157/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16 Ιουλίου 1999 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 276/2000 προδικαστική, 16/ΤΟ/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2037/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-10-2008 αίτησή του και των από 29-10-2009 προσθέτων λόγων.
Legislator headnote
AI generated157/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Λ., Ν. Κ. και Κ. Λ. ήτοι είκοσι εννέα (29) ημέρες πριν από τη δικάσιμο(25 ημέρες τον Νοέμβριο και 4 ημέρες τον Δεκέμβριο) καθώς οι 5-12-2009, 6-12-2009 και 7-12-2009 Σάββατο, Κυριακή και ημέρα της δικασίμου αντίστοιχα , δεν υπολογίζονται κατά τα προεκτεθέντα και συνακόλουθα λόγω του εκπροθέσμου αυτών είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 157 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 157/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Μέντη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Θ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 2. Ι. Β. του Ν., κατοίκου ... και 3. Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηρακλή Αλεξόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16 Ιουλίου 1999 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 276/2000 προδικαστική, 16/ΤΟ/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2037/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-10-2008 αίτησή του και των από 29-10-2009 προσθέτων λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 27 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ κατά την παράγραφο 2 εδ. α του άρθρου 569 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτό, ασκούνται μόνον με δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, ενώ αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, επιδίδεται στην ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1, 2 του ίδιου Κώδικα που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρήθηκαν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των προσθέτων λόγων, δηλαδή κατάθεση του δικογράφου αυτών, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο της αναιρέσεως και επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωσή της, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους προσθέτους λόγους ως απαράδεκτους (Ολ.ΑΠ 143/84).
Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες καταθέσεως και επιδόσεως, οι ημέρες Σάββατο και Κυριακή, οι προηγούμενες της δικασίμου καθώς και της συζητήσεως της αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 266/85). Στην προκείμενη περίπτωση, το δικόγραφο των από 29 Οκτωβρίου 2009 προσθέτων λόγων του αναιρεσείοντος κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 3-11-2009για την δικάσιμο της υποθέσεως που ορίσθηκε στις 7-12-2009ημέρα Δευτέρα, επομένως 31 ημέρες πριν από τη δικάσιμο (7-12-2009) γιατί οι 5-12-2009 , 6-12-2009 και 7-12-2009, ημέρες Σάββατο, Κυριακή και Δευτέρα (ημέρα συζητήσεως ) δεν υπολογίζονται , πλην όμως η επίδοσή τους έγινε στις 5-11-2009, όπως τούτο προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τους αναιρεσιβλήτους αντίγραφα των επιδοθέντων σ'αυτούς δικογράφων προσθέτων λόγων με την σχετική επ'αυτών επισημείωση των δικαστικών επιμελητών που διενήργησαν τις επιδόσεις, αντίστοιχα, Κ.
Λ., Ν. Κ. και Κ. Λ. ήτοι είκοσι εννέα (29) ημέρες πριν από τη δικάσιμο(25 ημέρες τον Νοέμβριο και 4 ημέρες τον Δεκέμβριο) καθώς οι 5-12-2009, 6-12-2009 και 7-12-2009 Σάββατο, Κυριακή και ημέρα της δικασίμου αντίστοιχα , δεν υπολογίζονται κατά τα προεκτεθέντα και συνακόλουθα λόγω του εκπροθέσμου αυτών είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Η κατά τα άρθρα 249 και 250 του Κ.Πολ.Δ. απόφαση για αναβολή ή μη της συζητήσεως της υποθέσεως μέχρι πέρατος άλλης πολιτικής ή διοικητικής ή ποινικής δίκης ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και είναι ανέλεγκτη με έφεση ή αναίρεση . Εξετέρου, ο από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και γι' αυτό δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή ή την ανακοπή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ.Α.Π 3/1997, 44/1990).
Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο το λόγο της έφεσης περί εσφαλμένης απορρίψεως από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του υποβληθέντος αιτήματος για αναβολή της συζητήσεως με βάση τις ανωτέρω διατάξεις είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση στερείται αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του προαναφερθέντος λόγου έφεσης είναι απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος καθόσον ο λόγος αυτός έφεσης απορρίφθηκε όπως προεκτέθηκε ως απαράδεκτος, χωρίς να εξετασθεί στην ουσία.
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) [Ολ.ΑΠ 1/1999].
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξετέρου, από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.
Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του ν.5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σε αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής.
Από τη ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίσθηκε για την προστασία όχι μόνο του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.
Η αξίωση προς αποζημίωση από το άρθρο 914 επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του ν. 5960/1933 και απόκειται στον δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει (Ολ.ΑΠ 23/2007, Ολ.ΑΠ 30/2003). Για την θεμελίωση της αγωγής αυτής από αδικοπραξία απαιτείται ο ενάγων να επικαλεσθεί ότι ο εκδότης - εναγόμενος εξέδωσε την επιταγή αυτή δόλια, δηλαδή ενώ εγνώριζε ότι δεν είχε αντίστοιχα με την αξία της διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά τον χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής και ότι η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε εμπροθέσμως εντός προθεσμίας οκτώ ημερών.
Εξάλλου επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από νομικό πρόσωπο ποινικώς υπεύθυνος υπό τους όρους του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 και, άρα, αυτοτελώς υπόχρεος σε αποζημίωση κατά τα άρθρα 71 εδ. β`, 914, 297 και 298 ΑΚ είναι το φυσικό πρόσωπο το οποίο την εξέδωσε είτε υπό την ιδιότητα του καταστατικού οργάνου του νομικού προσώπου, είτε έχοντας τη σχετική εξουσία αντιπροσωπεύσεώς του, είτε εμφανιζόμενο ότι έχει την ανωτέρω ιδιότητα ή εξουσία.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: Στις 18.2.1999 ο εναγόμενος, με την ιδιότητα του προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμου εκπροσώπου του εδρεύοντος στο ... αγροτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "Η ΠΡΟΟΔΟΣ" και ενεργώντας μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, εξέδωσε, υπογράφοντας κάτω από την εταιρική επωνυμία:
α] την υπ' αριθμ. … μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή, ποσού 9.014.624 δρχ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31.7.1999, σε διαταγή του ενάγοντος Θ. Μ., β] την υπ' αριθμ. … μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή, ποσού 9.014.624 δρχ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31.7.1999,σε διαταγή του ενάγοντος Ι. Β. και γ] τις υπ' αριθμ.
… και … μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, ποσών 40.000.000 και 41.132.525 δρχ αντίστοιχα, με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης 15-7-1999 και 31-7-1999 αντιστοίχως σε διαταγή του ενάγοντος Κ. Κ.. Ο εναγόμενος εξέδωσε και παρέδωσε τις επιταγές αυτές υπό την ανωτέρω ιδιότητά του στους ενάγοντες, χάριν εξόφλησης του συμφωνηθέντος τιμήματος για την αγορά 19856 ανωνύμων μετοχών από τον ενάγοντα Θ.
Μ., 19856 ανωνύμων μετοχών από τον ενάγοντα Ι. Β. και 178.706 ανωνύμων μετοχών από τον ενάγοντα Κ. Κ., της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Κονσερβοποιΐα Βέροιας - Εισαγωγές - Εξαγωγές Α.Ε.». Οι άνω ενάγοντες ως νόμιμοι κομιστές των επιταγών αυτών, τις εμφάνισαν νομίμως και εμπροθέσμως προς πληρωμή στην πληρώτρια Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ πριν την παρέλευση του οκταημέρου το οποίο αρχίζει από της επομένης ημέρας που σημειώθηκε επ' αυτών ως χρονολογία έκδοσης, ήτοι στις 2-6-1999, πλην όμως δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων, όπως βεβαιώθηκε αρμοδίως επί του σώματος εκάστης επιταγής.
Αλλά κι αν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια και πάλι δεν θα πληρώνονταν οι εν λόγω επιταγές, λόγω ανάκλησής τους από τον εκδότη αγροτικό συνεταιρισμό, όπως επίσης βεβαιώθηκε αρμοδίως επί των σωμάτων των επιταγών, που ισοδυναμεί με έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων. Στην ανάκληση αυτή είχε προβεί ο ίδιος ο εναγόμενος με την ιδιότητά του νομίμου εκπροσώπου του ως άνω αγροτικού συνεταιρισμού από τις 6-4-1999.
Ο εναγόμενος γνώριζε, ότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο πληρωμής των επιδίκων επιταγών. Από τις παράνομες και υπαίτιες δε πράξεις αυτού, έκαστος των εναγόντων υπέστη ζημία, ίση με το ποσό εκάστης επιταγής, το οποίο ως νόμιμος κομιστής δεν μπόρεσε να εισπράξει.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι αν και κατά την πραγματική ημερομηνία έκδοσης των εν λόγω επιταγών συμφώνησε προφορικά με τους ενάγοντες, ότι οι τελευταίοι δεν θα τις εμφανίσουν προς πληρωμή σε προγενέστερο του αναγραφόμενου επί των, σωμάτων αυτών, χρόνο, εν τούτοις οι ενάγοντες κατά παράβαση των συμφωνηθέντων τις εμφάνισαν για πληρωμή, πριν από τις ημερομηνίες που αναγράφονται στο σώμα κάθε επιταγής, ο οποίος είναι κατά τα άρθρα 281 ΑΚ και 300 ΑΚ νόμιμος, δεν αποδείχθηκε βάσιμος. 0 μάρτυρας που εξετάστηκε με την επιμέλεια των εναγόντων, ο οποίος ήταν παρών κατά τη σύναψη των ανωτέρω συμβάσεων αγοραπωλησίας και ως εκ τούτου έχει άμεση γνώση και αντίληψη της κατάστασης, με σαφήνεια και πειστικότητα κατέθεσε, ότι ουδεμία συμφωνία έλαβε χώρα σχετικά με το χρόνο εμφάνισης προς πληρωμή των επιδίκων επιταγών.
H κατάθεση αυτή ενισχύεται από το ότι ο εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος του άνω Αγροτικού Συνεταιρισμού, έσπευσε να ανακαλέσει τις ανωτέρω επιταγές στις 6.4.1999, ήτοι πριν από τις αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης στα σώματα αυτών [11.7.1999 και 31.7.1999] κάτι βεβαίως που δεν θα έπραττε, εάν όντως υπήρχε η επικαλούμενη συμφωνία περί μη εμφανίσεως πριν τις άνω ημερομηνίες και από το ότι δεν εξηγείται, λογικά για ποιο λόγο στο αριθμ.
…/18.2.1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Βέροιας Βασ. Αχτζή, δυνάμει του οποίου καταρτίσθηκε η προαναφερόμενη σύμβαση αγοραπωλησίας μετοχών, τίποτε δεν αναφέρεται περί συμφωνίας για το χρόνο εμφάνισης προς πληρωμή των επιδίκων επιταγών, ενώ αντιθέτως αναφέρεται, ότι "ρητά συμφωνείται ότι η πώληση τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της πλήρους εξόφλησης και πληρωμής των τεσσάρων (επιδίκων) επιταγών", γι’ αυτό και δεν μπορεί να αναιρεθεί από την αντίθετη κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάστηκε με την επιμέλεια του εναγομένου.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει όμοια και είχε δεχθεί την αγωγή αφού απέρριψε την από τις διατάξεις 281 και 300 Α.Κ ένσταση του αναιρεσείοντος . Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις που εφάρμοσε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 281 ,288 , 300 και 914 Α.Κ.
δια της μη εφαρμογής τους, ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής τους. Ειδικότερα τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο ως άνω πραγματικά γεγονότα ανταποκρινόμενα πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των ειρημένων διατάξεων, καταφάσκουν την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων χωρίς προς τούτο να απαιτούνταν και άλλες αιτιολογίες , ενώ τα δεκτά γενόμενα σχετικά με τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αποκρούουν την εφαρμογή των διατάξεων(σε συνδυασμό) των άρθρων 281, 288, 300 και 914 Α.Κ.
Επομένως οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης αντίστοιχα από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Οκτωβρίου 2008 αίτηση του Η. Τ. και τους από 29 Οκτωβρίου 2009 πρόσθετους αυτής λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 2037/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ