Legislator Case Law & Legislation
157/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's failure to consider specific documentary evidence in property dispute.

Case Number 157/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the 94/2007 decision of the Nafplio Court of Appeal. The appellants argued that the appellate court failed to consider specific documents submitted during the appeal, including a 1997 lawsuit, expert reports, and inheritance acceptance declarations. The court ruled that the appellate court had indeed examined all relevant evidence and that the lower court's findings were supported by the entire record, rendering the appeal unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338, 339, 340 of the Code of Civil Procedure; The appellate court is obligated to consider all legally admissible evidence presented by the parties without requiring a separate evaluation of each document, and the failure to mention specific items in the reasoning does not imply they were ignored.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appellate review evidence evaluation property dispute inheritance acceptance documentary proof legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 335, 338, 339 and 340 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11, item gamma of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 157 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 157/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ......, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρος με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 2. Χ2, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ......, 2. Ψ2, κατοίκου ......, 3. Ψ3, κατοίκου ......, 4. Ψ4, κατοίκου ......, 5. Ψ5, κατοίκου ......, κληρονόμου του αρχικώς παρεμβαίνοντος Ψ, αποβιώσαντος κατά την διάρκεια της δίκης, 6. Ψ6, κατοίκου ......, κληρονόμου του αρχικώς παρεμβαίνοντος Ψ, αποβιώσαντος κατά την διάρκεια της δίκης και 7. Ψ7, με την ίδια ιδιότητα του ως ειδικού διαδόχου της ΨΨ, κατοίκου ...... . Οι 1η, 2η, 3η και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Πέτρου. Οι υπόλοιποι 5ος, 6ος, 7ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-1998 αγωγή των ήδη τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων και με την από 9-2-1998 κύρια παρέμβαση των: α. Ψ, β. ΨΨ και γ. Ω, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 280/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2007 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-9-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 24-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες ......,...... από 28-8-2008 και ...... από 29-8-2008 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Αθηνών, ...... και ......, αντίστοιχα, και τις υπάρχουσες στην τελευταία από 29-8-2008 απόδειξη παραλαβής του προϊσταμένου του Α.Τ. Βριλησσίων και της αρμόδιας υπαλλήλου του Ταχυδρομικού Πρακτορείου ΕΛΤΑ Ομόνοιας, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την υπάρχουσα σ 'αυτό πράξη ορισμού της προκείμενης δικασίμου προς συζήτηση αυτής καθώς και κλήση για συζήτηση τούτων κατ` αυτήν, επιδόθηκε, με επίσπευση των αναιρεσειόντων, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στους πέμπτο, έκτο και έβδομο των αναιρεσιβλήτων, Ψ5, Ψ6 και Ψ7. Επομένως, εφόσον οι εν λόγω διάδικοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 974,1045,1051ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Ως νομή, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το ακίνητο για δικό του, όπως είναι και η επίβλεψη του ακινήτου και η διαμονή του σε υπάρχουσα σ' αυτό οικία.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει, ότι μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως.

Τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, τηρουμένων πάντοτε των νόμιμων προϋποθέσεων. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 Πανδ. 43, 7, ν.2 παρ. 8, Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22.3) αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου ή αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες Κοινότητας ή Δήμου , με την οποία κυρώνονταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξης άλλης διαφορετικής κατάστασης.

Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία.

Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 28 του ν. 1337/1983 "Επέκταση πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη κλπ", "Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιοδήποτε τρόπο έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι και ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.

Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όπως διαφωτίζεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισής της, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης , εφόσον α) προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστοι χώροι και β) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη( ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από τις ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, κατ` ανοχή του ιδιοκτήτη.

Έτσι για την μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου Ο.Τ.Α. δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια.

Συνεπώς εφόσον συντρέχουν οι άνω δύο προϋποθέσεις του άρθρου 28 του ν.1337/1983 επέρχεται μετάθεση της κυριότητος υπέρ του οικείου Δήμου ή Κοινότητας, αδιαφόρως αν το ακίνητο είχε τεθεί σε κοινή χρήση πριν ή μετά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, δεδομένου ότι τέτοια διάκριση δεν συνάγεται από την ανωτέρω διάταξη, αλλ` αντιθέτως ο δικαιολογητικός λόγος που οδήγησε τον νομοθέτη να εισαγάγει αυτήν την ρύθμιση συντρέχει σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ούτε απαιτείται οι χώροι που τέθηκαν σε κοινοχρησία με την βούληση του ιδιοκτήτη να ταυτίζονται με τους δρόμους και τις πλατείες του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, το οποίο ενδέχεται κατά περίπτωση να τροποποιηθεί και να προσαρμοσθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ,η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία κρίθηκε ως βάσιμη η ένδικη από 2-2-1998 διεκδικητική ακινήτου αγωγή των ήδη τεσσάρων πρώτων των αναιρεσιβλήτων και επικυρώθηκε η εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη:

Με το ...... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της αναφερόμενης συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η πρώτη ενάγουσα και ο σύζυγός της Α, απέκτησαν κατά κυριότητα, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, από τον Β, ένα ακίνητο, με την υπάρχουσα σ' αυτό οικία, εμβαδού 287,55 τ.μ. ή " όσης μείζονος και αν είναι", που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ......

και ...... της πόλης του ...... και συνορεύει, όπως στην απόφαση αναφέρεται. Στον ανωτέρω δικαιοπάροχο αυτών το ακίνητο περιήλθε κατά κυριότητα με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, ήτοι από κληρονομία τού εξ αδιαθέτου, κατά το έτος 1942, αποβιώσαντος πατέρα του Γ, στην οποία, όντας ενήλικας, υπεισήλθε και αναμείχθηκε με πρόθεση κληρονόμου, και με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον έκτοτε, έως και την ανωτέρω μεταβίβασή του , ασκούσε επ' αυτού διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του με διάνοια κυρίου, ήτοι διέμενε στην οικία και επέβλεπε τους χώρους του ακινήτου.

Στο δικαιοπάροχο αυτού, Γ, το ακίνητο, που ανήκε κατά κυριότητα στον πατέρα αυτού Δ, δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας ...... κατακυρωτικής έκθεσης του αναφερόμενου συμβολαιογράφου, περιήλθε κατά κυριότητα από κληρονομία των προαποβιωσάντων γονέων και αδελφών του. Στις 16-1-1994 απεβίωσε ο εκ των συγκυρίων Α και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την πρώτη ενάγουσα, σύζυγό του, και τις λοιπές ενάγουσες, θυγατέρες του, που αποδέχθηκαν νόμιμα την κληρονομία του και έτσι κατέστησαν συγκυρίες ,κατά ποσοστό 5/8 (1/2 +1/8) εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 1/8 εξ αδιαιρέτου κάθε μία των λοιπών.

Το επίδικο εδαφικό τμήμα (σούδα), εμβαδού 13,18 τ.μ., βρίσκεται μεταξύ του ακινήτου αυτού και των όμορων αυτού ακινήτου των αναιρεσειόντων, των κυρίως παρεμβάντων (ήδη τριών τελευταίων των αναιρεσιβλήτων) και της οδού ...... . Τούτο περιέχεται στους τίτλους κυριότητας των εναγουσών, ανήκει κατά κυριότητα σ' αυτές, κατά τον λόγο συγκυριότητάς τους στο υπόλοιπο ως άνω ακίνητο, του οποίου αποτελεί τμήμα, δεν αποτελεί δε τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγομένων καθώς και των κυρίως παρεμβάντων.

Το επίδικο δεν κατέστη ποτέ κοινόχρηστο, κατά το άρθρο 28 του ν.1337/1983, καθόσον δε προβλέπεται ούτε χαρακτηρίζεται ως κοινόχρηστο από το εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης ......, ούτε περιήλθε σ' αυτόν ως κοινόχρηστος χώρος με τη βούληση των εναγουσών ή των δικαιοπαρόχων τους, στη νομή και κατοχή των οποίων πάντοτε βρισκόταν, ούτε καθιερώθηκε ως κοινόχρηστο, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βρ.

δικαίου ή τις διατάξεις των άρθρων 966, 967, 968 ΑΚ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τις αναιρεσίβλητες με παράγωγο τρόπο καθώς και περί του ότι τούτο δεν είναι κοινόχρηστο. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης ,διότι το Εφετείο, που δέχθηκε ότι το επίδικο ουδέποτε κατέστη κοινόχρηστο, απέρριψε χωρίς αιτιολογία την έκθεση του πραγματογνώμονα Ε, με την οποία έγινε δεκτό ότι το εν λόγω τμήμα κατέστη κοινόχρηστο για τους ενοίκους των ανωτέρω όμορων ιδιοκτησιών, διότι είχε αφεθεί από μακρού χρόνου προς εξυπηρέτησης απορροής όμβριων υδάτων και απαγωγής αγωγών αποχέτευσης, για τις ανάγκες φωτισμού και αερισμού των οικοδομών καθώς και για την πρόσβαση προς αυτήν.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη με αυτόν πλημμέλεια αφορά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των αποδείξεων και ειδικότερα αναφέρεται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάχθηκε από αυτές ως προς την ιδιότητα του επιδίκου ως μη κοινοχρήστου, αφού το πόρισμά του ,ως προς το ζήτημα αυτό, αναφέρεται, όπως ήδη εκτέθηκε, με σαφήνεια, συνίσταται δε στο ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του νόμου για να καταστεί το επίδικο εδαφικό τμήμα(σούδα) κοινόχρηστο και όχι διότι διέγνωσε, το Εφετείο, ως αποδεικνυόμενα περιστατικά διάφορα από εκείνα της πραγματογνωμοσύνης, και, συνεπώς, δεν υπήρχε υποχρέωση αιτιολογίας της αντίθετης κρίσης του.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδονται οι πλημμέλειες της παραβίασης από το δικαστήριο της ουσίας των άρθρων 974, 1045 ΑΚ καθώς και της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι το Εφετείο δεν εξειδικεύει τις εμφανείς διακατοχικές πράξεις επί του επίδικου εδαφικού τμήματος τις οποίες άσκησαν, με διάνοια κυρίου, οι φερόμενοι ως κύριοι αυτού, οι οποίοι απέκτησαν την κυριότητά του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, κατά μεν το μέρος που αφορά τον άμεσο δικαιοπάροχο των ήδη αναιρεσιβλήτων, Β, που σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου κατέστη κύριος του επιδίκου και με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείς αυτό με τα προσόντα αυτής από το έτος 1942 έως και την πώλησή του στους αναιρεσιβλήτους, στις 20-10-1976, ως αβάσιμος, διότι στην απόφαση αναφέρονται οι πράξεις αυτές, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, κατά δε το μέρος που αφορά τους αναιρεσιβλήτους, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον με την πληττόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι οι εν λόγω διάδικοι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο (αγορά το έτος 1976 και κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος συγκυρίου Α) και δε διαλήφθηκαν σε αυτήν παραδοχές για κτήσης της κυριότητάς του με έκτακτη χρησικτησία, ώστε να είναι αναγκαία η παράθεση των πράξεων νομής που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες.

Με την ίδια αιτιολογία πρέπει να απορριφθεί ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρ. 559 αριθ.1α ΚΠολΔ, κατά τον οποίο, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας ασκούσαν φυσική εξουσία επί του επίδικου και έτσι κατέστησαν κύριοι τούτου με έκτακτη χρησικτησία, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης περί προασπίσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου, σύμφωνα με τις οποίες η στέρηση της περιουσίας προϋποθέτει δημόσια ωφέλεια, τέτοια δε δεν συνιστά η χρησικτησία, αφού με αυτήν ωφελείται τρίτος με επαύξηση της περιουσίας του εις βάρος του αληθούς κυρίου, διότι από το δικαστήριο της ουσίας δεν έγινε δεκτό ότι το επίδικο περιήλθε κατά κυριότητα στους αναιρεσιβλήτους με έκτακτη χρησικτησία εις βάρος των ήδη αναιρεσειόντων, αλλά ότι τούτο περιήλθε κατά κυριότητα στους πρώτους με παράγωγο τρόπο, ήτοι με αγορά από τον αληθή κύριό του.

Επειδή, για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου έγινε επίκληση και προσαγωγή του αποδεικτικού μέσου, ο οποίος πρέπει να είναι ουσιώδης, ως τέτοιοι δε θεωρούνται εκείνοι που συνιστούν τις προϋποθέσεις για να γεννηθεί η διαγνωστέα έννομη συνέπεια και εκείνοι που στηρίζουν την έμμεση απόδειξη με δικαστικά τεκμήρια, καθώς και την επίδραση αυτού στο διατακτικό της απόφασης, διότι ο λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να οδηγεί σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, παρά μόνο όταν προκύπτει ότι το σφάλμα του δικαστή ήταν αιτιωδώς συνδεδεμένο με το διατακτικό της απόφασης και ασκούσε αποφασιστική σημασία σ' αυτό.

Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.11γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο ως σφάλμα η μη λήψη υπόψη δικαστικής ομολογίας των ήδη αναιρεσιβλήτων, ως προς τους κυρίως παρεμβάντες, που περιέχεται στις από 17-9-1998 προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία "...

σε ότι αφορά την κύρια παρέμβαση αναγνωρίζουμε το δικαίωμα δουλείας για τους Ψ, Ω , ΨΨ, όπως ορίζεται στην απόφαση του 1934 ...". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχείο, ήτοι ο ουσιώδης για την έκβαση της προκείμενης δίκης ισχυρισμός για την υποστήριξη του οποίου έγινε η επίκληση από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες του αποδεικτικού αυτού μέσου και την επίδραση τούτου στο διατακτικό της απόφασης.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους της κατ' έφεση δίκης και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, ως δικαστικά τεκμήρια, τα αναφερόμενα στον πρώτο λόγο της αναίρεσης έγγραφα, ήτοι την από 17-4-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, την ......

έκθεση αυτοψίας της Πολεοδομίας Ναυπλίου, την από 2-5-1997 επιστολή του ΣΤ προς το Β, την από 2-2-1998 έγκληση της πρώτης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων, την ...... δήλωση αποδοχής κληρονομίας των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων, ενώπιον του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Γεωργίου Περράκη και το προσαρτώμενο σ' αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ζ, το ......

συμβόλαιο του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, το διάγραμμα του μηχανικού Η, που προσαρτάται στο ...... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Γ. Τόμπρα, την ...... δήλωση αποδοχής κληρονομίας της Ω ενώπιον της συμβολαιογράφου Ευδοκίας Νανοπούλου, την ...... δήλωση αποδοχής κληρονομίας του Ψ5 ενώπιον της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, το από 19-11-1916 διάγραμμα, τα από 25-11-1983 και από μηνός Ιουνίου 1994 τοπογραφικά διαγράμματα των μηχανικών Θ και Ι, αντίστοιχα, την 122/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου και την 132/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-9-2007 αίτηση των Χ1, κλπ για αναίρεση της 94/2007 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρόντων, τεσσάρων πρώτων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ