Legislator Case Law & Legislation
1579/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on land expropriation, ruling lower court correctly applied law despite pending administrative review.

Case Number 1579/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the First Instance Court of Appeal's decision regarding land expropriation. The appellants argued that the lower court erred in applying substantive law while an administrative review request was pending, but the court found no such error. The court determined that the pending administrative proceedings did not suspend the enforceability of the expropriation decision, rendering the appeal arguments baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 12(7e) of Law 1337/1983: The pending administrative review of an expropriation application does not suspend the immediate enforceability of the expropriation decision, and the lower court's application of substantive law remains valid.

Keywords

AI generated
land expropriation administrative review enforceability suspension substantive law application appeal dismissal enforceability expropriation decision

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Law 4315/2014
Article 12(7e) of Law 1337/1983
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1579 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1579/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: 1) Α. Δ. του Ν., 2) Α. συζύγου Α. Δ., το γένος Π. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Βραχά και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Π. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Καραμολέγκο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Σ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος της ως άνω αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητος Σ. Π. του Ι. απεβίωσε στις .../2019 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Ιεράς Πόλης Μεσολογγίου, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη Β. Π. του Σ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/2015 αίτηση, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 57/2017 και 115/2017 μη οριστικές και η 69/2018 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/6/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του θανόντος του λόγου διακοπής, με την επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή και εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, ενώ η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των κληρονόμων του αποβιώσαντος διαδίκου, η οποία μπορεί να γίνει και ενιαία μαζί με τη γνωστοποίηση του λόγου διακοπής (ΑΠ 403/2024, ΑΠ 1562/2022, ΑΠ 122/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανίστηκε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, Σ. Π., εμφανίστηκε όμως, η πρώτη αναιρεσίβλητη, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Αντώνιο Καραμολέγκο, ο οποίος δήλωσε ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις ... 2019, μετά την άσκηση της αναίρεσης (7-6-2018), όπως προκύπτει από το υπ' αριθ.

πρωτ. .../2019 απόσπασμα της με αριθμό .../2019 ληξιαρχικής πράξης θανάτου που εκδόθηκε από τον Ληξιάρχο του Δήμου Ιεράς Πόλης Μεσολογγίου και ότι τη δίκη συνεχίζει η πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία μετά το θάνατο του δεύτερου αναιρεσιβλήτου απέκτησε την πλήρη κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, δεδομένου ότι προ του θανάτου του αυτή μεν ήταν ψιλή κυρία του ακινήτου, ο δε Σ.

Π. ήταν επικαρπωτής αυτού, όπως προκύπτει από τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από την ίδια - πρώτη αναιρεσίβλητη - έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων υπ' αριθ. 69/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η οποία δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε την αίτηση και υποχρέωσε τους καθ' ων η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντες να αποδώσουν στους αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητους το ακίνητο που περιγράφεται στην αίτηση.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί και μάλιστα, νομίμως, στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 1399/2017, ΑΠ 1401/2008, ΑΠ 1334/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα της ένδικης από 19.11.2015 αίτησης, η οποία δεν υπογράφηκε και δεν κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η ακυρότητα αυτή προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Το άρθρο 309 εδ. β' ΚΠολΔ ορίζει ότι "όσες (δηλ. αποφάσεις) δεν κρίνουν οριστικά μπορούν, είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση".

Από τη διάταξη αυτή, αποσκοπούσα στην ταχύτερη διεξαγωγή της δίκης και αποτελούσα ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της οικονομίας της δικαστικής ενέργειας, συνάγεται ότι αν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας συντρέχουν λόγοι ανακλήσεως της (μη οριστικής) αποφάσεώς του, τότε η εν λόγω απόφαση μπορεί να ανακληθεί σε μεταγενέστερη "στάση της δίκης", δηλαδή σε μεταγενέστερη συζήτηση της υποθέσεως, είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση (αίτηση) διαδίκου, η οποία όμως πρέπει (με κύρωση την απόρριψή της ως απαράδεκτης) να υποβληθεί - όχι αυτοτελώς αλλά - στο πλαίσιο της συζητήσεως της υποθέσεως, ακόμη και με τη σχετική προς επίσπευση αυτής της συζητήσεως κλήση, αφού μόνο στην περίπτωση αυτή δημιουργείται "στάση της δίκης" (ΑΠ 644/2018, ΑΠ 869/2017, ΑΠ 1149/2008).

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρά το νόμο προέβη στην ανάκληση των μη οριστικών αποφάσεών του με αριθ. 57/2017 και 115/2017 καθόσον δεν υπήρχε στάση της δίκης. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: << Με την από 19.11.2015 αίτησή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, οι αιτούντες ζήτησαν την αποβολή των καθών η αίτηση και την απόδοση της οικοπεδικής έκτασης, που λεπτομερώς περιγράφεται στην ένδικη αίτηση, κατά θέση, έκταση και όρια, και η οποία προήλθε από πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης επέκτασης του σχεδίου πόλεως του Δήμου Μεσολογγίου, κατά τις διατάξεις του νόμου 137/1983, και την οποία οικοπεδική έκταση παρανόμως παρακρατούν οι καθ' ων η αίτηση, παρότι οχλήθηκαν προς απόδοσή της από τους αιτούντες.

Επί της άνω αιτήσεως εκδόθηκε η εκκαλούμενη με αριθμό 80/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αίτηση και στη συνέχεια την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται με την υπό κρίση έφεσή τους οι εκκαλούντες για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητούν την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης και την απόρριψη της αίτησης.

Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκαν οι με αριθμ. 57 και 115/2017 μη οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, με την πρώτη των οποίων έγινε τυπικά δεκτή η έφεση, και κατά τα λοιπά αναβλήθηκε αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, η έκδοση οριστικής απόφασης επί της υπόθεσης εωσότου εκδοθεί μη προσβλητή απόφαση από την αρμόδια διοικητική αρχή - Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, περί κυρώσεως ή μη της τελευταίας με αριθμ. 4/2015 Διορθωτικής Πράξης Εφαρμογής πόλεως Ι.Π.

Μεσολογγίου, Πολεοδομικής Ενότητας "Αγίου Δημητρίου".

Συνεπώς νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση και έκδοση οριστικής απόφασης με την από 13.11.2017 (αρ. εκθ. κατ. 224/2017) κλήση των εκκαλούντων η ένδικη έφεση κατά της με αριθμό 80/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, στην οποία εμπεριέχεται και αίτημα ανακλήσεως, όπως εκτιμάται, των ως άνω μη οριστικών αποφάσεων του παρόντος Δικαστηρίου. ... ...

Από όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την ....2007 απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αιτ/νίας αποφασίσθηκε η διόρθωση της .../2007 πράξης εφαρμογής σχεδίου πόλεως στο Μεσολόγγι (διορθωτική της αρχικής .../2001 πράξης εφαρμογής που κυρώθηκε με την ....2002 απόφαση του Νομάρχη Αιτ/νίας), η οποία αφορούσε στα Ο.Τ.

Ε68, Ε69, Κ.Χ.30, σύμφωνα με την τροποποίηση που εγκρίθηκε από το ΣΧΟΠ Αιτ/νίας και την ....2005 απόφαση του Νομάρχη Αιτ/νίας. Ακολούθως, εκδόθηκε η .../2007 διορθωτική πράξη εφαρμογής που κυρώθηκε με την ....2008 απόφαση του Νομάρχη και μεταγρόφηκε νόμιμα. Από την κύρωση και μεταγραφή της παραπάνω πράξης εφαρμογής προσαρτήθηκε στην ιδιοκτησία των αιτούντων η επίδικη οικοπεδική έκταση, εμβαδού 356,12 τ.μ., η ταυτότητα της οποίας δεν αμφισβητείται από τους καθών που καταχωρήθηκε νόμιμα στο όνομα των αιτούντων στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Μεσολογγίου με ΚΑΕΚ 011315944009/0/0, έτσι ώστε οι αιτούντες να καθίστανται η πρώτη ψιλή κυρία και ο δεύτερος επικαρπωτής ενός οικοπέδου συνολικής έκτασης 1.131,76 τ.μ., εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του δήμου Μεσολογγίου στη θέση "ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ" και στο Ο.Τ.

Ε85. Από την πλευρά τους οι καθών η αίτηση, συνιδιοκτήτες όμορης ιδιοκτησίας, υποχρεούνται βάσει της πιο πάνω πράξης εφαρμογής σε εισφορά σε γη για τμήμα της εν λόγω ιδιοκτησίας τους, εκτάσεως, όπως προαναφέρθηκε 356,12 τ.μ. που οφείλουν να αποδώσουν στους αιτούντες κατ' εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης και της ως άνω πράξης εφαρμογής της, όπως αποτυπώνεται ειδικότερα στους πίνακες και τα τοπογραφικό διαγράμματα που συνοδεύουν την σχετική πράξη εφαρμογής.

Συνεπώς, με τη μεταγραφή της προαναφερόμενης απόφασης του Νομάρχη Αιτ/νίας, επήλθε άμεση κτήση της κυριότητας του νέου οικοπέδου, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, χωρίς να απαιτείται να προηγηθεί διαδικασία δικαστικού προσδιορισμού αποζημίωσης και καταβολής τέτοιας αποζημίωσης, αφού πρόκειται για ακίνητο που παρέχεται προς αποκατάσταση των ιδιοκτητών μετά την υποχρεωτική εισφορά αυτών σε γη.

Δηλαδή, πρόκειται για μεταβολή στην ιδιοκτησία από επεμβάσεις που αποτελούν εισφορά σε γη με την αφαίρεση και τη διάθεση τους για σκοπούς της παρ. 8 του ν. 1337/1983, και ειδικότερα, για τη δημιουργία κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων και όχι μεταβολές και προσβολές του δικαιώματος της κυριότητος για τη δημιουργία κοινόχρηστων ή κοινωφελών χώρων πέραν της οφειλόμενης εισφοράς γης ή που αναφέρονται σε κάθε ακίνητο χωριστά, όπως λ.χ.

προσκυρώσεις μη οικοδομήσιμων τμημάτων, τακτοποιήσεις μεταξύ όμορων ιδιοκτησιών για αρτιοποίηση κ.λ.π., για τις οποίες απαιτείται δικαστικός καθορισμός και καταβολή αποζημιώσεων (Δ. Χ. "Πράξη εφαρμογής" 1998). Οι αιτούντες δεν ζήτησαν αμέσως την απόδοση του επίδικου ακινήτου, καθώς η πρώτη των αιτούντων με την από 9.12.2012 αίτησή της προς την Υπηρεσία Δόμησης του δήμου Μεσολογγίου (αριθ.

πρωτ. 2369/7-12.2012) ζήτησε να τροποποιηθεί η επέκταση του σχεδίου πόλεως Μεσολογγίου στα Ο.Τ. Ε85 και Ε90 και συγκεκριμένα να της αφαιρεθεί το επίδικο τμήμα από την ιδιοκτησία της στο Ο.Τ. Ε85, να δημιουργηθεί ο προτεινόμενος δρόμος και να της δοθεί άλλο όμορο τμήμα στο δυτικό τμήμα της εναπομένουσας τελικής ιδιοκτησίας της στο Ο.Τ. 090, στο οποίο να μεταφερθεί το επίδικο.

Μετά την υποβολή της ως άνω αιτήσεως με την 1054/16-6-2014 απόφαση της ως άνω Υπηρεσίας Δόμησης αποφασίσθηκε η σύνταξη της 1/2014 ΔΠΕ, διορθωτική της προηγούμενης .../2007 πράξης εφαρμογής στα Ο.Τ. Ε85 και Ε90. Με την ...-2015 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Δυτικής Ελλάδος αποφασίστηκε η μη κύρωση της τελευταίας 1/2.014 διορθωτικής πράξης εφαρμογής, καθώς με τις με αριθμ. ...-2014 και ....2015 αιτήσεις των καθών, είχε ζητηθεί και εκκρεμούσε η κατά τις διατάξεις τον ν. 4315/2014 αυτοδίκαιη άρση της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως που αφορούσε η εν λόγω πράξη εφαρμογής.

Στη συνέχεια και αφού δεν κυρώθηκε η με αριθμ. 1/2014 διορθωτική πράξη εφαρμογής, οι αιτούντες - εκκαλούντες, με την από 29.10.2015 εξώδικη πρόσκλησή τους που κοινοποιήθηκε στους καθών στις 30.10.2015, όπως προκύπτει από τις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες με αριθμό ...-2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Γ.

Χ., κάλεσαν τους τελευταίους να τους παραδώσουν το ως άνω τμήμα, εκτάσεως 356,12 τ.μ., πλην όμως οι τελευταίοι, αν και παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον των 15 ημερών, αρνούνται να τους παραδώσουν το επίδικο, το οποίο είχε περιέλθει σε αυτούς με την προηγούμενη .../2007 διορθωτική πράξη εφαρμογής που κυρώθηκε και μεταγράφηκε νόμιμα.

Επιστηρίζουν δε την άρνησή τους αυτή, ισχυριζόμενοι ότι η ως άνω πράξη εφαρμογής έχει αρθεί αυτοδικαίως λόγω παρέλευσης 15ετίας από την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου ή 5ετίας από την κύρωση και μεταγραφή της σχετικής πράξης εφαρμογής, κατ' άρθρ. 3 του ν. 4315/2015, επικαλούνται δε προς επίρρωσή του ισχυρισμού τους την με αριθμ. ...-2016 διαπιστωτική πράξη - απόφαση της Προϊστάμενης της Πολεοδομίας Μεσολογγίου Α.

Π. περί άρσης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός των καθών η αίτηση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς, αφενός μεν δεν αναφέρεται σε ποιες ιδιοκτησίες αφορά η εν λόγω άρση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, αφετέρου δεν προκύπτει ότι εχώρησε μεταγραφή της άνω διαπιστωτικής πράξης στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο, όπως ρητά διαλαμβάνεται στο ίδια πράξη, ώστε να παράγει έννομα έναντι πάντων αποτελέσματα.

Ισχυρίζονται επίσης, ότι η ως άνω πράξη εφαρμογής που επικυρώθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση του Νομάρχη Αιτ/νίας και μεταγράφηκε νόμιμα, είναι παράνομη, καθώς το ακίνητό τους δεν συμπεριλήφθηκε ολόκληρο στο σχέδιο πόλεως, αλλά το ήμισυ αυτού, κατά παράβαση πολεοδομικών διατάξεων και συνταγματικών επιταγών που επιτάσσουν την υποχρεωτική συμμετοχή του βαρυνόμενου ιδιοκτήτη με ολόκληρο το ακίνητό του, λόγος για τον οποίο ζήτησαν την άρση της απαλλοτρίωσης.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός των καθών η αίτηση, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, διότι η διαδικασία εκδόσεως και εφαρμογής της ένδικης πράξης ήδη περατώθηκε με την κύρωση της από το Νομάρχη Αιτ/νίας και τη μεταγραφή της, από την οποία, κατ' άρθρο 12 παρ. 7α νόμου 1337/1983, επήλθαν οι προαναφερόμενες μεταβολές κυριότητας.

Επίσης, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ασκεί οιαδήποτε νομική επιρροή στην παρούσα δίκη περί αποδόσεως, γιατί το αντικείμενο της δίκης αυτής αφορά την εκτέλεση της φερόμενης ως παράνομης διοικητικής πράξης και όχι τη ζημία που εξ αυτής υφίσταται το ακίνητο των καθών. Έτσι ο παρεμπίπτων έλεγχος αυτής στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσει στην εν τοις πράγμασιν αναστολή της εκτελέσεώς της, γιατί τα αναγόμενα στην ακύρωση των πράξεων αυτών και την αναστολή της εκτελέσεώς της Θέματα υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων και διαφεύγουν της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων της, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Ούτε εξάλλου ο ισχυρισμός τους ότι η .../2007 διορθωτική πράξη εφαρμογής, την υλοποίηση της οποίας επιδιώκουν οι αιτούντες, έχει ανακληθεί από την Διοίκηση με την έκδοση της .../2015 ΔΠΕ, καθώς η τελευταία, μη κυρωθείσα, δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, ούτε καθιστά ανενεργό την εγκύρως κυρωθείσα και μεταγραφείσα .../2007 ΔΠΕ, όπως αβάσιμα διατείνονται οι καθών.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, μετά την μη κύρωση της 1/2014 διορθωτικής πράξης εφαρμογής, από την Υπηρεσία Δόμησης εκδόθηκε η 4/2015 διορθωτική πράξη εφαρμογής στα Ο.Τ. Ε85 και Ε90, με την οποία διορθώθηκαν οι ως άνω προηγούμενες κυρωθείσες 90/2004 και 37/2007 διορθωτικές πράξεις εφαρμογής. Συγκεκριμένα με την τελευταία 4/2015 διορθωτική πράξη η ιδιοκτησία των αιτούντων με ΚΑΕΚ 011315944009/0/0 στο Ο.Τ.

Ε85 διορθώνεται έτσι ώστε πλέον να φέρει εμβαδόν 775,64 τ.μ., ενώ το επίδικο τμήμα των 356,12 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται στο συνημμένο από Νοεμβρίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Α. Π. που συνοδεύει την εν λόγω πράξη να επανέρχεται και να ανήκει πλέον στην ιδιοκτησία των καθών. Κατά της τελευταίας αυτής διορθωτικής πράξης εφαρμογής οι αιτούντες άσκησαν την αριθ.

πρωτ. ....2015 ένστασή τους προς την υπηρεσία δόμησης του Δήμου Μεσολογγίου, με την οποία ζήτησαν τη μη κύρωση της τελευταίας ΔΠΕ ως μη νόμιμης, καταχρηστικής και απαράδεκτης, δηλώνοντας μάλιστα ότι παραιτούνται της με αριθμ. πρωτ. 2369/2012 αιτήσεώς τους και αποδεχόμενοι την 37/2007 ΔΠΕ. Ήδη επί της ανωτέρω ενστάσεως εκδόθηκε η αριθμ.

πρωτ. ....2017 απόφαση της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος που έκρινε την ακύρωση της ως άνω 4/2015 διορθωτικής πράξης εφαρμογής με το σκεπτικό που διέλαβε, σε αντίθεση με το ανωτέρω ότι τα προτεινόμενα με την εν λόγω πράξη αφορούν σε ιδιωτικό διακανονισμό ιδιοκτησιών που δεν μπορεί να υλοποιηθεί μέσω διορθωτικής πράξης εφαρμογής, ενώ η πράξη εφαρμογής μετά την κύρωσή της κατ' εξαίρεση μόνο επιτρέπεται να ανακληθεί εν όλω ή εν μέρει για λόγους νομιμότητας ή για πλάνη περί τα πράγματα που αποδεικνύεται από στοιχεία που δεν ήταν γνωστά κατά το χρόνο κύρωσης της πράξης, γεγονός που δεν προκύπτει ότι υφίσταται ούτε αναφέρεται στην αιτιολογία της προτεινόμενης προς ακύρωση υπ' αριθμ. 4/2015 διορθωτικής πράξης εφαρμογής.

Κατά της άνω ακυρωτικής απόφασης οι καθών άσκησαν την με αριθ. πρωτ. ...-2017 προσφυγή ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελ/σου Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου, κατ' αρθρ. 227 § ια του ν. 3852/2010, η εκκρεμότητα της οποίας προκάλεσε την έκδοση της 115/2017 μη οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία αναβλήθηκε εκ νέου η έκδοση της οριστικής του απόφασης.

Ήδη, επί της προσφυγής αυτής έχει εκδοθεί η ...-2017 απόφαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος & Ιονίου, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 15.6.2017 προσφυγή των καθών η αίτηση - εφεσίβλητων. Κατά της απόφασης αυτής οι καθών έχουν ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Μεσολογγίου την από 31-10.2017 (αριθμ.

κατ. ....2017) προσφυγή τους, με την οποία ζητούν την ακύρωση τόσον της με αριθμ. ...-2017 απόφασης του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος & Ιονίου, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 15-6-2017 ενδικοφανής προσφυγή των καθών η αίτηση -εφεσίβλητων περί ακυρώσεως της με αριθμ. 4/2015 διορθωτικής πράξης εφαρμογής, όσο και της ....2017 απόφασης της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, με την οποία ακυρώθηκε η άνω ΔΠΕ, καθώς και κάθε άλλης συναφούς πράξης ή παράλειψης της Διοικήσεως.

Η προσφυγή αυτή εκκρεμεί ακόμη ενώπιον του πιο πάνω Δικαστηρίου. Και βέβαια, παρότι το άρθρο 12 παρ. 7ε ορίζει ότι "η πράξη εφαρμογής μετά την κύρωση της γίνεται οριστική και αμετάκλητη" γίνεται δεκτό ότι είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος της πράξης εφαρμογής τόσο σε διοικητικό επίπεδο με την άσκηση ενδικοφανών προσφυγών όσο και με το ένδικο βοήθημα της αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του ΣτΕ (βλ.

ΣτΕ 3568/1996, ΣτΕ 2380/1994, Β. Σκουρής 'Ή έννομη προστασία στο πλαίσιο των πράξεων εφαρμογής" Αρμ 1995, 1571-1575). Ωστόσο, καμία επιρροή δεν ασκεί η εκκρεμότητα της άνω προοφυγής ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων στην άμεση εκτελεστότητα της ΔΠΕ, που για λόγους ταχείας περατώσεως του πολεοδομικού σχεδιασμού έχει προσδιορίσει ο νόμος στην κυρωθείσα πράξη εφαρμογής (ΑΠ 563/2006, ΕφΛαρ 398/2010, ΕφΛαρ 261/2007, ΕφΛαρ 113/2007, ΝΟΜΟΣ).

Συνεπώς, το αίτημα των εφεσίβλητων - καθ' ων η αίτηση, όπως εκτιμάται, να ανασταλεί η συζήτηση της αιτήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ., μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ως άνω προσφυγής από το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Μεσολογγίου περί ακυρώσεως των με αυτή προσβαλλόμενων αποφάσεων και για τους επικαλούμενους με αυτή λόγους, είναι μη νόμιμο και απορριπτέο, καθώς το άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ.

δεν εφαρμόζεται στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΕφΛαρ 261/2007, ό.π), έστω και αν δεν λαμβάνονται κατ' ουσία μέτρα, η δε παραπομπή στη διαδικασία αυτή έγινε απλώς για την ταχύτερη εκδίκαση της υποθέσεως, διότι η φύση των υποθέσεων αυτών και ο δικαιολογητικός λόγος καθιέρωσης της διαδικασίας καθιστά ασυμβίβαστη την εφαρμογή της προκείμενης διατάξεως.

Συντρέχει επομένως νόμιμη περίπτωση ανακλήσεως των μη οριστικών αποφάσεων του παρόντος Δικαστηρίου (57 & 115/2017), με τις οποίες αναβλήθηκε αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρ. 249 ΚΠολΔ, η έκδοση της οριστικής του απόφασης μέχρις εκδόσεως αποφάσεως από την αρμόδια διοικητική αρχή, Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος - Διοικητικό Πρωτοδικείο, που δεν Θα μπορεί να προσβληθεί, περί κυρώσεως ή μη της υπ' αριθμ. 04/2015 Διορθωτικής Πράξης Εφαρμογής, στα Ο.Τ.

Ε85 και Ο.Τ. Ε90 της επέκτασης του σχεδίου πόλεως Ι.Π. Μεσολογγίου Πολεοδομική Ενότητα "Άγιος Δημήτριος", διότι η αναβολή (αναστολή) διατάχθηκε παρά το νόμο. Μετά ταύτα και εφόσον πιθανολογείται ότι η μόνη ενεργός, νόμιμα κυρωθείσα και μεταγραφείσα διορθωτική πράξη εφαρμογής αποτελεί η προς υλοποίηση βαίνουσα 37/2007 ΔΠΕ και ότι οι αιτούντες δεν οφείλουν αποζημίωση για την εισφορά γης στην επέκταση του σχεδίου πόλεως, παρά μόνον για τα επικείμενα, την οποία και κατέβαλαν, όπως από το προσκομιζόμενο με αριθμ. 5778/19.12.2008 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ Μεσολογγίου προκύπτει, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να διαταχθεί η αποβολή των καθών από το επίδικο εδαφικό τμήμα και η απόδοσή του στους αιτούντες. ... ...Ακολούθως, και αφού ανακληθούν, κατ' άρθρο 309 ΚΠολΔ, οι προαναφερόμενες μη οριστικές αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη, και στη συνέχεια να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο και να δικάσει επί της από 19.11.2015 αιτήσεως κατ' ουσίαν, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να διαταχθεί η απόδοση του επίδικού εδαφικού τμήματος στους αιτούντες.>>.

Με την εκτεθείσα κρίση του το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ να μην απορρίψει ως απαράδεκτο το περιεχόμενο στην από 13.11.2017 κλήση αίτημα των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων να ανακληθούν οι ως άνω μη οριστικές αποφάσεις δεχθέν ότι οι εκκαλούντες με την κλήση τους νόμιμα έφεραν προς περαιτέρω συζήτηση και έκδοση οριστικής αποφάσεως την έφεση κατά της υπ'.

αριθ. 80/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.

Συνεπώς υφίστατο στάδιο της δίκης για την υποβολή του αιτήματος ανακλήσεως των ως άνω μη οριστικών αποφάσεων και ο σχετικός αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Με τον Ν. 1337/1983 "επέκταση πολεοδομικών σχεδίων κ.λ.π." θεσμοθετείται νέα διαδικασία συνολικής διαχείρισης των ακινήτων της οικιστικής περιοχής προς πραγμάτωση των συνταγματικών σκοπών με την υποχρέωση των ιδιοκτητών να διαθέσουν, χωρίς αποζημίωση, μέρος του ακινήτου τους ή με υποχρεωτική συμμετοχή αυτών με ολόκληρο το ακίνητο τους έναντι αντιπαροχής άλλου ακινήτου (ή διαιρεμένης ιδιοκτησίας) ίσης αξίας.

Στην παράγραφο 7 του άρθρου 12 του προαναφερθέντος Νόμου ορίζεται ότι: "7α) Η πράξη εφαρμογής κυρώνεται με απόφαση του νομάρχη, αποτελεί ταυτόχρονα και πράξη βεβαίωσης για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων εισφοράς σε γη... και μεταγράφεται στο οικείο υποθηκοφυλακείο... Με τη μεταγραφή επέρχονται όλες οι αναφερόμενες στην πράξη εφαρμογής μεταβολές στις ιδιοκτησίες, εκτός από αυτές που οφείλεται αποζημίωση και για τη συντέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ν.δ/τος από 17.7.1923 και του ν.δ/τος 797/1971.

β) "Αμέσως μετά την κύρωση και μεταγραφή των πράξεων εφαρμογής, ο οικείος ΟΤΑ, το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και κάθε ενδιαφερόμενος, μπορούν να καταλάβουν τα νέα ακίνητα που διαμορφώθηκαν με πράξη εφαρμογής και περιέρχονται σ` αυτούς με την προϋπόθεση ότι έχουν καταβληθεί οι αποζημιώσεις της προηγούμενης περιπτώσεως (α), Δικαιώματα της επόμενης περιπτώσεως (δ) μετατρέπονται σε ενοχική αξίωση για αποζημίωση.

Σε περίπτωση αρνήσεως του κατόχου ή νομέως να παραδώσει το ακίνητο που του αφαιρείται σύμφωνα με της πράξη εφαρμογής εντός 15 ημερών από της εις αυτόν εγγράφου προσκλήσεως, διατάσσεται η αποβολή του με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου που εκδίδεται ύστερα από αίτηση των ανωτέρω ενδιαφερομένων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι με την κύρωση της πράξεως εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης οριστικοποιούνται οι αναφερόμενες σ` αυτήν εδαφικές μεταβολές, σε συσχετισμό με τους φερόμενους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι από της μεταγραφής της αποκτούν πρωτοτύπως κυριότητα επί των αναγραφομένων ιδιοκτησιών, υπό την προϋπόθεση ότι είναι κύριοι των ακινήτων που αποτέλεσαν τη βάση διαμορφώσεώς τους (ΑΠ 292/2018, ΑΠ 261/2013).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 3 αριθ. 2 του Ν. 4315/2014, το άρθρο 32 του ν. 4067/2012 αντικαθίσταται ως εξής: "Άρθρο 32 Διαδικασία τροποποίησης εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων μετά από άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ή δέσμευσης 1. Μετά την παρέλευση δεκαπενταετίας από την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου με το οποίο επιβλήθηκε για πρώτη φορά η ρυμοτομική απαλλοτρίωση ή δέσμευση του ακινήτου, ή την παρέλευση πενταετίας από την κύρωση της σχετικής πράξης εφαρμογής ή της πράξης αναλογισμού, επέρχεται αυτοδίκαια άρση της απαλλοτρίωσης, εφόσον αιτείται ο ιδιοκτήτης την τροποποίηση εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, χωρίς να απαιτείται η έκδοση σχετικής διαπιστωτικής απόφασης. Ο ιδιοκτήτης του ακινήτου, εφόσον δεν έχει ασκηθεί αίτηση για το δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης ή έχει παρέλθει δεκαοκτάμηνο από τη δημοσίευση είτε της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης είτε της απόφασης οριστικού καθορισμού της αποζημίωσης ή δεν έχει καθορισθεί αποζημίωση εξωδίκως, αιτείται προς τον οικείο δήμο ή τον κατά περίπτωση αρμόδιο για την απαλλοτρίωση φορέα, την τροποποίηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, προκειμένου το ακίνητο να καταστεί οικοδομήσιμο. ... ..." .

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τα πολιτικά δικαστήρια, όταν κρίνουν ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται σ' αυτά, μπορούν να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της διοικήσεως ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια.

Η έρευνα αυτή των πολιτικών δικαστηρίων περιορίζεται στο αν τα ως άνω όργανα ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους, μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών, ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων. Δηλαδή ο παρεμπίπτων έλεγχος έχει την έννοια, ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν τη διοικητική πράξη, που θεωρούν άκυρη κ.λ.π., ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στην συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2018, ΑΠ 1075/2024, ΑΠ 369/2021).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 1027/2022, 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013).

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ15/2006).

Αντίστοιχα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 357/2018, ΑΠ1445/2017, ΑΠ 2267/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 3 αριθ. 2 του Ν. 4315/2014 με την μη εφαρμογή της, ενώ ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, καθ' όσον από την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου με το οποίο επεβλήθη η ρυμοτομική απαλλοτρίωση παρήλθε δεκαπενταετία, με συνέπεια να έχει αρθεί αυτοδικαίως η επίδικη απαλλοτρίωση.

Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 3 του Ν. 4315/2014, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέα. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, δεν προέκυψε σε ποιες ιδιοκτησίες αφορούσε η επικαλούμενη από τους αναιρεσιβλήτους αυτοδίκαιη άρση της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως και ότι έγινε μεταγραφή της υπ' αριθ. 1790/2016 διαπιστωτικής πράξεως - αποφάσεως περί άρσεως της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο, ώστε να παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι πάντων.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 12 παρ. 7ε' Ν. 1337/1983, δεχόμενο εσφαλμένα ότι ήταν δυνατή η απόδοση του επιδίκου εδαφικού τμήματος στους αναιρεσιβλήτους, ενώ εκκρεμούσε η αίτηση ανακλήσεως της πράξεως εφαρμογής στο διοικητικό δικαστήριο.

Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 12 παρ. 7ε' Ν. 1337/1983, διότι η εκ μέρους των αναιρεσειόντων άσκηση προσφυγής ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία ζητούν την ακύρωση της αποφάσεως του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η ενδικοφανής προσφυγή τους περί ακυρώσεως της 4/2015 διορθωτικής πράξεως εφαρμογής, καθώς και της αποφάσεως της Δ/νσεως Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, με την οποία ακυρώθηκε η άνω ΔΠΕ, δεν αναστέλλει την άμεση εκτελεστότητα της κυρωθείσης πράξεως εφαρμογής που για λόγους ταχείας περατώσεως του πολεοδομικού σχεδιασμού της έχει προσδώσει ο νόμος.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-6-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ. 69/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ