Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations and procedural inadmissibility grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding unpaid salary claims. The appellant argued that the statute of limitations should have started in 1995 due to the weekend date of the year-end, but the lower court correctly applied the two-year limit starting from 1994. Furthermore, the court ruled that the appellant's claim regarding a procedural error in the lower court's reasoning was inadmissible because it attacked the substantive facts rather than the legal application.
Legislator headnote
AI generatedArticles 48 §3, 49, 51 of Law 496/1974; Article 559 §1 of the Code of Civil Procedure: The statute of limitations for public law claims against public legal persons is two years, commencing at the end of the year in which the claim arose; an appeal challenging the substantive facts of the claim is inadmissible as it impinges on the court's substantive judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1579 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1579/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ συζ. Ζ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο ...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 6886/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-7-2000 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 24-10-2001 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αναστασίου Πράσσου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει ότι το Σύνταγμα θεσπίζει και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μη εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.
Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), 106 και 110 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ρητών δικονομικών εγγυήσεων για δίκαιη δίκη, δεν στερούν από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να επιβάλει την αυτεπάγγελτη εξέταση από το δικαστήριο ισχυρισμών που είναι, σύμφωνα με διάταξη νόμου, καταλυτικοί της αξίωσης για την οποία ζητείται η έννομη προστασία από το δικαστήριο.
Ειδικότερα, από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που, εκτός άλλων, εγγυάται το αμερόληπτο με την έννοια του ουδέτερου δικαστή, συνάγεται ότι η εγγύηση αυτή περιλαμβάνει επίσης όλες εκείνες τις θεσμικές προϋποθέσεις, οι οποίες είναι σημαντικές για την κατοχύρωση της αμεροληψίας, μεταξύ των οποίων η ισότητα των όπλων και η διαθετική αρχή.
Η ισχύς της διαθετικής αρχής δεν αποκλείει ωστόσο, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, την κατ' εξαίρεση πρόβλεψη της δυνατότητας θέσης σε κίνηση της διαδικασίας αυτεπάγγελτα από τον δικαστή. Προϋπόθεση όμως γι' αυτό είναι, η ύπαρξη ενός αντικειμενικού, ουσιαστικού λόγου, όπως στην περίπτωση της αυτεπάγγελτης θέσης σε κίνηση της διαδικασίας χάριν του γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η υπεροχή του οποίου είναι δικαιολογημένη.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως τον λόγο αυτό αναίρεσης, στοιχειοθετεί και η παραδοχή ένστασης που δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νόμιμα, εκτός αν αυτή μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο αυτεπάγγελτα.
Τέτοια είναι και η στηριζόμενη στο άρθρο 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974 ένσταση της διετούς παραγραφής των κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου αξιώσεων υπαλλήλων του, για την οποία ορίζεται στο άρθρο 52 εδ. γ του ίδίου ν.δ. ότι λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια. Η ρύθμιση αυτή είναι εναρμονισμένη προς το άρθρο 106 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση των διαδίκων και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, αφού η ίδια διάταξη προβλέπει περαιτέρω εξαίρεση από την καθιερούμενη με αυτή αρχή της διάθεσης και της συζήτησης, "εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά".
Με την εγκατάλειψη της εξέλιξης της δίκης και των νόμιμων κωλυμάτων αυτής στην ελεύθερη διάθεση των διαδίκων, επιδιώκεται η κατοχύρωση της ουδετερότητας του δικαστή και η αποτροπή δημιουργίας υποψίας ότι μεροληπτεί. Η ως άνω όμως αυτεπάγγελτη έρευνα της παραγραφής από τα δικαστήρια, που ισχύει υπέρ των ν.π.δ.δ.
έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα για την προστασία της περιουσίας αυτών και της οικονομικής τους κατάστασης, στις οποίες συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Επομένως, εύλογα η πρόνοια του νομοθέτη του ν.δ. 496/1974 δεν καταλείπει την προστασία του Έλληνα πολίτη, στην επιμέλεια των οργάνων της διοίκησης ή των νομικών παραστατών των ν.π.δ.δ.
για πρόταση της ένστασης παραγραφής. Έτσι, η εξαίρεση αυτή υπέρ των ν.π.δ.δ. δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Συγκεκριμένα, η προβολή της ένστασης της παραγραφής, που γενικώς (ΑΚ 277), ως ένσταση "συνείδησης", απόκειται στη βούληση ενός εκάστου (ιδιώτη) οφειλέτη και στις υποκειμενικές εκάστοτε σταθμίσεις αυτού, δεν ενδείκνυται, ακριβώς χάριν της τήρησης της ισότητας, να επαφεθεί στις, κατ' ανάγκη εκάστοτε ποικίλλουσες, υποκειμενικές σταθμίσεις των κάθε φορά πληρεξουσίων των ν.π.δ.δ., τα οποία, πάντως, δεν στερούνται της δυνατότητας, όταν οι διοικήσεις τους κρίνουν ότι συντρέχουν αποχρώντες προς τούτο λόγοι, να προβαίνουν κατά τη νόμιμη διαδικασία σε αναγνώριση των κατ' αυτών απαιτήσεων.
Επίσης, η αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη της υπέρ ν.π.δ.δ. παραγραφής και η θεσπίζουσα αυτήν διάταξη του αρθ. 52 εδ. γ' νδ 496/1974 δεν αντίκειται (α) στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος, 6 παρ. Ι της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το νδ 53/1974 και έχει την από το αρθ. 28 §1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ, και 110 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο τις από αυτές απορρέουσες ως άνω εγγυήσεις, καθόσον η διασφαλιζομένη από τις διατάξεις αυτές δικαστική προστασία δεν έχει σχέση με την αυτεπάγγελτη εξέταση και λήψη υπόψη της παραγραφής από τα δικαστήρια, αφού η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια του δικαστηρίου δεν στερεί τους αντιδίκους του ν.π.δ.δ.
από τη δυνατότητα να προβάλουν καθ' υποφοράν, ενόψει του (εκ του νόμου) γνωστού σε αυτούς αυτεπαγγέλτου της λήψης υπόψη της παραγραφής, όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της παραγραφής, ενώ η προαναφερθείσα περίπτωση δεν μπορεί να νοηθεί ως έλλειψη αμεροληψίας του δικαστηρίου και επομένως παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης (β) στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (που επίσης κυρώθηκε ως άνω και έχει την ίδια αυξημένη τυπική ισχύ), οι οποίες επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται στην κατάργηση περιουσιακών (και ενοχικών) δικαιωμάτων (ενδεχομένως και με την επιβολή αναδρομικής παραγραφής αυτών), αλλά όχι στο ζήτημα της αυτεπάγγελτης ή μη λήψης υπόψη της παραγραφής από το δικαστήριο.
Και τούτο διότι "περιουσία" κατά την ως άνω διάταξη αποτελεί το σύνολο των δεκτικών οικονομικής αποτίμησης εννόμων σχέσεων του προσώπου, τέτοια δε δεκτική αποτίμησης έννομη σχέση του δανειστή του ν.π.δ.δ., δεν αποτελεί, λογικώς, το - κατ' ένσταση μόνο - προβλητό της παραγραφής της απαίτησης του. Άλλωστε, από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι: "Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών σύμφωνος προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και αυτό, όχι μόνο δεν απαγορεύει, αλλά αντίθετα ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει και η προστασία της περιουσίας των ν.π.δ.δ., κατά τα προεκτιθέμενα (Ολ.ΑΠ 11/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση και όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (αρθ. 561 §2 ΚΠολΔ) το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά του τώρα αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ. "Ψυχιατρικού Νοσοκομείου ...", με την οποία αυτή, επικαλούμενη ότι με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολήθηκε ως καθαρίστρια στο εναγόμενο νοσοκομείο, ζήτησε, εκτός των άλλων, ν' αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει σ' αυτήν, κατά τα ειδικότερα εκεί εκτεθέντα, για (1) διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-6-1994 έως 31-12-1996 το ποσό των 15.212.645 δρχ.
και (2) διαφορές αμοιβής της εργασίας της κατά τις Κυριακές και μη εργάσιμες ημέρες του αυτού χρονικού διαστήματος το ποσό των 2.533.642 δρχ., δέχθηκε με την προσβαλλομένη 6886/1999 απόφαση του και όπως απ' αυτήν προκύπτει ότι από τις ως άνω αξιώσεις της ενάγουσας εκείνες που αναφέρονταν στο χρονικό διάστημα από 1/6 έως 31-12-1994 είχαν γεννηθεί εντός του έτους 1994, έκτοτε δε ήταν δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη, με συνέπεια ν' αρχίσει η διετής παραγραφή τους από το τέλος του έτους αυτού, η οποία, δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο, είχε συμπληρωθεί ήδη κατά την γενομένη στο εναγόμενο ΝΠΔΔ την 29-1-1997 επίδοση της ένδικης αγωγής, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά περιστατικά και αφού έλαβε αυτεπάγγελτα κατ' αρθ. 52 εδ.γ' νδ 496/1974 υπόψη την, μη προταθείσα ενώπιον αυτού με κάποιο λόγο της έφεσης, διετή ως άνω παραγραφή και κρίνοντας περαιτέρω ότι λόγω της επελθούσης παραγραφής η ενάγουσα δεν είχε έννομο συμφέρον για την αναγνώριση των ως άνω αξιώσεων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που δεν είχε λάβει αυτεπάγγελτα υπόψη την ένσταση παραγραφής και είχε δεχθεί ως βάσιμη την ένδικη αγωγή και ως προς τις επιμέρους αυτές αξιώσεις και απέρριψε στην συνέχεια για τον ως άνω λόγο την αγωγή ως προς αυτές.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ουδόλως παρά το νόμο έλαβε υπόψη μη προταθέντα "πράγματα", αφού ηδύνατο αλλά και όφειλε να λάβει υπόψη αυτεπάγγελτα την ένσταση παραγραφής των ως άνω αξιώσεων της ενάγουσας, ούτε συνακόλουθα υπερέβη την δικαιοδοσία του και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 4 αντίστοιχα του αρθ. 559 ΚΠολΔ.
II. Κατά την έννοια του αρθ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη αυτήν λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, δεν υπάρχει, όμως, παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή εκφεύγει κατ' αρθ. 561 §1 ΚΠολΔ του αναιρετικού ελέγχου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο και όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, εκτιμώντας το αληθινό περιεχόμενο της 28560/1995 αίτησης που είχε υποβάλει η ενάγουσα, μαζί με άλλους συναδέλφους της, στο εναγόμενο και προσκόμισε με επίκληση στο δικαστήριο προς απόδειξη της αντένστασης της περί διακοπής της παραγραφής των αξιώσεών της (κατ' αρθ. 51 εδ.
β' νδ 496/1974), έκρινε ότι από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού σαφώς προέκυπτε ότι ουδόλως ζητήθηκε η πληρωμή (1) του βασικού ημερομισθίου της από 21-3-1994 ΕΓΣΣΕ (2) των επιδομάτων πολυετούς υπηρεσίας (42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς), ανθυγιεινής εργασίας (ως άνω ΔΦΑ), του επιδόματος των 500 δρχ. του νδ 1064/1971, του ειδικού επιδόματος του ν. 1193/1981, της ειδικής αποζημίωσης του αρθ. 7 ν. 2919/1992 και επιδόματος τροφής και (3) της αμοιβής ή διαφοράς αυτής για την εργασία της κατά τις Κυριακές και αργίες, ενώ δεν ζητήθηκε η πληρωμή του επιδόματος συζύγου και της αμοιβής του αρθ. 2 §3 ν. 201/1975 με βάση το ως άνω βασικό ημερομίσθιο της από 21-3-1994 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., αλλά εντελώς αόριστα και χωρίς να περιλαμβάνεται κάποια συγκεκριμένη απαίτηση "η καταβολή των προβλεπομένων υπό του νόμου και των σχετικών Δ.Α.
και Σ.Σ.Ε. αποδοχών από 1-1-1981 βάσει των ετών υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, των οικογενειακών βαρών, της ειδικότητας κλπ.". Η κρίση αυτή του Εφετείου συνιστά μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του ως άνω εγγράφου και όχι παραμόρφωση του περιεχομένου του, με την προεκτεθείσα έννοια, και επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.
III. Ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση με την ως άνω παραδοχή της ότι με την προαναφερθείσα αίτηση της ενάγουσας προς το εναγόμενο δεν ζητούνται διαφορές για διαφορές αποδοχών, αμοιβή εργασίας για Κυριακές και αργίες κλπ., παραβίασε τις διατάξεις των αρθ. 48§3, 49 και 51 περ. β' του νδ 496/1974, που ορίζει ότι η ως άνω διετής παραγραφή των κατά του ΝΠΔΔ αξιώσεων των υπαλλήλων του διακόπτεται και με την υποβολή αίτησης προς το νομικό πρόσωπο για πληρωμή της απαίτησης (οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την χρονολογία που φέρει η σχετική έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την αναγνώριση ή την πληρωμή της απαίτησης αρχής κλπ.), κατά τις οποίες δεν απαιτείται ν' αναφέρονται στην υποβαλλομένη σε τούτο αίτηση οι διατάξεις που στηρίζουν τις αξιώσεις αυτές, αλλ' αρκεί η απαίτηση της πληρωμής γενικά της διαφοράς των προβλεπομένων από το νόμο και τις σχετικές ΣΕ και ΔΑ αποδοχών και εκείνων που καταβλήθηκαν, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι με την επίκληση πλημμέλειας από το αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλήττει στην πραγματικότητα την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου επί πραγματικών γεγονότων, δηλ. του περιεχομένου της παραπάνω αίτησης.
IV. Κατά το αρθ. 48 §3 του ν.δ. 496/1974, ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου αξιώσεων των υπαλλήλων του που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου από καθυστερούμενες ή άλλης φύσεως απόλαυες ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών, διακοπτόμενη, εκτός των άλλων, σύμφωνα με το αρθ. 51 εδ.
α' αυτού και με την άσκηση της σχετικής αγωγής, αρχίζει δε σύμφωνα με το αρθ. 49 του ως άνω νδ από το τέλος του έτους, εντός του οποίου γεννήθηκαν και είναι δικαστικά επιδιώξιμες, ανεξάρτητα από το εάν η τελευταία ημέρα του έτους, εντός του οποίου γεννήθηκαν και μπορούσαν να επιδιωχθούν δικαστικά είναι κατά νόμο αργία ή εργάσιμη, διότι δεν πρόκειται για την λήξη, αλλά για την έναρξη της παραγραφής (αρθ. 242 ΑΚ), και κατά συνέπεια η ιδιότητα της ημέρας αυτής δεν εμποδίζει την άσκηση της αγωγής και συνακόλουθα την διακοπή της παραγραφής κατά τις υπόλοιπες εργάσιμες.
Επομένως, ο τέταρτος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των αρθ. 48 §3, 49 και 51 εδ. α' νδ 496/1974 το Εφετείο δέχθηκε ότι η παραγραφή των αξιώσεων της αναιρεσείουσας ενάγουσας του έτους 1994 άρχισε από το τέλος του 1994 και απέρριψε αυτές λόγω παρόδου διετίας μέχρι την επίδοση της αγωγής της την 29-1-1997, ενώ κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών έπρεπε να δεχθεί ότι η παραγραφή αυτή άρχισε από το τέλος του έτους 1995 (μη συμπληρωθείσα μέχρι την 29-1-1997), και όχι του 1994, διότι η 31-12-1994 ήταν ημέρα Σάββατο και τα Δικαστήρια ήταν κλειστά και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη των ενδίκων αξιώσεών της, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, μη καταδικασθεί, όμως, η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω μη υποβολής εκ μέρους αυτού σχετικού αιτήματος (αρθ. 191 §2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-7-2000 αίτηση της Χ συζ. Ζ για αναίρεση της 6886/1999 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ