Legislator Case Law & Legislation
1579/2011 AI generated

1579/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1579/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1579/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές και ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Keywords

AI generated
change of profession psychiatric work incapacity redundancy unpaid work coaching contract abandonment of employment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1579 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1579/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Μ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Αναγνωστοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ποδοσφαιρικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΕ ΠΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑ", που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/10/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 98/2005 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/7/2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 19/9/2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ηλία Γιαννακάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ' αριθμ. 11457|12-11-2010 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καλαμάτας ..., προκύπτει ότι αντίγραφο της ένδικης αίτησης του Π. Μ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 98|2005 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας, με κλήση για συζήτηση, για την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της 18ης Ιανουαρίου 2011, κατά την οποία αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη "ΠΑΕ ΠΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑ". Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε, με τον νόμιμο εκπρόσωπό της ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τη νόμιμη, από το οικείο πινάκιο εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να ερευνηθεί, όμως, η υπόθεση, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρα 226 παρ. 4 και 576 παρ. 1 Κ.Πολ. Δικ.).

Κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές και ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Η αναιρεσίβλητη, η οποία είναι ανώνυμη ποδοσφαιρική εταιρεία, τον Ιούλιο του 1995 προσέλαβε δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον αναιρεσείοντα και τον απασχολούσε ως γυμναστή και φυσιοθεραπευτή στην ποδοσφαιρική ομάδα της Καλαμάτας, επί 20 ώρες εβδομαδιαίως.

Η αμοιβή του ορίστηκε στις 175000 δραχμές μηνιαίως. Ο αναιρεσείων απασχολούνταν με την ως άνω ιδιότητα σύμφωνα με τις οδηγίες και εντολές της αναιρεσίβλητης και παρέμεινε στην αναιρεσίβλητη μέχρι το τέλος της ποδοσφαιρικής περιόδου 1997-1998, οπότε και αποχώρησε οικειοθελώς. Στη συνέχεια ο αναιρεσείων μετά την αποχώρηση του από την αναιρεσίβλητη απασχολήθηκε στην προεπαγγελματική ομάδα "ΠΟΚ" της Καλαμάτας, η οποία αποτελούσε ξεχωριστό και ανεξάρτητο σωματείο, το οποίο συστήθηκε το 1998, ως γυμναστής και προπονητής της προεπαγγελματικής ομάδας και συγκεκριμένα αποχώρησε από την επαγγελματική ομάδα όταν ξεκίνησε η συνεργασία της αναιρεσίβλητης με προπονητή τον κ.

Γ. Γ., τον οποίο ακολούθησε το δικό του επιτελείο συνεργατών με επικεφαλής τον κ. Π. και νέο γυμναστή τον Μ. Ζ.. Επίσης προσελήφθησαν από τη αναιρεσίβλητη στις 15-9-1998 ως μασέρ ο Θ. Γ. και στις 24-9-1998 ως φυσιοθεραπευτής ο Α. Γ.. Η απασχόληση του ως προπονητού στην προεπαγγελματική ομάδα μετά την αποχώρηση του από την αναιρεσείουσα (ως γυμναστού και φυσιοθεραπευτού της επαγγελματικής ομάδας ποδοσφαίρου) τροποποίησε τη σχέση του με την προεπαγγελματική ομάδα σε σχέση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς τα αιτήματα της για πληρωμή οφειλομένων μισθών των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου 2000, αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της συμβάσεως, επιδομάτων εορτών κλπ, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή για το ποσό των 65,88 ευρώ, για επίδομα αδείας του έτους 1996.

Το Εφετείο με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε ότι λύθηκε η σύμβαση εργασίας που συνέδεε τους διαδίκους με οικειοθελή αποχώρηση του αναιρεσείοντος και ότι ο αναιρεσείων δεν έχει αξιώσεις για το χρονικό διάστημα μετά τη λύση της συμβάσεως.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά ένα σκέλος του, ο πέμπτος λόγος, επίσης κατά ένα σκέλος του και ο όγδοος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστο το αίτημα του αναιρεσείοντος για πληρωμή των μισθών των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου του έτους 2000, αλλά ερεύνησε το αίτημα αυτό και το απέρριψε ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε ότι λύθηκε η σύμβαση εργασίας από το τέλος της ποδοσφαιρικής περιόδου 1997-1998.

Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως, κατά ένα σκέλος του, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει ότι, το Εφετείο άφησε αδίκαστο το παραπάνω αίτημα του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Την κρίση του ότι λύθηκε η σύμβαση των διαδίκων με οικειοθελή αποχώρηση του αναιρεσείοντος το Εφετείο στήριξε στα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους.

Επομένως, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά ένα σκέλος τους, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ανωτέρω χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο απορρίπτει ως απαράδεκτο αυτοτελή αγωγικό ισχυρισμό και όχι όταν απορρίπτει ως απαράδεκτο ισχυρισμό με τον οποίο διευκρινίζεται και βελτιώνεται η αγωγή.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι, τον Ιούλιο του έτους 1995 προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη ως γυμναστής και φυσιοθεραπευτής της ποδοσφαιρικής ομάδας Καλαμάτας και ότι από τον Ιούλιο του έτους 1998 απασχολήθηκε παράλληλα και στην πρπεπαγγελματική ομάδα της αναιρεσίβλητης με το διακριτικό τίτλο ΑΚΑΔΗΜΙΑ. Με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου για πρώτη φορά ισχυρίσθηκε ότι η αναιρεσίβλητη παραχώρησε ή δάνεισε τις υπηρεσίες του από τον Ιούλιο του έτους 1998 στη προεπαγγελματική ομάδα της. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος (τον οποίο το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο) δεν είναι αυτοτελής αγωγικός ισχυρισμός, αλλά με αυτόν διευκρινίσθηκε και βελτιώθηκε η αγωγή ως προς το λόγο που παρείχε τις υπηρεσίες του και στην προεπαγγελματική ομάδα. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός δεν υπόκειται ως προς το χρόνο προβολής του στους περιορισμούς του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται στα αυτοτελή μέσα επίθεσης και άμυνας, με συνέπεια να μη στοιχειοθετείται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, σε περίπτωση απόρριψης του ως απαράδεκτου και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από την πιο πάνω διάταξη, με τον οποίο προβάλλεται η παρά το νόμο απόρριψη του ισχυρισμού αυτού από το Εφετείου ως απαράδεκτου, κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 1 και 578 ΚΠολΔ για την άσκηση αναιρέσεως απαιτείται έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ. Ο διάδικος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλλει την απόφαση με αναίρεση, όταν επικαλείται την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σε ζητήματα που χωρίς ανάγκη κρίθηκαν πλεοναστικώς και όλως παρέργως, ως προς τα οποία μη στηρίζοντα το διατακτικό αυτής, δεν παράγεται δεδικασμένο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τους αριθμούς 11 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., τον τρίτο λόγο, από τους αριθμούς 11 και 13 του ίδιου άρθρου και τον τέταρτο λόγο, από τους αριθμούς 1 και 11 του ίδιου άρθρου (κατά ένα σκέλος τους), πλήττεται η κρίση του Εφετείου ότι ο αναιρεσείων μετά την αποχώρηση του από την αναιρεσίβλητη παρείχε τις υπηρεσίες του στη προεπαγγελματική ομάδα "ΠΟΚ" της Καλαμάτας, τροποποιώντας τη σύμβαση σε σχέση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (με την προεπαγγελματική ομάδα). Η κρίση αυτή του Εφετείου δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και το ζήτημα αυτό (της σχέσης δηλαδή που συνέδεε τον αναιρεσείοντα με την προεπαγγελματική ομάδα) κρίθηκε πλεοναστικώς και όλως παρέργως. Επομένως, ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλλει την κρίση του Εφετείου με τους παραπάνω λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι για το λόγο αυτό είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο και τον ένατο λόγο αναιρέσεως, κατά ένα σκέλος τους, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα τα οποία προσκόμισε με επίκληση ο αναιρεσείων για απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του και συγκεκριμένα απόδειξη της λογίστριας της αναιρεσίβλητης, φύλλα αγώνος και δημοσιεύματα του τύπου. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν οι διάδικοι με επίκληση σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και τα έγγραφα αυτά και επομένως οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο και τον ένατο λόγο αναιρέσεως, κατά ένα σκέλος τους, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε έγγραφα και συγκεκριμένα την καρτέλα ενσήμων του αναιρεσείοντος και το 4/2000 φύλλο αγώνος. Τα έγγραφα όμως αυτά το Εφετείο συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση τους. Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ένατο λόγο αναιρέσεως, κατά ένα σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι, η αναιρεσίβλητη παρέμεινε εργοδότρια του και μετά τον Ιούλιο του έτους 1998 και ότι ο Πρόεδρος αυτής Π. εξακολούθησε να του καταβάλει τις αποδοχές του και να ασκεί εποπτεία επί των υπηρεσιών του. Ο ισχυρισμός όμως αυτός του αναιρεσείοντος δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, αλλά επιχείρημα και συμπέρασμα του από την εκτίμηση των αποδείξεων και, επομένως και ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-7-2005 αίτηση του αναιρεσείοντος Π. Μ. για αναίρεση της 98/2005 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ