Supreme Court allows appeal against land title judgment due to unclear acquisition date and massive area discrepancy.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the State's appeal against the First Instance Court's final judgment regarding land ownership. The State argued that the lower court failed to specify the acquisition date prior to 1897 and did not explain how the land area expanded from 150 to nearly 1,000 hectares in 2006. Consequently, the court found the appeal admissible and remanded the case for retrial to determine the validity of the title.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may admit an appeal when the lower court's decision fails to establish essential facts required for the legal characterization of property acquisition, necessitating a retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1579 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1579/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου- Εισηγήτρια, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χήρας Σ. Ξ., το γένος Κ. Τ., κατοίκου ..., 2) Κ. Ξ. του Σ. και της Α., κατοίκου ..., 3) Π. Ξ. του Σ. και της Α., κατοίκου ..., 4) Δ. Ξ. του Σ. και της Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευανθία Δημητριάδου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου, το οποίο εξέδωσε την 94/2013 απόφασή του, με την οποία κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 232/2016 οριστική του τελευταίου Δικαστηρίου και 45/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-6-2020 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 128/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της κρινόμενης αιτήσεως. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 8-2-2024 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, με κλήση των αναιρεσιβλήτων, η από 29.06.2020 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 45/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, μετά την έκδοση της 128/2024 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιόν του, με νέα σύνθεση στην οποία να μην μετάσχει η εξαιρετέα Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Μαρία Μουλιανιτάκη.
2.- Με την κρινόμενη από 29-06-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 45/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της αριθμ.232/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που απέρριψε ως ουσία αβάσιμη, την εισαχθείσα ενώπιόν του αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ερειδόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία). Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρα 552, 553 παρ.1, 556 παρ.1, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
3.- Με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 147/2014, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της με το Νόμο ΔΣΙΓ' της 14/14 Νοεμβρίου κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη, νήσοι του Αιγαίου) "εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους. Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Ο με το νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Νόμου "περί γαιών" μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ' αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια και, συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη μετά τις 11-05-1915, αφότου η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα.
Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, το 1897 η Κρήτη που κατεχόταν από τις Δυνάμεις, αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του Σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στο νησί, κάτω από την υψηλή Επιτροπεία του πρίγκηπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898). Κατά τη διάρκεια της αυτονομίας της Κρήτης και, συγκεκριμένα στις 23 Ιουλίου 1904, τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα (11-05-1915) και μέχρι την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αριθ. 3 του ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 1 του ν.δ.
της 7/10 Μαΐου 1946, στις 22 Φεβρουαρίου 1946, δεδομένου ότι από τις 23 Φεβρουαρίου 1946 άρχισε ισχύς του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 555/2016). Παρά δε την κατά τα ανωτέρω ενδιάμεση αυτονομία της Κρήτης και τη διατήρηση, δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 147/1914, της ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα με τους εκεί αναφερόμενους περιορισμούς, το Ελληνικό Δημόσιο θεωρείται ότι κατέστη διάδοχο του Δημοσίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και όχι της Κρητικής Πολιτείας, όπως άλλωστε εν γένει συνέβη με την προσάρτηση των Νέων Χωρών στην Ελληνική Επικράτεια, με συνέπεια οι δημόσιες γαίες της Κρήτης να θεωρούνται ότι ανήκουν, κατ` αρχήν, στο Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 503/2021, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1139/2002, ΑΠ 572/2001).
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 4 του από 3/4-10-1906 διατάγματος της Κρητικής Πολιτείας περί διαδοχής αυτής από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το οποίο "Το Ελληνικόν Δημόσιον ως διάδοχο του Δημοσίου της Κρητικής Πολιτείας δωσιδικεί προσωρινώς κατά τους κείμενους Κρητικούς Νόμους", καθώς το άρθρο αυτό αναφέρεται σε άλλα ζητήματα και όχι στο ζήτημα των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, επί των οποίων, κατ` εφαρμογή των ως άνω ειδικών διατάξεων ως προς τις προαναφερόμενες δημόσιες γαίες, το Ελληνικό Δημόσιο θεωρείται διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου (ΑΠ 706/2023, ΑΠ 970/2017).
Οι διατάξεις των άρθρων 206, 237 στοιχ. ε, 295, 296, 299 και 302 του εν λόγω Κώδικα καθιερώνουν ως τρόπο κτήσης της κυριότητας σε ακίνητο και την έκτακτη χρησικτησία. Αυτή κατά το άρθρο 295 συνίσταται στην επί είκοσι συνεχή έτη νομή του ακινήτου, ενώ ως νομή πράγματος κατά το άρθρο 206 του ίδιου κώδικα οριζόταν η "με διάνοια κυρίου αυτοπροσώπως ή δι' άλλου ασκούμενη φυσική και αποκλειστική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή)".
Εξάλλου όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, ο οποίος ίσχυσε στην Κρήτη μέχρι την εισαγωγή του Κρητικού Αστικού Κώδικα (1904), ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωρίζεται ως τρόπος κτήσης κυριότητας τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όσο και για τις δημόσιες γαίες (αμρί - ρεζί).
Επομένως ο χρόνος που διέδραμε στη διάρκεια ισχύος της Οθωμανικής νομοθεσίας δεν υπολογίζεται για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία. Ο Κρητικός όμως Κώδικας θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση, για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του.
Η πρώτη διάταξη ορίζει ότι ο χρόνος που ορίζεται από τον παρόντα νόμο για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από το νόμο για τη χρησικτησία και ότι εάν κατά την έναρξη ισχύος αυτού είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για τη συμπλήρωση του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, η οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου.
Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 299 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι για την έκτακτη χρησικτησία ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου αυτής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Περαιτέρω από τα άρθρα 198, 199 και 202 του εν λόγω κώδικα προκύπτει ότι τα κτήματα της επικράτειας διακρίνονται σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα και σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση και για τα οποία ρητά ορίζεται με το άρθρο 302 του ίδιου κώδικα ότι υπόκεινται στους ορισμούς περί χρησικτησίας.
Δημόσια κτήματα είναι μόνο εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 199 και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ενώ κατά το επόμενο άρθρο 200 όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και επομένως υπάγονται στο νομικό καθεστώς περί αυτών. Το τελευταίο άρθρο (302), καταργήθηκε σιωπηρά από το άρθρο 21 του Ν.
Δ/τος της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον μέχρι την έναρξη ισχύος του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της χρησικτησίας. Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του Ν.ΔΞΗ/1912 και των σε εφαρμογή αυτού εκδοθέντων Δ/των, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν στην Κρήτη από 11.5.1915 (που ενώθηκε με την Ελλάδα).
Ενόψει συνεπώς της με τις ως άνω διατάξεις του ισχύοντος από 23.7.1904, ως προελέχθη, Κρητικού Αστικού Κώδικα και τις λοιπές αναφερόμενες διατάξεις καθιερούμενης ρύθμισης και μολονότι στο προϊσχύσαν αυτού και στη νήσο Κρήτη, Οθωμανικό δίκαιο, ήταν κατά τα προαναφερθέντα άγνωστος ο θεσμός της χρησικτησίας επί δημοσίου (ανήκοντος στην περιουσία του Κράτους) κτήματος, ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, που έπρεπε να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-5-1915, με συνυπολογισμό μέχρι δεκαπέντε ετών χρόνου νομής, πριν από την έναρξη ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα (δηλαδή πριν τις 23.7.1904).
Εξάλλου κατά το Οθωμανικό δίκαιο και ειδικότερα το άρθρο 3 του νόμου "περί Γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (ήτοι 1856) μεταξύ των δημοσίων γαιών περιλαμβάνονται τα δάση και οι χειμερινές και θερινές βοσκές (τόποι που παράγουν χόρτο για βόσκηση ζώων), ρητώς δε οριζόταν ότι αυτές ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο και ότι η παραχώρησή τους σε ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο εγγράφου τίτλου, που ονομάζεται "ταπί" το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου και αποτελούσε τίτλο αναγνωστικό έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και στο οποίο αναγραφόταν η χρήση της έκτασης, σύμφωνα με τον προορισμό της. Από τους ορισμούς αυτούς συνάγεται ότι στην Κρήτη, η οποία κατά τη θέσπιση του ν.δ. της 17-11/1.2.1836 "περί ιδιωτικών δασών" δεν αποτελούσε μέρος της Ελληνικής Επικράτειας, οι γαίες που υπό την ισχύ του Κρητικού Αστικού Κώδικα, είχαν τον χαρακτήρα του δάσους αποτελούσαν κτήματα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους και όχι στην αναπαλλοτρίωτη, με συνέπεια να μπορούν να περιέλθουν στην κυριότητα των ιδιωτών με χρησικτησία (ΑΠ 1343/2015), ενώ κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους (ΑΠ 591/2021, ΑΠ 282/2021, 555/2016).
4.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 130/2016).
5.- Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (ΑΠ 1220/2022, ΑΠ 503/2021, ΑΠ 485/2014).
6.- Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του με επίκληση, νομίμως, προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την, ερειδόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία), αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος Παπαγιαννάδων-Συκιάς του Δήμου Λεύκης της πρώην κοινότητας Παπαγιαννάδων στην ειδικότερη θέση "ΠΕΡΑ ΜΠΑΝΤΑ" (Φλαμούρι, Καστρί, Σπηλιάρα, Μακρύ Λαγκάδι).
Έχει συνολική έκταση 986.562 τ.μ. και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες κληρονόμων Θ. Κ., κληρονόμων Μ. Μ., κληρονόμων Σ. Ξ., κληρονόμων Ε. Π., κληρονόμων Κ. Τ., κληρονόμων Ε. Χ. και ποταμό, όπως αυτό εμφαίνεται στο από Φεβρουάριος 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Ξ. με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τα-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Α1-Β1-Γ1-Δ1-Ε1-Ζ1-Η1-Α.
Αυτό περιήλθε αρχικά στους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων Σ. Ξ. και Μ. Κ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εις έκαστον λόγω αγοράς από τους Ο. Ι. Δ. και Χ. Χ., δυνάμει των υπ' αριθμ. ...-1902 και ...-1902 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων του τότε συμβολαιογράφου Σητείας Κ. Δ., που έχουν μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σητείας ..........
Στους εν λόγω πωλητές είχε περιέλθει το επίδικο, μεταξύ άλλων λόγω κληρονομιάς από τον Μ. Χ. και Α. Κ. το έτος 1897. Ειδικότερα κατά τα διαλαμβανόμενα στο πρώτο των άνω συμβολαίων τα κτήματα που σε αυτό περιγράφονται "ανήκουν εις τους Μ. Χ. και Α. Κ. από χωριό Συκιάς Σητείας και εις τα τέκνα αυτών, ότι δε φονευθέντων τούτων κατά τας αρχάς του 1897, περιελθόν εις την κυριότητα της αδελφής του Ε.
Δ. συζύγου Χ. Κ. και άλλων συγγενών τους, τους οποίους ούτος κληρονόμησε και ότι σήμερον επί των ειρημένω κτημάτων τα κληρονομικά δικαιώματα του παρά της διαληφθείσης αδερφής του Ε. Δ. και παρά άλλων συγγενών του, επώλησε και παρέδωσε οικειοθελώς και απαραβιάστως εις τους Μ. Κ. και Σ. Θ. Ξ. εξ ημισείας", κατά τα διαλαμβανόμενα δε στο δεύτερο των άνω συμβολαίων τα κτήματα που σε αυτό περιγράφονται ""ανήκουν εις τους Μ.
Χ. και Α. Κ. από χωριό Συκιάς Σητείας και εις τα τέκνα αυτών, ότι δε φονευθέντων τούτων κατά τας αρχάς του 1897, τελευταίου δε αποβιώσαντος του Μ. Κ. και ως κληρονομήσαντες τους λοιπούς περιήλθαν εις την κυριότητα τούτου, τα οποία η Χ. Χ., τέως κάτοικος του χωρίου Κενδρί Ιεραπέτρου και ήδη της κωμοπόλεως Ιεραπέτρου, εκληρονόμησε και ότι σήμερον ο ειρημένος Χ.
Σ. ή Λ. υπό την εκτεθείσα ιδιότητά του (πληρεξουσίου επιτρόπου) τα επί των ειρημένων ακινήτων κτημάτων κληρονομικά δικαιώματα της ειρημένης εντολίδος του παρά του διαληφθέντος Μ. Κ. και παρά άλλων συγγενών του, είτε καθ'ολοκληρίαν εν γένει είτε εν μέρει τα ακίνητα ταύτα εκ της αιτίας ταύτης ανήκουσιν αυτήν ως και παν δικαίωμα της επί παντός ετέρου κινητού ή ακινήτου οπουδήποτε εβρισκομένου και ανήκοντας αυτή εκ της ειρημένης αιτίας ....
πώλησε και παρέδωσε οικειοθελώς και απαραβιάστως εις τους Μ. Κ. και Σ. Θ.. Ξ. εξ ημισείας εις εκάτερον ... ". Ακολούθως οι ανωτέρω αγοραστές Σ. Ξ. και Μ. Κ. διένειμαν μεταξύ τους τα ακίνητα που είχαν αποκτήσει δυνάμει των ανωτέρω αγοραπωλητηρίων συμβολαίων με το υπ' αριθμ. .../1904 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σητείας Κ.
Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του αυτού ως άνω υποθηκοφυλακείου Σητείας ........., με το οποίο και περιήλθε στην πλήρη κυριότητα του Σ. Ξ. του Θ. ολόκληρο το επίδικο ακίνητο. Ο τελευταίος απεβίωσε το έτος 1935 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλειπε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τα τέκνα του Κ. Ξ., Μ.
Ξ., Γ. Ξ., Θ. Ξ., Ε. Ξ. και Α. Ξ., εφ' ολοκλήρου της κληρονομιαίας περιουσίας του, οι οποίοι με το υπ' αριθμ. .../1935 διανεμητήριο συμβόλαιο του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου Σητείας, νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Σητείας ......., διένημαν αυτήν μεταξύ τους. Με το ρηθέν συμβόλαιο το επίδικο (κληρονομιαίο) ακίνητο περιήλθε στα τέκνα αυτού Κ.
Ξ., Θ. Ξ. και Ε. Ξ., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε καθένα. Οι Θ. Ξ. και Ε. Ξ., μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως το ποσοστό του εξ αδιαιρέτου έκαστος επί του επιδίκου ακινήτου στον αδελφό τους Κ. Ξ., δυνάμει των υπ' αριθ. .../1939 και .../1952 συμβολαίων των συμβολαιογράφων Σητείας Χ. Π. και Ι. Κ. αντίστοιχα που μεταγράφηκαν νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Σητείας .....και έτσι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην πλήρη κυριότητα του τελευταίου (Κ.
Ξ.). Αυτός απεβίωσε το έτος 1969, χωρίς διαθήκη και κατέλειπε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την εν ζωή σύζυγό του Δ. χήρα Κ. Ξ. κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και τα τέκνα του Σ. Ξ. (σύζυγο της πρώτης των εναγόντων και πατέρα των λοιπών) και Μ. Ξ. κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου έκαστο, εφ' ολοκλήρου της κληρονομιαίας περιουσίας, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο, κατά το ποσοστό του εξ αδιαιρέτου έκαστος με το υπ' νομίμως μεταγραφέν (........υποθηκοφυλακείου Σητείας ) υπ' αριθμ. .../1971 δηλωτικό αποδοχής κληρονομιάς του τότε συμβολαιογράφου Σητείας Ι.
Κ. Ακολούθησε εξώδικη διανομή μεταξύ των άνω κληρονόμων με το υπ' αριθμ. .../1971 διανεμητήριο συμβόλαιο του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου Σητείας, που μεταγράφηκε νόμιμα ...., δυνάμει του οποίου ο εκ των κληρονόμων Σ. Ξ. έλαβε τα 6/8 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου και η μητέρα του Δ. Ξ. τα 2/8 εξ αδιαιρέτου αυτού.
Η τελευταία με το νομίμως μεταγραφέν (.....υποθηκοφυλακείου Σητείας) συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου μεταβίβασε λόγω δωρεάς το ποσοστό της εξ αδιαιρέτου (2/8) επί του επιδίκου ακινήτου στον υιό της Σ. Ξ., ο οποίος έτσι απέκτησε το επίδικο ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα. Σημειώνεται εδώ ότι στο ρηθέν υπ' αριθμ. .../ 1952 συμβόλαιο διανομής, όσο και στην ρηθείσα μεταγενέστερη υπ' αριθμ. .../1971 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς και τα επακολουθήσαντα αυτής υπ' αριθμ. .../1971 διανεμητήριο συμβόλαιο και .../1971 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή, το επίδικο ακίνητο περιγράφεται ως μία έκταση αποτελούμενη από αγρούς και αγριάδες εκτάσεως 150 στρεμ.
περίπου, χωρίς να προσδιορίζονται με σαφήνεια τα όριά τους, ωστόσο το ακριβές εμβαδόν αυτής προέκυψε κατόπιν εμβαδομέτρησης το έτος 2006, από τους Ε. Β. και Κ. Μ., τοπογράφο Α.Τ.Ο. και πολιτικό μηχανικό αντίστοιχα, που συνέταξαν το από Ιούνιος 2006 τοπογραφικό διάγραμμα, οι οποίοι έλαβαν υπόψη τους τα υποδειχθέντα (μη αμφισβητούμενα) όριά του, που στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι φυσικά (ρέματα).
Τέλος το επίδικο ακίνητο περιήλθε στη νομή των εναγόντων κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου σε καθένα κατόπιν άτυπης παραχώρησης εκ μέρους του κατά τα άνω κυρίου αυτού, Σ. Ξ., συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών εξ αυτών το έτος 1977, οι οποίοι και κατέστησαν συγκύριοι αυτού κατά το προαναφερόμενο ποσοστό έκαστος, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ως νεμόμενοι αυτό, τόσο οι ίδιοι, από της περιλεύσεώς του σε αυτούς, όσο και οι δικαιοπάροχοί τους πριν από το έτος 1897 και εφεξής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως χωρίς την εναντίωση κανενός ασκούντες επ' αυτών τις υλικές διακατοχικές πράξεις νομής που αρμόζουν στη φύση τους.
Ειδικότερα το επίδικο ακίνητο αποτελούμενο από επιμέρους αγρούς και αγριάδα, οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων Μ. Χ. και Α. Κ. μέχρι του θανάτου τους το έτος 1897 και κατόπιν οι κληρονόμοι τους Ο. Ι. Δ. και Χ. Χ. νεμόταν το επίδικο με την μορφή που τότε είχε (επιμέρους αγροί καλλιεργήσιμοι και μη και αγριάδες), ενεργούντες επ' αυτού τις αρμόζουσες στη φύση του υλικές πράξεις νομής, ήτοι μέρος αυτού καλλιεργούσαν αυτό με διάφορα οπωροφόρα, ελαιόδενδρα και κηπευτικά, τα οποία και πότιζαν από το πηγαίο ύδωρ στη θέση Βοίλας Βρύση, το έσπερναν με διάφορα δημητριακά και στο υπόλοιπο μέρος του έβοσκαν τα ζώα τους.
Τις ίδιες πράξεις διενεργούσε επ' αυτού και ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Σ. Ξ. του Θ. από το έτος 1902-1904 μέχρι και του θανάτου του το έτος 1935, εκμισθώνοντας τούτο σε τρίτους, όπως στον Θ. Π. και Χ. Μ., οι οποίοι, μέρος αυτού καλλιεργούσαν, σπέρνοντάς το με διάφορα δημητριακά και αποδίδοντας μέρος των ετησίως παραγομένων καρπών στον εκμισθωτή, μέρος δε αυτού χρησιμοποιούσαν ως βοσκότοπο για την κατανάλωση της χορτονομής του, αντί ετησίου μισθώματος σε είδος, όπως γάλα, ζώα και τυρί.
Από το έτος δε 1935 πράξεις νομής επ' αυτού ενεργούσε ο (με παράγωγο τρόπο κατά τα άνω) κύριος αυτού Κ. Ξ., έως και το έτος 1967 που απεβίωσε, ο οποίος ως κτηματίας επέβλεπε το ακίνητο, καλλιεργούσε τα σημεία αυτού που μπορούσαν να καλλιεργηθούν, ενώ την αγριάδα είχε εκμισθώσει σε διάφορους βοσκούς, όπως στους Σ.
Κ. και Γ. Κ., έναντι σε είδος μισθώματος. Έκτοτε (1967) που το επίδικο ακίνητο περιήλθε επίσης με παράγωγο τρόπο στον δικαιοπάροχο των εναγόντων Σ. Ξ. έως και το έτος 1977 ο τελευταίος συνέχισε τις αρμόζουσες στη φύση του υλικές πράξεις νομής, προβαίνοντας στην περίφραξη αυτού με συρματόπλεγμα και πασσάλους, καλλιεργώντας τα επιδεχόμενα καλλιέργειας τμήματα αυτού και εκμισθώνοντας το υπόλοιπο σε τρίτους βοσκούς, όπως στους Γ.
Δ., Μ. Δ. και Θ. Π. του Σ., ενώ υπέβαλε και προς την Εφορία Αρχαιοτήτων ερώτημα περί του αν η επίδικη έκταση αποτελεί προστατευόμενο αρχαιολογικό χώρο. Ο ίδιος μάλιστα προέβη σε διάνοιξη δρόμου εντός του ακινήτου, βατού δια τροχοφόρου μέσου, κατασκεύασε αποθήκες και δεξαμενή, τοποθέτησε δε σωλήνες μεταφοράς του νερού στην δεξαμενή για την άρδευση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων.
Από το έτος 1977 έως και σήμερα υλικές πράξεις νομής με τα ίδια προσόντα ενεργούν επί του επιδίκου ακινήτου οι ενάγοντες, στους οποίους περιήλθε ως προελέχθη κατόπιν άτυπης παραχώρησης από τον δικαιοπάροχό τους Σ. Ξ., επιβλέποντας αυτό, καλλιεργώντας μέρος αυτού και εκμισθώνοντας το υπόλοιπο (αγριάδα- βοσκότοπο) στο βοσκό Θ.
Π. του Σ. Μάλιστα στο επίδικο είχε κατασκευαστεί καμίνι, καθώς και μάντρα και ποτίστρες για τις ανάγκες των ποιμνίων που έβοσκαν αλλά και βόσκουν σε αυτό. Έτσι οι ενάγοντες με την συνεχή και αδιάλειπτη με διάνοια κυρίου άσκηση επί του επιδίκου των ως άνω αναφερομένων υλικών πράξεων νομής, που αρμόζουν στη φύση τους, ως αγριάδας με καλλιεργήσιμα τμήματα, χωρίς την εναντίωση κανενός, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, με προσμέτρηση στο χρόνο νομής τους, του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους (προ του έτους 1897), κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος του επιδίκων ακινήτου που περιήλθε στη νομή τους πρωτότυπα, με το θεσμό της έκτακτης χρησικτησίας.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι κατόπιν σχετικής αιτήσεως του τρίτου των εναγόντων, εκδόθηκε η με αριθμό ...-2006 πράξη χαρακτηρισμού έκτασης της Διεύθυνσης Δασών Λασιθίου. Με αυτήν χαρακτηρίστηκε το επίδικο ακίνητο ως "χορτολιβαδική έκταση της παρ. 6 β του άρθρου 3 του Ν. 998/1979". Κατόπιν δε υποβολής προσφυγής εκ μέρους των εναγόντων κατά της ως άνω πράξεως χαρακτηρισμού, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 67/2009 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Λασιθίου, με την οποία τμήμα του επιδίκου εκτάσεως 258.120,425 τ.μ.
χαρακτηρίστηκε ως γεωργική έκταση της παρ. 6 εδ. α του άρθρου 3 του ν. 998/1979, που δεν υπάγεται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, ενώ τμήμα αυτού εκτάσεως 728.854,21 τ.μ. χαρακτηρίστηκε ως χορτολιβαδική έκταση, κατά την έννοια της παρ. 6 β του άρθρου 3 του Ν. 998/1979. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, αλλά και την πράξη χαρακτηρισμού του επιδίκου, που εκδόθηκε με βάση την από 21-8-2006 έκθεση αυτοψίας του Δασολόγου της Δ/νσης Δασών Λασιθίου Ε.
Κ., η έκταση έχει έδαφος επί το πλείστον βραχώδες και κατά θέσεις γαιώδες- ημιβραχώδες, με κλίσεις που κυμαίνονται από ήπιες μέχρι έντονες και η έκθεση ως προς τον ορίζοντα ποικίλη. Από την έκταση διέρχονται τέσσερα ρέματα τα οποία σχεδόν την οριοθετούν. Καλύπτεται από φρυγανώδη βλάστηση με αχινοπόδι, θυμάρι, αστοιβίδα σε ποσοστό 60% έως 80% περίπου και η γύρω περιοχή περιβάλλεται από γεωργικές και χορτολειβαδικές εκτάσεις.
Στις Α/Φ των ετών λήψεως 1945 και 1968 η έκταση εμφανίζεται ακαλλιέργητη καλυπτόμενη από φρυγανώδη βλάστηση, ενώ αναφορικά με το τμήμα αυτού των 258.120,425 τ.μ. στην άνω απόφαση της πρωτοβάθμιας επιτροπής επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων υπάρχουν δείγματα παλιάς καλλιέργειας και καλύπτεται από φρυγανώδη βλάστηση σε ποσοστό εδαφοκάλυψης μικρότερο του 25%.
Με τον τρόπο αυτό το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αμφισβήτησε τη κυριότητα των εναγόντων επί του επιδίκου ακινήτου, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί ως προς αυτά σύγχυση και αβεβαιότητα. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του παρόντος (δευτεροβαθμίου) δικαστηρίου προβάλει την επί του επιδίκου κυριότητά του επικαλούμενο το χαρακτήρα του ως χορτολιβαδικής έκτασης, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 6β' του ν. 998/1979, η οποία δεν έχει νόμιμα αναγνωριστεί ως ιδιωτική και συνεπώς αποτελεί κατά τεκμήριο δημόσια έκταση που περιήλθε σε αυτό από την Ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα, ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους, δυνάμει της από 1/14 Νοεμβρίου 1913 σύμβασης ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας που κυρώθηκε με το Νόμο 79 (ΔΣΙΓ), επί του οποίου και δεν ήταν ποτέ δυνατή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, γιατί ο θεσμός αυτός ήταν άσχετος κατά το προϊσχύσαν του Κρητικού Αστικού Κώδικα Οθωμανικό Δίκαιο, από δε την ισχύ του τελευταίου την 23-7-1904 έως την 11-5-1915 που η συμπλήρωση της χρησικτησίας εμποδιζόταν, ο υπολειπόμενος χρόνος είναι λιγότερος της εικοσαετίας.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, καθώς μόνη η χορτολιβαδική (δασική) μορφή της έκτασης δεν αποτελεί απόδειξη ή τεκμήριο για τη θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την αμέσως προηγούμενη παρατεθείσα νομική σκέψη, στα δάση της Νήσου Κρήτης δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, που θεσπίσθηκε με το β.δ της 16.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", αλλά το Δημόσιο ισχυριζόμενο ότι η δασική έκταση είναι δημόσια οφείλει να το αποδείξει, επικαλούμενο τον ειδικό λόγο κτήσης της κυριότητας αυτής με ένα από τους προβλεπόμενους από τον Κρητικό Αστικό Κώδικα ή από τον Αστικό Κώδικα (μετά την 23-2-1946) τρόπους κτήσεως κυριότητας δηλαδή τον τίτλο αγοράς ή δωρεάς, διαθήκη, χρησικτησία, κατάληψη αδέσποτου η ενδεχομένως βάσει κάποιου ειδικού νόμου.
Επομένως το Ελληνικό Δημόσιο στην Κρήτη οφείλει να διαχειρίζεται, ως δημόσια, μόνο τα δάση ή τις δασικές ή χορτολιβαδικές εκτάσεις για τις οποίες έχει πράγματι αποκτήσει κυριότητα με νόμιμους τίτλους ή χρησικτησία και όχι όλα τα δάση τις δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις, των οποίων διοικητικώς ή δικαστικώς δεν έχει κριθεί η κυριότητα τους έναντι αυτού......
Η επίδικη λοιπόν έκταση, χαρακτηρισθείσα με την υπ’ αρ. .../2009 απόφαση της πρωτοβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων του νομού Λασιθίου, ως χορτολιβαδική, δεν υπάγεται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, ενώ με τη ρύθμιση της παρ.2 του άρθρου 21 του ν.3208/2003 κατά την οποία οι εκτάσεις που κρίθηκαν από τις Επιτροπές της παρ.3 του άρθρου 10 του ν. 998/79 ως μη δασικές δεν υπάγονται στις διατάξεις του δασικού Κώδικα.
Ωστόσο, στην αντίθετη περίπτωση, το κατά το άρθρο 62 παρ. εδ.2 του ν. 998/79 τεκμήριο της προηγούμενης παραγράφου του ίδιου άρθρου για την κυριότητα του Δημοσίου, δεν ισχύει στις περιοχές που παρατίθενται στο εδάφιο αυτό, μεταξύ των οποίων και η Κρήτη. Γι' αυτό, το Ελληνικό Δημόσιο, μη έχον για την συγκεκριμένη περιοχή την κάλυψη του "τεκμηρίου", επικαλούμενο ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της συγκεκριμένης περιοχής, φέρει το βάρος της αποδείξεως των δικαιωμάτων που προβάλει.
Ο ισχυρισμός απόκτησης της κυριότητος, εκ μέρους του Δημοσίου, θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη των γεγονότων που την θεμελιώνουν και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας ελλείψεως παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μιας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου.
Εν προκειμένω, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβη σε καμία θετική απόδειξη της επικαλούμενης απ' αυτό κυριότητα. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο βρισκόταν ανέκαθεν στην νομή των δικαιοπαρόχων των εναγόντων και στη συνέχεια στη δική τους, χρησιμοποιούμενο, κατά τα προκτεθέντα, οι δικαιοπάροχοι των οποίων, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, κατέχουν μετεγγραμμένους τίτλους ιδιοκτησίας σε αντίθεση με το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο, ουδέποτε είχε τη διαχείριση ή με οποιοδήποτε τρόπο παρουσία στην περιοχή.
Επομένως, και στην περίπτωση αυτή, ουδόλως απέδειξε ότι το επίδικο ανήκε στην κυριότητά του.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή και αναγνώρισε τους αναιρεσιβλήτους (συγ)κυρίους, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστον, του αναφερομένου παραπάνω ακινήτου, εκτάσεως 986.562 τμ.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας του επιδίκου, από τους απώτατους και απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων και από τους ίδιους τους αναιρεσίβλητους, με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες διατάξεις της Συνθήκης του Λονδίνου της 30ης Μαΐου 1913, της Συνθήκης της 1ης/14ης Νοεμβρίου 1913, μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που κυρώθηκε με το Νόμο ΔΣΙΓ/1913 (4213/1913), 1, 2, 3, 4, 5, 91 -102, 103 -105 του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 23ης Μουχαρέμ 1293 (1875) "περί εξελέγξεως τίτλων δασών", που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 147/5.1.1914 "περί εν ταις προσαρτώμενες χώρες νομοθεσίας και δασικής οργανώσεως, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 9 του α.ν. 262/1914, 21 του ν.δ/τος 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", τις διατάξεις των άρθρων 206, 237, 293, 294,295, 296, 299 και 302 του Κρητικού Αστικού Κώδικα, τις διαχρονικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1356 και 1357 ΚρητΑΚ, τις διατάξεις του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ, ως προς τη συνδρομή ή μη των περί έκτακτης χρησικτησίας προϋποθέσεων του Κρητικού Αστικού Κώδικα.
Ειδικότερα: 1) το Εφετείο, δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε σωστά, τις παραπάνω διατάξεις καθώς αρκέστηκε σε λιγότερα, δεχόμενο ότι "ανέκαθεν" και "πριν από το έτος 1897" οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, ασκούσαν πράξεις νομής διανοία κυρίου στο επίδικο ακίνητο και εξ αυτού του λόγου τους αναγνώρισε (συγ)κυρίους αυτού, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, χωρίς να έχουν τις προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας και συγκεκριμένα, χωρίς να έχει συμπληρωθεί, από το χρόνο έναρξης της νομής τους (1897) μέχρι και την 11.5.1915 εικοσαετία.
Αλλά ούτε και 15 χρόνια νομής, πριν την έναρξη ισχύος του ΚρητΑΚ (1889-1904) είχαν συμπληρωθεί για τους απώτατους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, ούτε ο εναπομείναν χρόνος από την έναρξη ισχύος του ΚρητΑΚ (1904), για την συμπλήρωση της εικοσαετίας, ήταν λιγότερος της πενταετίας, ώστε να συμπληρώνεται η εικοσαετής νομή χρησικτησίας. 2) το Εφετείο στέρησε την απόφασή του, νόμιμης βάσης καθόσον, διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες διότι: 2. 1) αν και διαλαμβάνεται σε αυτή ότι στο επίδικο ακίνητο, έκτασης 986.562 τ.μ., οι απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων ασκούσαν τις παραπάνω πράξεις νομής διανοία κυρίου, στη συνέχεια δέχεται αορίστως έναρξη της άσκησης των διακατοχικών πράξεων "πριν από το έτος 1897" και "ανέκαθεν", χωρίς να προσδιορίζεται ο ακριβής χρόνος έναρξης των πράξεων νομής διανοία κυρίου, προκειμένου να επέλθει συμπλήρωση της εικοσαετούς έκτακτης χρησικτησίας, (ήτοι είκοσι έτη πριν την 11-05-1915), με αποτέλεσμα να δημιουργείται ασάφεια ως προς τον χρόνο έναρξης της νομής των απώτατων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, που συναρτάται άμεσα με το χρόνο συμπλήρωσης της χρησιδεσπόζουσας νομής τους και κατ' επέκταση με την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και επιπλέον δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αιτία κτήσης του επιδίκου ακινήτου προ του έτους 1897. 2.2) αν και διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι στους αναφερόμενους τίτλους κτήσης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων (.../1952, .../1971, .../1971 και .../1971), το επίδικο ακίνητο περιγράφεται ως μία έκταση, αποτελούμενη από αγρούς καλλιεργήσιμους και μη και αγριάδες, εμβαδού 150 στρεμμάτων περίπου, δεν διευκρινίζεται πώς, κατά την νεότερη καταμέτρηση αυτού, το έτος 2006, η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έγινε με υπόδειξη των ορίων από τους ίδιους τους αναιρεσιβλήτους, "...που στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι φυσικά (ρέματα)", το επίδικο ακίνητο μετέβαλε το εμβαδόν του πολλαπλασίως, από 150.000 τμ σε σε 986.562 τμ, λαμβανομένου υπόψη ότι η ίδια απόφαση δέχεται ως αποδειχθέν ότι, η Πρωτοβάθμια Επιτροπή Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Λασιθίου, με την .../2009 απόφασή της, δυνάμει της σχετικής από 21.8.2006 έκθεσης αυτοψίας του δασολόγου της διεύθυνσης δασών Λασιθίου, Ε.
Κ. και του συνοδεύοντος αυτή τοπογραφικό διαγράμματος, από το σύνολο των 986.562 τμ, χαρακτήρισε έκταση 258.120,425 τμ ως γεωργική (της παρ. 6 του άρθρ. 3 του ν. 998/1979) και την υπόλοιπη έκταση των 728.854,21 τμ ως χορτολιβαδική (κατά την έννοια της παρ.6β του άρθρ. 3 του ίδιου νόμου). Ενόψει τούτων δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη ουσιαστικών διατάξεων, ώστε να οδηγήσουν στην κτήση κυριότητας (ανεξάρτητα από τη συνδρομή των λοιπών νόμιμων προϋποθέσεων) με έκτακτη χρησικτησία κατά το Κρητικό Αστικό Κώδικα.
Επομένως, οι, από τους αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, είναι βάσιμοι. Κατόπιν τούτων, παρέλκει η έρευνα του τρίτου αναιρετικού λόγου από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια τωνπρώτου και δεύτερου αναιρετικών λόγων, που γίνονται δεκτοί.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 45/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης και να παραπεμφθεί η υπόθεση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, 22 παρ.1 και 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, όπως τούτο ισχύει μετά την ΥΑ 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 5 παρ.12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 45/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ