1579/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1579/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δ.. Μετά τη διενέργεια της ανωτέρω πραγατογνωμοσύνης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 11992/2007 οριστική απόφαση το Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την ως άνω αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, σε ολόκληρο ο καθένας, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 47.760,16 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία του, ως αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1579 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1579/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Ν. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μαρμαρινό.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Σ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Συμεών Γιαννιώτη - Γαλανό, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την με αρ. εκθ. καταθ. .../ 2009 παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας "... AAAE", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14125/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 79/2012 μη οριστική και 1440/2014 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-5-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 9-3-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1440/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από το άρθρ. 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για την κρίση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση τής εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, σύμφωνα με τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά".
Ο λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο αρκέστηκε σε ήσσονα βαθμό δικανικής πεποίθησης απ' αυτόν που αξιώνει ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοιου είδους πλημμέλεια εμπίπτουσα στην παραπάνω διάταξη, λαμβάνει χώρα συνεπώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας επί διαφοράς για την οποία απαιτείται κατά νόμο πλήρης απόδειξη, αποφαίνεται βάσει πιθανολόγησης των ισχυρισμών των διαδίκων, αφού και τότε δέχεται πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς την αξιούμενη από το νόμο πλήρη απόδειξη αυτών.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες: α) από το αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι με το να δεχτεί το Εφετείο, υιοθετώντας το συμπέρασμα της διενεργηθείσας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία αρκείται σε πιθανολόγηση και δεν εκφράζει βεβαιότητα, ότι οι βλάβες του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου είναι "πιθανώς μετατραυματικής αιτιολογίας", χωρίς να διαλαμβάνει με βεβαιότητα ότι η δυσμενής κατάσταση της υγείας του οφείλεται αποκλειστικά στο ένδικο ατύχημα, ή να αναφέρεται σε δεδικασμένο επί του θέματος αυτού από την προγενέστερη απόφαση, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, λόγω έλλειψης αιτιολογίας, ως προς το ζήτημα της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ζημίας του αναιρεσίβλητου και της ζημιογόνου συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, και β) από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο αποφάνθηκε επί του πιο πάνω ζητήματος αρκεσθέν σε πιθανολόγηση αν και επί της κρινόμενης διαφοράς για το σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου απαιτείται πλήρης δικανική πεποίθηση και απόδειξη.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Επί της υπ' αριθμ. καταθ. .../2005 αγωγής του νυν ενάγοντος κατά των νυν εναγομένων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2506/2006 αφενός εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε ότι ο α' εναγόμενος, οδηγώντας όχημα ασφαλισμένο, για την προς τρίτους αστική ευθύνη, στη β' εναγομένη, από αποκλειστική υπαιτιότητά του (οδηγώντας μάλιστα υπό την επήρεια αλκοόλ) προκάλεσε το τροχαίο ατύχημα, που περιγράφεται σ' αυτήν, και είχε ως αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντος στην ΟΜΣΣ της σπονδυλικής στήλης αυτού, και αφετέρου εν μέρει μη οριστική απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, διορίσθηκε δε ως πραγματογνώμων ο ορθοπεδικός Σ.
Δ.. Μετά τη διενέργεια της ανωτέρω πραγατογνωμοσύνης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 11992/2007 οριστική απόφαση το Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την ως άνω αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, σε ολόκληρο ο καθένας, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 47.760,16 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία του, ως αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη.
Κατά της παραπάνω απόφασης ασκήθηκαν οι με αριθμ. καταθ. .../2007 και .../2007 εφέσεις και με τις προτάσεις αντέφεση από τους εφεσίβλητους της δεύτερης εφέσεως, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε επ' αυτών η υπ' αριθμ. 1997/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις και την αντέφεση, τις απέρριψε στην ουσία τους.
Ειδικότερα, με την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση, κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, ότι το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και ότι ο ενάγων, κατά το ένδικο ατύχημα τραυματίσθηκε και, συγκεκριμένα, ότι υπέστη, μεταξύ άλλων, και κάκωση της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής του στήλης, λόγω δε της εμμονής της οσφυοϊσχυαλγίας, υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία, στην οποία διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε σοβαρές εκφυλιστικές αλλοιώσεις στους δίσκους 04, 05 και Ι1, μετά δε από την εξέταση του ενάγοντος από τον επίκουρο νευροχειρουργό του 424 ΓΣΝΕ Θεσσαλονίκης Α.
Μ., διαγνώσθηκε από τον παραπάνω ιατρό, όπως περιγράφεται στην από 28-7-2005 ιατρική του γνωμάτευση "παροξυσμός οσφυοϊσχυαλγίας δεξιά σε έδαφος δισκοπάθειας ΟΜΣΣ, με ευμεγέθη μετατραυματική δισκοκήλη και συνοδό σημειολογία 05 και I1 δεξιά", ενώ "η ύπαρξη οσφυοϊσχυαλγίας δεξιά επί εδάφους κοίλης μεσοσπονδύλιου δίσκου με λειτουργικές διαταραχές", διαγνώσθηκε και από την ανώτατη Υγειονομική επιτροπή του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας (ο ενάγων ήταν αστυνομικός κατά το χρόνο του ατυχήματος), στις 31-8-2004, όπως και στις 6-9-2005.
Περαιτέρω, ο διορισθείς με την παραπάνω πρωτόδικη εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ιατρός χειρουργός ορθοπεδικός, Σ. Δ., ο οποίος εξέτασε τον ενάγοντα στις 13-6-2006 και έλαβε γνώση όλων των ιατρικών εγγράφων του, διέγνωσε τις προπεριγραφείσες βλάβες της ΟΜΣΣ του ενάγοντος, για τις οποίες έκρινε ότι είναι "πιθανώς μετατραυματικής αιτιολογίας, καθ' όσον, μάλιστα, το επίδικο τροχαίο ήταν μεγάλης βίας, λαμβανομένου υπόψη και του ιστορικού του, που ως υπαστυνόμος συμμετείχε σε αθλητικές και επαγγελματικές δραστηριότητες που απαιτούσαν πλήρη σωματική και πνευματική ισορροπία", ότι "η κατάσταση της υγείας του είναι προφανώς επηρεασμένη από την κάκωση της ΟΜΣΣ", κατέληξε δε ο ως άνω πραγματογνώμων ότι παρουσιάζει ο ενάγων, κατά το χρόνο εξέτασής του, ποσοστό αναπηρίας 50%.
Περαιτέρω, από την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης αποδείχθηκε, όπως δέχθηκε και η παραπάνω τελεσίδικη απόφαση (1997/2008 Εφετείου Θεσσαλονίκης), ότι για τη μερική αποκατάσταση της υγείας του ενάγοντος, ήτοι για τη μερική ανακούφισή του από τα συμπτώματα του πόνου, με βαρεία, όμως, επίπτωση στη φυσιολογική κινητικότητα και αρχιτεκτονική της ΟΜΣΣ, απαιτείται η υποβολή του σε χειρουργική επέμβαση δισκεκτομής σε τρία επίπεδα (03-04, 04-05, 05-Ι1), προς αποσυμπίεση του μυελού και των νευρικών ριζών που πιέζονται από τις διαγνωσμένες δισκοκήλες και σταθεροποίηση της σπονδυλικής στήλης με σπονδυλοδεσία με χρήση διαυχενικών κοχλιών και ράβδων εκ τιτανίου στα επίπεδα 02-03 και 05-11, επέμβαση η οποία είναι εξαιρετικά σύνθετη και βαρεία και, μετά και απ' αυτή, δε θα είναι εφικτή η συμμετοχή του σε διεθνείς αποστολές ως αστυνομικού.
Επίσης, από την από 8-11-2007 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού νευροχειρουργού Δ. Ζ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, προκύπτει ότι ο συντάξας αυτήν ιατρός θεωρεί ότι "σε περίπτωση αποτυχίας της συντηρητικής αγωγής, πιθανόν να γίνει αναγκαία χειρουργική επέμβαση υπό τη μορφή σπονδυλοδεσίας", προσδιορίζει, δε, το κόστος αυτής σε 45.000 ευρώ και, ειδικότερα, στο ποσό των 5.000 ευρώ για αμοιβές ιατρών, σε 5.000 ευρώ για νοσήλια και σε 35.000 ευρώ για υλικά σπονδυλοδεσιας.
Βάσει των ανωτέρω ιατρικών πιστοποιητικών, της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και του δεδικασμένου εκ της υπ' αριθμ. 1997/2008 απόφασης αυτού του δικαστηρίου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε το πρώτο αγωγικό κονδύλιο περί αποζημίωσης της δαπάνης για την υποβολή του ενάγοντος στην άνω εγχείριση ως προώρως ασκηθέν, διότι μερικές ιατρικές γνωματεύσεις έκαναν λόγο για πιθανότητα υποβολής σε εγχείριση, παρήλθε δε μεγάλο χρονικό διάστημα από τις ανωτέρω γνωματεύσεις και την πραγματογνωμοσύνη και ο ενάγων δεν είχε ακόμη υποβληθεί στην εγχείριση αυτή, έκανε δε εν μέρει δεκτό το β' αίτημα της αγωγής περί απώλειας εισοδήματος από την Ελληνική Αστυνομία.
Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την υπό κρίση έφεση, που επανέρχεται προς συζήτηση με την κρινόμενη κλήση. Εν τω μεταξύ, ο α' εναγόμενος, επικαλούμενος νέα έγγραφα που, κατ' αυτόν, αποδείκνυαν την προϋπάρχουσα του τροχαίου ατυχήματος δισκοπάθεια στην ΟΜΣΣ του ενάγοντος, άσκησε την από 4-11-2008 αναψηλάφηση κατά της υπ' αριθμ. 1997/2008 τελεσίδικης απόφασης αυτού του δικαστηρίου, η οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με την υπ' αριθ. 29/2010 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου.
Κατόπιν τούτου, ο α' εναγόμενος άσκησε κατά του νυν ενάγοντος την υπ' αριθ. καταθ. .../2010 αναίρεσή του κατά της τελευταίας απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, λόγω δε της ασκήσεως της αιτήσεως αυτής το παρόν δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 79/2012 απόφαση, ανέστειλε τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως.
Ήδη, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 322/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε κατ' ουσία την αίτηση αναιρέσεως του νυν α' εναγομένου κατά της ως άνω απόφασης του δικαστηρίου αυτού (επί της αιτήσεως αναψηλαφήσεως), εκρίθη δε με την απόφαση αυτή του Αρείου Πάγου αμετάκλητα ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του τροχαίου ατυχήματος και της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος, κατόπιν δε τούτου, με την υπό κρίση υπ' αριθ. 2041/2013 κλήση του ενάγοντος, επανέρχεται προς συζήτηση η υπό κρίση έφεσή του.
Ήδη, ο ενάγων νομίμως, κατ' άρθρο 529 παρ. 1α' ΚΠολΔ, προσκομίζει την πρόσφατη από 10-2-2014 Ιατρική Γνωμάτευση του Νευροχειρουργού του 424 ΓΣΝΕ (ήτοι κρατικού νοσοκομείου), με την οποία διαπιστώνεται ότι ο ενάγων "πάσχει από οσφυϊκή δισκοπάθεια 04-05 και 05-Ι1 (ΑΡ) με σημαντικές λειτουργικές διαταραχές, δυσχέρεια βάδισης, πάρεση με πτώση (ΑΡ) άκρου ποδός, γι' αυτό γνωμοδοτώ χρήζει νευρ/κής αντιμετώπισης".
Βάσει των ανωτέρω, επειδή αφενός κρίθηκε αμετάκλητα ο ως άνω αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του, υπαιτιότητος του α.' εναγομένου, τροχαίου ατυχήματος και της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος (πάρεση με πτώση ποδός), αφετέρου δε απεδείχθη ότι είναι πλέον επιβεβλημένη και όχι απλώς πιθανή στο μέλλον η ως άνω σοβαρή χειρουργική επέμβαση του ενάγοντος, πρέπει να του επιδικασθούν, κατ' άρθρ. 930 παρ. 3 ΑΚ, μολονότι είναι ασφαλισμένος σε κρατικό φορέα (ΠΕΔΥ), τα έξοδα υποβολής του στην εγχείρηση αυτή, τα οποία, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, το δικαστήριο κρίνει ότι ανέρχονται σε 5.000,00 Ε.
προς αμοιβή ιατρών, 2.000,00 Ε. προς αμοιβή της κλινικής και 33.000,00 Ε. για την προμήθεια των υλικών σπονδυλοδεσίας, τα οποία κατά κοινή πείρα είναι ακριβά (δεδομένου ότι πρόκειται για τιτάνιο). Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση άλλως έκρινε, απορρίπτοντας εν όλω το σχετικό αγωγικό αίτημα, εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και, συνεπώς, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως κατ' ουσία βάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης.
Περαιτέρω, όπως ήδη κρίθηκε με την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση, ο ενάγων κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος υπηρετούσε στην Ελληνική Αστυνομία, με το βαθμό του υπαστυνόμου Β' πλην όμως, κατά το χρονικό διάστημα από 28-7-2005 έως και 11-12-2005, από 29-7-2006 έως και 6-9-2006, από 15-2-2007 έως 14-4-2007 και από 17-8-2009 έως 16-9-2007, λόγω της εμμένουσας οσφυαλγίας του, ήταν ανίκανος για εργασία και τελούσε σε αναρρωτική άδεια, που του χορηγήθηκε από την Υπηρεσία του, ήτοι την Ελληνική Αστυνομία, με αποτέλεσμα να απωλέσει το ποσό που, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα λάμβανε, πλέον των λοιπών συνήθων μηνιαίων αποδοχών του, κατά τις τρεις πρώτες χρονικές περιόδους για επίδομα εργασίας τα Σαββατοκύριακα, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 45 ευρώ για κάθε Σαββατοκύριακο υπηρεσίας, για επίδομα νυκτερινής υπηρεσίας, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 143,04 ευρώ για κάθε νυκτερινή υπηρεσία και την αμοιβή του για μηνιαίες προαιρετικές υπηρεσίες, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 43 ευρώ για κάθε μία, ενώ, κατά την τέταρτη από τις παραπάνω χρονικές περιόδους, απώλεσε το εκλογικό επίδομα το οποίο θα λάμβανε για τις πρόσθετες υπηρεσίες του κατά τη διάρκεια των βουλευτικών εκλογών της 16-9-2007, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 950 ευρώ (βλ.
το από 17-10-2007 και από 10-7-2007 υπηρεσιακό σημείωμα του Αναπλ. Διοικητή του Α.Τ. Πλατείας Δημοκρατίας). Κατά την κρίση, δε, του Δικαστηρίου και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τα οποία είναι αδύνατον ένας αστυνομικός να πραγματοποιεί υπηρεσίες κάθε Σαββατοκύριακο ούτε να πραγματοποιεί όλες τις μηνιαίες προαιρετικές υπηρεσίες, ο ενάγων, εάν δεν είχε προκληθεί ο ένδικος τραυματισμός του, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα πραγματοποιούσε δύο υπηρεσίες Σαββατοκύριακου και δύο προαιρετικές υπηρεσίες μηνιαίως και, επομένως, για τα ως άνω χρονικά διαστήματα, 18 υπηρεσίες Σαββατοκύριακου και 18 προαιρετικές υπηρεσίες.
Συνεπώς, ο ενάγων θα αποκόμιζε το συνολικό ποσό των 3.535,28 ευρώ [18 Σαββατοκύριακα χ 45] + [18 προαιρετικές υπηρεσίες χ 43] + [7 Νυχτερινές Υπηρεσίες χ 143,04] + εκλογικό επίδομα), το οποίο αποτελεί ζημία που συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα και πρέπει να του επιδικασθεί. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την πρωτόδικη απόφαση ομοίως έκρινε, ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και, συνεπώς, ο δεύτερος σχετικός λόγος της κρινόμενης έφεσης, με το οποίο ζητείται η επιδίκαση όλου του ως άνω αγωγικού κονδυλίου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.
Των ανωτέρω δεκτών γενομένων και αφού δεν υφίσταται άλλος λόγος έφεσης προς εκτίμηση πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη. Συνακόλουθα, πρέπει να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση (και κατά τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης) και, αφού κρατηθεί η υπόθεση, να κριθεί η ως άνω αγωγή κατ' ουσία, να υποχρεωθούν δε οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 43.535,28 Ε., νομιμότοκα από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, και ειδικότερα ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικαιούται να ζητήσει την επιδίκαση από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, των εξόδων υποβολής του στην ως άνω χειρουργική επέμβαση, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή από εκείνο των περί αδικοπραξίας διατάξεων, και ειδικότερα καθόσον αφορά στην ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος, και της αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος εξ αιτίας της οποίας, όπως δέχτηκε το δικαστήριο κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι προκλήθηκε το ένδικο ατύχημα που είχε ως αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντος στην ΟΜΣΣ της σπονδυλικής στήλης αυτού, αφού ειδικότερα οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες, αφενός μεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του τροχαίου ατυχήματος και της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος, αφ' ετέρου δε ότι αποδείχτηκε ότι είναι πλέον επιβεβλημένη και όχι απλώς πιθανή στο μέλλον η ως άνω σοβαρή χειρουργική επέμβαση του ενάγοντος, δικαιολογούν την ως άνω κρίση του.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο προκειμένου να διαμορφώσει τη σχετική κρίση του, δεν αρκέστηκε σε πιθανολόγηση, όπως αβασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων, των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ως αποδειχθέντα αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, στηριζόμενο αποκλειστικά στο συμπέρασμα της διενεργηθείσας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία αρκείται σε πιθανολόγηση, ότι οι βλάβες του ενάγοντος -αναιρεσίβλητου είναι "πιθανώς μετατραυματικής αιτιολογίας", αλλά αντιθέτως στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση από την εκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού που μνημονεύει στην προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ των οποίων, η προσκομισθείσα, νομίμως, κατ' άρθρο 529 παρ. 1α ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, πρόσφατη από 10-2-2014 Ιατρική Γνωμάτευση του Νευροχειρουργού του 424 ΓΣΝΕ (ήτοι κρατικού νοσοκομείου), με την οποία διαπιστώνεται (και δεν πιθανολογείται) ότι ο ενάγων "πάσχει από οσφυϊκή δισκοπάθεια 04-05 και 05-Ι1 (ΑΡ) με σημαντικές λειτουργικές διαταραχές, δυσχέρεια βάδισης, πάρεση με πτώση (ΑΡ) άκρου ποδός, γι' αυτό γνωμοδοτώ χρήζει νευρ/κής αντιμετώπισης".
Από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Το δεδικασμένο καλύπτει ως ενιαίο σύνολο ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης.
Συγκεκριμένα, το δεδικασμένο καλύπτει ως ενιαίο σύνολο: α) το δικαίωμα που κρίθηκε (την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε), β) τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε και γ) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή (κατά τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης).
Αυτά δε ισχύουν και όταν η έννομη σχέση που έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης (μεταγενέστερης) αξιώσεως. Ειδικότερα, στην περίπτωση αδικοπραξίας, στην οποία θεμελιώνεται και η αξίωση αποζημιώσεως λόγω βλάβης του σώματος ή της υγείας, η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί προηγουμένης αγωγής αποζημιώσεως του παθόντος, στηριζομένης στην ίδια αδικοπραξία, αποτελεί δεδικασμένο στη νέα δίκη με την οποία ζητείται η επιδίκαση αποζημιώσεως για μεταγενέστερο χρόνο, ως προς τις συνθήκες τέλεσης αυτής, την υπαιτιότητα του εναγομένου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τις ζημίες (θετική και διαφυγόν κέρδος) που αυτός υπέστη στον οριοθετηθέντα με την πρώτη αγωγή χρόνο, για τον οποίο και επιδικάσθηκε αποζημίωση, όχι όμως και για το μεταγενέστερο, κατά τον οποίο είναι δυνατόν η αδικοπραξία να εξακολουθήσει να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν κατέστησαν αντικείμενο έρευνας στην τελεσιδίκως κριθείσα προγενέστερη αγωγή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 16 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου, ως προς το κονδύλιό της αυτής που αφορά την επιδίκαση ποσού 45.000 ευρώ για έξοδα πραγματοποίησης χειρουργικής επέμβασης, αντί να απορρίψει αυτή ως προς το εν λόγω κονδύλιο, ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμ. 11992/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 1997/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αρχική από 15-5-2005 αγωγή του αναιρεσείοντος για επιδίκαση πρόσθετης χρηματικής παροχής από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω καταλειφθείσας σ' αυτόν μόνιμης αναπηρίας συνεπεία του ατυχήματος, με την οποία ο ενάγων "δεν διεκδικούσε δαπάνες εγχείρισης, επειδή ο ίδιος ισχυριζόταν και ομολογούσε, πως η σωματική του βλάβη ήταν μόνιμη, διαρκής, μη επιδεχόμενη βελτιώσεως και θα τον καθιστούσε μονίμως μερικώς ανάπηρο" και συνεπώς με την ως άνω απόφαση κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου ότι δεν επιδέχεται βελτίωσης η κατάσταση του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου και για το λόγο αυτό του επιδικάζεται συνολική μελλοντική αποζημίωση, λαμβανομένης υπόψη και της μόνιμης και διαρκούς μερικής αναπηρίας, ενώ με την ένδικη, μεταγενέστερη της αρχικής από 25-6-2009 αγωγή ο ενάγων - αναιρεσίβλητος "επιζητεί την ανατροπή του δεδικασμένου της ανωτέρω αποφάσεως, ότι δηλ.
η αναπηρία του δεν είναι μόνιμη, αλλά μπορεί να θεραπευθεί με χειρουργική επέμβαση, χωρίς καν να επικαλείται νέες επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις, ασχέτως αν ο ισχυρισμός του αυτός θα ήταν νόμιμος. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης περί παραβίασης των περί δεδικασμένου διατάξεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον, από την τελεσίδικη επιδίκαση στον ενάγοντα παθόντα πρόσθετης χρηματικής αποζημίωσης λόγω μόνιμης μερικής αναπηρίας του τελευταίου συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, δεν απορρέει δεδικασμένο στη νέα δίκη με την οποία ζητείται η επιδίκαση αποζημιώσεως για μελλοντική ζημία του ενάγοντος από την υποβολή σε αναγκαία χειρουργική επέμβαση, αφού πέραν του ότι πρόκειται για διαφορετικά αγωγικά κεφάλαια (αποζημίωση αφ' ενός και πρόσθετη χρηματική παροχή από το άρθρο 931 ΑΚ, αφ' ετέρου), η επικαλούμενη με την ένδικη μεταγενέστερη αγωγή ζημία του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου δεν κατέστη αντικείμενο έρευνας στην τελεσιδίκως κριθείσα προγενέστερη αγωγή.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 16 και 14 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται αξιολόγηση του καθενός.
Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως, ή, προκειμένου περί εγγράφων, ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τη διαβεβαίωση αυτή από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων και ειδικότερα των αναφερομένων στο αναιρετήριο, οπότε και μόνον είναι κατ' ουσίαν βάσιμος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 8, 11γ και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου που ο εναγόμενος -αναιρεσείων επικαλέστηκε νόμιμα, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δικαστικές ομολογίες του ενάγοντος -αναιρεσίβλητου, τις οποίες ο εναγόμενος - αναιρεσείων επικαλέστηκε με τις προτάσεις του και ειδικότερα α) την περιεχόμενη στην πρώτη αγωγή του, ομολογία του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με την οποία "οι σωματικές του βλάβες είναι μόνιμες και μη αναστρέψιμες, υφίστανται μέχρι σήμερα (ημερομηνία άσκησης της αγωγής), δεν επιδέχονται θεραπείας, έτσι ώστε να επανέλθει οργανικά στην προ του επίδικου τραυματισμού κατάσταση, του οποίου (τραυματισμού) αποτελούν άμεση απόρροια και αποτέλεσμα και θα εξακολουθήσουν να υφίστανται ισοβίως, κατέστη, δηλαδή ισοβίως μερικώς ανάπηρος" και β) την περιεχόμενη στη δεύτερη αγωγή και στα δικόγραφα των προτάσεών του, "πως η χειρουργική επέμβαση μπορεί (κατηγορηματικά ή δυνητικά δεν διευκρινίζεται) μεν να αποκαταστήσει την υγεία του ασθενούς μόνο μερικώς, με βαρεία δε επίπτωση στη φυσιολογική κινητικότητα και αρχιτεκτονική του ΟΜΣΣ, ήτοι με επίταση της αναπηρίας" και συνεπώς, εφόσον ομολογείτο από τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο η μερική ισόβια αναπηρία του και το μη αναστρέψιμο της υγείας του, το κονδύλιο για την εγχείριση έπρεπε ν' απορριφθεί.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον οι φερόμενες ως ομολογίες του αναιρεσίβλητου, δεν συνιστούν τέτοιες, αλλά περιστατικά θεμελιωτικά της βάσεως των αγωγών του κατά του αναιρεσείοντος. Επίσης, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά ένα μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια ως άνω πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του περί ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της κατάστασης της υγείας του αναιρεσίβλητου, δεν έλαβε υπόψη του τις μετ' επικλήσεως προσκομισθείσες από τον αναιρεσείοντα ιατρικές γνωματεύσεις, από τις οποίες αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί βεβαρυμένου ιστορικού του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου (πριν από το ατύχημα), το οποίο τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη σημερινή κατάσταση της υγείας του ενάγοντος.
Και ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι το αποδεικτικό του πόρισμα σχημάτισε "από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρ. 529 παρ. 1α' του ΚΠολΔ), για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρ. 395, 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ), έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρ. 681Α, 671 παρ. 1 εδ.
α' του ΚΠολΔ)", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο το Εφετείο κάνει ρητή αναφορά στα πιο πάνω νέα έγραφα, αναφέροντας ειδικότερα ότι "εν τω μεταξύ ο α' εναγόμενος, επικαλούμενος νέα έγγραφα που κατ' αυτόν αποδείκνυαν την προϋπάρχουσα του τροχαίου ατυχήματος δισκοπάθεια στην ΟΜΣΣ του ενάγοντος, άσκησε την από 4-11-2008 αναψηλάφηση κατά της υπ' αριθμ. 1997/2008 τελεσίδικης απόφασης αυτού του δικαστηρίου, η οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με την υπ' αριθμ. 29/2010 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου" καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικά με τον προβληθέντα ενώπιον του Εφετείου αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος σύμφωνα με τον οποίο "η εμφανιζόμενη ως προκληθείσα από το επίδικο τροχαίο ατύχημα κατάσταση της υγείας του ενάγοντος Α.
Κ., δεν προκλήθηκε απ' αυτό αλλά προϋπήρχε, με αποτέλεσμα να ελλείπει το στοιχείο της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της βλάβης της υγείας του και του εν λόγω ατυχήματος" (βλ. τις από 17-11-2011 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου) έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ως άνω έγγραφα. Επομένως, ο τρίτος και ο πέμπτος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων, κατά παράβαση του άρθρου 216 ΚΠολΔ, δεν αναφέρει στην αγωγή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Η παρά την έλλειψη των στοιχείων αυτών, κατ' ουσίαν εξέταση της αγωγής, ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παρά το νόμο μη κηρύξεως ακυρότητας του δικογράφου (ΑΠ 443/2011, ΑΠ 1495/2009).
Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, ενόψει του ότι δεν αφορά τη δημόσια τάξη, αφού συνιστά έλλειψη αυτοτελούς διαδικαστικής προϋπόθεσης και όχι προδικασίας, πρέπει κατ' άρθρο 562 ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της προβολής του, να προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά ένα μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο κρίνοντας την ένδικη αγωγή ορισμένη, όσον αφορά και στα δύο κονδύλιά της (δαπάνη εγχείρισης, διαφυγόντα εισοδήματα) αντί να απορρίψει αυτή ως αόριστη, δεδομένου ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος δεν αναφέρει, όπως επικαλείται ο εναγόμενος - αναιρεσείων ότι είναι αναγκαίο για το ορισμένο αυτής, τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό στοιχεία [συγκεκριμένη ορθοπεδική χειρουργική κλινική, στην οποία θα πραγματοποιηθεί η χειρουργική επέμβαση, ημέρες νοσηλείας, κατηγορία κλίνης, αναλώσιμα και σταθερά εσωτερικά εμφυτεύματα που θα τοποθετηθούν, αν η επέμβαση αυτή θα τον θεραπεύσει ή θα βελτιώσει και σε πιο βαθμό την μόνιμη - κατά τα άλλα - κατάστασή του κ.λπ.) παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι την αοριστία αυτή πρότεινε στο Εφετείο, σε κάθε δε περίπτωση διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, κατά την εκδίκαση της εφέσεως του αναιρεσίβλητου, αυτός δεν προέβαλε το σχετικό ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, που στηρίζει τον ως άνω αναιρετικό λόγο.
Εξάλλου ο ίδιος (τέταρτος) λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το άλλο μέρος του, από τους αριθμούς 1 εδ. β' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αντίστοιχα οι πλημμέλειες: α) της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας (ιατρικής επιστήμης), ως προς την αναγκαιότητα της χειρουργικής επέμβασης, ως παρεπόμενης (μεταγενέστερης) ζημίας που είναι δυνατόν να αποκατασταθεί με τον τρόπο αυτό και β) της έλλειψης νόμιμης βάσης της απόφασης, λόγω αντιφατικής αιτιολογίας, την οποία δεν προσδιορίζει, είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρ. 118 αριθ. 4, 566 § 1, 577 § 3), αφού, ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει, όπως θα έπρεπε, για το ορισμένο αυτού, αφ' ενός μεν ποιά συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, και σε τι συνίσταται η παράβαση αυτή, αφ' ετέρου δε, σε τι συνίστανται "οι αντιφατικές αιτιολογίες" που κατά τον αναιρεσείοντα διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση, ανεξαρτήτως του ότι, καθόσον αφορά στην πρώτη περίπτωση, τα μη προσδιοριζόμενα διδάγματα της κοινής πείρας ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την αναγκαιότητα της ως άνω χειρουργικής επεμβάσεως και όχι στην ερμηνεία των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αετούς και είναι επίσης για το λόγο αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 εδαφ. β' του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην κρινόμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά άλλο μέρος του προβάλλεται η αιτίαση, με επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί προϋπάρχοντος του ατυχήματος βεβαρυμένου ιστορικού του ενάγοντος -αναιρεσίβλητου, το οποίο τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη σημερινή κατάσταση της υγείας του ενάγοντος.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον ο προβληθείς από τον αναιρεσείοντα παραπάνω ισχυρισμός αποτελεί άρνηση της αγωγής και ειδικότερα της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της καταστάσεως της υγείας του ενάγοντος και του ένδικου ατυχήματος και συνεπώς δεν είναι αυτοτελής κατά την παραπάνω έννοια και δεν συνιστά πράγμα.
Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, και όσα προαναφέρθηκαν σχετικά με τη λήψη υπόψη από το Εφετείο των προσκομισθέντων από τον αναιρεσείοντα παραπάνω νέων ιατρικών εγγράφων, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε αιτιολογημένα, δεχόμενο ορθώς ότι με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 11992/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 1997/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, "κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, ότι το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) και ότι ο ενάγων τραυματίστηκε και συγκεκριμένα ότι υπέστη, μεταξύ άλλων, και κάκωση της οσφυΐκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης..." και συνεπώς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου και του ένδικου ατυχήματος.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ως προς τις λοιπές αιτιάσεις του περί παραδοχής παρά το νόμο της ύπαρξης δεδικασμένου και ελλιπούς αποδεικτικής αιτιολογικής βάσης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-5-2015 (αριθμ. εκθ. κατάθ. …/22-5-2015) αίτηση για αναίρεση της 1440/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ. Και Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο με αριθμούς διπλοτύπου …, …, … ΤΑΧΔΙΚ και …, …, …, …, … και … Δημοσίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Σεπτεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ