1579/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις εργασίας με το Δημόσιο, ΟΤΑ κ.λ.π, υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Εφόσον η αγωγή δεν είναι νόμιμη, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο Άρειος Πάγος πρέπει να κρατήσει την υπόθεση, να ασχοληθεί με την εκδίκαση της και να την απορρίψει.
Legislator headnote
AI generated1579/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1579 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις εργασίας με το Δημόσιο, ΟΤΑ κ.λ.π, υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Εφόσον η αγωγή δεν είναι νόμιμη, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο Άρειος Πάγος πρέπει να κρατήσει την υπόθεση, να ασχοληθεί με την εκδίκαση της και να την απορρίψει.
Αριθμός 1579/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΟΛΟΥ", που εδρεύει στον Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Παπαγιαννίτση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 117/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-3-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 30-3-2010 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του KΠολΔ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη μετ' αναβολή δικάσιμο και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο.
Στην προκείμενη περίπτωση, μετά από αναβολή κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18-10-2011, συζητήθηκε κατά τη σημερινή, 18-9-2012, η από 26-3-2007 αίτηση του αναιρεσείοντος για αναίρεση της 117/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στην παραπάνω, νόμιμη, μετά από αναβολή από την αρχική, δικάσιμο, δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσίβλητος, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο. Από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. 2127β'β/3-2-2010 και 3769β'β/22-3-20011 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο α) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και β) της, από 18-2-2011, κλήσης προς συζήτηση της αναίρεσης, για την αρχική δικάσιμο της 18-10-2011, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει, ότι σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύµβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής µέχρις ορισμένου χρονικού σηµείου ή µέχρι της επελεύσεως ορισμένου µέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, µετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σηµείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της συµβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύµβασης εργασίας. Η σύµβαση αυτή, παύει αυτοδικαίως, σύµφωνα µε το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως.
Ο ορθός δε νοµικός χαρακτηρισµός της σύµβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο µη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισµό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα µέρη, κρίνει, ερµηνεύοντας το περιεχόμενο της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύµβαση (Ολ.ΑΠ 18/2006).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "είναι άκυρος οιαδήποτε σύµβασις αντικειµένη εις τον παρόντα νόµον, πλην αν είναι µάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον ... . Αι διατάξεις του νόµου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συµβάσεων εργασίας µε ορισµένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισµός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συµβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίµως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συµβάσεως διατάξεων του παρόντος νόµου".
Από τις διατάξεις αυτές, µε τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζοµένων µε τη σύναψη συµβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συµβάσεις ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισµός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν απαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί µε σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συµβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1929 ή 1, 3, 5 του β.
δ. 16/18-7 -1920) ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισµό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συµβάσεως και θεωρείται, ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύµβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόµιµης αποζημίωσης. Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, το άρθρο 21 του οποίου ορίζει τα ακόλουθα: "Οι δηµόσιες υπηρεσίες και τα νοµικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόµου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, µε τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόµενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν µπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) µήνες µέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) µηνών.
Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για την αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν µπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) µήνες για το ίδιο άτοµο. Παράταση ή σύναψη νέας σύµβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή µετατροπή σε σύµβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2).
Στη συνέχεια, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρµόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.
Σύµφωνα δε µε την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε µε το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δηµόσιου τοµέα, όπως αυτός οριοθετείται µε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάµεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.
Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νοµοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δηµοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. ορίζουν τα εξής "κανένας δεν µπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις µπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόµο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες µε προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο µε σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού µπορούν να πληρούνται µε προσωπικό που προσλαμβάνεται µε σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόµος ορίζει για την πρόσληψη, καθώς και για τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α 85/18-4- 2001) και µε σκοπό τη µέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόµου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δηµόσιο και τον ευρύτερο Δηµόσιο τοµέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δηµόσιο και στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε µε διαγωνισµό είτε µε επιλογή µε προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόµος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δηµόσιο και τον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόµος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που µπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόµο µονιµοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η µετατροπή των συµβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους µε σύµβαση έργου".
Έτσι µε την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά µε την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του δηµόσιου τοµέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης µε τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται ενόψει της πιο πάνω διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται µε το Δηµόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νοµικά πρόσωπα του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα µε υπαλληλική σχέση δηµοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύµφωνα µε τις παρ. 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Επομένως σε κάθε περίπτωση, στις συµβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Τέλος, µε την Οδηγία 1999/70 ΕΚ του συμβουλίου της 28.6.1999, µε τις διατάξεις της οποίας τα κράτη - µέλη όφειλαν µέχρι τις 10.7.2001 να προσαρµόσουν τις εθνικές νοµοθεσίες τους, και ειδικότερα µε τη ρήτρα 5 της Οδηγίας αυτής, που αφορά σε ληπτέα νοµοθετικά µέτρα για την αποτροπή της καταχρήσεως που µπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προβλέπεται 1) να προσδιοριστούν α) οι αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν την ανανέωση συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) η µέγιστη συνολική διάρκεια των διαδοχικών συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας 2) να καθοριστεί, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συµβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου α) θεωρούνται "διαδοχικές" β) χαρακτηρίζονται συµβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.
Η παραπάνω Οδηγία ως εκ της µορφής των πιο πάνω διατάξεών της, οι οποίες δεν είναι σαφείς και ορισμένες, δεν παρέχει δυνατότητα αµέσου επικλήσεως των διατάξεων αυτών επί µη έγκαιρης μετεγγραφής αυτής στην Εθνική έννοµη τάξη, όπως συνέβη εν προκειμένω, όπου η οφειλόμενη προσαρμογή στην εν λόγω Οδηγία έγινε καθυστερημένα µε το ΠΔ 81/2-4-2003 για τους εργαζόμενους µε συµβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τοµέα και µε το ΠΔ 164/19-7-2004 για τους εργαζόμενους στο δηµόσιο τοµέα, ανεξάρτητα από το ότι η εν λόγω οδηγία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισµό των συµβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συµβάσεων εργασίας αορίστου χρόνο.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τα εξής: Με σύµβαση που καταρτίστηκε στο Βόλο µεταξύ των διαδίκων στις 18-4-2003 ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, που είναι πτυχιούχος ηλεκτροτεχνίτης Α', προσλήφθηκε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήµο, προκειµένου να παρέχει τις υπηρεσίες του στον Τοµέα του Δηµοτικού Φωτισµού (Τµήµα ηλεκτρολογικών έργων) για ένα οκτάµηνο. Η σύµβαση αυτή ανανεωνόταν συνεχώς µε αλλεπάλληλες συµβάσεις και ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε µε την ως άνω ειδικότητά του συνεχώς, χωρίς διακοπή, µέχρι την άσκηση της αγωγής (22-12-2004). Ειδικότερα εργαζόταν καθημερινά µε πλήρες ωράριο, όπως και οι µόνιµοι υπάλληλοι του Δήµου, και προσέφερε τις υπηρεσίες του στη συντήρηση 56 σχολικών συγκροτηµάτων του Δήµου, των Ωδείων και ΚΑΠΠΗ καθώς και στο δηµοτικό φωτισµό και στη σηματοδότηση, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος. Με βάση τα περιστατικά αυτά, κατέληξε το Εφετείο, η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκε µεταξύ των διαδίκων στις 18-4-2003 και έκτοτε ανανεωνόταν συνεχώς, κατά ορθό νοµικό χαρακτηρισµό της από το δικαστήριο, είναι σύµβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε δεχθεί την αγωγή, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, άρθρου 103 του Συντάγματος και τη ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ. Επομένως, ο µοναδικός από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
λόγος αναιρέσεως, µε τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο τη σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιµος. Σύµφωνα µε τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, σύµφωνα µε το άρθρο 580 παρ.3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως είχε ήδη αντικατασταθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως µε το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α' 51/12.3.2012), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, µπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί µε την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση", Εν προκειμένω, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την με αριθμ.
κατάθ. 197/22-12-2004 αγωγή του, ισχυρίσθηκε ότι με τις διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που περιέγραφε λεπτομερώς, εργάσθηκε στις διοικητικές υπηρεσίες του εναγομένου Δήμου, από 18-4-2003 ως πτυχιούχος ηλεκτροτεχνίτης, προσφέροντας τις υπηρεσίες του μέχρι την άσκηση της αγωγής και ότι οι ανωτέρω διαδοχικές συμβάσεις, επειδή κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, έχουν αυτοδικαίως μετατραπεί σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, να αναγνωριστεί ότι συνδέεται με τον εναγόμενο, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί ο τελευταίος να αποδέχεται τις υπηρεσίες του. Με το περιεχόμενο αυτό, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η αγωγή δεν είναι νόμιμη. Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, µετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 45/2005 απόφασή του, αν και η αγωγή δεν ήταν νόμιμη, όμως, εσφαλμένα εφαρμόζοντας τις παραπάνω διατάξεις, την έκρινε νόμιμη και στη συνέχεια την δέχθηκε ως βάσιμη στην ουσία της. Κατ' αυτής άσκησε έφεση ο αναιρεσείων, προβάλλοντας τις σχετικές πλημμέλειες, οι οποίες είναι βάσιμες. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή. Ο αναιρεσίβλητος- ενάγων πρέπει να καταδικαστεί σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος-εναγομένου, διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθ. 176, 179 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 117/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Κρατεί την υπόθεση.
Δέχεται, κατ' ουσίαν, την 244/26-8-2005 έφεση του αναιρεσείοντος.
Εξαφανίζει την 45/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.
Απορρίπτει την αγωγή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος- εναγομένου, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ