Legislator Case Law & Legislation
1579/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort liability, rejecting challenge to lower court's evidence assessment and burden of proof allocation.

Case Number 1579/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's final judgment regarding tort liability. The appellant argued the lower court failed to properly weigh evidence and lacked reasoning for its findings on the existence of a road prior to 1923. The court held that the appeal was inadmissible because it attacked the factual evaluation and evidence weighting rather than pointing to a specific omission of facts required for admissibility under Article 561 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging the factual evaluation and weighting of evidence without alleging a specific omission of facts is inadmissible as it attempts to re-evaluate the court's discretionary assessment.

Keywords

AI generated
tort liability evidence weighting admissibility of appeal factual evaluation burden of proof Code of Civil Procedure discretionary assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 1, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Articles 297, 298, 299, 330 of the Civil Code
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1579 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1579/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Γ., κατοίκου Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λιάρο - Παπαχαραλάμπους και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Σ., 2) Α. συζύγου Α. Κ., το γένος Β. Β., κατοίκων Σ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κυριακή Πριόνα και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/9/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Α..

Εκδόθηκε η 1110/2016 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Α.. Επιπλέον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Α. την από 3/1/2017 συμπληρωματική αγωγή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4088/2017 όπως αυτή διορθώθηκε με την 428/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και 2981/2020 του Τριμελούς Εφετείου Α.. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/5/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 17-5-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της 2981/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Α. ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: (α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), (β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή της παράλειψης του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, (γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια, (δ) πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας, η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1027/2021, 1115/2015, ΑΠ 50/2002).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 εδ. α' ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' της ίδιας διάταξης, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από λήπτη, το οποίο μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη.

Ειδικότερα από τον κανόνα του άρθρου 904 ΑΚ προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, με βάση την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, αν δηλαδή η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 261/2020).

Κατά την ως άνω διάταξη προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: (α) ο πλουτισμός του υποχρέου, (β) επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, (γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και (δ) έλλειψη νόμιμης αιτίας. Κυρίαρχο στοιχείο στην αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αποτελεί ο πλουτισμός του δανειστή από την περιουσία του λήπτη και κατ' αυτό, καθώς και στη συνδρομή των στοιχείων της υπαιτιότητας, η σχετική αξίωση διαφοροποιείται σε μεγάλο βαθμό από την αξίωση από αδικοπραξία, κυρίαρχο στοιχείο της οποίας αποτελεί η επέλευση ζημίας στον δανειστή από υπαιτιότητα του ζημιώσαντος, ακόμη κι αν ουδείς πλουτισμός περιήλθε στον τελευταίο.

Επίσης, από το άρθρο 904 ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι από την άποψη του ουσιαστικού δικαίου επιβοηθητικής φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΟλΑΠ 2/2019, 23/2003), εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και ασκείται υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 261/2020, 104/2003, 1773/2007, 16/2008).

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, όταν δηλαδή η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, αρκεί για τη νομική πληρότητα της επικουρικής βάσης, να γίνεται απλή επίκληση των προαναφερθεισών τεσσάρων προϋποθέσεων του άρθρου 904 ΑΚ (με στοιχεία α` έως δ`), χωρίς να είναι αναγκαία στη δικονομικώς αυτή ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής, η επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος των προϋποθέσεων ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από έγκυρη σύμβαση ή από αδικοπραξία, αφού η έλλειψη των σχετικών στοιχείων, που διαφοροποιεί τις δύο αξιώσεις, θα διαγνωσθούν δικαστικά στην ίδια δίκη και θα είναι δεδομένες κατά την επακολουθούσα εξέταση της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 1027/2021, 1468/2010, πρβλ.

ΟλΑΠ 2/2019). Έλλειψη νόμιμης αιτίας που θεμελιώνει αξίωση απόδοσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού υπάρχει και όταν αιτία της παροχής αποτελεί παράνομη δικαιοπραξία εξαιτίας απαγορευτικής διατάξεως νόμου, προϋπόθεση που την καθιστά άκυρη κατ' άρθρο 174 ΑΚ, αυτονοήτως δε όταν ο ίδιος ο νόμος προβλέπει απόλυτη ακυρότητα τέτοιας δικαιοπραξίας, με συνέπεια η δικαιοπραξία να θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 180 ΑΚ, ως μη γενομένη.

Στην περίπτωση αυτή μπορεί, εφόσον γίνεται επίκληση ακυρότητας της δικαιοπραξίας για συγκεκριμένους λόγους, να ασκηθεί και ευθεία (και όχι επικουρική) αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ειδικότερα για το νόμιμο και ορισμένο της ευθείας εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού αγωγής, της στηριζόμενης σε άκυρη δικαιοπραξία, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α` ΚΠολΔ, εκτός από τα προαναφερόμενα απαραίτητα κατ' άρθρο 904 ΑΚ στοιχεία, και τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα και συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της ωφελείας του εναγομένου δεν είναι νόμιμη (ΑΠ 261/2020, 501/2016, πρβλ και ΑΠ 61/2022), με συνέπεια να λείπουν οι προϋποθέσεις αξιώσεως (αγωγής) από τη δικαιοπραξία, ώστε να ενεργοποιείται απευθείας η παραπάνω επιβοηθητικής, από άποψη ουσιαστικού δικαίου, φύσεως αξίωση.

Η ευθεία αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που θεμελιώνεται στην επικαλούμενη ακυρότητα της δικαιοπραξίας (συνήθως συμβάσεως), από την οποία προήλθε ο πλουτισμός του λήπτη, αποτελεί αυτοδύναμη και αυτοτελή αξίωση βάσει του άρθρου 904 ΑΚ και μπορεί να σωρεύεται με αγωγή, που στηρίζεται σε αδικοπραξία, είτε κυρίως, είτε κατά δικονομική επικουρικότητα υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση απόρριψης της κύριας βάσης της από αδικοπραξία.

Εάν αυτή ασκείται επικουρικώς, το δικαστήριο υποχρεούται να ερευνήσει την επικουρική βάση της αγωγής, που θεμελιώνει αυτοτελή νόμιμη αξίωση, εάν απορριφθεί για οποιονδήποτε λόγο, η κύρια βάση, που στηρίζεται αναγκαίως, έστω και εν μέρει, σε διαφορετικά, απαιτούμενα από τον νόμο για τη στοιχειοθέτηση αδικοπραξίας πραγματικά περιστατικά, όπως στη συνδρομή του στοιχείου της υπαιτιότητας (ΑΠ 1027/2021, 1468/2010, 16/2008) ή και στην τυχόν τέλεση αδικήματος.

Από την άποψη δε του δικονομικού πλέον δικαίου, στο άρθρο 219 ΚΠολΔ, που αφορά στη σώρευση επικουρικής βάσεως στην αγωγή υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της, ουδεμία περαιτέρω προϋπόθεση τίθεται για την πλήρωση αυτής της αιρέσεως και δη ουδόλως προβλέπεται ότι αυτή πληρούται μόνον όταν η κύρια βάση απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και ότι αυτή δεν πληρούται όταν η κύρια βάση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, παραδείγματος χάριν λόγω αοριστίας της ή ως μη νόμιμη.

Μία τέτοια πρόσθετη προϋπόθεση θα αντέβαινε στον σκοπό της οικονομίας της δίκης, που εξυπηρετείται με την πρόβλεψη για τη δυνατότητα επικουρικής σώρευσης, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 106 και 559 αρ. 9 γ ΚΠολΔ. Η συνδρομή του επιβοηθητικού από άποψη ουσιαστικού δικαίου χαρακτήρα της επικουρικώς ασκούμενης αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού αφορά την ερευνώμενη από το δικαστήριο και διαφοροποιούμενη κατά περίπτωση, σύμφωνα με τα προδιαλαμβανόμενα, νομιμότητα και πληρότητά της, δεν καθιστά πάντως απαράδεκτη τη συζήτησή της κατά το δικονομικό δίκαιο, όταν η κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, προκειμένου να επανεγερθεί αγωγή από την κύρια βάση και να κριθεί αν συντρέχει περίπτωση ευθύνης του εναγομένου από αυτήν.

Επομένως, όταν απορριφθεί για τυπικούς λόγους η κύρια βάση αγωγής στηριζόμενης σε αδικοπραξία, επιβάλλεται, κατά το δικονομικό δίκαιο, η έρευνα της επικουρικής βάσης της, που στηρίζεται σε διαφοροποιούμενη ευθεία αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ενώ κρίσιμο ζήτημα σε αυτή την περίπτωση αποτελούν τα απαραίτητα στοιχεία για το νόμιμο και ορισμένο της επικουρικής αυτής βάσης κατά τα προεκτιθέμενα, τα οποία ενδέχεται να μην απαιτούνται όταν η κύρια βάση απορρίπτεται κατ' ουσίαν (κυρίως όταν, κατά παραδοχή ενστάσεως παραγραφής, που προβάλλεται αναγκαίως από τον εναγόμενο, απορρίπτεται κατ' ουσίαν η βάση από την αδικοπραξία, οπότε ενεργοποιείται τυχόν υφιστάμενη αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό κατ' άρθρο 938 ΑΚ, χωρίς ο ενάγων να υποχρεούται εκ των προτέρων να αναφερθεί σε τέτοια προϋπόθεση, προκειμένου να τη θεμελιώσει:

ΟλΑΠ 2/2019).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή το απαράδεκτο πρέπει να χαρακτηρίζεται ως δικονομική (ΑΠ 190/2021, 1324/2019) και συγκεκριμένα ο ανωτέρω λόγος στοιχειοθετείται μόνον όταν πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 1331/1985, ΑΠ 190/2021, 933/2019, 623/2015).

Κατά την έννοια δε του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, 4/2005).

Η έλλειψη πάντως μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ` αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του (190/2021, 78/2020).

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος, που ασκείται, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται (ΑΠ 116/2021, 1701/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο λόγο της αίτησής του: α) κατά το πρώτο του σκέλος, πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι, μετά την απόρριψη ως αόριστης της κύριας βάσης της κατ' αυτού στρεφόμενης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, που στηριζόταν σε τελεσθείσα εκ μέρους του αδικοπραξία εις βάρος τους, το Εφετείο όφειλε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της επικουρικής βάσης αυτής, που στηριζόταν στον αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω της επιβοηθητικής φύσεως αυτής της αξίωσης, β) κατά το δεύτερο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμησή του, πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι η ανωτέρω επικουρική βάση της αγωγής έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη, άλλως ως αόριστη (λόγω νομικής της αοριστίας), διότι η προβαλλόμενη με αυτήν επιβοηθητικής φύσεως αξίωση στηριζόταν στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηριζόταν και η κύρια βάση της αγωγής.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και της συμπληρωματικής αγωγής των αναιρεσιβλήτων και την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι στήριξαν την κύρια βάση της αγωγής τους σε αδικοπραξία, την οποία αποπειράθηκαν να θεμελιώσουν στην τέλεση ποινικού αδικήματος απάτης του αναιρεσείοντος εις βάρος τους, επικαλούμενοι ότι αυτός τους πώλησε και τους μεταβίβασε έναντι του αναφερόμενου τιμήματος το εκτός σχεδίου ακίνητο ως άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ γνώριζε ότι αυτό δεν είχε τις ανωτέρω ιδιότητες, προερχόμενο από κατάτμηση μεγαλύτερου αγροτικού ακινήτου (γηπέδου), στο οποίο σχηματίσθηκαν, χωρίς να πληρούνται νόμιμες προϋποθέσεις κοινόχρηστοι χώροι και συγκεκριμένα κοινόχρηστες οδοί, η δε μεταβίβασή του στους ίδιους δεν ήταν επιτρεπτή κατ' άρθρα 20 παρ. 1 και 29 παρ. 4 εδ.

β ν.δ. της 17-7-1923, με συνέπεια η σχετική μεταξύ τους υποσχετική και εκποιητική δικαιοπραξία να είναι απολύτως άκυρη. Αυτή η κύρια βάση της αγωγής τους (που μπορούσε να επιστηρίξει επιπλέον της αποζημίωσής τους για το καταβληθέν τίμημα κονδύλια, όπως αυτό της αιτηθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης) απορρίφθηκε τελεσιδίκως και αμετακλήτως από το Εφετείο (εφόσον η σχετική διάταξη δεν προσβλήθηκε με αίτηση αναίρεσης) ως αόριστη λόγω μη επίκλησης πρόσφορου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου- αναιρεσείοντος και της ζημίας τους, διότι οι αναιρεσίβλητοι- ενάγοντες δεν επικαλούντο ότι από τις σχετικές ψευδείς παραστάσεις εκείνου οι ίδιοι πείσθηκαν και παρασύρθηκαν στην κατάρτιση της άκυρης δικαιοπραξίας, στην οποία δεν θα προέβαιναν διαφορετικά.

Με την επικουρική βάση της αγωγής τους, τη στηριζόμενη σε αξίωσή τους από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι αναιρεσίβλητοι προέβαλαν όλα τα απαραίτητα στοιχεία για ευθεία, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, θεμελίωση της αξίωσής τους προς επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε το Εφετείο, κρίνοντας τη βάση αυτή ορισμένη και νόμιμη, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος.

Συγκεκριμένα οι ενάγοντες ανέφεραν προς επιστήριξη της ανωτέρω επικουρικής βάσης της αγωγής τους τον πλουτισμό του πωλήσαντος και μεταβιβάσαντος σε αυτούς το παραπάνω ακίνητο αναιρεσείοντος από την περιουσία τους και προς ζημία τους και δη τον πλουτισμό του τον συνιστάμενο στη λήψη του τιμήματος, το οποίο του κατέβαλαν (και σε άλλες, μη επιδικασθείσες, δαπάνες, στις οποίες οι ίδιοι προέβησαν σε σχέση με το πωληθέν ακίνητο), την έλλειψη νόμιμης αιτίας γι' αυτό τον πλουτισμό του λόγω της απόλυτης, προβλεπόμενης από τις ανωτέρω συγκεκριμένες διατάξεις, ακυρότητας της μεταξύ τους συναφθείσας δικαιοπραξίας για τους ίδιους αναφερόμενους και στην κύρια βάση της αγωγής τους λόγους (άκυρη μεταβίβαση κυριότητας λόγω πωλήσεως ακινήτου προερχομένου από κατάτμηση εκτός σχεδίου πόλεως, κώμης κλπ γηπέδου, εντός του οποίου σχηματίσθηκε κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων κοινόχρηστη οδός, εφαπτόμενη του πωληθέντος) και στην αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του αναιρεσείοντος και της ζημίας τους, αφού αυτός προκλήθηκε λόγω άκυρης πώλησης και μεταβίβασης.

Η αξίωση, που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες με την επικουρική αυτή βάση της αγωγής τους, τη στηριζόμενη στην ακυρότητα της δικαιοπραξίας, είναι από άποψη ουσιαστικού δικαίου επιβοηθητικής φύσεως, εφόσον αυτή ασκείται ακριβώς διότι, λόγω της επικαλούμενης σαφώς ακυρότητας, λείπουν οι προϋποθέσεις αξίωσής τους (αγωγής) από τη δικαιοπραξία.

Σε κάθε δε περίπτωση, τα πραγματικά περιστατικά που επικαλούνται για τη θεμελίωσή της, έστω κι αν εν μέρει, όπως είναι επόμενο, συμπίπτουν με τα επικαλούμενα περιστατικά της κύριας βάσης της αγωγής τους, που στηριζόταν στην αδικοπραξία της απάτης, ταυτοχρόνως όμως διαφοροποιούνται από εκείνα, δεδομένου ότι για τη νομική θεμελίωση της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν απαιτείται (και δεν περιλαμβάνεται σε αυτή τη βάση) το στοιχείο της υπαιτιότητας του εναγομένου, που πλούτισε αδικαιολόγητα, ούτε παράσταση εκ μέρους του ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η απόκρυψή τους ενώ τα γνώριζε με συνέπεια να πεισθούν για την κατάρτιση της άκυρης δικαιοπραξίας, τα οποία ήταν αντίθετα αναγκαία για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής του ευθύνης.

Από την άποψη δε του δικονομικού δικαίου η απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής ως αόριστης, ουδόλως καθιστά, σύμφωνα και με τις προπαρατιθέμενες σκέψεις, απαράδεκτη την συζήτηση της επικουρικής βάσεως της ευθείας στην κρινόμενη περίπτωση, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που περιέχει αυτοτελώς όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τη νομιμότητα και το ορισμένο της.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ' αμφότερα τα σκέλη του. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 559 αριθ. 4 και 580 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε επί υποθέσεως που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του (ΟλΑΠ 293/1981).

Με τις διατάξεις δε του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2), το δε άρθρο 95 του Συντάγματος προβλέπει, μεταξύ άλλων, την ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας (παρ. 1 περ.

α ), και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (παρ. 3) επί των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών. Οι συνταγματικές αυτές διατάξεις χαράσσουν το όριο μεταξύ ακυρωτικών και διοικητικών διαφορών ουσίας, καθώς και μεταξύ της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου Επικρατείας ή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αφενός, και της γενικής αρμοδιότητας των πολιτικών δικαστηρίων, αφετέρου.

Κατ' άρθρο 1 περ. α ΚΠολΔ, ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, ενώ κατ' άρθρο 2 ΚΠολΔ, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια και επιτρέπεται μόνο να εξετάζουν ζητήματα που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές οι οποίες προκύπτουν από τη διατάραξη εννόμων σχέσεων ή καταστάσεων διεπομένων από κανόνες του δημοσίου δικαίου και ειδικότερα οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993, ΑΕΔ 10/1989).

Στις διαφορές αυτές υπάγονται και εκείνες που προκύπτουν από υλικές ενέργειες που τελέσθηκαν σε συνάρτηση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξ αιτίας της και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα του οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 5/1995).

Στην τελευταία αυτή κατηγορία περιλαμβάνονται επίσης, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντ/τος, και οι διαφορές από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό, είναι σχέση δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, πρβλ και ΑΕΔ 1/2016, 11/2013, 3/2012, ΑΠ 891/2018). Αντίθετα ιδιωτικές είναι οι διαφορές, οι οποίες προκύπτουν από την αμφισβήτηση περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης συγκεκριμένου προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα (ΑΠ 202/2021, 159/2021, 485/2008, 1485/2008, 1800/1987).

Έτσι ιδιωτικές είναι οι διαφορές από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό, είναι σχέση ιδιωτικού δικαίου κατά την αμέσως προαναφερόμενη έννοια. Σύμφωνα με αυτά ιδιωτική διαφορά, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αποτελεί η διαφορά μεταξύ των υποκειμένων της βιοτικής σχέσης- ιδιωτών διαδίκων, που εισήχθη προς κρίση με την αγωγή των αναιρεσιβλήτων με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η οποία στηριζόταν στις υποκείμενες σχέσεις της αδικοπραξίας του αναιρεσείοντος εις βάρος των αναιρεσιβλήτων κατά την κύρια βάση της και στον αδικαιολόγητο πλουτισμό εκείνου εις βάρος αυτών κατά την ενδιαφέρουσα εν προκειμένω επικουρική της βάση, πλουτισμό προερχόμενο από άκυρη μεταξύ τους καταρτισθείσα δικαιοπραξία πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου ανήκοντος στον αναιρεσείοντα, ανεξαρτήτως αν η ακυρότητα αυτή προβλέπεται από διατάξεις που αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση δημόσιων σκοπών.

Επομένως αβάσιμος είναι ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων επιχειρεί να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι η μεταξύ αυτού και των αναιρεσιβλήτων διαφορά υπαγόταν στα διοικητικά δικαστήρια και καταλογίζοντας στο Εφετείο υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.

Το άρθρο 411 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Κ.Β.Π.Ν.: π.δ. από 14/27.7.1999), στο οποίο κωδικοποιούνται το άρθρο 20 παρ.1 - 4 του ν.δ. της 17.7-16.8.1923 (Α' 228) και το β.δ. της 4- 16.1.1924 (Α' 8), με το οποίο τέθηκαν σε ισχύ οι διατάξεις του παραπάνω άρθρου 20, προβλέπει τα εξής: "1. Δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε μεταβίβαση της κυριότητας μέρους ή όλου του γηπέδου, στο οποίο ο ιδιοκτήτης σχημάτισε ή αναγνώρισε κοινόχρηστους χώρους που τυχόν σχηματίστηκαν χωρίς τη θέλησή του (ιδιωτικές οδούς, πλατείες κλπ), ή δεν τους σχημάτισε ούτε τους αναγνώρισε, αλλά επιδιώκει το σχηματισμό ή την αναγνώρισή τους με τη μεταβίβαση αυτή.

Στην έννοια του σχηματισμού κοινόχρηστων χώρων περιλαμβάνεται ο περιορισμός ή η παραίτηση δικαιωμάτων στα παραπάνω γήπεδα που γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο, με ιδιωτική πρωτοβουλία ή συμφωνία, με σκοπό τον άμεσο ή έμμεσο σχηματισμό των χώρων αυτών. Κάθε μεταβίβαση της κυριότητας που γίνεται κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων είναι αυτοδικαίως άκυρη.

Η διάταξη αυτή περί ακυρότητας ισχύει και αν ακόμη δεν έχει γίνει σε κάποια επίσημη πράξη σαφής μνεία του σχηματισμού των παραπάνω κοινόχρηστων χώρων, αλλά εμμέσως προκύπτει από τις μεταβιβάσεις που έγιναν ότι αυτές έχουν σκοπό το σχηματισμό των χώρων αυτών και εν γένει την εφαρμογή ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας. 2.

Για τα εντός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων γήπεδα επιτρέπεται, με ορισμένες προϋποθέσεις και όρους, η παρέκκλιση από τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου μέχρι οποιοδήποτε βαθμό. Τα σχετικά με την παρέκκλιση και τις προϋποθέσεις και όρους αυτής κανονίζονται με π. δ/τα, που εκδίδονται μετά από σύμφωνη γνώμη του ΚΣΧΟΠ εφάπαξ για κάθε πόλη, κώμη κλπ.

ή για κάθε τμήμα τους ή και για κάθε ειδική περίπτωση. 3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν ισχύουν προκειμένου περί γηπέδων που καλλιεργούνται και βρίσκονται εκτός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων, στα οποία σχηματίζονται ιδιωτικές οδοί για μεταφορά των προϊόντων, εφόσον εκ των πραγμάτων προκύπτει ότι ο σχηματισμός τους έχει σκοπό μόνο τη μεταφορά αυτή και όχι την εφαρμογή ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας και τη βάσει αυτού κατάτμηση των γηπέδων σε μικρά τμήματα.

Επίσης δεν ισχύουν οι διατάξεις της ίδιας παραγράφου 1: α) για κάθε περαιτέρω μεταβίβαση της κυριότητας γηπέδων, των οποίων έχει ήδη αυτή μεταβιβαστεί κατά παράβαση των διατάξεων της παραπάνω παραγράφου, πριν από την ημερομηνία που ορίζεται στην παρ. 5, εφόσον δεν επέρχεται αύξηση της επιφάνειας των κοινόχρηστων χώρων που σχηματίστηκαν με ιδιωτική πρωτοβουλία πριν την ημερομηνία αυτή, και β) ως προς τα εντός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων γήπεδα, στα οποία σχηματίστηκαν με ιδιωτική πρωτοβουλία, πριν από την οριζόμενη στην παρ. 5 ημερομηνία, κοινόχρηστοι χώροι (ιδιωτικές οδοί κλπ.), εφόσον η κυριότητα τμημάτων των γηπέδων αυτών μεταβιβάστηκε ήδη πριν από την ημερομηνία αυτή και δεν έχει γίνει μεταγενέστερα αύξηση των κοινόχρηστων χώρων που σχηματίστηκαν αρχικά. 4.

Ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων αποφαίνεται ύστερα από γνώμη του ΚΣΧΟΠ για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αν η μεταβίβαση της κυριότητας γηπέδου έγινε με σκοπό το σχηματισμό σε αυτό κοινόχρηστων χώρων και εν γένει την εφαρμογή ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας ή για απλή μεταφορά προϊόντων, αν έχει γίνει ή όχι αύξηση της έκτασης των κοινόχρηστων αυτών χώρων και ποια είναι η θέση και η έκταση αυτών και ειδικότερα πότε υπάρχει περίπτωση εφαρμογής των εξαιρέσεων α και β της προηγούμενης παραγράφου.

Σε περίπτωση ενστάσεων των ενδιαφερομένων ο Υπουργός μπορεί να αναθεωρήσει την αρχική απόφαση του μόνο μια φορά. Περίληψη των παραπάνω αποφάσεων του Υπουργού και της σχετικής γνωμοδότησης του ΚΣΧΟΠ δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 5. Οι απαγορεύσεις του άρθρου αυτού ισχύουν από την 1.6.24, εκτός από αυτές που αφορούν σε γήπεδα που βρίσκονται εκτός των πόλεων, κωμών κλπ.

και εκποιούνται με βάση μη εγκεκριμένα σχέδια οικισμών, για τα οποία οι απαγορεύσεις ισχύουν από την 1.3.24". Το άρθρο δε 412 του ΚΒΠΝ, το οποίο αποδίδει το άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου 1448/1950, ορίζει ότι: "Η ακυρότητα των πράξεων μεταβίβασης ακινήτων που γίνονται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 410 και 411 είναι απόλυτη.

Η ακυρότητα αυτή αίρεται αναδρομικά από την έκδοση της διοικητικής πράξης για την επέκταση του σχεδίου πόλης σύμφωνα με το άρθρο 410 ή για την έγκριση κοινόχρηστων χώρων που σχηματίστηκαν ή που αναγνωρίστηκαν ότι έχουν σχηματιστεί ή που επιδιώχτηκε να σχηματιστούν κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 411 είτε σύμφωνα με την πρόβλεψη που έγινε γι' αυτούς είτε με άλλο τρόπο (έγκριση ή επέκταση του σχεδίου στην περιοχή που βρίσκονται ή μεμονωμένη έγκριση των χώρων, εάν βρίσκονται μέσα στα πολεοδομικά σχέδια όπως έχουν, ή με διαφορετική διάταξη ή υπό όρους)".

Με τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 411 του Κ.Β.Π.Ν. (άρθρο 20 του ν.δ. της 17.7-16.8.1923), οι οποίες αποσκοπούν στην εξασφάλιση του αναγκαίου κρατικού ελέγχου στον πολεοδομικό σχεδιασμό και της δόμηση γενικά και, ειδικότερα, στην παρεμπόδιση της δημιουργίας ιδιωτικών σχεδίων ρυμοτομίας, απαγορεύθηκε, κατ' αρχήν, από τη θέση τους σε ισχύ και εφ' εξής, η με οποιονδήποτε τρόπο δημιουργία οδών ή άλλων κοινοχρήστων χώρων με ιδιωτική βούληση (ΣτΕ 848/2018, 3965/2015, 748/2014, 1828/2008, 2521/ 2000).

Ενόψει δε της διατύπωσης και του σκοπού τους, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται σε περιοχές που βρίσκονται είτε εντός είτε εκτός σχεδίου (ΣτΕ 749/2014, 2521/2000). Επιτρέπεται πάντως, κατά παρέκκλιση από την προαναφερθείσα απαγόρευση, η αναγνώριση από τη Διοίκηση, κατά τη διαδικασία της παραγράφου 4 του ανωτέρω άρθρου, κοινοχρήστων χώρων κειμένων εκτός σχεδίου πόλεως ως σχηματισθέντων από ιδιώτες πριν από τη θέση σε ισχύ των εν λόγω απαγορευτικών διατάξεων (ΣτΕ 1305/2018, 4990/2014, 2521/2000).

Η αρμοδιότητα αναγνώρισης οδών ως προϋφισταμένων των ανωτέρω οριζομένων ημερομηνιών κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 20 του Ν.Δ/τος της 17.7.1923, είχε περιέλθει στον Νομάρχη (πρβλ. ΣτΕ 966/2006, 58/2005), κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 του νόμου 3200/1955 και του ν.δ. 532/1970 (ΣτΕ 2983/2009). Το από 24.5.1985 προεδρικό διάταγμα με αντικείμενο την "Τροποποίηση των όρων και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των νομίμων ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών", το οποίο εκδόθηκε κατ' επίκληση διατάξεων του ν.δ.

της 17.7.1923 και του ΓΟΚ 1973 (ν.δ. 8/1973) και το περιεχόμενο του οποίου αποδίδεται στα άρθρα 162 και επ. του ως άνω ΚΒΠΝ, προβλέπει στο άρθρο 1 τους όρους και περιορισμούς δόμησης που ισχύουν κατά τον κανόνα (παρ. 1) και κατά παρέκκλιση (παρ. 2) για τα γήπεδα που βρίσκονται εκτός ρυμοτομικών σχεδίων και εκτός των ορίων των προ του 1923 οικισμών.

Στην περίπτωση α' της παρ. 1 του άρθρου 1 του ανωτέρω προεδρικού διατάγματος, ειδικότερα, όπως η περ. α' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3212/2003, τίθεται ο βασικός κανόνας ότι, προκειμένου να δομηθεί γήπεδο εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμού προϋφισταμένου του 1923, απαιτούνται ως όροι δόμησης "ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τετραγωνικά μέτρα και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο είκοσι πέντε (25) μέτρα ...".

Η επόμενη παρ. 2 προβλέπει και διάφορες κατά παρέκκλιση αρτιότητες (2.000, 1.200 και 750 τ.μ.) των γηπέδων, υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, ότι τα γήπεδα αυτά είχαν σε διάφορους χρόνους "πρόσωπο σε Διεθνείς Εθνικές, Επαρχιακές, Δημοτικές και Κοινοτικές οδούς, καθώς και σε εγκαταλελειμμένα τμήματα αυτών και σε σιδηροδρομικές γραμμές ...", περιέχει δε ορισμό μόνο των δημοτικών και κοινοτικών οδών και προβλέπει διαδικασία αναγνώρισής τους, ως εξής: "Ως Δημοτικοί ή Κοινοτικοί οδοί για την εφαρμογή του παρόντος θεωρούνται οι οδοί που ενώνουν οικισμούς του αυτού δήμου ή κοινότητας μεταξύ των, ή οικισμούς όμορων δήμων ή κοινοτήτων ή με Διεθνείς Εθνικές ή Επαρχιακές οδούς.

Σε περίπτωση που μεταξύ των προαναφερομένων οικισμών υπάρχουν περισσότερες της μιας δημοτικοί ή κοινοτικοί οδοί που συνδέουν αυτούς, οι διατάξεις της παρούσης περίπτωσης έχουν εφαρμογή μόνο σε γήπεδα που έχουν πρόσωπο στην κυριότερη από τις οδούς αυτές. Η αναγνώριση των οδών αυτών σε κυριότερους ή μοναδικούς γίνεται με απόφαση του οικείου Νομάρχη (ήδη δε με την έκδοση προεδρικού διατάγματος:

ΣτΕ 4046/2015, 3695/2015, 1671/2014), μετά από γνώμη του Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος του νομού ..." (άρθρο 162 παρ. 1 και 2 ΚΒΠΝ). Κατά την έννοια των ανωτέρω περιοριστικών της δόμησης διατάξεων του από 24.5.1985 π.δ/τος, οι οποίες αποβλέπουν, πρωτίστως, στη διαφύλαξη του κατά τα εκτεθέντα ιδιαίτερου χαρακτήρα των εκτός σχεδίου περιοχών και στην αποφυγή καταστρατήγησης πάγιων πολεοδομικών κανόνων ορθολογικής δόμησης, η κατ' εξαίρεση επιτρεπόμενη στις περιοχές αυτές δόμηση τελεί υπό την προϋπόθεση ότι πληρούται ο βασικός κανόνας δόμησης της εν γένει πολεοδομικής νομοθεσίας, κατά τον οποίο δομήσιμα είναι τα οικόπεδα που έχουν πρόσωπο, κοινό όριο δηλαδή, σε κοινόχρηστο χώρο νομίμως υφιστάμενο, μη προκύψαντα από ιδιωτική βούληση, εφόσον με τις ανωτέρω διατάξεις δεν προβλέπεται ρητώς εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν, διαφορετικά θα καθίστατο δυνατή η δόμηση σε εκτός σχεδίου περιοχές υπό όρους ευνοϊκότερους από την ανωτέρω άποψη, ακόμη και εκείνων που ισχύουν στις εντός σχεδίου περιοχές (βλ.

ΣτΕ 848/2018, ΣτΕ 4046/2015, 3695/2015, 1671/2014, 3504/2010). Εξάλλου τα κοινής χρήσης πράγματα, δηλαδή αυτά που βρίσκονται στην άμεση διάθεση κάθε προσώπου για διαρκή χρήση σύμφωνη με τον προορισμό τους, αποκτούν την ιδιότητα αυτή: α) από τον νόμο, ήτοι με το χαρακτηρισμό τους ως τέτοιων από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλης, β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα με σκοπό να καταστεί το συγκεκριμένο ακίνητο κοινόχρηστο, για την παραίτηση όμως αυτή απαιτείται δήλωση του κυρίου περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβαλλόμενη σε μεταγραφή, αφού περιέχει κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν. 3 παρ. 2 Πανδ. 43.7) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από Κοινότητα ή Δήμο ή από τους δημότες αυτών μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινόχρηστου, εφόσον η αρχαιότητα στην άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας.

Ειδικότερα, οι ιδιωτικοί δρόμοι και πλατείες είναι κοινής χρήσης χώροι, που έχουν δημιουργηθεί με ιδιωτική πρωτοβουλία, δηλαδή με συνεισφορά των κυρίων των παρακειμένων ακινήτων μέσα ή έξω από τα εγκεκριμένα σχέδια πόλης για τη λειτουργική εξυπηρέτηση των ακινήτων αυτών και δεν έχουν χαρακτηρισθεί ως εθνικοί, επαρχιακοί, δημοτικοί ή κοινοτικοί.

Διάταξη νόμου, που να προβλέπει διαδικασία χαρακτηρισμού οδών ως δημοτικών ή κοινοτικών (και αγροτικών, οι οποίες αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία δημοτικών ή κοινοτικών οδών: ΣτΕ 1927/1986, 748/1984, 2223/1982 και δεν καθιστούν πάντως τα γήπεδα, με τα οποία συνορεύουν, οικοδομήσιμα: ΣτΕ 665/2018, 4046/2015) δεν υφίσταται (ΣτΕ 4391/2009, 1603/2008, 1652/2004), σε αντίθεση με το χαρακτηρισμό των εθνικών και επαρχιακών οδών με διάταγμα (άρθρα 2, 3 του ν. 3155/55, ΣτΕ 803/85, 748/84, 2223/82).

Ενόψει αυτών η ύπαρξη δημοτικής ή κοινοτικής (και αγροτικής) οδού είναι ζήτημα πραγματικό (ΑΠ 1335/ 2010, 1038/1994, ΣτΕ 4990/2014, ΣτΕ 3174/2009, 1603/2008, 2631/1996). Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα με το άρθρο 20 παρ. 1 του από 17-7/16-8-1923 νομοθετικού διατάγματος, που τέθηκε σε ισχύ από 1-7-1924 και από 1-3-1924 για τα εκτός σχεδίου ακίνητα (ν.δ. 4/11-1-1924), και κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 411 παρ. 1 του ΚΒΠΝ, απαγορεύτηκε η δημιουργία δρόμων, πλατειών κ.λ.π.

με πρωτοβουλία ιδιωτών. Η παραπάνω απαγόρευση, σύμφωνα με την παρ. 3, δεν καταλαμβάνει τους ιδιωτικούς δρόμους, που δημιουργούνται εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου για την μεταφορά των προϊόντων και όχι για την εφαρμογή ιδιωτικού ρυμοτομικού σχεδίου και τη βάσει τούτων κατάτμηση των γηπέδων σε μικρότερα ακίνητα.

Για τη διαπίστωση της δημιουργίας ενός ιδιωτικού δρόμου, πριν από την ημερομηνία ισχύος του ως άνω νομοθετικού διατάγματος, θεσπίζεται, όπως προεκτίθεται, στην παρ. 4 του άρθρου 20 (κωδικ. 411 παρ. 4 του ΚΒΠΝ), ειδική αρμοδιότητα του Υπουργού Συγκοινωνιών και μετέπειτα του Νομάρχη, που εκδίδει διαπιστωτική πράξη.

Με την πράξη αυτή διαπιστώνεται αναδρομικά η ύπαρξη ιδιωτικού δρόμου μέχρι την έναρξη ισχύος του άρθρου 20 του από 17-7/16-8-1923 νομοθετικού διατάγματος (16-1-1924). Σύμφωνα δε με το άρθρο 6 παρ. 2 εδ. γ' του νόμου 720/1977, ιδιωτικές οδοί, που έχουν σχηματισθεί μέχρι την ισχύ του νόμου 651/77 και εμφαίνονται σε τοπογραφικά διαγράμματα κατατεθειμένα σε συμβόλαια, ομοίως προ της ισχύος του ν. 651/77 καταρτισθέντα, θεωρούνται ως αγροτικοί προς εξυπηρέτηση "των παρ' αυταίς αγροτεμαχίων".

Η παραπάνω διάταξη του νόμου 720/77, καταργήθηκε με το άρθρο 43 παρ. 7 του ν. 1337/83, με συνέπεια οι ιδιωτικοί αυτοί σχηματισθέντες δρόμοι ανήκουν πλέον στην ιδιοκτησία από την οποία προήλθαν, αφού δημιουργήθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 20 του από 17-7-1923 νομοθετικού διατάγματος και δεν είχαν αποκτήσει, πριν από το ν. 720/77, χαρακτήρα κοινοχρήστου.

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι για να χαρακτηρισθεί μία οδός ως αγροτική και συνεπώς κοινόχρηστη, απαιτείται, αφενός να σχηματίστηκε πριν την έναρξη ισχύος του Ν.651/1977 και αφετέρου να εμφαίνεται ως ιδιωτική οδός σε τοπογραφικά σχέδια που είναι κατατεθειμένα σε συμβόλαια, που καταρτίσθηκαν επίσης πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 651/1977, η ιδιότητα δε της οδού ως αγροτικής διατηρείται και μετά την ισχύ του Ν.1337/1983, αφού αυτός δεν όρισε διαφορετικά (ΑΠ 652/2016, 1192/2010, ΑΠ 617/2010).

Αντίθετα, οι ιδιωτικές οδοί που αφέθηκαν από τον ιδιοκτήτη των αντίστοιχων εκτός σχεδίου εδαφικών εκτάσεων για την εξυπηρέτηση των παρόδιων οικοπέδων και δεν απόκτησαν κοινόχρηστο χαρακτήρα με τους τρόπους που προαναφέρθηκαν, ούτε στη συνέχεια εντάχθηκαν (ή καταργήθηκαν) με το σχέδιο πόλεως, δεν περιήλθαν στην κυριότητα των ΟΤΑ ως κοινόχρηστοι χώροι, αλλά εξακολουθούν να αποτελούν τμήμα της ιδιοκτησίας σε βάρος της οποίας δημιουργήθηκαν, ενόψει και του ότι ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτών δεν έγινε (όπως έγινε για τις εντός σχεδίου ιδιωτικές οδούς) κάποια ειδικότερη ρύθμιση με το ν. 1337/1983, μετά την κατάργηση των δύο τελευταίων εδαφίων του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 720/1977 (ΑΠ 1823/2014).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ειδικότερα, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επαναπροσκομίζουν και επικαλούνται με τις προτάσεις τους για να ληφθούν υπόψη προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και η υπ' αριθ. 1110/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Α.

και τα ταυτάριθμα με αυτήν πρακτικά συνεδρίασης του άνω Δικαστηρίου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου, αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ε. Θεοδώρου Τερζάκη, που καταρτίστηκε μεταξύ του Β' εκκαλούντος [εναγομένου- αναιρεσείοντος] και των Β' εφεσιβλήτων [εναγόντων- αναιρεσιβλήτων] και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ε., στον τόμο 565 και με αριθμό 13, ο άνω εκκαλών, Κ.

Μ., πώλησε και μεταβίβασε κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από τους εφεσιβλήτους - ενάγοντες, την πλήρη κυριότητα ενός αγροτικού ακινήτου, εκτός σχεδίου πόλεως, ορίων οικισμού, περιμετρικής ζώνης αυτών και ζώνης οικιστικού ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.), καθώς και εκτός ζώνης ή περιοχής που αφορούν οι απαγορευτικές διατάξεις του Ν. 1337/1983, που βρίσκεται στην τοποθεσία Κ.

Μ. περιοχής Α. Α. της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ. Α. του διευρυμένου Δ. Α. Ε., έχει έκταση 4.014,00 τ.μ., εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο ως άνω από Δεκεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β. Σ., με την επ' αυτού υπεύθυνη δήλωσή του σύμφωνα με το Ν. 651/1977 ότι τούτο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, το οποίο μετά τη νόμιμη υπογραφή του προσαρτήθηκε στο συμβόλαιο, και συνορεύει δυτικά στην πλευρά Α-Β, μέτρων 44,60, εν μέρει με ιδιοκτησία Α.

Π., πρώην του ιδίου ιδιοκτήτη και εν μέρει με την υπόλοιπη ιδιοκτησία αυτού, βόρεια στην πλευρά Β-Γ, μέτρων 90,00, με υπόλοιπη ιδιοκτησία του ιδίου, ανατολικά στην πλευρά Γ-Δ, μέτρων 44,60, επίσης με υπόλοιπη ιδιοκτησία του ιδίου και νότια στην πλευρά Δ-Α, μέτρων 90,00, με αγροτική οδό. Το παραπάνω ακίνητο αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου, έκτασης είκοσι δύο (22) στρεμμάτων, που ο μεταβιβάσας πωλητής απέκτησε από κληρονομία της αποβιώσασας την 2-8-2005 μητέρας του, Θ.

χήρας Γ. Μ., δυνάμει της υπ' αριθ. 21202/2-11-1995 δημόσιας διαθήκης της, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. 592/13-10-2005 πρακτικό δημοσίευσης του Πρωτοδικείου Χαλκίδας, την οποία κληρονομιά αποδέχθηκε με την υπ' αριθ. 32.416/2006 πράξη αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ε., στον τόμο 556 και με αριθμό 47.

Σύμφωνα με τον τελευταίο αυτόν τίτλο το κληρονομιαίο ακίνητο των 22 στρεμμάτων είναι εκτός σχεδίου πόλεως, ορίων οικισμού, περιμετρικής ζώνης αυτών και ζώνης οικιστικού ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.), καθώς και εκτός ζώνης ή περιοχής που αφορούν οι απαγορευτικές διατάξεις του Ν. 1337/1983, βρίσκεται στην τοποθεσία Κ. Μ. περιοχής Α.

Α. της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ. Α. του διευρυμένου Δ. Α. Ε., και συνορεύει δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Σ., πρώην της άνω κληρονομουμένης και εν μέρει με αγροτικό δρόμο, νότια με άλλο αγροτικό δρόμο και εν μέρει με ιδιοκτησίες Φ. Κ. και Α. Ι. και ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Φ. Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ.

Κ.. Στην άνω κληρονομούμενη είχε περιέλθει σε ακόμη μεγαλύτερη έκταση 70 στρεμμάτων περίπου, η οποία συνόρευε γύρωθεν από δύο μέρη με δρόμο και πρώην ιδιοκτησίες Κ. και Ν. I. (Μ.), από αδιατίμητη προίκα του προϊσχύσαντος δικαίου, που συνέστησε γι' αυτήν στον πρώτο σύζυγό της Α. Β., που απεβίωσε, όπως φαίνεται από τα πιστοποιητικά του Προέδρου της Κοινότητας Ε., που προσαρτήθηκε στο υπ' αριθ. 11105/1962 συμβόλαιο του πρώην συμβολαιογράφου Ε.

Αντωνίου Ν. Τερζάκη, που βρίσκεται στο αρχείο του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου Θεοδώρου Α. Τερζάκη, ο πατέρας αυτής Σ. Π. Μ. με το υπ' αριθ. 6863/1931 προικοσύμφωνο συμβόλαιο, που βρίσκεται στο αρχείο του τελευταίου συμβολαιογράφου και συνέταξε ο πρώην συμβολαιογράφος Νέων Ψαρών Γεώργιος X. Σίδερης, και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του πρώην Δ.

Ψ. (ήδη Υποθηκοφυλακείου Ε.) στον τόμο 15 και με αριθμό 274, στο δε τελευταίο η έκταση αυτή περιήλθε από αγορά δυνάμει τού υπ' αριθ. ... πωλητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ιωάννη Τζιώτου, νομίμως μεταγεγραμμένου. Στο επίδικο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο αναγράφεται ότι η αντικειμενική αξία του πωλούμενου ακινήτου ανέρχεται σε 14.450,00 ευρώ και ως συμφωνηθέν τίμημα πώλησης το ποσό των 16.000,00 ευρώ, το οποίο θα λάβει ο πωλητής ολόκληρο από προϊόν δανείου, που θα χορηγηθεί από τους αγοραστές από την Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.

ή άλλη Τράπεζα, και εξοφλήθηκε μέσω τραπεζικής επιταγής που εξέδωσε η Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. από τον λογαριασμό του πρώτου ενάγοντος, συνταχθείσας της υπ' αριθ. ... πράξης εξόφλησης του συμβολαιογράφου Θεόδωρου Τερζάκη. Στην πραγματικότητα όμως το συμφωνηθέν τίμημα ανήλθε στο ποσό των 80.000,00 ευρώ, το οποίο προήλθε από ισόποσο στεγαστικό δάνειο που έλαβε ο πρώτος ενάγων από την "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", δυνάμει της υπ' αριθ. ...

σύμβασης που συνήψε με αυτήν, με ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου την 20-7-2007. Για δε την εξασφάλιση της απαίτησής της για την επιστροφή του ποσού του η άνω Τράπεζα ενέγραψε υπέρ της και δυνάμει της υπ' αριθ. 52165Σ/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Α. προσημείωση υποθήκης στο πωληθέν ακίνητο, ποσού 96.000,00 ευρώ.

Προς απόδειξη του πραγματικού ύψους του τιμήματος, καταρτίστηκε μεταξύ των εναγόντων αγοραστών και του πρώτου εναγόμενου πωλητή το από 29-3-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο οι συμβαλλόμενοι συναποδέχονται ότι υπάρχει υπόλοιπο τιμήματος 64.000 ευρώ, το οποίο συμφωνούν ότι θα πιστωθεί και καταβληθεί μέχρι την 15-7-2007, καταβλήθηκε όμως την 23-7-2007 (βλ.

την από 23-7-2007 απόδειξη μεταφοράς του άνω ποσού σε λογαριασμό του πωλητή της Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε), συνταχθείσας της υπ' αριθ. 33173/23-7-2007 πράξης εξόφλησης του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου. Περί τις αρχές Μαρτίου του έτους 2012 οι ενάγοντες, επιθυμώντας να ανεγείρουν κατοικία εντός του επίδικου ακινήτου, απευθύνθηκαν σε πολιτικό μηχανικό της περιοχής, ονόματι Δ.

Χ., ο οποίος τους ζήτησε αντίγραφο του συμβολαίου αγοράς του ακινήτου τους για να το μελετήσει. Τότε για πρώτη φορά πληροφορήθηκαν την πιθανότητα να υπάρχει πρόβλημα για την έκδοση οικοδομικής άδειας στο ακίνητό τους, οπότε απευθύνθηκαν σε τεχνικό γραφείο της Αθήνας και συγκεκριμένα στον μάρτυρα απόδειξης Δ.

Σ., πολιτικό μηχανικό. Ο τελευταίος, αφού έλαβε υπόψη το επισυναφθέν στο επίδικο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Σ., καθώς και τους προγενέστερους τίτλους ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου τους, τους πληροφόρησε ότι το ακίνητο που αγόρασαν δεν μπορούσε να οικοδομηθεί, διότι προέρχεται από κατάτμηση μείζονος ακινήτου και δεν έχει πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο, καθώς η αναφερόμενη στο υπ' αριθ. ...

συμβόλαιο αγοραπωλησίας αγροτική οδός, με την οποία το εν λόγω ακίνητο συνορεύει στη νότια πλευρά του, δεν προϋπήρχε της 16-4-1924, όπως απαιτεί το άρθρο 1 παρ. 1 περ. α' του από 24.5.1985 π.δ. "Τροποποίηση των όρων και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των νομίμων ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών", όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3212/2003, ούτε είχε χαρακτηριστεί ως κοινόχρηστη με απόφαση του οικείου Νομάρχη.

Μετά ταύτα και προκειμένου να βεβαιωθούν επίσημα από την αρμόδια αρχή σχετικά με το ζήτημα της οικοδομησιμότητας ή μη του ακινήτου τους, οι ενάγοντες απευθύνθηκαν με αίτησή τους στην Υπηρεσία Δόμησης του Δ. Χ. και έλαβαν την υπ' αριθ. πρωτ. 4346/1-8-2012 έγγραφή απάντηση, με την οποία η άνω Υπηρεσία τους ενημερώνει ως εξής: "Μετά την (α) σχετ.

αίτηση σας γνωρίζουμε ότι βάσει του 32855/2007 συμβολαίου, το γήπεδο που εμφανίζεται στο από Δεκεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Σ. υπάγεται στις διατάξεις της παρ. 1 άρθρου 10 Ν. 3312/2003 (ΦΕΚ 308/Α/31-12-2003), όπως απαιτείται πρόσωπο του γηπέδου σε κοινόχρηστο δρόμο. Για την έννοια του κοινόχρηστου δρόμου υπάρχει οδηγία του ΥΠΕΧΩΔΕ - τότε - με το 1256/1-3-05 έγγραφο της Δ/νσης Ο.Κ.Κ. /β.

Στη συγκεκριμένη υπόθεση ως αγροτικοί δρόμοι θεωρούνται αυτοί, που βάσει συμβολαίων ή άλλων στοιχείων αποδεικνύονται ότι προϋφίστανται της 16-4-1924, ημερομηνία ισχύος του άρθρου 20 Ν.Δ. του 1923. Με την (α) σχετ. δεν έχετε υποβάλει στοιχεία για τον αγροτικό δρόμο που έχει πρόσωπο το υπόψη γήπεδο, μέχρι, δε, την υποβολή τέτοιων στοιχείων το γήπεδο δεν μπορεί να θεωρηθεί άρτιο και οικοδομήσιμο".

Πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί ότι το αναφερόμενο στην άνω έγγραφη απάντηση της Υπηρεσίας Δόμησης του Δ. Χ. έγγραφο της ΔΟΚΚ αφορά συγκεριμένους αποδέκτες, προς τους οποίους έγινε μια προσπάθεια αποσαφήνισης του θέματος που προέκυψε σχετικά με τις εκτός σχεδίου κοινόχρηστες οδούς, διατυπώνει τις απόψεις της άνω Υπηρεσίας και σε ουδεμία περίπτωση αποτελεί διάταξη γενικής εφαρμογής.

Ακολούθως, τον Σεπτέμβριο του 2012, η πληρεξούσια δικηγόρος των Β' εφεσιβλήτων - εναγόντων, ενεργώντας για λογαριασμό των πελατών της, διαμαρτυρήθηκε τηλεφωνικώς στον πωλητή για το πρόβλημα που προέκυψε σχετικά με την οικοδομησιμότητα του ακινήτου, ενώ στις 11-9-2012 οι τελευταίοι του απέστειλαν εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση - κλήση, με την οποία του ζητούσαν να προσκομίσει τα απαιτούμενα εκ του νόμου έγγραφα, που αποδεικνύουν ότι το μεταβιβασθέν ακίνητο τυγχάνει άρτιο και οικοδομήσιμο, πλην όμως αυτός δεν ανταποκρίθηκε.

Επίσης, οι άνω εφεσίβλητοι απευθύνθηκαν στον τοπογράφο μηχανικό, Γεώργιο Πατιλοκωστόπουλο, ο οποίος με βάση τις υποδείξεις αυτών για τα όρια του επίδικου ακινήτου, κατόπιν επιτόπιας αυτοψίας και επίγειας αποτύπωσης στο Κρατικό Δίκτυο Συντεταγμένων ΕΓΣΑ 1987, και λαμβάνοντας υπόψη τους τίτλους ιδιοκτησίας και τα υφιστάμενα σε δημόσιες υπηρεσίες στοιχεία, όπως τοπογραφικά διαγράμματα, αεροφωτογραφίες και δορυφορικές λήψεις, συνέταξε το από Φεβρουάριου 2017 τοπογραφικό διάγραμμα σε κλίμακα 1:5000 όπου το επίδικο αποτυπώνεται γύρωθεν με τα στοιχεία "1-2-3-4-1", με εμβαδόν 4.001,00 τ.μ.

και με πρόσωπο "1-2" μήκους 90,22 τ.μ. στην αγροτική οδό, με την οποία συνορεύει στη νότια πλευρά του. Ο έλεγχος της ορθής θέσης του ακινήτου στην περιοχή (όπου μάλιστα εμφαίνεται ως τμήμα του ευρύτερου ακινήτου από το οποίο κατατμήθηκε), έγινε με βάση το με αριθμό φύλλου χάρτου 6406/7 απόσπασμα φωτογραμμετρικού διαγράμματος της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (Γ.Υ.Σ.), κλίμακας 1:5000, που αποδόθηκε το έτος 1973 με αεροφωτογραφίες που λήφθηκαν το έτος 1970 (βλ.

και το Φ. 175.7/388/42739-Σ. 1591/25-9-2015 έγγραφο της Γ.Υ.Σ. σε απάντηση της σχετικής αίτησης της πληρεξούσιας δικηγόρου των εφεσιβλήτων), το απόσπασμα ορθοφωτοχάρτη του Εθνικού Κτηματολογίου έτους φωτοληψίας 1945/1960, το απόσπασμα ορθοφωτοχάρτη του Εθνικού Κτηματολογίου έτους φωτοληψίας 2007 - 2009 και το απόσπασμα εικόνας της ευρύτερης περιοχής, όπου κείται το ακίνητο, ληφθείσας από την "Google Earth" την 18-7-2015.

Με βάση όλα ανωτέρω στοιχεία ο άνω τοπογράφος μηχανικός ερεύνησε την παλαιότητα της αγροτικής οδού, στην οποία το επίδικο ακίνητο έχει πρόσωπο μήκους 90,22 τ.μ., από την ανάλυση των οποίων προκύπτουν τα εξής: "α) από το φωτογραμμετρικό διάγραμμα της Γ.Υ.Σ., που παράχθηκε ύστερα από απόδοση αεροφωτογραφιών έτους φωτοληψίας 1970, δεν διαπιστώνεται ότι η ιδιοκτησία έχει πρόσωπο σε κάποια διάνοιξη (αγροτική οδό ή μονοπάτι).

Όπως παρατηρείται ευκρινώς, η πλησιέστερη αγροτική οδός βρίσκεται δυτικά της ιδιοκτησίας και σε απόσταση 45 μ. από αυτή. Επίσης παρατηρείται μονοπάτι νότια της ιδιοκτησίας και σε απόσταση 40 μ. από αυτή, β) Στον ορθοφωτοχάρτη Εθνικού Κτηματολογίου έτους φωτοληψίας 1945 ή 1960 διαπιστώνεται ξεκάθαρα με απλή οπτική παρατήρηση ότι η ιδιοκτησία βρίσκεται εξ ολοκλήρου εντός μεγαλύτερης έκταση (όμοια χρωματική υφή).

Δεν διαπιστώνεται ότι η ιδιοκτησία έχει πρόσωπο σε κάποια διάνοιξη (αγροτική οδό ή μονοπάτι), γ) Στον ορθοφωτοχάρτη Εθνικού Κτηματολογίου έτους φωτοληψίας 2007-2009 και στο απόσπασμα της εικόνας "Google Earth" παρατηρείται ευκρινώς ότι από το νότιο όριο "1-2" της ιδιοκτησίας μήκους 90,22 μ. διέρχεται αγροτική οδός. Διαπιστώνεται ότι η ιδιοκτησία έχει πρόσωπο σε κάποια διάνοιξη (αγροτική οδό ή μονοπάτι).

Λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα των άνω παρατηρήσεων, σε συνδυασμό με την ξεκάθαρη περιγραφή του γεωτεμαχίου με τα στοιχεία "1-2-3-4-1", εμβαδού 4001,00 τ.μ., προκύπτει το ασφαλές συμπέρασμα ότι η αγροτική οδός στο νότιο όριο "1-2" της ιδιοκτησίας, μήκους 90,22 μ. διανοίχθηκε μεταξύ των χρονολογιών 1970 και 2007 και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί κοινόχρηστος δρόμος, προϋφιστάμενος του 1923 (βλ.

την από 13-2-2017 τεχνική έκθεση του άνω τοπογράφου μηχανικού). Ενόψει των ανωτέρω και με βάση τη θέση του επίδικου ακινήτου, όπως αυτή προσδιορίζεται σε σχέση με την ευρύτερη έκταση των 22 στρεμμάτων από την οποία κατατμήθηκε και απεικονίζεται στο προαναφερόμενο από Φεβρουάριου 2017 τοπογραφικό διάγραμμα, η οποία (θέση) ουδόλως αμφισβητήθηκε από τον Β' εκκαλούντα πωλητή, σαφώς προκύπτει ότι η αγροτική οδός, στην οποία το επίδικο ακίνητο έχει πρόσωπο στη νότια πλευρά του μήκους 90,22 μ., δεν συμπίπτει με την αγροτική οδό, η οποία αναφέρεται στο υπ' αριθ. 32416/24-10-2006 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς και στο παλαιότερο υπ' αριθ. 6863/1931 προικοσύμφωνο συμβόλαιο ότι συνορεύει νότια η μείζονα έκταση των 22 στρεμμάτων και 70 στρεμμάτων αντίστοιχα, στις οποίες εμπεριεχόταν το επίδικο, αφού η τελευταία βρισκόταν νοτιότερα (σε απόσταση περίπου 40 μ.) από την υπάρχουσα σήμερα οδό, η οποία, κατά τα προαναφερόμενα, διανοίχθηκε μεταξύ των ετών 1970 και 2007 και συνεπώς δεν προϋπήρχε της 16-4-1924.

Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε, άλλωστε, και ο πολιτικός μηχανικός Δημήτριος Στασινός, σύμφωνα με τη σαφή κατάθεσή του στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Α., όπου αρχικά εισήχθη προς εκδίκαση η αγωγή (βλ. τα ταυτάριθμα με την υπ' αριθ. 1110/2016 απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου εκείνου), ο οποίος συνέταξε και το σχετικό από Ιουλίου 2012 τοπογραφικά διάγραμμα προσδιορισμού της θέσης του επίδικου ακινήτου, που πραγματοποιήθηκε με σύστημα GPS και κάνοντας χρήση του Ελληνικού Συστήματος Εντοπισμού ΗΕΡΟS, επί του προαναφερόμενου με αριθμό φύλλου χάρτου 6406/7 αποσπάσματος του φωτογραμμετρικού διαγράμματος της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (Γ.Υ.Σ.), με κλίμακα 1: 5000, που αποδόθηκε το έτος 1973 με αεροφωτογραφίες που λήφθηκαν το έτος 1970, όπου το επίδικο εμφαίνεται περιμετρικά με τα στοιχεία "Α-Β-Γ-Δ-Α" και απέχει από την τότε υπάρχουσα νοτιότερα αυτού αγροτική οδό.

Το συμπέρασμα αυτό από ουδέν άλλο στοιχείο αναιρείται. Ενόψει των ανωτέρω, το μεταβιβασθέν στους Β' εφεσιβλήτους επίδικο ακίνητο δεν πληρούσε τους όρους αρτιότητας που τάσσονται στην ισχύουσα στη περιοχή πολεοδομική ρύθμιση της περίπτωσης α' της παρ. 1 του άρθρου 1 του από 24.5.1985 π.δ. (κωδικοποιηθείσας στο άρθρο 162 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας), όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3212/2003, προκειμένου να δομηθεί γήπεδο εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμού προϋφισταμένου του 1923, καθώς η αγροτική οδός, στην οποία φέρεται να έχει πρόσωπο μήκους 90,00 μέτρων στη νότια πλευρά του, ουδέποτε έλαβε χαρακτήρα κοινόχρηστης οδού με κάποιον από τους αναφερόμενους στην υπό στοιχείο (II) μείζονα σκέψη τρόπους, αλλά είχε διαμορφωθεί με ιδιωτική βούληση των ιδιοκτητών των αντίστοιχων εκτός σχεδίου εδαφικών εκτάσεων για την εξυπηρέτηση των παρόδιων ακινήτων τους, μεταξύ των οποίων και της δικαιοπαρόχου μητέρας του Β' εκκαλούντος, όχι όμως πριν την από 1-3-1924, οπότε τέθηκαν σε ισχύ με το Β.Δ. 4/16-1-1924, οι διατάξεις του άρθρου 20 του Ν.Δ της 17-7/16-8-1923 (σημειωτέον ότι εκ παραδρομής στο προαναφερόμενο έγγραφο της Υπηρεσίας Δόμησης του Δ.

Χ. αναφέρεται εσφαλμένα το άρθρο 10 "Ν. 3312/2003" αντί του ορθού Ν. 3212/2003 και ότι η ημερομηνία έναρξης ισχύος του άρθρου 20 του Ν.Δ της 17-7/16-8-1923 είναι η 16-4-1924, αντί της ορθής 1-3-1924, βλ. και ΑΠ 1533/2012, ΑΠ 1335/2010 ...). Ούτε, εξάλλου, είχε αυτή αποκτήσει χαρακτήρα κοινοχρήστου πριν το ν. 720/77, εφόσον, βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 εδ.

γ' του νόμου αυτού, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 43 παρ. 7 του ν. 1337/83, για να χαρακτηρισθεί μια οδός ως αγροτική, ήτοι "προς εξυπηρέτηση των παρ' αυταίς αγροτεμαχίων", και, συνεπώς, κοινόχρηστη, απαιτείται αφενός να σχηματίσθηκε πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 651/1977 και αφετέρου να εμφαίνεται ως ιδιωτική οδός σε τοπογραφικά σχέδια που είναι κατατεθειμένα σε συμβόλαια που καταρτίσθηκαν επίσης πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 651/1977, περίπτωση που εν προκειμένω από ουδέν αποδεικτικό μέσο προέκυψε ότι συνέτρεξε, ούτε άλλωστε επικαλούνται τούτο οι διάδικοι.

Περαιτέρω, δεν προέκυψε ότι η άνω οδός έχει αναγνωρισθεί, κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 20 παρ. 4 του Ν.Δ. της 17.7/16.8.1923 (άρθρο 411 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Κ.Β.Π.Ν.), ως κοινόχρηστος χώρος σχηματίσθείς προ του 1923, ενόψει μάλιστα του ότι δεν συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την προσφυγή στην άνω διαδικασία.

Υπό τα δεδομένα αυτά, και σύμφωνα με όσα αναλύθηκαν στην υπό στοιχείο (II) μείζονα σκέψη, η μεταβίβαση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, που έλαβε χώρα με το υπ' αριθ. 32.855/2007 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο είναι αυτοδικαίως άκυρη, διότι δι' αυτής έλαβε χώρα μη επιτρεπόμενη κατάτμηση μείζονος γηπέδου, κατά παράβαση δε του άρθρου 20 του ν.δ.

της 17.7-16.8.1923 (Α' 228), που κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 411 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Κ.Β.Π.Ν.), με την οποία ο ιδιοκτήτης του, Κ. Μ., Β' εκκαλών, επιδίωκε την αναγνώριση του εν λόγω αγροτικού δρόμου ως κοινόχρηστου, κατ' εφαρμογή ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας, και την παρουσίαση του μεταβιβαζόμενου ακινήτου ως άρτιου και οικοδομήσιμου, ενώ δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες ως προς αυτό προϋποθέσεις.

Ο ίδιος, γνωρίζοντας καλά τα όρια της έκτασης των 22 στρεμμάτων, που κληρονόμησε από τη μητέρα του, τα οποία περιγράφονται και στην υπ' αριθ. 32.416/2006 πράξη αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Ε. Θεόδωρου Τερζάκη, καθώς και την ακριβή θέση του επίδικου πωληθέντος τμήματος των 4 στρεμμάτων εντός αυτής, και έχοντας προβεί κατά το προηγούμενο διάστημα σε συστηματικές πωλήσεις διαφόρων τμημάτων της μείζονος αυτής έκτασης, όπως κατέθεσε και η μάρτυρας σύζυγός του στην πρωτοβάθμια δίκη, είχε πλήρη γνώση τόσο των προϋποθέσεων της νόμιμης κατάτμησης του κληρονομηθέντος γηπέδου του, που βρίσκεται εκτός ρυμοτομικού σχεδίου και εκτός των ορίων του προ του 1923 οικισμού, και ότι για το μεταβιβαζόμενο από αυτόν επίδικο τμήμα του δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, διότι η αγροτική οδός δεν υπήρξε κοινόχρηστη, ως μη δημιουργηθείσα πριν την από 1-3-1924, ούτε είχε αποκτήσει χαρακτήρα κοινοχρήστου πριν το ν. 720/1977, ούτε με διοικητική πράξη, αλλά επρόκειτο για ιδιωτική οδό που είχε δημιουργηθεί σε νεώτερους των άνω ετών χρόνους προς εξυπηρέτηση των παρόδιων ιδιοκτησιών, μικρότερης ακόμη έκτασης (300, 400, 500 τ.μ.), ιδίως εκείνων που βρίσκονται νότια της επίμαχης οδού και οι οποίες προήλθαν επίσης από παράνομη κατάτμηση της ευρύτερης έκτασης και πώληση από τον ίδιο εναγόμενο, έχουν δε ήδη οικοδομηθεί, έστω και αυθαίρετα (βλ.

τη σχετική κατάθεση της Α. Μ. στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθ. 1110/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Α. πρακτικά, σελ. 112-113). Η ακυρότητα των πράξεων μεταβίβασης ακινήτων που γίνονται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθ. 411 του Κ.Β.Π.Ν., η οποία, όπως απαγγέλλεται από τη διάταξη του άρθρου 412 Κ.Β.Π.Ν., είναι απόλυτη, κρίνεται ότι, ως εκ του σκοπού αυτών, αφορά και τις υποσχετικές δικαιοπραξίες, ήτοι και εκείνες με τις οποίες αναλαμβάνεται η υποχρέωση κατάρτισης εκποιητικής δικαιοπραξίας, αφού η υποσχετική δικαιοπραξία κατευθύνεται στο ίδιο παράνομο αποτέλεσμα.

Επομένως, απαγορευμένη και άκυρη είναι η μεταβιβαστική δικαιοπραξία στο σύνολό της, ήτοι τόσο η υποσχετική (σύμβαση πώλησης), με την οποία ο Β' εκκαλών πωλητής ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του επίδικου ακινήτου όσο και η εκποιητική τοιαύτη, που αμφότερες περιέχονται στο υπ' αριθ. 32855/2007 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, και θεωρείται αυτή σα να μην έγινε (άρθ. 180 ΑΚ), με συνέπεια η κυριότητα του επίδικου ακινήτου να μην μεταβιβάστηκε στους αντιδίκους του.

Ως εκ τούτου, οι Β' εφεσίβλητοι - ενάγοντες δικαιούνται να απαιτήσουν την απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο Β' εκκαλών λήπτης, εφόσον έχει καταστεί πλουσιώτερος σε βάρος της περιουσίας τους χωρίς νόμιμη αιτία, και εν προκειμένω την επιστροφή του πράγματι καταβληθέντος τιμήματος των 80.000,00 ευρώ, δοθέντος ότι η δικαιοπραξία, με βάση την οποία αυτό δόθηκε, είναι παράνομη, ως αντίθετη σε απαγορευτική διάταξη νόμου, και άκυρη.

Ο Β' εκκαλών - εναγόμενος ισχυρίζεται για πρώτη φορά με το δικόγραφο της έφεσής του (υπό στοιχείο V λόγο) ότι ο πλουτισμός του δεν σωζόταν κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, καθώς για την εξόφληση του τιμήματος της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου, ποσού 80.000,00 ευρώ, οι εφεσίβλητοι έλαβαν δάνειο από την Τράπεζα Πειραιώς, για την εξασφάλιση του οποίου την 12-7-2007 ενεγράφη υπέρ αυτής προσημείωση υποθήκης στο επίδικο για ποσό 86.000,00 ευρώ, που εξακολουθεί να βαρύνει το ακίνητό του, εφόσον δεν έχει πλήρως αποπληρωθεί το δάνειο από τους εφεσιβλήτους, γεγονότα που, άλλωστε, αυτοί ομολογούν με τις προτάσεις τους και αποδεικνύονται εγγράφως, ώστε ο ίδιος όχι μόνο δεν κατέστη πλουσιώτερος και ο πλουτισμός του δεν σωζόταν κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής, αλλά κατέστη και φτωχότερος κατά 16.000,00 ευρώ.

Ο άνω ισχυρισμός, ο οποίος συνιστά ένσταση, που παραδεκτά προβάλλεται για πρώτη φορά στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατ' άρθρο 527 αρ. 6 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015, εφόσον το γεγονός της εγγραφής της άνω προσημείωσης υποθήκης επί του επίδικου για την εξασφάλιση απαίτησης της άνω Τράπεζας από τη λήψη του δανείου για την αγορά του ακινήτου ομολογείται δικαστικά από τους ίδιους ήδη με τις από 20-3-2017πρωτόδικες προτάσεις τους, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο (V) νομική σκέψη, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι ο αποδοτέος πλουτισμός του άνω εκκαλούντος λήπτη συνίσταται στο άνω τίμημα που εισέπραξε, κατά το οποίο αντίστοιχα μειώθηκε η περιουσία των εφεσιβλήτων, οι οποίοι λόγω της ακυρότητας της σύμβασης δεν απέκτησαν την κυριότητα του ένδικου ακινήτου, και ο οποίος (πλουτισμός του), όπως ο ίδιος δεν αμφισβητεί, κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής σωζόταν.

Εξάλλου, η εγγραφή της άνω προσημείωσης υποθήκης, η οποία είναι υποθήκη υπό αναβλητική αίρεση ..., ήταν άκυρη, ως γενόμενη σε ακίνητο το οποίο κατά τον κρίσιμο χρόνο εγγραφής της ήταν αλλότριο ..., αφού ο παραχωρούντες αυτήν δεν ήταν κύριοι και δεν είχαν εξουσία διάθεσης του επίδικου ακινήτου (άρθρα 1265 και 1271 ΑΚ ...), και συνεπώς ο εφεσίβλητος, ως κύριος αυτού, έχει πρόδηλο έννομο συμφέρον να ζητήσει την εξάλειψη της εγγραφής αυτής, εφόσον η υπέρ ης Τράπεζα αρνηθεί να προβεί σ' αυτήν (βλ. ...).

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη υπ' αριθμό 4088/2017 απόφασή του, όπως αυτή διορθώθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμό 428/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, έκρινε ομοίως ότι η καταρτισθείσα με το υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου τυγχάνει άκυρη για τον προαναφερόμενο λόγο, κατ' αποδοχή του σχετικού αιτήματος της αγωγής - χωρίς όμως να διαλαμβάνει και αντίστοιχη διάταξη στο διατακτικό της εκκαλουμένης που να αναγνωρίζει την ακυρότητα της εμπεριεχόμενης στο άνω συμβόλαιο σύμβασης, για τη συμπλήρωση ωστόσο της οποίας το παρόν Δικαστήριο δεν έχει παράλληλη αρμοδιότητα, η οποία υπάρχει στην περίπτωση που το Εφετείο απορρίπτει την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και εντεύθεν επέρχεται σιωπηρή ενσωμάτωση της πρωτόδικης απόφασης στην απορριπτική της έφεσης (πρβλ. ...) και περαιτέρω υποχρέωσε τον εναγόμενο ήδη Β' εκκαλούντα να καταβάλει εξ ημισείας στους ενάγοντες το ποσό των 80.000,00 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο αποδοτέο τίμημα της πώλησης, ορθά εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον Β' εκκαλούντα με τον σχετικό λόγο της έφεσής του είναι αβάσιμα." Βάσει αυτών των παραδοχών του το Εφετείο, δεχόμενο τις ασκηθείσες από τις δύο διάδικες πλευρές αντίθετες εφέσεις και εξαφανίζοντας στο σύνολό της για το ενιαίο της εκτελέσεως την εκκληθείσα 4088/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Α., που είχε διορθωθεί και συμπληρωθεί με την 1941/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της από αδικοπραξία ως αόριστη και τη δέχθηκε κατά την επικουρική της βάση ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν, επιδικάζοντας ισομερώς στους αναιρεσίβλητους το ποσό των 80.000 ευρώ του καταβληθέντος τιμήματος και απορρίπτοντας τα επί πλέον αιτούμενα από αυτούς κονδύλια δαπανών.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε δι' εσφαλμένης ερμηνείας τις διατάξεις των προπαρατιθέμενων άρθρων 411 παρ. 1 και 4 και 412 παρ. 1 Κ.Β.Π.Ν. (άρθ. 20 του ν.δ. της 17.7-16-8-1923 και β.δ. της 4-16.1.1924), οι οποίες α) ορίζουν ότι δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε μεταβίβαση της κυριότητας μέρους ή όλου του γηπέδου, στο οποίο ο ιδιοκτήτης σχημάτισε ή αναγνώρισε κοινόχρηστους χώρους αλλά επιδιώκει τον σχηματισμό ή την αναγνώρισή τους με τη μεταβίβαση αυτή (άρθ. 411 παρ. 1), β) καθιερώνουν διοικητική διαδικασία (άρθ. 411 παρ. 4), βάσει της οποίας ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (μετέπειτα δε οι αρμόδιοι Νομάρχες κατά τα προεκτιθέμενα) αποφαίνεται για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 411, δηλαδή αν η μεταβίβαση κυριότητας γηπέδου έγινε με σκοπό τον σχηματισμό κοινόχρηστων χώρων και την εφαρμογή ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας ή για απλή μεταφορά προϊόντων (οπότε η απαγόρευση δεν ισχύει ως προς τον σχηματισμό ιδιωτικών οδών σε καλλιεργούμενα γήπεδα αποκλειστικά για τη μεταφορά προϊόντων) και ειδικότερα πότε υπάρχει περίπτωση εφαρμογής των υπό α και β εξαιρέσεων της παρ. 3 του άρθρου 411, δηλαδή αν πρόκειται για περαιτέρω μεταβιβάσεις της κυριότητας γηπέδων που είχαν μεταβιβασθεί κατά παράβαση των ανωτέρω προβλεπομένων πριν όμως από την 1η-3-2024 (άρθ. 411 παρ. 5) εφόσον πρόκειται για εκτός σχεδίου πόλεων, κωμών κλπ γήπεδα ή για γήπεδα εντός σχεδίου που σχηματίσθηκαν πριν την 1.6.1924, και γ) προβλέπουν απόλυτη ακυρότητα των πράξεων μεταβίβασης που γίνονται κατά παράβαση των οριζομένων στο άρθρο 411, η οποία αίρεται αναδρομικά μόνο από την έκδοση διοικητικής πράξης για την επέκταση σχεδίου πόλης ή για την έγκριση κοινόχρηστων χώρων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 411 ή κατ' άλλο τρόπο (άρθ. 412).

Οι ανωτέρω διατάξεις, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό τους, απλώς επιτρέπουν, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, την αναγνώριση από τη διοίκηση κατά τη διαδικασία της παρ. 4 του άρθρου 411 Κ.Β.Π.Ν. κοινόχρηστων χώρων κειμένων εκτός σχεδίου πόλεως, εφόσον όμως αυτοί σχηματίσθηκαν από ιδιώτες πριν να τεθούν σε ισχύ οι παραπάνω απαγορευτικές διατάξεις (ή εφόσον πρόκειται περί οδών για απλή μεταφορά προϊόντων σε καλλιεργούμενα ακίνητα), ουδόλως όμως επιβάλλει να προηγηθεί τέτοια διοικητική διαδικασία, που θα καταλήξει σε απορριπτική κρίση, προκειμένου να αναγνωρισθεί από τα πολιτικά δικαστήρια, κατόπιν παρεμπίπτουσας έρευνας της νομιμότητας σχηματισμού τέτοιων χώρων, η προβλεπόμενη από τον νόμο απόλυτη ακυρότητα των μεταβιβάσεων κυριότητας μέρους γηπέδου, στο οποίο ο ιδιοκτήτης σχημάτισε ή αναγνώρισε κοινόχρηστους χώρους ή επιδιώκει τον σχηματισμό και την αναγνώρισή τους δι' αυτής της μεταβιβάσεως, και να ασκηθούν προκύπτουσες από αυτή την ακυρότητα οι αξιώσεις ιδιωτών μεταξύ τους, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αίτησής του, επικαλούμενος παραβίαση των ως άνω ρυθμίσεων δι' εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής τους.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Ομοίως αβάσιμος είναι και ο τέταρτος από τον αριθμό 1 μόνον (κατ' εκτίμησή του) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησής του κατά το σκέλος του, με το οποίο ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή των αντιδίκων του λόγω (νομικής) αοριστίας, αφού σε αυτή δεν αναφερόταν προηγούμενη έκδοση απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων έργων, που έκρινε ότι η μεταβίβαση του ακινήτου σ' αυτούς έγινε με σκοπό τον σχηματισμό κοινόχρηστων χώρων, στοιχείο που δεν απαιτείτο για το ορισμένο, ούτε για τη νομιμότητά της σύμφωνα με τα προδιαλαμβανόμενα.

Περαιτέρω η αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση έναρξη των απαγορεύσεων του άρθρου 411 Κ.Β.Π.Ν. για τα εκτός σχεδίου γήπεδα με την παράθεση της ημερομηνίας 16-1-1924 εντός παρενθέσεως αντί της προβλεπόμενης στην παράγραφο 5 του άρθρου 411 έναρξης αυτών, δηλαδή της 1-3-1924 (που αναφέρεται επίσης σε άλλο σημείο της προσβαλλόμενης απόφασης), δεν είναι δυνατό να στοιχειοθετήσει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση της σχετικής διάταξης ουσιαστικού δικαίου, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων με το έτερο σκέλος του τέταρτου λόγου της αίτησής του, δεδομένου ότι η ημερομηνία αυτή ουδόλως επηρέασε την έκβαση της δίκης, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο κρίση της περί τα πράγματα, ότι η εφαπτόμενη στο πωληθέν ακίνητο (αγροτική) οδός, με την οποία επιδιώχθηκε η δημιουργία ιδιωτικού ρυμοτομικού σχεδίου, σχηματίσθηκε, σε κάθε περίπτωση, μεταξύ των ετών 1970 και 2007, ενώ και ο αναιρεσείων ουδόλως επικαλέσθηκε ότι αυτή η οδός σχηματίσθηκε κατά το διάστημα από 16-1- έως 16-1-1924.

Κατά συνέπεια ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι κατ' αυτό το σκέλος του απαράδεκτος ως αλυσιτελής. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1215/2020). Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.

ΑΠ 14/2004, ΑΠ 1215/2020, 87/2013). Κατά το άρθρο δε 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1374/2019, 1633/2009).

Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/08, ΑΠ 1374/2019).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται στην πρώτη περίπτωση της έλλειψης αιτιολογιών, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά που καλύπτουν τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του.

Αντιθέτως, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν έλλειψη αιτιολογιών ή ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 1/2020, 2/2019, 8/2018, 18/08, 15/2006, ΑΠ 78/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει με το πρώτο, δεύτερο και τρίτο σκέλος του πέμπτου λόγου της αναίρεσης τους λόγους από τους αριθμούς 8 β', 11 γ'και 19 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος αντιστοίχως ότι το Εφετείο: α) Δεν έλαβε υπόψη του αυτοτελή ισχυρισμό του ότι ο αγροτικός δρόμος ο όμορος με το ακίνητο, που πώλησε και μεταβίβασε στους αναιρεσίβλητους, ήταν κοινόχρηστος, διότι προϋφίστατο της 16ης-4-1924.

Ο λόγος αυτός της αίτησής του (πέμπτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του) είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι στην κρινόμενη περίπτωση ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό ("πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τα προεκτιθέμενα) αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία στηριζόταν στην ακυρότητα της μεταβίβασης του ακινήτου επειδή η υπάρχουσα στην πρόσοψή του οδός δεν είχε χαρακτήρα κοινόχρηστης οδού κατά το άρθρο 20 ν.δ.

της 17-7/16-8-1923 (εφόσον πρόκειται για αγωγή ή ένσταση στηριζόμενες στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ο ενάγων ή ενιστάμενος αντιστοίχως φέρουν το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως της ανυπαρξίας νόμιμης αιτίας, έστω κι αν αυτή αποτελεί αρνητικό γεγονός: ΑΠ 1138/2020, πρβλ. ΑΠ 61/2022), ο προς απόκρουσή του δε προβαλλόμενος ισχυρισμός περί της υπάρξεως νόμιμης αιτίας για τον πλουτισμό και έγκυρης συμβάσεως αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του ανωτέρω θεμελιωτικού της αγωγής περιστατικού.

Ο ίδιος λόγος κατά το παραπάνω σκέλος του είναι επίσης απαράδεκτος και κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι ο αναιρεσείων ουδόλως τον προέβαλε στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της εφέσεως, που αυτός άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης (η οποία είχε δεχθεί επίσης την επικουρική βάση της αγωγής με επιπλέον όμως επιδικαζόμενα κονδύλια), αλλά και τις έγγραφες προτάσεις του, που κατέθεσε στο Εφετείο επί της δικής του εφέσεώς του και επί τις εφέσεως των αντιδίκων του, δεδομένου και ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν εμπίπτει και σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση αυτός είναι και αβάσιμος, διότι το Εφετείο ερευνώντας την ακυρότητα της μεταξύ των διαδίκων δικαιοπραξίας απέρριψε οποιαδήποτε αμφισβήτηση σχετική με την ύπαρξη νομίμως σχηματισθείσας προ του 1924 κοινόχρηστης οδού όμορης με το πωληθέν ακίνητο, δια της παραδοχής των αντιθέτων (ήτοι του σχηματισμού της οδού μεταξύ των ετών 1970-2007).

β) Δεν έλαβε υπόψη του ως αποδεικτικό μέσο το 6863/1931 (προικοσύμφωνο) συμβόλαιο που επικαλέσθηκε και προσκόμισε, από το οποίο αποδεικνυόταν ότι ο δρόμος με τον οποίο συνορεύει το πωληθέν ακίνητο υφίστατο από το 1891. Ο λόγος αυτός της αίτησής του (πέμπτος λόγος, δεύτερο σκέλος) είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, γίνεται μάλιστα στο οντολογικό της μέρος ειδική αναφορά στο παραπάνω προικοσύμφωνο συμβόλαιο και στο περιεχόμενό του, ενώ δεν καταλείπεται και οποιαδήποτε αμφιβολία περί της συνεκτιμήσεως και αυτού του αποδεικτικού μέσου, αφού αιτιολογείται, με την αναφορά μάλιστα άλλων αποδεικτικών μέσων (την από 13-2-2017 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Γεωργίου Πατιλοκωστόπουλου, τη μαρτυρική κατάθεση του πολιτικού μηχανικού Δημητρίου Στασινού), ότι ο αναφερόμενος σε εκείνο το συμβόλαιο δρόμος απέχει 40 περίπου μέτρα από το πωληθέν ακίνητο και επομένως δεν συμπίπτει με τον μετέπειτα μεταξύ των ετών 1970 και 2007 δημιουργηθέντα δρόμο μπροστά από αυτό.

γ) Στέρησε την απόφασή του αιτιολογιών, μη αιτιολογώντας από πού συνήγαγε ότι από το ανωτέρω 6863/1931 συμβόλαιο δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη του επίδικου δρόμου πριν την 1-3-1923. Ο πέμπτος λόγος της αίτησης είναι κατ' αυτό το τρίτο σκέλος του απαράδεκτος, κατά τα προεκτιθέμενα, διότι δεν αναφέρεται σε έλλειψη παράθεσης στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικών περιστατικών, που αιτιολογούν το σαφές αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, η οποία θα είχε ως συνέπεια να μη μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν, αλλά αναφέρεται σε επικαλούμενη έλλειψη στάθμισης και ανάλυσης αποδεικτικού μέσου, από το οποίο έπρεπε κατά τους ισχυρισμούς του να εξαχθεί διαφορετικό πόρισμα, υπό την επίφαση δε έλλειψης αιτιολογιών, ο αναιρεσείων αποπειράται να πλήξει την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα την ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, στην οποία το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η από 17-5-2021 αίτηση για αναίρεση της 2981/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Α. και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησής του. Ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-5-2021 αίτηση για αναίρεση της 2981/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Α.. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Σεπτεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ