στο νέο ασφαλιστήριο του ονόματος του παλαιού κατόχου, που κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας οφείλεται, αν έγινε, σε άγνοια της για τη μεταβίβαση του εν λόγω αυτοκινήτου, η οποία ουδέποτε της γνωστοποιήθηκε, αφορά στις σχέσεις μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και παλαιού και νέου ιδιοκτήτη και όχι στον ζημιωθέντα τρίτο.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, συνεπώς δε υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου διατυπουμένου με την ένδικη αίτηση λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία ορίζει στο ποσό των 3.000 ευρώ και κατανέμει κατ' ίσα μέρη για κάθε ομάδα παραστάντων με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα ( άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την 1785/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση της στο αυτό Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αποτελούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου (με αριθμό 1581136 - 1581138 σειρά Α'παράβολα Δημοσίου και 037741 - 037743 σειρά Α' παράβολα ΤΑΧΔΙΚ) στην καταθέσασα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2014
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ